Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the main ground of appeal is unsupported by the judgment's reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's rejection of his employment contract claim. The appellant argued the dismissal was abusive, but the lower court rejected the claim primarily on the ground that successive fixed-term contracts were treated as a single indefinite-term contract, which expired naturally. The Court held that since the primary reasoning for dismissal remained valid and independent, the appellant's attack on the secondary reasoning was legally unnecessary and therefore inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 1 lit. c KPolD; Art. 573 para. 1 KPolD: An appeal is inadmissible if the ground of appeal attacks only subsidiary reasoning that does not support the main decision, while the primary reasoning remains valid and sufficient to justify the judgment's outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 2056 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2056/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Π., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κουφοπούλου, η oποία κατέθεσε προτάσεις στις 31-3-2023.
Του αναιρεσιβλήτου: σωματείου με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ (ΕΠΑΨΥ)", που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Αϊβαλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις στις 30-3-2023.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1259/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 4047/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 31-7-2021 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 28ης Μαρτίου 2023, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 51/2025 Πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από τον αναφερόμενο σ' αυτήν ορισθέντα Εισηγητή Αρεοπαγίτη και την με αριθμό 101/2025 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Αριστείδη Βαγγελάτου, ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης, καταστεί αδύνατη η έκδοση της απόφασης (παραίτηση, παύση δικαστή κτλ), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσης προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια, είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 1443/2023, ΑΠ 2113/2022, ΑΠ 1763/2022). Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 1443/2023, ΑΠ 2113/2022, ΑΠ 936/2018). Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 76/2024, ΑΠ 674/2023, ΑΠ 17/2023, ΑΠ 936/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την έκδοση της με αριθμό 51/2025 Πράξης της Προέδρου του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται, με την υπ' αριθμ. 101/2025 Πράξη του Προέδρου του αρμοδίου Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της από 31-7-2021 αίτησης αναίρεσης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., μετά τη διαπίστωση, όπως αναφέρεται, αδυναμίας για την έκδοση απόφασης επί της αίτησης αυτής, η οποία είχε συζητηθεί ενώπιον του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο στις 28-3-2023, εκ μέρους του αναφερόμενου, ήδη συνταξιοδοτηθέντος, Αρεοπαγίτη- Εισηγητή, και ορίστηκε ως νέα δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας με κλήση των διαδίκων να παραστούν κατ' αυτήν. Κατά την προκείμενη επαναλαμβανόμενη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που αποτελεί συνέχεια της αρχικής συζήτησής της στις 28-3-2023, οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους, όπως είχαν εκπροσωπηθεί και στην ανωτέρω αρχική συζήτηση, κατά την οποία είχαν καταθέσει και προτάσεις.
Με την κρινόμενη, από 31-7-2021, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 4047/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 10-10-2016 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμ.1259/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την οριστική αυτή απόφαση, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει την από 10-4-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος στο σύνολό της και ειδικότερα την είχε απορρίψει ως αόριστη, ως προς τις αιτούμενες δεδουλευμένες αποδοχές πρόσθετης εργασίας και ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τα λοιπά αιτήματά της, α) της αναγνώρισης των μεταξύ αυτού και του αναιρεσίβλητου διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, μερικής απασχόλησης, ορισμένου χρόνου, ως μίας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, μερικής απασχόλησης, αορίστου χρόνου και της ακυρότητας της από 24-1-2014 καταγγελίας, της σύμβασης αυτής αορίστου χρόνου, εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου-εργοδότη, λόγω έλλειψης έγγραφου τύπου και καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, άλλως λόγω της καταχρηστικότητάς της, και β) της επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας, μετά αποζημίωσης μη ληφθείσας άδειας και επιδόματος αδείας, λόγω της ακυρότητας της άνω καταγγελίας για τους αναφερόμενους λόγους, άλλως της επιδίκασης της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά παραδοχή της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, απέρριψε την αγωγή του ως μη νόμιμη, κατά το μέρος που θεμελιωνόταν στην επικαλούμενη ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας λόγω έλλειψης εγγράφου τύπου και καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, τη δέχθηκε εν μέρει, ως βάσιμη κατ'ουσία, ως προς τις δεδουλευμένες αποδοχές πρόσθετης εργασίας, και την απέρριψε, κατά τα λοιπά, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 15-9-2021 (αρθ. 552, 553, 556, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ), μη συνυπολογιζομένων στην καταχρηστική προθεσμία άσκησής της, των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (15-7-2019), των διαστημάτων της αναστολής της προθεσμίας αυτής, από 13-3-2020 έως 31-5-2020 και από 7-11-2020 έως 5-4-2021, λόγω της πανδημίας του covid-19, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ.1 εδ.α'του ν.4690/2020 και 83 παρ.1 εδ.α'της περ.α' του ν.4970/2021, όπως αυτές ερμηνεύτηκαν με το αρθ.49 του ν.4963/2022.
