Supreme Court dismisses appeal where contradictory grounds regarding document distortion are logically incompatible and rejected.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Regional Court of Appeal's decision regarding a medical malpractice case. The appellants submitted contradictory grounds claiming the lower court both ignored and distorted a specific administrative report, which the court found logically incompatible. Consequently, the court ruled that such conflicting arguments must be rejected as inadmissible, leaving no valid grounds for the appeal to be examined.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11) and 20 of the Code of Civil Procedure; Contradictory grounds of appeal claiming a document was both ignored and distorted are logically incompatible and must be rejected as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1995 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1995/2025ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥA1' Πολιτικό ΤμήμαΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη και Στυλιανή Μπλέτα, Αρεοπαγίτες.Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α.
Α., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Ν. Μ. του Χ., για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου του Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ως ασκούντος τη γονική μέριμνα αυτής, 3) Σ. Μ. του Α., 4) Ε. Μ., το γένος Α. Β., 5) Σ. Μ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Διαλυνά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Γεωργιάδη που ανακάλεσε την από 26/3/2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/4/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και τις από 2/4/2014 και 13/10/2015 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις σε πρόσθετη παρέμβαση - παρεμπίπτουσες αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 28/12/2015 ανακοίνωσης δίκης - προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή Νομικού Προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο … και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15961/2018 μη οριστική και 8831/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 126/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/10/2023 αίτησή τους.Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ1. Με την από 16-10-1023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, 126/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού συνεκδίκασε τις με αριθ.
κατ :α) 17904/1986/30-10-2020, β) 19583/2136/17-12-2020, εφέσεις κατά της 8831/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου … , η οποία είχε συνεκδικάσει την από 1-4-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ(Νοσοκομείου), (από αδικοπραξία συνισταμένη στην συγκλίνουσα αμελή συμπεριφορά των ιατρών του εναγομένου ΝΠΙΔ εξαιτίας της οποίας απεβίωσε στις ...-2011 η αναφερόμενη συγγενής τους),με την από 2-4-2014 ανακοίνωση σε δίκη-προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίμπτουσα αγωγή του εναγομένου αναιρεσιβλήτου κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας "ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ" και είχε απορρίψει την άνω αγωγή καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή, απέρριψε την πρώτη έφεση κατά το μέρος που στρέφονταν και κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρίας ως απαράδεκτη και αφού δέχθηκε τυπικά αυτές (εφέσεις),τις απέρριψε κατ' ουσίαν.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).2. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`. 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης αντιστοίχως και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.
Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν ο δράστης, εξαιτίας της παράλειψής του να καταβάλει την επιμέλεια που, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, είτε δεν προέβλεψε την επέλευση αυτού, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των (ιατρικών) υπηρεσιών του.
Την ευθύνη αυτή, ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ. 1), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ.
β`), ότι " ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α`), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα:
α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ.
β`) και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5) . Από τις διατάξεις αυτού του άρθρου συνάγεται ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών (ασθενούς), αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει την τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.
Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ιατρικής ευθύνης απαιτείται παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Αμφότερες οι προϋποθέσεις αυτές (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας ("διπλή λειτουργία της αμέλειας").
Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης, παραβιασθούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή οι εκ του γενικού καθήκοντος πρόνοιας και ασφάλειας απορρέουσες υποχρεώσεις επιμέλειας του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια.
Ενόψει δε της καθιερούμενης νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του.
Αυτός, ανταποδεικτικώς όμως πλέον, μπορεί να αποδείξει και την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 708/2025,ΑΠ 823/2024, ΑΠ 668/2022, ΑΠ 1344/2021, ΑΠ 368/2021, ΑΠ 1111/2020,ΑΠ 693/2020,ΑΠ 1009/2013). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 24 του α.ν. 1565/1939 "Περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, βάσει του άρθρου 47 ΕισΝΑΚ, κατά την οποία ο ιατρός οφείλει να παρέχει με ζήλο, ευσυνειδησία και αφοσίωση την ιατρική του συνδρομή, σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσας πείρας του, τηρώντας τις ισχύουσες διατάξεις για τη διαφύλαξη των ασθενών και προστασία των υγιών, σε συνδυασμό με τα άρθρα 652, 330 και 914 ΑΚ, συνάγεται ότι, ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που έπαθε ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλειά του, ακόμη και ελαφρά, εάν κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωση επιμελείας του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης.
Αντίθετα, δεν φέρει καμία ευθύνη αν ενήργησε κατά τους πιο πάνω κανόνες (lege artis) και, ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεσή του τα ίδια μέσα ένας συνετός και επιμελής ιατρός (ΑΠ 655/2019, ΑΠ 1478/2018, ΑΠ 1598/2017). Ιδιαίτερα λαμβάνεται υπόψη η συνδρομή ειδικότητας στο πρόσωπο του ιατρού, η οποία αποτελεί και το λόγο βαρύτερης ευθύνης του ειδικού (specialiste), αφού η προσφυγή στις υπηρεσίες του, με βαρύτερη οικονομική επιβάρυνση συνήθως του ασθενούς, γίνεται ακριβώς λόγω της ειδικότητάς του αυτής.
Η ιατρική αμέλεια μπορεί να εμφανίζεται, μεταξύ άλλων και υπό τη μορφή: α) της εσφαλμένης, ήτοι πλημμελούς, θεραπευτικής αγωγής (φαρμακευτικής, διαιτητικής, εγχειρητικής κλπ.), της διαδικασίας δηλαδή που αποσκοπεί στην ίαση του ασθενούς, κατά τρόπο παρακάμπτοντα τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, β) της μη παραπομπής του ασθενούς σε ειδικό θάλαμο και της ανάληψης της διεξαγωγής ενός διαγνωστικού ή θεραπευτικού εγχειρήματος χωρίς να υπάρχουν οι απαραίτητες ειδικές γνώσεις και ικανότητες ή τα κατάλληλα διαγνωστικά μέσα ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, οι κατάλληλες επιβαλλόμενες από τους κοινώς παραδεκτούς κανόνες της ιατρικής επιστήμης συνθήκες (χώρου, χρόνου κλπ) για τη διεξαγωγή του ως άνω εγχειρήματος, γ) της μη εκπλήρωσης καθήκοντος ιατρικής μέριμνας και επιμέλειας (ΑΠ 708/2025,ΑΠ 74/2024, ΑΠ 878/2023, ΑΠ 1856/2022).
