Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds as the challenged ground was not a substantive legal fact.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's labor dispute judgment. The appellant argued that the appellate court accepted an unsubstantiated claim regarding the employee's failure to pursue a prior claim due to verbal harassment. The court ruled this argument was inadmissible because it constituted a reasoned denial rather than a substantive legal fact required for appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1, Art. 559 para. 10, Art. 577 para. 1 and 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if it relies on a reasoned denial of a claim rather than a substantive legal fact or a fact established by evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 763 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 763/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Κωνσταντίνο Πιτταρά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Γιολδασέα, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Φ. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ψαρράκη, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/6/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και η από 10/2/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4/2015 μη οριστική και 42/2017 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/4/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 21.4.2017 αίτηση προσβάλλεται η 42/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η έφεση της εναγομένης-ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία .... κατά της 159/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών κατά το μέρος που αφορά την από 10.2.2012 αγωγή της αναιρεσείουσας, ενώ έγινε η έφεση αυτή δεκτή και εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την 7.6.2010 αγωγή του ενάγοντος-εναγομένου και τώρα αναιρεσιβλήτου και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον τελευταίο 133.612 ευρώ ως διαφορές αποδοχών λόγω παραλείψεως της αναιρεσείουσας να αναπροσαρμόσει τον μισθό του κατά τα οριζόμενα στην ατομική του σύμβαση εργασίας. Η αίτηση στρέφεται κατ’ απόφασης δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, της οποίας δεν προκύπτει, ούτε άλλωστε προβάλλεται, επίδοση (άρθρα 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή και να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι που περιέχονται σ’ αυτήν ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, μολονότι συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ίδιου δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο δε του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ’ ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό.
Ο προσδιορισμός της διάταξης ουσιαστικού δικαίου πρέπει να γίνεται ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 113/2011), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 120/2017, ΑΠ 1040/2010, ΑΠ 651/2010, ΑΠ 649/2005).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 του ν. 3429/2005 "ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ" (ΔΕΚΟ), "1. Κάθε δημόσια επιχείρηση οφείλει: α) να εφαρμόζει το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και να συμμορφώνεται απαρέγκλιτα προς τις διατάξεις των νόμων και των κανονιστικών διαταγμάτων και πράξεων, β) να τηρεί τις αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, του εποπτεύοντος Υπουργού, καθώς και τις οδηγίες και εγκυκλίους του ΓΛΚ, γ) να συμβάλει στην επίτευξη των στόχων των στρατηγικών και επιχειρησιακών σχεδίων της δημόσιας επιχείρησης, στην αύξηση της αποτελεσματικότητας, της παραγωγικότητας και στη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών, δ) να τηρεί την εισοδηματική, τιμολογιακή, δανειοληπτική πολιτική της Κυβέρνησης".
Κατά το άρθρο 8 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο υποπραρ.Γ.2. περ. 5 του ν. 4254/2014, ο κρατικός έλεγχος και η οικονομική εποπτεία των δημόσιων επιχειρήσεων που αφορά στον έλεγχο και την εποπτεία των διατάξεων του άρθρου 7 του παρόντος νόμου ασκείται από τον Υπουργό των Οικονομικών, ενώ με το άρθρο 9 ορίζεται ότι "Με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών, ύστερα από εισήγηση της Ειδικής Γραμματείας Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών, που διαπιστώνει ότι κάποια δημόσια επιχείρηση παραβιάζει τις διατάξεις του νόμου αυτού και ανάλογα με την παράβαση, μπορεί:
α) να δεσμευθούν έσοδα των δημοσίων επιχειρήσεων από τον Τακτικό Προϋπολογισμό ή το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων σε ποσοστό μέχρι 50% του ετήσιου προβλεπόμενου ποσού, β) να μην χορηγηθεί πλέον ουδεμία εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για τα συναπτόμενα δάνεια, γ) να παυθούν από τα καθήκοντά τους ο πρόεδρος, ο διευθύνων σύμβουλος και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4, ανάλογα με την ευθύνη τους.
Οι κυρώσεις αυτές δεν αναιρούν ούτε αναστέλλουν διαδικασίες επιβολής ποινικών, αστικών ή διοικητικών μέτρων που επιβάλλονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις". Τέλος, κατά το άρθρο 14 παρ.1, εδάφιο τελευταίο του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθρο 56 παρ. 1 του ν. 3691/2008, "Το ανώτατο ποσοστό του συνόλου των αυξήσεων που δύναται να συμφωνηθεί κατά τη σύναψη των ανωτέρω συλλογικών συμβάσεων καθορίζεται με απόφαση της διυπουργικής επιτροπής του άρθρου 10.