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης (αρθ.577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 669 και 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 293/2025, ΑΠ 1056/2025, ΑΠ 592/2024). Ο δε χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ` αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ` εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΑΠ 4/2024).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικά ερμηνευθεί (ν. 4558/1930, αρθ.11 α.ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (άρθρα 1, 2 και 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3 και 5 του βδ/τος της 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία της σύμβασης και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 19, 20/2007).
Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 1 και 8 του νόμου 2112/1920 σαφώς συνάγεται ότι ο καθορισμός χρονικής διάρκειας στη σύμβαση εργασίας είναι δικαιολογημένος από τη φύση της, όταν όχι μόνον η σύμβαση, ως εκ του είδους και του σκοπού της εργασίας, έχει τον χαρακτήρα της σύμβασης ορισμένου χρόνου, αλλά και όταν η διάρκεια αυτής υπαγορεύεται από αποχρώντες λόγους, που ανάγονται ειδικότερα στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης.
Όταν συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις η εκάστοτε συμφωνία εργοδότου και μισθωτού ότι η σύμβαση εργασίας θα είναι ορισμένης διάρκειας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων του νόμου περί καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας (ΑΠ 293/2025, ΑΠ 1056/2025).
Περαιτέρω, στο Π.Δ. 81/2003 (ΦΕΚ Α 77), όπως αυτό τροποποιήθηκε με τα άρθρα 2 και 3 του ΠΔ 180/2004 και το άρθρο 41 του νόμου 3986/2011 (ΦΕΚ Α 152), του οποίου ο σκοπός είναι η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 99/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, και αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό τομέα, ορίζονται (και), στο άρθρο 5, τα εξής:
Άρθρο 5. "Κανόνες προστασίας εργαζομένων και αποφυγής καταστρατηγήσεων σε βάρος τους. I. Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός ή αναφέρεται στον τομέα των επιχειρήσεων αεροπορικών μεταφορών και των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών αεροδρομίου εδάφους και πτήσης. 2.
Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν την ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας πρέπει να αναφέρονται στη σχετική συμφωνία των μερών, η οποία συνάπτεται εγγράφως, ή να προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Αντίγραφο της συμφωνίας αυτής πρέπει να παραδίδεται στον εργαζόμενο αμελλητί μετά την έναρξη της προσφοράς της εργασίας του.
Ο έγγραφος τύπος της ανωτέρω συμφωνίας δεν είναι απαραίτητος, όταν η ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας έχει εντελώς ευκαιριακό χαρακτήρα και δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη των δέκα [10] εργάσιμων ημερών. 3. Σε περίπτωση μη συνδρομής αντικειμενικού λόγου, όπως αυτός ορίζεται στην παράγραφο I του παρόντος και εφόσον η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα τρία (3) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Αν στο χρονικό διάστημα των τριών ετών ο αριθμός των ανανεώσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης. 4. "Διαδοχικές" θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες. [...]. 5.
Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος". Τέλος, κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αναφερόμενων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Με την ΥΑ Υ5β/Γ.Π.68262/3/10/2003 εγκρίθηκε η ίδρυση και λειτουργία Κέντρου Ημέρας για ψυχικά ασθενείς από το εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) σωματείο με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ (ΕΠΑΨΥ)", που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής.
Στη συνέχεια με την ΥΑ Υ5β/ΓΠ/49414/18.5.2011 επεκτάθηκε το Κέντρο Ημέρας του εναγομένου και περιέλαβε την υλοποίηση και ενίσχυση δράσεων με στόχο τη μετανοσοκομειακή παρακολούθηση, την πρόληψη των υποτροπών, την ψυχοκοινωνική υποστήριξη καθώς και την κατ'οίκον παρέμβαση και φροντίδα. Για τις επιπρόσθετες υπηρεσίες ήταν αναγκαίο και νέο προσωπικό των ειδικοτήτων Ψυχιάτρου, Ψυχολόγου, Νοσηλευτή ή Επισκέπτη Υγείας και Κοινωνικού Λειτουργού.
Σύμφωνα με την παραπάνω και σχετική με την επέκταση του Κέντρου Ημέρας Υπουργική Απόφαση οι πρόσθετες δαπάνες που θα προέκυπταν από την επέκταση της λειτουργίας των Κέντρων Ημέρας θα καλύπτονταν για τα πρώτα δύο έτη από το συγχρηματοδοτούμενο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα (Ε.Π) "Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού 2007-2013" του ΕΣΠΑ, χωρίς να υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ και μετά τη λήξη της χρηματοδότησης, οι δαπάνες λειτουργίας θα καλύπτονταν κατ'έτος από τις πιστώσεις του τακτικού προϋπολογισμού του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και μόνο κατά το μέρος που δεν καλύπτονταν από ίδια έξοδα.