Κατά δε το άρθρο 2 παρ. 3 εδ. α` του Ν. 3418/2005 "Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας" "το ιατρικό λειτούργημα ασκείται σύμφωνα με τους γενικά αποδεκτούς και ισχύοντες κανόνες της ιατρικής επιστήμης" και κατά το άρθρο 9 παρ. 1 και 3 του αυτού Κώδικα, με το οποίο προβλέπονται οι υποχρεώσεις του ιατρού προς τον ασθενή, "1.
Ο ιατρός δίνει προτεραιότητα στην προστασία της υγείας του ασθενή...3. Ο ιατρός οφείλει να παρέχει τις υπηρεσίες του για την αντιμετώπιση επειγόντων περιστατικών ανεξάρτητα από την ειδικότητα του. Η υποχρέωση αυτή βαρύνει τον ιατρό, ακόμη και όταν δεν υπάρχουν τα κατάλληλα μέσα για την άσκηση της ιατρικής, και ισχύει μέχρι την παραπομπή του ασθενή σε ιατρό κατάλληλης ειδικότητας ή τη μεταφορά του σε κατάλληλη μονάδα παροχής υπηρεσιών φροντίδας και περίθαλψης.
Σε κάθε περίπτωση, ο ιατρός οφείλει να εξαντλήσει τις υπάρχουσες, κάτω από τις δεδομένες συνθήκες, δυνατότητες, σύμφωνα με τις επιταγές της ιατρικής επιστήμης". Η ιδιαίτερη δε, κατά τα άνω, νομική υποχρέωση του ιατρού να αποτρέψει το θανατηφόρο αποτέλεσμα απορρέει και από την εγγυητική θέση αυτού απέναντι στην ασφάλεια της ζωής ή της υγείας του ασθενούς, που δημιουργείται κατά την εκτέλεση της ιατρικής πράξης.
Επομένως, ο ιατρός ενεργεί με αμέλεια, αν από επιπολαιότητα ή άγνοια των πραγμάτων, που όφειλε να γνωρίζει ή από απρονοησία δεν ακολούθησε γενικά παραδεκτές αρχές της ιατρικής επιστήμης ή σύγχρονες μεθόδους και η σχετική επιπολαιότητα, άγνοια ή απρονοησία τον οδήγησαν σε εσφαλμένη διάγνωση ή θεραπευτική αγωγή ή επέμβαση για την αποτροπή προσβολών ή κινδύνων κατά της σωματικής ακεραιότητας, της υγείας ή της ζωής ασθενούς (ΑΠ 1268/2020, ΑΠ 122/2019, ΑΠ 1209/2019).
Εξάλλου από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, προκύπτει ότι για να θεμελιωθεί ευθύνη από πρόστηση, αρκεί μια χαλαρή έστω εξάρτηση και δεν απαιτείται η παροχή ειδικών οδηγιών προς τον προστηθέντα, κάθε φορά, για την άσκηση του έργου του. Έτσι, πρόστηση μπορεί να υπάρχει και σε περίπτωση σύμβασης παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών.
Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, ως προς τον οποίο άλλωστε ο κύριος της υπόθεσης, ελλείψει των σχετικών γνώσεων, δεν είναι σε θέση να τα ελέγξει, αλλά μπορεί και αρκεί (ο έλεγχος) να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων.
Ειδικότερα, στην περίπτωση νοσηλείας ασθενούς από ιατρό σε ιδιωτικό νοσοκομείο ή σε ιδιωτική κλινική ή άλλο ιατρικό κέντρο, αρκεί, για τον χαρακτηρισμό τους ως προστήσαντες, η εκ μέρους τους παροχή γενικών μόνο οδηγιών στον ιατρό ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του τελευταίου. Και τούτο, γιατί η παροχή ειδικών οδηγιών στον ιατρό για τον τρόπο διενέργειας των ιατρικών πράξεων (διαγνωστικών ή θεραπευτικών) δεν είναι δυνατή, αφού, όπως προκύπτει από το προρρηθέν άρθρο 24 ΑΝ 1565/1939, ο ιατρός είναι υποχρεωμένος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να ενεργήσει όχι σύμφωνα με τις τυχόν αυτές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης, ήτοι τα διδάγματα της εν λόγω επιστήμης και την αποκτηθείσα συναφώς ειδική πείρα.
Επομένως, αν από αμελή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του συμπεριφορά του προστηθέντος ιατρού επήλθε ο θάνατος προσώπου νοσηλευόμενου σε ιδιωτικό νοσοκομείο, το προστήσαν τον ιατρό νοσοκομείο ευθύνεται για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν τα μέλη της οικογένειας του θανόντος. Πρόκειται για γνήσια αντικειμενική ευθύνη, δικαιολογητικό λόγο της οποίας αποτελεί το γεγονός ότι ο προστήσας ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, διευρύνοντας το πεδίο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και ως εκ τούτου είναι εύλογο να φέρει την ευθύνη για τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα του προστηθέντος (ΑΠ 823/2024 ΑΠ 418/2018, ΑΠ 687/2013, ΑΠ 181/2011, ΑΠ 1226/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 31/2009, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020).Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 917/2020,ΑΠ 668/2020, ΑΠ 3/2020).3.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναίρεσης, αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα, συνιστάμενες, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ.
β`. 914 και 932 του ΑΚ, 24 του α.ν. 1565/1939 "περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος" και 8 του ν.2251/1994, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 και 3 του ν. 3418/2005 "Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας" , με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι οι προστηθέντες του αναιρεσιβλήτου ιδιωτικού νοσοκομείου, ιατροί, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της θανούσας Π.
Μ., ενήργησαν σύμφωνα με τους θεμελιώδεις αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας και ότι ουδεμία αμέλεια βαρύνει τους τελευταίους για τον θάνατό της, συζύγου, μητέρας, θυγατέρας και αδελφής των αναιρεσειόντων, που έλαβε χώρα στις ...-2011. Από την παραδεκτή, κατ`άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η Π.
Μ. του Σ., σύζυγος του πρώτου ενάγοντος, μητέρα της δεύτερης ενάγουσας, θυγατέρα του τρίτου και της τέταρτης των εναγόντων και αδερφή τού πέμπτου ενάγοντος (αναιρεσειόντων), γεννήθηκε στις ...1978 στη Θεσσαλονίκη. Μετά τις σπουδές της στη Νοσηλευτική άρχισε να εργάζεται στην Ιδιωτική Κλινική "ΓΕΝΕΣΙΣ", στη Θεσσαλονίκη, ως νοσηλεύτρια στο τμήμα Νεογνών.