Η απόφαση αυτή λαμβάνεται με κριτήρια την τρέχουσα αύξηση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή σε ετήσια βάση σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, την οικονομική κατάσταση της συγκεκριμένης επιχειρήσεως και τα περιθώρια του Κρατικού Προϋπολογισμού. Σε κάθε περίπτωση το ύψος του συνόλου των αποδοχών που ορίζει η διυπουργική επιτροπή δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τις αποδοχές που προβλέπουν οι εθνικές γενικές, κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας".
Εξάλλου, με την .../1676/ΦΕΚ Β’ 2162/ 2008 απόφαση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών ορίστηκε ότι "1. Το ποσοστό αύξησης επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών των εργαζομένων που δύναται να συμφωνηθεί με επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας στις ακόλουθες δημόσιες επιχειρήσεις:... ΕΑΒ ΑΕ καθορίζεται στο ύψος που έχει συμφωνηθεί με την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τα έτη 2008 και 2009.
Το σύνολο των τακτικών αποδοχών περιλαμβάνει τον βασικό μισθό, τις ωριμάνσεις (βαθμολογικές προαγωγές, χρονοεπιδόματα κλπ.), επιδόματα, καθώς και κάθε είδους παροχές, χρηματικές ή αποτιμητέες σε χρήμα. 2. Δεν επιτρέπεται η ενσωμάτωση της ΑΤΑ στις αποδοχές". Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 5 ν. 3833/2010 (ΦΕΚ Α’ 40/15-3-2010) "Προστασία της εθνικής οικονομίας - Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης", που τέθηκε σε ισχύ από 1-1-2010 (άρθρ. 20), ορίστηκε ότι "5.
Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση, σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που ανήκουν στο κράτος σε Ν.Π.Δ.Δ.
ή σε Ο.Τ.Α ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (ΦΕΚ 314 Α), μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό (7%). Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά τριάντα τοις εκατό (30%), αντίστοιχα.
Από τη μείωση του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή όρου συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας".
Ακολούθησαν το άρθρο τρίτο του ν. 3845/2010 (ΦΕΚ Α’ 65) και το άρθρο 41 ν. 3844/2010 (ΦΕΚ Α’ 63), με τα οποία ορίστηκε ότι τα πάσης φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη προβλεπόμενα, των λειτουργών και υπαλλήλων των φορέων της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 μειώνονται κατά ποσοστό 8 %.
Σύμφωνα δε με την .../28-5-2010 εγκύκλιο του Υπουργείου Οικονομικών/Γενική Δ/νση Μισθών/Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, η μείωση αυτή, η οποία ισχύει από 1-6-2010, θα υπολογιστεί στα μειωμένα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 ποσά, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί την 31-5-2010. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 του ν. 3896/2010, ορίστηκε ότι από την έναρξη της ισχύος του καταργούνται όροι σσε ή άλλων συλλογικών συμφωνιών, διαιτητικών αποφάσεων του ν. 1876/1990 καθώς και ατομικών συμβάσεων εργασία.
Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι α) με τις διατάξεις του ν. 3429/2005 "ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ" δεν επιβλήθηκε απαγόρευση αναπροσαρμογής των αποδοχών των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ, η οποία έχει συμφωνηθεί με ατομική σύμβαση εργασίας, τέτοια δε απαγόρευση δεν επιβάλει ούτε η γενική διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 περ.δ’ του ανωτέρω νόμου, σύμφωνα με την οποία κάθε δημόσια επιχείρηση οφείλει "να τηρεί την εισοδηματική, τιμολογιακή, δανειοληπτική πολιτική της Κυβέρνησης".
β) Τέτοια απαγόρευση δεν επιβλήθηκε ούτε με την προαναφερόμενη .../1676 απόφαση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία ρυθμίζει το ζήτημα της αύξησης των αποδοχών των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ με επιχειρησιακές συλλογικές εργασίας και όχι με ατομικές συμβάσεις εργασίας, οι όροι των οποίων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 680 ΑΚ και 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, είναι επικρατέστεροι εκείνων των σσε, εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους.