Στο πλαίσιο της Επέκτασης του Κέντρου Ημέρας του εναγομένου, που αποτελούσε άλλο έργο με ξεχωριστή χρηματοδότηση και πηγή χρηματοδότησης από το Κέντρο Ημέρας, προσελήφθη ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) την 28.1.2013 προκειμένου να εργαστεί μέχρι 28-6-2013 από Δευτέρα έως Παρασκευή, 4 ώρες ημερησίως, έναντι μηνιαίου μεικτού μισθού 680 ευρώ καταβλητέων την τελευταία ημέρα του μήνα εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, ως ψυχολόγος για την υλοποίηση από το εναγόμενο της πράξης "Επέκταση της λειτουργίας του Κέντρου Ημέρας της ΕΠΑΨΥ για την παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας σε άτομα με ψυχικές διαταραχές και σοβαρά ψυχοκοινωνικά προβλήματα στον 5ο ΤΟΨΥ Αττικής" στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος "ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ 2007-2013" στον άξονα προτεραιότητας 14 "Εδραίωση της μεταρρύθμισης στον τομέα ψυχικής υγείας".
Στη συνέχεια ο ενάγων την 1.7.2013 σύναψε νέα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ψυχολόγου με το εναγόμενο στο πλαίσιο του ίδιου έργου της Επέκτασης του Κέντρου Ημέρας προκειμένου να εργαστεί μέχρι 31.7.2013 από Δευτέρα έως Παρασκευή, 4 ώρες ημερησίως, έναντι μηνιαίου μεικτού μισθού 600,50 ευρώ, που αντιστοιχούσε στις μειωμένες ώρες εργασίας του λαμβάνοντας υπ'όψη το ωρομίσθιο 7,21 ευρώ του εργαζόμενου πλήρους απασχόλησης, καταβλητέων την τελευταία ημέρα του μήνα εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία.
Η σύμβαση αυτή ανανεώθηκε μέχρι 31.10.2013, ενώ στη συνέχεια ο ενάγων υπέγραψε άλλες δύο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας υπό τους ίδιους όρους και στο πλαίσιο του έργου της Επέκτασης του Κέντρου Υγείας την 1.11.2013 με διάρκεια έως 31.12.2013 και την 9.1.2013 (εννοεί 9.1.2014) με διάρκεια έως 24.1.2014. Έκτοτε το εναγόμενο δεν απασχόλησε ξανά τον ενάγοντα, γεγονός που οφείλεται στη δυσκολία χρηματοδότησης του έργου της Επέκτασης του Κέντρου Ημέρας που ανάγκασε το εναγόμενο στον συγκεκριμένο χρόνο που έληξε η τελευταία σύμβαση του ενάγοντος να μην τον ξαναπροσλάβει, ώστε να μειώσει τα έξοδά του.
Το εναγόμενο αντιμετώπιζε εξ αρχής συνεχείς και σοβαρές δυσχέρειες στη χρηματοδότηση του έργου και συνακόλουθα στην αποπληρωμή των μισθών των απασχολούμενων στην Επέκταση του Κέντρου Ημέρας, αλλά και στην κάλυψη των λοιπών εξόδων που ήταν απαραίτητα για την εκτέλεση των αναγκαίων δράσεων του συγκεκριμένου έργου.
Αυτό συνάγεται και από το ότι από το ΕΣΠΑ ελήφθη για το 2012 χρηματοδότηση μόνο 17.000 ευρώ, ενώ μέχρι και τον Ιούλιο του 2013 δεν είχαν ληφθεί άλλα χρήματα και παρέμειναν οι εργαζόμενοι απλήρωτοι για μήνες [(βλ. το τεχνικό δελτίο πράξης (ΤΠΔ)-ΕΤΠΑ-ΤΑΜΕΙΟ ΣΥΝΟΧΗΣ-ΕΚΤ, την από 12.7.2013 επιστολή του εναγομένου στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και το από 1.7.2013 πρακτικό ενημέρωσης προσωπικού στο οποίο αναφέρεται ότι ενημερώθηκε το προσωπικό για το ότι δεν εγκρίθηκε κανένα ποσό για την Επέκταση του Κ.Η. (εννοεί Κέντρο Ημέρας) και ότι η σύναψη μηνιαίων συμβάσεων με το προσωπικό σχετίζεται με αυτό το ζήτημα)], ενώ στη συνέχεια έφτανε η χρηματοδότηση του συγκεκριμένου έργου με καθυστέρηση και με καθυστέρηση καταβάλλονταν οι υποχρεώσεις του εναγομένου από τη λειτουργία του έργου της επέκτασης, όπως η πληρωμή των μισθών και τα μισθώματα.