Το απόγευμα της 6ης Ιανουάριου 2011, δεν αισθανόταν καλά, καθόσον εμφάνισε πονοκέφαλο και πυρετό, ο οποίος όμως υποχώρησε με τη λήψη αντιπυρετικού. Λόγω της κατάστασης αυτής της υγείας της ενημέρωσε τον εργοδότη της, ότι την επομένη δεν θα εργαζόταν λόγω ασθένειας της. Πράγματι, την επομένη ημέρα η ως άνω σύζυγος και συγγενής των εναγόντων δεν μετέβη στην εργασία της.
Ωστόσο, εμφάνισε εκ νέου πυρετό, ο πονοκέφαλος που αισθανόταν από την προηγούμενη ημέρα δεν υποχωρούσε ενώ εμφάνισε και πόνο στον αυχένα. Ανησύχησε για την κατάσταση αυτή της υγείας της και έτσι επισκέφθηκε την ιδιωτική κλινική, στην οποία εργαζόταν και υπεβλήθη με δική της πρωτοβουλία σε ακτινολογικό έλεγχο κόλπων προσώπου (ιγμορείων).
Σύμφωνα με τη γνωμάτευση του ιατρού Τ. Ο. εμφάνιζε: "Θαλερότητα του αριστερού ιγμορείου άντρου με σχηματισμό υδραερικού επιπέδου. Πάχυνση του βλεννογόνου των ηθμοειδών κυψελών". Αμέσως μετά την υποβολή της στον ως άνω ακτινολογικό έλεγχο, επισκέφθηκε συνοδευόμενη από τον πατέρα της, τρίτο ενάγοντα, το ΙΚΑ Τούμπας Θεσσαλονίκης, χωρίς ραντεβού, για τη λήψη αναρρωτικής άδειας.
Επειδή, όμως, την ημέρα εκείνη δεν υπήρχε ιατρός για έκτακτα περιστατικά, απευθύνθηκε στη γενική ιατρό Μ. Β.-Κ., η οποία μόλις είδε την ακτινογραφία, που είχε προηγουμένως πραγματοποιήσει η ασθενής Π. Μ., την παρέπεμψε στον ωτορινολαρυγγολόγο Α. Θ., μη διάδικο στην παρούσα δίκη. Ο τελευταίος, επειδή δεν προλάβαινε να την εξετάσει, καθόσον έξω από το ιατρείο του περίμεναν πολλοί ασθενείς για εξέταση, μέχρι τις 12:10 μ.μ είχε ήδη εξετάσει σαράντα ασθενείς και μέχρι πέρατος του ωραρίου του μπορούσε να εξετάσει μόνον τέσσερεις ακόμη, την παρέπεμψε μαζί με τους υπόλοιπους ασθενείς, που περίμεναν να εξετασθούν, στο εφημερεύον νοσοκομείο.
Μετά από διαμαρτυρία τού τρίτου ενάγοντος -πατέρα της εξετάσθηκε εν τέλει από τον Γ. Ζ., παθολόγο ιατρό του ΙΚΑ Τούμπας Θεσσαλονίκης, που επίσης δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή. Ο τελευταίος είδε την ακτινογραφία, που του επέδειξε η ανωτέρω συγγενής των εναγόντων και ήλεγξε τα σημεία για ιγμορίτιδα (υπερκόγχια και μαστοειδών), καθώς και εάν εμφάνιζε αυχενική δυσκαμψία, σύμπτωμα συνδεόμενο με την μηνιγγίτιδα, καθόσον η ασθενής Π.
Μ. παραπονιόταν, πλην των άλλων (πυρετό και πονοκέφαλο) και για διάχυτες μυαλγίες του αυχένος. Ακολούθως, και εφόσον η ασθενής είχε πλήρη συνείδηση και προσανατολισμό στον χώρο, χρόνο, εαυτό και ήταν περιπατητική, ο δε έλεγχος για μηνιγγίτιδα απέβη αρνητικός, ο ιατρός Γ. Ζ. συζήτησε το περιστατικό με τον ωτορινολαρυγγολόγο Α.
Θ., ως ειδικό και κατέληξε ότι έπασχε από ιγμορίτιδα, για την αντιμετώπιση της οποίας της χορήγησε φαρμακευτική αγωγή, η οποία περιελάμβανε αντιβίωση (μακρολίδη), αντιφλεγμονώδη φάρμακα και αποσυμφορητικό ρινός, ήτοι Fenoclof 75 mg, Zinfect 600 Ν8 και Dexarhinaspray, ενώ της χορήγησε και αναρρωτική άδεια τριών ημερών, ήτοι από 7-1-2011 έως 9-1-2011.
Η Π. Μ. επέστρεψε στην οικία της και άρχισε αμέσως τη φαρμακευτική αγωγή που της χορηγήθηκε. Ο πυρετός της υποχώρησε, ωστόσο ο πονοκέφαλος συνεχιζόταν, ενώ άρχισε να κάνει και εμέτους. Η κατάστασή της έβαινε συνεχώς επιδεινούμενη, γι' αυτό και ο σύζυγός της, τις πρώτες πρωινές ώρες της επόμενης ημέρας (...-2011) κάλεσε το ΕΚΑΒ και έτσι διακομίσθηκε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) του εναγόμενου νοσοκομείου, το οποίο εφημέρευε εκείνη την ημέρα για νευρολογικά περιστατικά.
Μόλις, έφθασε στο εναγόμενο νοσοκομείο ο υπεύθυνος για τη διαλογή (triage) των ασθενών νοσηλευτής, Β. Μ., αφού πήρε τα ζωτικά της σημεία, κατέγραψε στις 5.14 π.μ στο έντυπο διαλογής "έντονη κεφαλαλγία, διαβάθμιση τρία σε κλίμακα 1-5, ήτοι περιστατικό μέτριας βαρύτητας, το οποίο έπρεπε να εισαχθεί και να εξετασθεί, σφύξεις 80/λεπτό και κορεσμό οξυγόνου 98 %.
Ακολούθως και περί τις 5.40 η ασθενής Π. Μ. εξετάσθηκε, όπως συνηθίζονταν στα περιστατικά, που διακομίζονταν στα ΤΕΠ του νοσοκομείου σε περίπτωση εφημερίας, από τον ειδικευόμενο ιατρό, Δ. Κ., ο οποίος, κατά τη νευρολογική της εξέταση στο ΤΕΠ διαπίστωσε, ότι δεν ήταν προσανατολισμένη σε χώρο, χρόνο και εαυτό, είχε αυχενική δυσκαμψία, με θετικά και τα δύο μηνιγγικά σημεία (Kerning και Brudzinski), χωρίς να διαπιστώσει κάποια άλλα εστιακά σημεία.