γ) Με τον ν. 3833/2010 επιβλήθηκαν και στις δημόσιες επιχειρήσεις οι αναφερόμενες εκεί περικοπές των αποδοχών, οι οποίες ισχύουν από 1-1-2010, για όλους γενικά τους απασχολούμενους στο Δημόσιο, στα ΝΠΔΔ και στους ΟΤΑ κλπ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την ένδικη από 7.6.2010 αγωγή του, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, αφού επικαλέστηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ....
στις 21.8.1984 και παρέχει έκτοτε σ’ αυτήν τις υπηρεσίες της ως ιατρός, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 138.789,95 ευρώ, το οποίο αποτελεί οφειλόμενη από αυτήν διαφορά των συμβατικών αποδοχών του λόγω μη αναπροσαρμογής (κατά ποσοστό 5% ανά εξάμηνο) αυτών κατά το διάστημα από το δεύτερο εξάμηνο του 2005 έως το πρώτο εξάμηνο του 2010, η οποία αναπροσαρμογή είχε ρητά μεταξύ τους συμφωνηθεί με την εργασιακή του σύμβαση.
Το ανωτέρω Πρωτοδικείο, με την 159/2013 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την αγωγή αυτή με αγωγή της εναγομένης-αναιρεσείουσας, την έκανε δεκτή και επιδίκασε στον ενάγοντα το αιτούμενο ως άνω ποσό, ενώ απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας. Ύστερα δε από έφεση της ενάγουσας-εναγομένης ...., εκδόθηκαν η παρεμπίπτουσα 4/2015 και η προσβαλλόμενη εδώ 42/2017 αποφάσεις του Εφετείου Ευβοίας, με την πρώτη από τις οποίες διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ, ενώ με την δεύτερη, όπως ήδη σημειώθηκε στην αρχή της παρούσας, η έφεση απορρίφθηκε κατά το μέρος που αφορά την αγωγή της αναιρεσείουσας, έγινε δε δεκτή αυτή και εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Στη δε συνέχεια έγινε η αγωγή αυτή εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 133.612 ευρώ, που αποτελούσε την οφειλόμενη σ’ αυτόν για το χρονικό διάστημα από 1-7-2005 έως 31-12-2009 διαφορά των συμβατικών αποδοχών του, λόγω μη υπολογισμού της συμφωνηθείσας αναπροσαρμογής καθώς και την προκύπτουσα κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 30-6-2010 διαφορά των αποδοχών του μετά την αφαίρεση ποσοστού 7% σύμφωνα με τον ν. 3833/2010.
Ειδικότερα, όσον αφορά τον ισχυρισμό της εναγομένης-αναιρεσείουσας, τον οποίο αυτή προέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε στο Εφετείο με λόγο έφεσης, ότι σε εκπλήρωση νόμιμης υποχρέωσης, που προκύπτει ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 περ. δ’ του ν. 3429/2005, και ακολουθώντας ως δημόσια επιχείρηση την κρατική τιμολογιακή-μισθολογική πολιτική, δεν προέβη στην συμφωνημένη αναπροσαρμογή των αποδοχών του ενάγοντος κατά το επίδικο διάστημα, το Εφετείο τον απέρριψε με το σκεπτικό ότι η εναγομένη δεν είχε την επικαλούμενη από αυτήν ως άνω υποχρέωση για περιορισμό των αποδοχών του ενάγοντος και ότι τέτοια υποχρέωση επιβλήθηκε για πρώτη φορά με τον ν. 3833/2010.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που μνημονεύονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας και ιδίως εκείνη του άρθρου 7 παρ. 1 περ. δ’ του ν. 3429/2005, την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα και σύμφωνα με την οποία οι δημόσιες επιχειρήσεις οφείλουν να τηρούν την εισοδηματική, τιμολογιακή, δανειοληπτική πολιτική της Κυβέρνησης, αφού, όπως εκτέθηκε στην ανωτέρω νομική σκέψη, μέχρι την 1.1.2010, που άρχισε να ισχύει ο ν. 3833/2010, δεν είχε επιβληθεί με τις προαναφερόμενες διατάξεις απαγόρευση αναπροσαρμογής των αποδοχών των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ, η οποία έχει συμφωνηθεί, όπως εδώ, με ατομική σύμβαση εργασίας.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο του σκέλος, από το άρθρο 559 αρθμ. 1 λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος δε λόγος, κατά μέρος που η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη παραβίασε και τις διατάξεις των ν. 3260/2004, 2414/1996, ΚΝ 2190/1920, της ΠΥΣ 88/4.4.1996 και του πδ 178/2000, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει ειδικότερα τις διατάξεις αυτές, είναι απορριπτέος ως αόριστος.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο λόγος αυτός αναίρεσης συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό (κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου κώδικα) έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου καταλήγει, έστω και εσφαλμένα, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 828/2010).