Από τις επιστολές που απέστειλε το εναγόμενο δια του αρμοδίου του υπαλλήλου, μεταξύ άλλων και στον ενάγοντα με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο την 18.12.2013 και την 24.12.2013 προκύπτει ότι αναμενόταν μέχρι σχεδόν την παραμονή των Χριστουγέννων η λήψη του απαραίτητου χρηματικού εντάλματος για να καταβληθούν οι καθυστερημένοι μισθοί του Οκτωβρίου και Νοεμβρίου και τα οφειλόμενα μισθώματα μέχρι τον Νοέμβριο 2013.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ήδη από τον Ιούλιο του 2013 είχε τεθεί υπό αμφισβήτηση και η συνέχιση της Επέκτασης του Κέντρου Ημέρας. Ειδικότερα την 15.7.2013 σε συνάντηση που έγινε με το προσωπικό του εναγομένου στην οποία συμμετείχε και ο ενάγων, όπως και άλλοι εργαζόμενοι στην Επέκταση και είχε εκφραστεί δυσφορία από το προσωπικό και ανασφάλεια, είχε τεθεί το ζήτημα της χρηματοδότησης και συζητήθηκε και η πιθανή διακοπή των δράσεων της Επέκτασης [...].
Η περίπτωση διακοπής του προγράμματος της Επέκτασης συνάγεται και από τη σαφή κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης Φ. Μ. που εργαζόταν στο λογιστήριο του εναγομένου και κατέθεσε περί της ενημέρωσης που έλαβαν από το Υπουργείο ότι δεν υπάρχουν χρήματα και μπορεί να διακοπεί το πρόγραμμα και των διαπραγματεύσεων μεταξύ Υπουργείου και της Διοίκησης του εναγομένου προκειμένου να συνεχιστεί το πρόγραμμα, όπως και της οδηγίας του Υπουργείου να συντηρηθεί το πρόγραμμα Επέκτασης με δικά του μέσα δηλαδή να πραγματοποιούνται πράξεις ικανές ώστε να καλύπτονται τα έξοδα λειτουργίας και επέκτασης του Κ.Η.
Η ίδια μάρτυς κατέθεσε και περί του ότι ο λόγος που δεν απασχολήθηκε ξανά ο ενάγων δεν ήταν προσωπικός και ότι ποτέ δεν είχε ακούσει να υπάρχει οποιοδήποτε πρόβλημα εκ μέρους της διοίκησης για το πρόσωπό του και η αιτία ήταν η υποχρηματοδότηση και η λόγω αυτής απόφαση για μείωση των θέσεων εργασίας. Τα ίδια συνάγονται και από την ένορκη βεβαίωση του Α.
Κ., επιστημονικού υπευθύνου από 1.12.2013 του εναγομένου κατά την οποία δεν ανανεώθηκε η σύμβασή του, όπως και άλλων τριών εργαζομένων κατά τους μήνες Δεκέμβριο 2013, Ιανουάριο 2014 και Φεβρουάριο 2014 γιατί η χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ κατά τον χρόνο εκείνο δεν επαρκούσε για την κάλυψη των μισθών τους. Εξάλλου, σχετικά με την προβληματική ροή χρηματοδότησης και για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου με όσους απασχολούνταν στην Επέκταση του Κ.Η.
υπήρξαν παράπονα από πολλούς εργαζόμενους και όχι μόνον από τον ενάγοντα, όπως συνάγεται ακόμα και από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Μάλιστα τα θέματα αυτά αποτελούσαν πάντοτε σημείο ενδιαφέροντος και δινόταν περί αυτών εξηγήσεις, ανεξάρτητα από την παρουσία του ενάγοντος στις συναντήσεις με τη διοίκηση του εναγομένου [...].
Για τον λόγο αυτό δεν κρίνεται βάσιμο πως το ότι ο ενάγων εξέφρασε αντιρρήσεις σχετικά με τη σύναψη των συμβάσεων ορισμένου χρόνου τον Σεπτέμβριο 2013 σε συνάντηση εργαζομένων διοίκησης, όπου είχε τεθεί και από το προσωπικό το ζήτημα της ροής χρηματοδότησης και των καθυστερήσεων, σύμφωνα με όσα αναφέρει και ο ενόρκως βεβαιώσας Κ.
Π., αποτέλεσε την αιτία που δεν συνάφθηκε μαζί του νέα σύμβαση εργασίας μετά την 24.1.2014 όταν έληξε η τελευταία. Η κρίση αυτή επιρρωνύεται από το ότι μετά τον Σεπτέμβριο 2013 που έλαβε χώρα η παραπάνω συνάντηση συνάφθηκε νέα σύμβαση εργασίας μεταξύ του εναγομένου και του ενάγοντος την 1.11.2013, κάτι που δεν θα είχε γίνει αν η διοίκηση του εναγομένου είχε δυσαρεστηθεί από τη συμπεριφορά του ενάγοντος και ήθελε να τον απομακρύνει είτε από λόγους εκδίκησης, είτε για παραδειγματισμό και των άλλων εργαζομένων που ανακινούσαν τα συγκεκριμένα θέματα.
Ομοίως, κρίνεται ότι ούτε η αμφισβήτηση του ελλείμματος του προϋπολογισμού του εναγομένου που έλαβε χώρα εκ μέρους του ενάγοντος στη συνάντηση της διοίκησης του εναγομένου με το προσωπικό τον Νοέμβριο 2013 αποτέλεσε αιτία απομάκρυνσης του ενάγοντος από την εργασία του, καθώς ο ενάγων συνέχισε ακώλυτα την εργασία του και μάλιστα τον Ιανουάριο του 2014 σύναψε και άλλη σύμβαση μαζί του το εναγόμενο που έληξε την 24.1.2014.