Επιπλέον, πληροφορήθηκε από το σύζυγό της (πρώτο ενάγοντα) ότι ελάμβανε αντιβίωση για ιγμορίτιδα. Αμέσως, ζήτησε να γίνουν, αξονική τομογραφία εγκεφάλου, ακτινογραφία θώρακος, γενική αίματος, βιοχημικός έλεγχος και έλεγχος της πήξης του αίματος, καθώς και οσφυονωτιαία παρακέντηση (ΟΝΠ), ενώ ενημέρωσε και τον ειδικό εφημερεύοντα νευρολόγο ιατρό, Α.
Τ. (Επιμελητή Β'), ο οποίος συμφώνησε με τη διενέργεια των παραπάνω εξετάσεων. Στη συνέχεια, η Π. Μ. μεταφέρθηκε στον Θάλαμο Βραχείας Νοσηλείας (ΘΒΝ), καθόσον ο θεράπων ειδικός ιατρός Α. Τ. έκρινε ότι τα προαναφερόμενα ευρήματα (μη προσανατολισμός σε χώρο, χρόνο και εαυτό, αυχενική δυσκαμψία, με θετικά και τα δύο μηνιγγικά σημεία) μαρτυρούσαν πιθανή μηνιγγίτιδα (βακτηριακή ή ιογενή), ή εγκεφαλίτιδα, αλλά και υπαραχνοειδή αιμορραγία και θρόμβωση φλεβωδών κόλπων εγκεφάλου, ενόψει του ότι ήταν απύρετη....
Ακολούθησε η υποβολή της σε αιματολογικές και βιοχημικές εξετάσεις, καθώς και σε έλεγχο της πήξης του αίματος, ήτοι σε έλεγχο του INR, ήτοι του εργαστηριακού αιματολογικού ευρήματος, σχετικό με τη λειτουργία του πηκτικού μηχανισμού. Η ακτινογραφία θώρακος δεν έγινε, λόγω μη συνεργασίας της ασθενούς. Τα αποτελέσματα των αιματολογικών - βιοχημικών εξετάσεων εκδόθηκαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα (στις 6:11 π.μ τα αποτελέσματα των αιματολογικών και στις 6:21 π.μ τα αποτελέσματα των βιοχημικών εξετάσεων, ενώ τα αποτελέσματα για την πήξη του αίματος εκδόθηκαν στις 6:58 π.μ).
Από τις ανωτέρω εξετάσεις προέκυπτε ότι η ασθενής εμφάνιζε αυξημένα λευκά αιμοσφαίρια (37,73K/ml με τιμή αναφοράς 4,2 - 10,5K/ml), αυξημένα ουδετερόφιλα (95% με τιμή αναφοράς 35,84%), αυξημένο σάκχαρο (237mg/dl με τιμή αναφοράς 75-115) και αυξημένο INR1.54. Η αξονική τομογραφία εγκεφάλου ξεκίνησε στις 6:14 π.μ, και ολοκληρώθηκε στις 6:18.
Σύμφωνα με το πόρισμα της εξέτασης αυτής, η ασθενής Π. Μ. εμφάνιζε μερική κατάληψη αριστερού ιγμορείου και ηθμοειδών κυψελών. Η ανωτέρω ασθενής παρέμεινε στο ΘΒΝ περίπου μέχρι τις 7:00 π.μ. Κατά την παραμονή της στον θάλαμο αυτό της χορηγήθηκε για την κεφαλαλγία, ενδοφλεβίως dynastat μαζί με γαστροπροστασία, με τη σύμφωνη γνώμη του ειδικού ιατρού Α.
Τ., ο οποίος σημειωτέον περί τις 6:45- 7:00 π.μ την εξέτασε και ο ίδιος διαπιστώνοντας ότι ήταν απύρετη, αποπροσανατολισμένη σε χώρο, χρόνο και στοιχεία ταυτότητας, με συγχυτικό λόγο, ανταποκρινόμενη στα παραγγέλματα για άνοιγμα των οφθαλμών και κίνηση των άκρων, με κλίμακα γλασκώβης (μέτρηση της αντίδρασης στα παραγγέλματα) 13, κόρες ισομεγέθεις και αντιδρώσες, ενώ εμφάνιζε δυσκαμψία αυχένα και τα σημεία Kerning και Brudzinski θετικά.
Κατόπιν τούτων, και εφόσον με βάση τα μέχρι τότε αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων και το πόρισμα της διενεργηθείσας αξονικής τομογραφίας απομακρύνθηκε το ενδεχόμενο, η κατάσταση της ασθενούς να οφείλεται σε υπαραχνοειδή αιμορραγία ή σε θρόμβωση φλεβωδών κόλπων, αποφασίσθηκε η εισαγωγή της στη Νευρολογική Κλινική του εναγόμενου νοσοκομείου σε μονόκλινο θάλαμο για έναρξη αντιβιωτικής αγωγής λόγω της ισχυρής πλέον υποψίας μηνιγγίτιδας και αμέσως μετά, ήτοι περί τις 8:00 π.μ, της χορηγήθηκαν ενδοφλεβίως αντιβίωση (ampRocephin 2gr, 2x1), αντιική θεραπεία (ampZovirax 500 mg) και κορτικοστεροειδές (lampDexaton).
Ωστόσο, για να ολοκληρωθεί η διαφορική διάγνωση μεταξύ βακτηριακής μηνιγγίτιδας και ιογενούς μηνιγγίτιδας ή εγκεφαλίτιδας, ο Α. Τ. έκρινε επιβεβλημένητη διενέργεια της οσφυονωτιαίας παρακέντησης (ΟΝΠ), για την οποία ενημερώθηκε και συναίνεσε εγγράφως ο σύζυγος της ασθενούς. Η εξέταση όμως αυτή δεν μπορούσε να γίνει άμεσα διότι ο INR της ασθενούς ήταν 1,54, ενώ το όριο μιας ασφαλούς παρακέντησης, σύμφωνα με τα διεθνή βιβλιογραφικά δεδομένα, προκειμένου να μην υπάρχουν επιπλοκές αιμορραγίας στο χώρο του νωτιαίου μυελού, που θα ήταν καταστροφικές για την ασθενή, ήταν η τιμή INR<1,50.