Για το ορισμένο δε του λόγου αυτού, πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωθέν περιεχόμενο που προσέδωσε σ’ αυτό το δικαστήριο και μάλιστα "αυτολεξεί", ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (Α.Π. 444/2016 και 9/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, κατά δεύτερο σκέλος του, και τον δεύτερο, κατά το δεύτερο επίσης σκέλος του, λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εγκυκλίων του Υπουργείου Οικονομικών και Οικονομίας/Δ/νση Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών με τα στοιχεία .../4.8.2004, .../15.2.2006, .../8.8.2007 και .../3.8.2009, τις οποίες προσκόμισε με επίκληση, καθώς και των εγγράφων με αριθμ.
πρωτ. .../3.2.2012 της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού της εταιρείας με θέμα "Είσοδοι-έξοδοι ετών 2005-29011 ιατρού εργασίας κ. Ι.Φ.", που επίσης αυτή προσκόμισε με επίκληση, και .../4.4.2007 προς τον Διοικητή του ΙΚΑ, το οποίο προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται κατά λέξη το περιεχόμενο των εγγράφων που φέρονται ότι παραμορφώθηκαν ούτε το περιεχόμενο που τους προσέδωσε το εφετείο, σε κάθε δε περίπτωση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις δεν αφορούν εσφαλμένη ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων αλλά εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου τους.
IV. Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών. Παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Ο παραπάνω πάντως λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος, ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγησή τους, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 496/2016, 1417/2010, 1204/2008, 532/2008, 2191/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, και τον τρίτο, κατά το πρώτο του σκέλος, λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ, παραπονείται κατά της προσβαλλομένης, διότι, όπως ισχυρίζεται, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέστηκε, δηλαδή α) ολόκληρη την κατάθεση του μάρτυρά της Χ. Μ., η οποία περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοδικείου και β) τον Κανονισμό Εργασίας Προσωπικού .... Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ιδίως από τη διαβεβαίωση αυτής ότι έλαβε υπόψη "...την ένορκη εξέταση του μάρτυρα της εναγομένης-ενάγουσας... Χ. Μ. και την χωρίς όρκο εξέταση του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου...και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενό της και κυρίως τις αιτιολογίες της, τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία (κατάθεση και έγγραφο) λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και της ουσιαστικής του κρίσης για την επίδικη διαφορά.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, χωρίς δηλαδή να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.
Επομένως, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την ουσιαστική του κρίση σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 543/2013). Κατά έννοια δε της εν λόγω διάταξης, ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, 25/2003, 3/1997, ΑΠ 1123/2013, 460/2013).
Με την έννοια δε αυτή "πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης (ΟλΑΠ 22/2005, 25/2003) που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς, όχι, όμως, οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής κλπ., αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή κλπ., ούτε και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 2234/2014, 117/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, χωρίς απόδειξη, τον ουσιώδη ισχυρισμό του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου ότι δεν αδράνησε αυτός να ασκήσει την ένδικη ήδη αξίωσή του, δεδομένου ότι είχε κατ’ επανάληψη προβεί σε προφορικές οχλήσεις προς την εναγομένη-αναιρεσείουσα, και έτσι, μολονότι ο ισχυρισμός αυτός παρέμεινε αναπόδεικτος, απορρίφθηκε η ένσταση κατάχρησης δικαιώματος και ο σχετικός λόγος έφεσης της εναγομένης-αναιρεσείουσας, τον οποίο αυτή προέβαλε προς απόκρουση της αγωγής, κατά τα ειδικότερα στον λόγο αναίρεσης σχετικώς αναφερόμενα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο επικαλούμενος ως άνω ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου δεν συνιστά "πράγμα" κατά την προαναφερόμενη έννοια αλλά αιτιολογημένη άρνηση της πιο πάνω ένστασης της εναγομένης-αναιρεσείουσας. Σε κάθε πάντως περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υπόθεσης κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αναφερόμενων εκεί (όπως σημειώθηκε και στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας) αποδεικτικών μέσων, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, και όχι χωρίς απόδειξη.
Μετά τις ανωτέρω σκέψεις και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα οριζόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την κρινόμενη από 21.4.2017 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" για αναίρεση της 42/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Απριλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