Εξάλλου, τα όσα στην αγωγή αναφέρει στην αγωγή ο ενάγων ότι του μετέφερε ο Α. Κ. κατά τη συνάντηση μαζί του την 31.12.2013 περί του ότι ο ενάγων δεν ήταν πλέον αρεστός στο ΔΣ δεν επιβεβαιώνονται από τον Α. Κ. στην ένορκη βεβαίωση που προσκομίστηκε στο παρόν δικαστήριο, ενώ τόσο οι μάρτυρες που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, όσο και οι ενόρκως βεβαιώσαντες Κ. Π. και Κ. Δ. δεν ήταν παρόντες στη συνάντηση μεταξύ του ενάγοντος και των μελών της διοίκησης του εναγομένου, όπου κατά την αγωγή, εξηγήθηκαν στον ενάγοντα οι λόγοι απόλυσής του, αλλά εισφέρουν ό,τι τους μεταφέρθηκε από τον ενάγοντα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι περί τα τέλη Μαίου 2013 το Υπουργείο Υγείας προκειμένου να υπολογίσει το κόστος των υπηρεσιών υγείας ζήτησε από το εναγόμενο να καταγράφει όλες τις θεραπευτικές πράξεις ανά ασθενή και ανά θεραπευτή σε υπολογιστική φύλλο Excel και το εναγόμενο ανέθεσε στον ενάγοντα τη δημιουργία ενός προγράμματος excel προκειμένου να καταγράφονται οι θεραπευτικές πράξεις κάθε υπαλλήλου για κάθε ασθενή.
Με βάση τον τρόπο αποτύπωσης αυτών των στοιχείων σε ειδικούς πίνακες εξειδίκευσης ο ενάγων ανέλαβε να συμπληρώνει τους πίνακες αυτούς. Από την ενασχόλησή του αυτή συνάγεται γνώση του περί των θεραπευτικών πράξεων και ενδεχομένως και γνώση του περί της κοστολόγησής τους από το Υπουργείο Υγείας. Δεν αποδεικνύεται όμως γνώση του περί των θεραπευτικών πράξεων και ενδεχομένως και γνώση του περί της κοστολόγησής τους από το Υπουργείο Υγείας.
Δεν αποδεικνύεται όμως γνώση του περί του συνόλου των εξόδων και εσόδων του Κέντρου Ημέρας και της Επέκτασης, ούτε περί του αποτελέσματος των λογιστικών λογαριασμών, ώστε να μην κρίνεται ότι έχει βασιμότητα το ότι ο ενάγων απομακρύνθηκε, διότι εγνώριζε τα οικονομικά του εναγομένου και δεν συμφωνούσε με το εμφανιζόμενο έλλειμμα από τη διοίκηση.
Προσέτι, το ότι ο ενάγων σταμάτησε να ασχολείται για οικονομικοτεχνικούς λόγους και όχι από λόγους εμπάθειας, εκδίκησης και κακότητας στο πρόσωπό του ή από λόγους παραδειγματισμού των λοιπών εργαζομένων, αποδεικνύεται και από το ότι τον Φεβρουάριο του 2014 το εναγόμενο του χορήγησε συστατική επιστολή στην οποία εξυμνεί τα προσόντα του και την απόδοσή του στην εργασία, την οποία υπέγραψε ο Α.
Κ. μετά από σύσταση του ΔΣ, όπως ο ίδιος αναφέρει στην ένορκη βεβαίωσή του. Όλα τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από το ότι το εναγόμενο τον Απρίλιο του 2014 σύναψε σύμβαση εργασίας με την Π. Ε. Λ., ψυχολόγο, αφενός διότι η πρόσληψη αυτή έγινε σε μεταγενέστερο χρόνο από τη λήξη της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, αφετέρου διότι η συγκεκριμένη ψυχολόγος εργαζόταν ήδη από 1.7.2012 στο εναγόμενο και εργαζόταν και κατά το διάστημα που απασχολείτο ο ενάγων και δεν προσελήφθη προς αντικατάσταση του ενάγοντος.
Με βάση όλα τα ανωτέρω και υπό την εκδοχή ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος ήταν αορίστου χρόνου, η καταγγελία της δεν υπήρξε καταχρηστική και πρέπει η αγωγή να απορριφθεί κατά τα συνδεόμενα με την άκυρη, λόγω καταχρηστικότητας, καταγγελία της σύμβασης εργασίας, αιτήματα. [....]. Τέλος, [.....] ο ενάγων δικαιούται για την πρόσθετη ...
εργασία το ποσό των [....] 1.874,60 ευρώ [.....].