Ακολούθησε νέος έλεγχος της πήξης του αίματος στις 7:58 και μόλις στις 8:36 βγήκε το αποτέλεσμα της εξέτασης αυτής, σύμφωνα με το οποίο ο INR ήταν 1,47, η ασθενής Π. Μ. στις 10:07 υποβλήθηκε σε οσφυονωτιαία παρακέντηση (ΟΝΠ). Η παρακέντηση αυτή διενεργήθηκε από τον ειδικό ιατρό Α. Τ., με βοηθό τον ειδικευόμενο ιατρό, Δ.
Κ. παρουσία και του συζύγου της ασθενούς - πρώτου ενάγοντος, τα δε αποτελέσματά της στις 10:23 π.μ επιβεβαίωσαν τη διάγνωση της οξείας μικροβιακής μηνιγγίτιδας, καθόσον το εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) ήταν θολερό με κύτταρα 6.800ml, με τιμές αναφοράς 0-5, πολυμορφοπύρηνα 95%, γλυκόζη 1 mg/dlKai λευκώματα 758mg/dl με τιμές αναφοράς 15-45 mg/dl.
Σημειωτέον, ότι η καλλιέργεια του ΕΝΥ και η ταυτοποίηση μικροβίων (ώρα δείγματος 11:09 π.μ, ώρα αποτελέσματος 19:52 μ.μ) έδειξαν ότι το αίτιο της μηνιγγίτιδας της Π. Μ. ήταν το μικρόβιο streptococcuspneunomoniae. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η ασθενής Π. Μ. καθ' όλη τη διάρκεια της παραμονής της στη Νευρολογική Κλινική του εναγομένου και μέχρι την υποβολή της σε ΟΝΠ ήταν συγχυτικο-διεγερτική και έβγαζε τον ορό, γι αυτό απαιτήθηκε καθήλωση των άνω άκρων της.
Μετά τη διενέργεια της οσφυονωτιαίας παρακέντησης ( ΟΝΠ) ήταν σταθερή, χωρίς να εμφανίζει εστιακή νευρολογική σημειολογία και διαταραχές στην αναπνοή της, ήταν αιμοδυναμική σταθερή, δίχως μεταβολές, ήσυχη, με τα μάτια κλειστά και υπνηλική. Η Κλίμακα Γλασκώβης ήταν σταθερή και υψηλή (12-13), γι αυτό δεν τέθηκε ζήτημα εισαγωγής της σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ).Οι θεράποντες ιατροί απέδωσαν τη μεταβολή της αυτή στην έλλειψη ερεθισμάτων, που της προκαλούσαν διέγερση, όπως η αιμοληψία, η τοποθέτηση ορού κλπ.
Ο ειδικευόμενος ιατρός Δ. Κ., στις 11:34 π.μ, μετά από εντολή του ειδικού ιατρού Α. Τ. επικοινώνησε με το Νοσοκομείο Ειδικών Παθήσεων Θεσσαλονίκης, μίλησε με τον εφημερεύοντα παθολόγο, Ε. Χ. και αφού τον ενημέρωσε για την ασθενή, ζήτησε να γίνει εισαγωγή της στο ανωτέρω νοσοκομείο, το οποίο ήταν εξειδικευμένο στη νοσηλεία τέτοιων περιστατικών.
Εν τω μεταξύ ο ειδικός ιατρός Α. Τ., ο οποίος είχε την ιατρική ευθύνη της ασθενούς Π. Μ. από την άφιξή της στο εναγόμενο Νοσοκομείο μέχρι τις 11:00 π.μ (χρόνος πέρατος της εφημερίας του),ενημέρωσε τον νευρολόγο ιατρό Ξ. Φ., κατά την αλλαγή της βάρδιας στην εφημερία περί τις 11.15 π.μ για την κατάσταση της ανωτέρω ασθενούς και για τις ενέργειες, που είχαν γίνει έως τότε.
Ο Ξ. Φ., μετά την ενημέρωση που είχε από τον Α. Τ., εξέτασε την ασθενή Π. Μ. και διαπίστωσε ότι ήταν αιμοδυναμικά σταθερή, είχε 38 πυρετό και αυχενική δυσκαμψία, ενώ το επίπεδο Γλασκώβης αυτής ήταν 12. Αμέσως μετά, ειδοποίησε τον ειδικευόμενο στρατιωτικό ιατρό, Θ. Μ., που ήταν πιστοποιημένος στις διακομιδές ιατρός, να συνοδεύσει την ασθενή κατά τη διακομιδή της στο Νοσοκομείο Ειδικών Παθήσεων Θεσσαλονίκης.
Επίσης, ο ίδιος (Ξ. Φ.) εξέτασε την ασθενή μία ακόμη φορά στο φορείο, πριν τη διακομιδή της, όπου διαπίστωσε τα ίδια προαναφερόμενα συμπτώματα και την παρέδωσε στον ιατρό Θ. Μ., που έφερε μαζί του, εκτός από τα απαραίτητα έγγραφα, και δείγμα εγκεφαλονωτιαίου υγρού, για να ταυτοποιηθεί ο παθογόνος μικροοργανισμός στα εξειδικευμένα εργαστήρια του Νοσοκομείου Ειδικών Παθήσεων Θεσσαλονίκης.
Το ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ παρέλαβε την ασθενή και αναχώρησε από το εναγόμενο νοσοκομείο, περί ώρα 12.37 μ.μ μαζί με τον σύζυγό της, συνοδεία και του προαναφερόμενου ειδικευόμενου στρατιωτικού ιατρού, Θ. Μ., ο οποίος σε όλη τη διάρκεια της διακομιδής (διάρκειας 15 περίπου λεπτών) παρακολουθούσε την ασθενή, η κατάσταση της οποίας ήταν σταθερή, είχε σφυγμό, αλλά και συνείδηση...Κατά την άφιξή τους στο Νοσοκομείο Ειδικών Παθήσεων Θεσσαλονίκης, ο προαναφερόμενος ιατρός τη συνόδευσε μέχρι τον θάλαμο νοσηλείας, όπου μεταφέρθηκε από διασώστες του ΕΚΑΒ και δύο νοσηλεύτριες του παραπάνω νοσοκομείου και στη συνέχεια αναζήτησε τους εφημερεύοντες ιατρούς για να τους ενημερώσει για την κατάσταση της ασθενούς και να τους παραδώσει το δείγμα, που έφερε μαζί του.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της ενημέρωσης αυτής η ασθενής σταμάτησε να αναπνέει. Αμέσως κλήθηκαν τόσον ο ιατρός Θ. Μ., όσον και οι εφημερεύοντες ιατροί, οι οποίοι έσπευσαν στο θάλαμο νοσηλείας, όπου βρισκόταν η ασθενής Π. Μ. Ακολούθησαν πολλές προσπάθειες καρδιοαναπνευστικής αναζωογόνησης, αυτόματης εξωτερικής απινίδωσης και διασωλήνωσης της ασθενούς από το προσωπικό της Παθολογικής Κλινικής..., χωρίς αποτέλεσμα, ενώ η κινητή μονάδα του ΕΚΑΒ που κλήθηκε, επειδή το νοσοκομείο δεν διέθετε αναισθησιολόγο, διαπίστωσε στις 13.30 τον θάνατό της.