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη [...]".Μετά ταύτα το Εφετείο, μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στο σύνολό της κατά παραδοχή της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, δικάζοντας επί της αγωγής του- αφού απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη κατά το μέρος που θεμελιωνόταν στην ακυρότητα της από 24-1-2014 καταγγελίας της επικαλούμενης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, μερικής απασχόλησης, αορίστου χρόνου, λόγω έλλειψης έγγραφου τύπου και καταβολής αποζημίωσης-με βάση τις ανωτέρω παραδοχές δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως βάσιμη κατ'ουσία, μόνο ως προς το αίτημα επιδίκασης δεδουλευμένων αποδοχών πρόσθετης εργασίας, και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τα λοιπά αιτήματά της, α) της αναγνώρισης της συνδέουσας τους διαδίκους από 28-1-2023 ένδικης έννομης σχέσης, ως μίας και ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, μερικής απασχόλησης, αορίστου χρόνου β) της αναγνώρισης της ακυρότητας της από 24-1-2014 καταγγελίας της σύμβασης αυτής, εκ μέρους του αναιρεσίβλητου εργοδότη, λόγω της καταχρηστικότητάς της και γ) της επιδίκασης, λόγω της ακυρότητας αυτής της καταγγελίας, αποδοχών υπερημερίας, άλλως νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, κρίνοντας (το Εφετείο) ότι οι επίδικες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας φέρουν τον χαρακτήρα διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, μερικής απασχόλησης, ορισμένου χρόνου -και όχι μίας, αντίστοιχης, σύμβασης αορίστου χρόνου- με παύση της τελευταίας τούτων, στις 24-1-2014, αυτοδικαίως, με την πάροδο της συμβατικής της διάρκειας (κύρια αιτιολογία), και επικουρικά, υπό την εκδοχή του χαρακτήρα των συμβάσεων αυτών ως μίας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, μερικής απασχόλησης, αορίστου χρόνου, λόγω του εγκύρου της καταγγελίας της, στις 24-1-2014, από το εναγόμενο εργοδότη, γενόμενη για οικονομοτεχνικούς λόγους, και όχι κατά καταχρηστική άσκηση του σχετικού δικαιώματός του (επικουρική αιτιολογία).
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, κατά το μέρος που απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως αβάσιμη κατ'ουσία την αγωγή με την κύρια αιτιολογία της, η οποία και μόνο ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 παρ.1 ΑΚ, 8 παρ.1 και 3 του ν.2112/1920 και αρθ. 5 του π.δ 81/2003, όπως τροποποιήθηκε με αρθ. 3 του π.δ. 180/2004 και 41 του ν. 3986/2011, σε συνδ.
με τα αρθ.174, 181 και 281 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές της, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών.
Και τούτο καθόσον, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, μη κερδοσκοπικό, σωματείο (ΕΠΑΨΥ), εντός του διαστήματος από 28-1-2013 έως και 9-1-2014, κατήρτισε με τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα τις επίδικες πέντε διαδοχικές έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, μερικής απασχόλησης, ορισμένου χρόνου η κάθε μία και συγκεκριμένα διαρκείας πέντε μηνών η πρώτη, ενός μηνός η δεύτερη, τριών μηνών η τρίτη, δύο μηνών η τέταρτη και δεκαέξι ημερών η πέμπτη (με συμβατική λήξη της τελευταίας στις 24-1-2014), για να παρέχει τις υπηρεσίες του ως ψυχολόγος προς εξυπηρέτηση πρόσθετων αναγκών του (του αναιρεσίβλητου) για την υλοποίηση του αναφερόμενου στις συμβάσεις αυτές έργου με τίτλο "Επέκταση της λειτουργίας του Κέντρου Ημέρας στην "ΕΠΑΨΥ" [αναιρεσίβλητο σωματείο] για την παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας σε άτομα με ψυχικές διαταραχές και σοβαρά ψυχοκοινωνικά προβλήματα στον 5ο ΤΟΨΥ Αττικής", στο πλαίσιο συγκεκριμένου συγχρηματοδοτούμενου, από το ΕΣΠΑ, επιχειρησιακού προγράμματος με τίτλο "Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού 2007-2013" στον άξονα προτεραιότητας 14 "Εδραίωση της μεταρρύθμισης στον τομέα ψυχικής υγείας", με την αναφερόμενη χρονική διάρκεια και προϋπολογισμό, και η διαδοχική ανανέωση των επιδίκων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και η συμφωνημένη διάρκεια κάθε μιας τούτων, έγινε, εν γνώσει όλων των εργαζομένων στο ανωτέρω έργο-πρόγραμμα, όπως και ο αναιρεσείων, για την πραγματοποίηση αυτού του έργου-προγράμματος, κατόπιν εξασφάλισης της απαιτούμενης χρηματοδότησής του για την καταβολή των αποδοχών τους.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθά έκρινε ότι οι μεταξύ των διαδίκων ένδικες έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας έχουν χαρακτήρα διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, μερικής απασχόλησης, ορισμένου χρόνου, δικαιολογημένης της ορισμένης διάρκειάς τους και της διαδοχικής ανανέωσής τους από τη φύση τους, και από ειδικό, αντικειμενικό λόγο, εν γνώσει του αναιρεσείοντος, αυτόν της πραγματοποίησης συγκεκριμένου έργου στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος ορισμένης διάρκειας και κατόπιν εξασφάλισης της απαιτούμενης προς τούτο χρηματοδότησής του.