Οι συγγενείς της Π. Μ. ενημερώθηκαν για το θάνατό της από τον ιατρό του Ε. Χ., παρουσία του ιατρού Θ. Μ. Ο Ε. Χ. δήλωσε στους ανωτέρω ότι ο θάνατος της συγγενούς τους επήλθε κατά τη διακομιδή και ότι δεν μπορούσε να τους χορηγήσει πιστοποιητικό θανάτου, γιατί δεν είχε πραγματοποιηθεί τυπικά η εισαγωγή της θανούσας συγγενούς τους στην κλινική του, ενώ τους ενημέρωσε ότι είχαν δικαίωμα να ζητήσουν την ιατροδικαστική εξέταση, τη διενέργεια της οποίας αρνήθηκε ο σύζυγός της Ν.
Μ..... Περί τις 14.40 μ.μ της ίδιας ημέρας (...-2011), οι συγγενείς της θανούσας ζήτησαν ενημέρωση από τον ειδικό ιατρό του εναγομένου νοσοκομείου Ξ. Φ., ο οποίος τους εξήγησε την αιτία θανάτου και εφόσον αρνήθηκαν την ιατροδικαστική εξέταση της ασθενούς συγγενούς τους, συνέταξε και υπέγραψε το πιστοποιητικό θανάτου, στο οποίο ως αιτία θανάτου αναφέρεται η καρδιοαναπνευστική ανακοπή-οξεία μικροβιακή μηνιγγίτιδα.
Το πιστοποιητικό αυτό παρελήφθη από τους συγγενείς της θανούσας το απόγευμα της ίδιας ημέρας, μόλις προσκόμισαν το δελτίο αστυνομικής της ταυτότητας. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι για τον θάνατο της ασθενούς Π. Μ. καμία αμέλεια δεν βαρύνει τους νευρολόγους ειδικούς ιατρούς Α.
Τ. και Ξ. Φ., τους οποίους το εναγόμενο Νοσοκομείο είχε προστήσει για να διενεργούν ιατρικές πράξεις στις εγκαταστάσεις του, παρέχοντάς τους γενικές οδηγίες, ως προς τον τρόπο και χρόνο της παροχής των υπηρεσιών τους, αφού αυτοί ενήργησαν επιμελώς και σύμφωνα με τους γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες της ιατρικήςεπιστήμης και όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις έχοντας στη διάθεσή του τα ίδια μέσα ένας συνετός και επιμελής ιατρός.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το με αριθμό πρωτ. ...-2007 έγγραφο του Τμήματος Επιδημιολογίας Νοσημάτων του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με θέμα "Μικροβιακή Μηνιγγίτιδα" το οποίο απευθύνεται προς όλες τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, Διευθύνσεις Υγείας και Δημόσιας Υγιεινής και Διευθύνσεις Υγείας, Πρόνοιας - Υγειονομικές περιφέρειες της χώρας με την παράκληση να ενημερωθούν τα νοσοκομεία, Κέντρα Υγείας και ΙΑΚ της αρμοδιότητας τους "Έφιστάται η προσοχή στην αναζήτηση των πρώιμων συμπτωμάτων και σημείων μηνιγγίτιδας (κεφαλαλγία, υψηλός πυρετός, αυχενική δυσκαμψία, εμετοί, λήθαργος) προκειμένου να τεθεί έγκαιρα η διάγνωση και να αρχίσει η ενδεδειγμένη θεραπεία.
Η μείωση της θνητότητας της μικροβιακής, και ειδικότερα της μηνιγγιτιδοκοκκικής μηνιγγίτιδας βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στην έγκαιρη διάγνωση και έναρξη κατάλληλης θεραπείας. Σε κλινική υποψία μηνιγγίτιδας εάν σε 30 λεπτά δεν υπάρχει δυνατότητα λήψης δειγμάτων Εγκεφαλονωτιαίου Υγρού (ΕΝΥ) και αίματος για καλλιέργεια και εργαστηριακή τεκμηρίωση της διάγνωσης, επιβάλλεται η άμεση έναρξη της θεραπείας.
Προτεραιότητα στην αντιμετώπιση έχει η άμεση έναρξη θεραπευτικής αγωγής και όχι η μεταφορά σε τριτοβάθμιο Κέντρο. Η θεραπεία της μικροβιακής μηνιγγίτιδας μπορεί να ολοκληρωθεί στο Νομαρχιακό Νοσοκομείο. Το περιστατικό διακομίζεται μόνο, όταν η κλινική κατάσταση του ασθενούς επιβάλλει νοσηλεία σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και το Νοσοκομείο στερείται Μονάδος.
Ο χαρακτηρισμός του μικροοργανισμού και της οροομάδας/ οροτύπου του, που ευθύνεται για τη μηνιγγίτιδα (μηνιγγιτιδόκοκκος, πνευμονόκοκκος, αιμόφιλος κτλ.) έχει μεγάλη σημασία από επιδημιολογική άποψη και συμβάλλει καθοριστικά στη λήψη αποτελεσματικών μέτρων Δημόσιας Υγείας για τον έλεγχο και την πρόληψη των λοιμώξεων αυτών.
Για τον λόγο αυτό είναι σημαντική ηλήψη δειγμάτων ΕΝΥ και αίματος για καλλιέργεια, πριν την έναρξη της αγωγής με αντιβιοτικά, εάν υπάρχουν οι κατάλληλες υποδομές". Επίσης, σύμφωνα με τις συνημμένες στο ανωτέρω έγγραφο οδηγίες, η κατεπείγουσα έναρξη της εμπειρικής θεραπευτικής αγωγής επαφίεται στην άποψη του θεράποντα ιατρού, σύμφωνα με τα κλινικά και εργαστηριακά στοιχεία, καθώς και με τα διεθνή βιβλιογραφικά δεδομένα.Στην προκειμένη περίπτωση, η ανωτέρω συγγενής των εναγόντων αμέσως μετά τη διακομιδή της στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) του εναγομένου εξετάσθηκε από τον ειδικευόμενο νευρολόγο Δ.
Κ., ο οποίος αφού προχώρησε στην προσεκτική λήψη του ιστορικού της και σε νευρολογική εξέτασή της, ενημέρωσε, για το περιστατικό και για τις εξετάσεις στις οποίες θα υποβαλλόταν άμεσα η ασθενής, τον Α. Τ. ειδικό νευρολόγο που εφημέρευε, ο οποίος συμφώνησε για τη μέχρι τότε αντιμετώπισή της, καθόσον το σύνολο των συμπτωμάτων της (κεφαλαλγία και σύγχυση, δυσκαμψία στον αυχένα και απύρετο) έθεταν στη διαφορική διάγνωση τόσον την υπαραχνοειδή αιμορραγία και τη θρόμβωση των φλεβωδών κόλπων, όσο και τη μηνιγγίτιδα και εγκεφαλίτιδα.
Ο ανωτέρω ειδικευόμενος ιατρός ήταν συνεχώς δίπλα στην ασθενή, τη συνόδευσε στον αξονικό τομογράφο και την παρακολουθούσε μέχρι την αναχώρησή της από τη Νευρολογική Κλινική, εκτελώντας τις εντολές του ειδικού ιατρού Α. Τ., τον οποίο και ενημέρωνε διαρκώς για όλες τις ενέργειες του και για την κατάσταση της ασθενούς και λάμβανε κατευθύνσεις και οδηγίες από αυτόν.
Ο Α. Τ. εξέτασε την ασθενή Π. Μ. και ο ίδιος, μετά την υποβολή της στην αξονική τομογραφία και έδωσε εντολή για την εισαγωγή της στη Νευρολογική Κλινική και την άμεση έναρξη αντιμικροβιακής και αντιϊκής θεραπείας, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας των Νευρολογικών Κοινοτήτων [EuropeanFederationofNeurologicalSocieties, EFNSJ, εφόσον στη διαφορική διάγνωση είχε τεθεί και η μηνιγγίτιδα και ήταν αδύνατον να γίνει άμεσα η οσφυονωτιαία παρακέντηση (ΟΝΠ) λόγω της ύπαρξης αυξημένου INR.
Η αντιμικροβιακή και αντιιϊκή θεραπεία χορηγήθηκε στην ασθενή Π. Μ., αμέσως μόλις βγήκαν τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων, οι οποίες κατέδειξαν λευκοκυττάρωση με πολυμορφοπυρήνωση και το πόρισμα της αξονικής τομογραφίας, με το οποίο αποκλείσθηκε η υπαραχνοειδής αιμορραγία και η θρόμβωση των φλεβωδών κόλπων και σε χρόνο μικρότερο των τριών ωρών από την εισαγωγή της στο εναγόμενο νοσοκομείο ,ήταν δε η ενδεδεγμένη....
Σημειωτέον ότι η ασθενής Π. Μ. ήδη ελάμβανε από 18ώρου ισχυρή αντιβίωση (φαρμακευπκό σκεύασμα Zinfect), η μη χορήγηση δε σ' αυτή και της προαναφερόμενης φαρμακευτικής αγωγής αμέσως μετά την είσοδό της στο εναγόμενο νοσοκομείο οφείλονταν στο γεγονός ότι από τους θεράποντες ιατρούς κρίθηκε αναγκαία η προηγούμενη υποβολή της σε διαγνωστικές εξετάσεις (αιματολογικές εξετάσεις, ακτινογραφία θώρακος, αξονική τομογραφία), καθόσον εξ αρχής στη διαφορική διάγνωση είχε τεθεί και η ύπαρξη υπαραχνοειδούς αιμορραγίας, η περιττή δε χορήγηση αντιβίωσης σε περίπτωση τέτοιας πάθησης ενέχει τον κίνδυνο αλλεργικού σοκ ή άλλων σοβαρών ή και μοιραίων ανεπιθύμητων ενεργειών.
Πέραν τούτου, η μη χορήγηση της φαρμακευτικής αυτής αγωγής εντός 30 λεπτών από την άφιξη της ασθενούς Π. Μ. στο Νοσοκομείο δεν συνδέεται αιτιωδώς με τον επελθόντα στη συνέχεια θάνατό της....Οι ιατροί δηλαδή του εναγόμενου νοσοκομείου σε σχέση με την ιατρική αντιμετώπιση της ασθενούς Π. Μ. ενήργησαν σύμφωνα με όσα όριζε η προαναφερθείσα οδηγία του Τμήματος Επιδημιολογίας Νοσημάτων του Υ.Υ.Κ.Α για την επείγουσα έναρξη της θεραπευτικής αντιμετώπισης της μικροβιακής μηνιγγίτιδας, εντός νοσηλευτικού ιδρύματος, ήτοι προχώρησαν στην έναρξη της εμπειρικής θεραπευτικής αγωγής σύμφωνα με τα κλινικά και εργαστηριακά στοιχεία και με τα διεθνή βιβλιογραφικά δεδομένα.Επίσης, σύμφωνα και πάλι με τα βιβλιογραφικά δεδομένα προχώρησαν στην διενέργεια οσφυονωτιαίας παρακέντησης (ΟΝΠ) εντός 2-3 ωρών από τη χορήγηση της αντιβίωσης, έτσι ώστε να μην μεταβληθούν τα χαρακτηριστικά του εγκεφανονωτιαίου υγρού από την αντιβίωση και να μην επηρεασθεί η απομόνωση του παθογόνου μικροοργανισμού.
Περαιτέρω,η διακομιδή της ασθενούς συγγενούς των εναγόντων στο Νοσοκομείο Ειδικών Παθήσεων Θεσσαλονίκης αποφασίσθηκε από τους θεράποντες ιατρούς Α. Τ. και Ξ. Φ., καθόσον ήταν αναγκαία η αντιμετώπισή της από εξειδικευμένους και πεπειραμένους στη μικροβιακή μηνιγγίτιδα ιατρούς, οι οποίοι θα της παρείχαν εξειδικευμένη θεραπευτική αγωγή.
Η διακομιδή ασθενών που εμφάνιζαν μικροβιακή μηνιγγίτιδα στο Νοσοκομείο Ειδικών Παθήσεων Θεσσαλονίκης αποτελούσε τη συνήθη πρακτική όλων των νοσοκομείων της Βόρειας Ελλάδας και άλλων περιοχών της χώρας, αφού εκεί μεταφέρονταν όλα τα περιστατικά μικροβιακής μηνιγγίτιδας μέχρι το έτος 2013 (οπότε διακόπηκε η λειτουργία του ανωτέρω νοσοκομείου), για τα οποία δεν απαιτούνταν η εισαγωγή του ασθενούς σε ΜΕΘ, καθόσον το ανωτέρω νοσοκομείο δεν διέθετε ΜΕΘ, η ασθενής δε Π.