Συνακόλουθα, με την πάροδο του συμβατικού χρόνου της τελευταίας επίδικης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, αυτή έπαυσε αυτοδικαίως (αρθ. 669 ΑΚ), όπως ανελέγκτως τούτο έγινε δεκτό, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης απόλυσης από το αναιρεσίβλητο στον αναιρεσείοντα εργαζόμενο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε.
Επομένως, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, για να θεωρηθούν οι επίδικες διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, μερικής απασχόλησης, ορισμένου χρόνου, ως μία και ενιαία αντίστοιχη σύμβαση αορίστου χρόνου, ώστε να μην είναι δυνατή η απόλυση του αναιρεσείοντος χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης από τον αναιρεσίβλητο εργοδότη του, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η ουσιαστική αβασιμότητα των ανωτέρω αγωγικών αιτημάτων, με την κύρια αιτιολογία της (προσβαλλόμενης απόφασης), και η απόρριψη της αγωγής, ως προς αυτά, κατ'ουσίαν, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης στο σύνολό της κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος.
Κατόπιν των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υποστηρίζοντας τα αντίθετα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για ευθεία παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, συνιστούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς ενίσχυση των αντίθετων από το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης απόψεών του για τον χαρακτήρα των ενδίκων συμβάσεων, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων και υπό την επίφαση του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικού λόγου πλήττεται ανεπίτρεπτα η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, με τις προαναφερόμενες παραδοχές του το Εφετείο, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της φύσης των επιδίκων συμβάσεων και της ύπαρξης δικαιολογητικού και αντικειμενικού λόγου για την ορισμένη διάρκεια και τη διαδοχική ανανέωσή τους, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, και στηρίζουν το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής κατά το ανωτέρω μέρος και την απόρριψή της, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατ'ουσίαν. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ελλείψεις της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα, αφορούν σε ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην περαιτέρω αιτιολόγηση του διατυπωθέντος με σαφήνεια και πληρότητα, κατά τα προαναφερόμενα, αποδεικτικού πορίσματος, οι οποίες δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να μην ιδρύουν τον προβαλλόμενο, από τον αριθμό 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, και υπό την επίφαση του λόγου αυτού, πλήττουν ανεπίτρεπτα την ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας, ουσιαστική του κρίση και την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων.
Συνεπώς, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της φύσης και του χαρακτηρισμού των επιδίκων συμβάσεων. Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, μετά την αβασιμότητα των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης, η, κατά τα ανωτέρω, έννομη σχέση που συνδέει τους διαδίκους το επίδικο διάστημα είναι, όπως προεκτέθηκε, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, μερικής απασχόλησης, ορισμένου χρόνου, με αυτοδίκαιη παύση της τελευταίας τούτων στις 24-1-2014, με την πάροδο, τότε, του συμβατικού της χρόνου, και όχι μία και ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, μερικής απασχόλησης, αορίστου χρόνου και δη καταγγελθείσα ακύρως στις 24-1-2014.
Συνακόλουθα, οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, που επιστηρίζονται στην ακυρότητα της από 24-1-2014 καταγγελίας της, μεταξύ των διαδίκων, σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου και μη καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης, με επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που με αυτή το Εφετείο, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, κατά την επιχειρούμενη θεμελίωσή της στην ακυρότητα της άνω καταγγελίας για τον ανωτέρω λόγο, λόγω ευθείας παραβίασης των, περί συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του ν.2112/1920, όπως το πρώτο τροποποιήθηκε με την υποπ.
ΙΑ 12 περ.1 του ν.4093/2012 και αρθ. 34 ν.4111/2013, 5 παρ.3 του ν.3198/1955, 159 ΑΚ, 17 παρ.5 του ν.3899/2010 (που προστέθηκε στο άρθρο 74 παρ.2 του ν.3863/2010), και 4 παρ.4 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με το ν.1426/1984 και ν.4359/2016, είναι αλυσιτελείς και για το λόγο αυτό απαράδεκτοι.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ( ΑΠ 81/2022, ΑΠ 1014/2019, ΑΠ 2029/2017, ΑΠ 54/2017). Ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται όμως ως αβάσιμος, εάν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 2029/2017), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 2029/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης στο σύνολό της κατά παραδοχή της έφεσής του, δικάζοντας εκ νέου επί της αγωγής του, άφησε αδίκαστο το αυτοτελές αίτημά της για αναγνώριση της από 28-1-2013 έννομης σχέσης που τον συνδέει με το αναιρεσίβλητο ως μίας και ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, μερικής απασχόλησης, αορίστου χρόνου.
Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα του πιο πάνω αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος, δικάζοντας επί της αγωγής του, και δεχόμενο αυτή εν μέρει ως βάσιμη κατ'ουσία, μόνο ως προς το αίτημα επιδίκασης δεδουλευμένων αποδοχών για πρόσθετη εργασία, όπως προαναφέρθηκε, την απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσία ως προς όλα τα λοιπά αιτήματά της που ερεύνησε από ουσιαστική άποψη, μεταξύ των οποίων και το αναφερόμενο στον κρινόμενο λόγο αναίρεσης, της αναγνώρισης της συνδέουσας τους διαδίκους από 23-1-2013 έννομης σχέσης, ως μίας και ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, μερικής απασχόλησης, αορίστου χρόνου.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας επί της αγωγής δεν άφησε αδίκαστο το ανωτέρω αίτημά της, αλλά το απέρριψε κατ' ουσία, και, επομένως, ο περί του αντίθετου, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση εξ αιτίας σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο (ή περισσότερων) επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι αλυσιτελείς και συνακόλουθα απαράδεκτοι, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, αφού το διατακτικό της στηρίζεται επαρκώς στη μη πληττόμενη (ή πληττόμενη ανεπιτυχώς) με λόγο αναίρεσης αιτιολογία και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες της (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 860/2022). Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής ή επικουρικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της πληττόμενης απόφασης, για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ 860/2022, AΠ 61/2020, ΑΠ 70/2017).
Με τον έκτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δικάζοντας επί της αγωγής του, μετά από εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης κατά παραδοχή της έφεσής του, δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα έγγραφα, που ο ίδιος επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα, ως αποδεικτικά μέσα, προς απόδειξη του αγωγικού του αιτήματος, της αναγνώρισης της ακυρότητας της, από 24-1-2014, καταγγελίας, εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, της μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, μερικής απασχόλησης, αορίστου χρόνου, ως καταχρηστικής, και, μετά ταύτα, απέρριψε το αίτημα αυτό κατ'ουσίαν, με την αιτιολογία ότι, και υπό την εκδοχή ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας είναι αορίστου χρόνου, η επίδικη καταγγελία δεν είναι καταχρηστική, αλλά έγινε από οικονομοτεχνικούς λόγους, ενώ, εάν (το Εφετείο) είχε λάβει υπόψη τα κρίσιμα αυτά έγγραφα, θα κατέληγε σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα και θα είχε δεχθεί κατ'ουσία την αγωγή του ως προς το άνω αίτημά της.
Όπως προεκτέθηκε, με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά επισκοπήθηκε, το Εφετείο, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος, δικάζοντας επί της αγωγής του, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τα προεκτεθέντα αιτήματα της που ερεύνησε κατ'ουσίαν, μεταξύ των οποίων και το επικαλούμενο στον υπό κρίση λόγο αναίρεσης, της αναγνώρισης της ακυρότητας της από 24-1-2014 καταγγελίας, εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, της ένδικης, επικαλούμενης ως, σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω της καταχρηστικότητάς της, με κύρια και επικουρική αιτιολογία.
Συγκεκριμένα απέρριψε κατ'ουσία (και) το ανωτέρω αγωγικό αίτημα α) λόγω του χαρακτήρα των επιδίκων συμβάσεων ως διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, μερικής απασχόλησης, ορισμένου χρόνου- και όχι μίας αντίστοιχης σύμβασης αορίστου χρόνου-με παύση της τελευταίας τούτων στις 24-1-2014, αυτοδικαίως, με την πάροδο της συμβατικής της διάρκειας (κύρια αιτιολογία) και β) επικουρικά, υπό την εκδοχή ότι οι επίδικες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συνιστούν μία και ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, μερικής απασχόλησης, αορίστου χρόνου, λόγω του κύρους της από 24-1-2014 καταγγελίας της εκ μέρους του εναγομένου (ήδη αναιρεσίβλητου) εργοδότη, ως γενόμενης για οικονομοτεχνικούς λόγους, και όχι κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματός του (επικουρική αιτιολογία).
Από τις ανωτέρω αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής (και) ως προς το ανωτέρω αίτημά της, η κύρια αιτιολογία της στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της για την απόρριψη της αγωγής, (και) κατά το μέρος τούτο, κατ'ουσία. Η αιτιολογία αυτή δεν πλήττεται με τον υπό κρίση λόγο αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ μόνο για την απόρριψη της αγωγής του, ως προς το ανωτέρω αίτημά της, με την προαναφερόμενη επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης.
Έτσι, όμως, εφόσον με τον κρινόμενο λόγο αναίρεσης πλήττεται μόνο η επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμου του εν λόγω αγωγικού αιτήματος και όχι και η μη πληττόμενη, κύρια αιτιολογία της και επειδή η τελευταία στηρίζει αυτοτελώς το πόρισμά της για την ουσιαστική απόρριψή του, ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής και για το λόγο αυτό απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός του (αρθ.176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-7-2021 αίτηση του Χ. Κ. για αναίρεση της με αριθμό 4047/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας εργατικών διαφορών).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