Μ. κατά το χρόνο που αποφασίσθηκε η διακομιδή της στο ανωτέρω νοσοκομείο δεν εμφάνιζε κριτήρια εισαγωγής σε ΜΕΘ, όπως εκτεταμένο εξάνθημα, "Κλίμακα Γλασκώβης" μικρότερη ή ίση του 8, εστιακά νευρολογικά σημεία, αυξημένες αναπνοές, χαμηλή πίεση, αιμοδυναμική αστάθεια και statusepilepticus. Αντίθετα, ήταν αιμοδυναμικά σταθερή, είχε καλή αρτηριακή πίεση, καλές σφύξεις και αναπνοές, καλό κορεσμό οξυγόνου και κλίμακα Γλασκώβης τουλάχιστον δέκα και επομένως, η διακομιδή της μπορούσε να γίνει ασφαλώς και θα απέβαινε προς όφελός της, εφόσον το λοιμώδες νόσημα, από το οποίο έπασχε, στο ανωτέρω νοσοκομείο θα είχε την καλύτερη αντιμετώπιση.
Επίσης, δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του θανάτου της Π. Μ. και της διακομιδής της στο Νοσοκομείο Ειδικών Παθήσεων Θεσσαλονίκης, ή της έλλειψης ΜΕΘ στο ανωτέρω νοσοκομείο, εφόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι εάν συνέχιζε τη νοσηλεία της στο εναγόμενο νοσοκομείο θα αποφεύγονταν ο θάνατός της, ο οποίος, όπως αποδείχθηκε, ήταν αιφνίδιος και προκλήθηκε από καρδιοαναπνευστική ανακοπή, που είναι μία επιπλοκή της (μικροβιακής) μηνιγγίτιδας, η οποία αποτελεί μία σοβαρή νόσο με ποσοστό θνητότητας στους ενήλικες μέχρι 30%.Σε αντίθετη κρίση ως προς το ανωτέρω ζήτημα δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο από το με ημερομηνία 10-3-2010 πόρισμα της ένορκης διοικητικής εξέτασης, που διενήργησαν ο Α.
Ζ., Καρδιολόγος και η Ι. Ρ., Παθολόγος, Επιθεωρητές του Υγειονομικού Φαρμακευτικού Τομέα ΣΕΥΠΕ (Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας), δυνάμει του οποίου κρίθηκαν πειθαρχικώς ελεγκτέοι πλην των άλλων ιατρών (Α. Θ. και Γ. Ζ.) και οι Α. Τ. και Ξ. Φ., διότι αποφάσισαν τη διακομιδή της ασθενούς Π. Μ. σε άλλο Νοσοκομείο, το οποίο δεν διέθετε ΜΕΘ, επιπλέον δε ο πρώτος εξ αυτών, διότι δεν συμμορφώθηκε στην υπ' αριθ.
πρωτ. ...-2007 οδηγία του Τμήματος Επιδημιολογίας Νοσημάτων του Υ.Υ.Κ.Α και δεν επιμελήθηκε να χορηγηθεί στην ανωτέρω ασθενή αντιβιοτική αγωγή εντός 30 λεπτών από την άφιξή της στο Νοσοκομείο και τούτο διότι, πέραν του ότι η προαναφερόμενη οδηγία ουδέποτε κοινοποιήθηκε στους ιατρούς της Νευρολογικής Κλινικής του εναγόμενου Νοσοκομείου, οι συντάξαντες το ανωτέρω πόρισμα δεν συνδέουν τα αποδιδόμενα στους προαναφερόμενους ιατρούς του εναγόμενου Νοσοκομείου παραπτώματα με το θάνατο της ασθενούς Π.
Μ. Αντίθετα, δέχονται ότι ο θάνατος της ως άνω συγγενούς των εναγόντων επήλθε τη στιγμή της τοποθέτησής της επί της κλίνης του Νοσοκομείου Ειδικών Παθήσεων Θεσσαλονίκης και χαρακτηρίζουν το θάνατο της αιφνίδιο, μη αναμενόμενο, διότι δεν υπήρχαν πρόδρομα σημεία επιδείνωσης της κατάστασής της, συνδεόμενα με μικροβιακή μηνιγγίτιδα.
Σημειωτέον ότι οι προαναφερόμενοι δύο ιατροί του εναγόμενου Νοσοκομείου απαλλάχθηκαν από την ασκηθείσα σε βάρος τους πειθαρχική δίωξη, καθόσον κρίθηκε, ως προς τον πρώτο, ότι δεν υπήρξε κάποιο ιατρικό λάθος ή αμέλεια κατά την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, που να συνέβαλαν στο θάνατο της ασθενούς Π.
Μ. ...και ως προς τον δεύτερο, ότι δεν υπήρξε πλημμελής άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων...Επίσης, με την υπ' αριθμ. 6924, 7379, 8342, 8902/2017 απόφαση του Γ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, οι προαναφερόμενοι ειδικοί ιατροί νευρολόγοι, ήτοι ο Α. Τ. και ο Ξ. Φ., κηρύχθηκαν αθώοι της αποδοθείσας σ' αυτούς πράξης της ανθρωποκτονίας από συγκλίνουσα αμέλεια, καθόσον έγινε δεκτό ότι ενήργησαν ως μέσοι συνετοί ιατροί και σύμφωνα με τους κανόνες και τις γενικές αρχές της ιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας, προέβησαν δε στην παροχή της ενδεδειγμένης και απολύτως αναγκαίας ιατρικής φροντίδας στην ασθενή Π.
Μ. ως όφειλαν, μπορούσαν και ήταν υποχρεωμένοι να πράξουν χωρίς καμία παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης και ότι δεν υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς τους και του θανάτου της ως άνω συγγενούς των εναγόντων.... Με βάση λοιπόν τα αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά οι προστηθέντες του εναγομένου νοσοκομείου ιατροί ενήργησαν στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τους θεμελιώδεις αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης (lege artis), αφού προέβησαν στην παροχή της ενδεδειγμένης και απολύτως αναγκαίας ιατρικής φροντίδας στην ασθενή Π.
Μ., όπως όφειλαν, μπορούσαν και ήταν υποχρεωμένοι να πράξουν, χωρίς παράβαση των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, επιπλέον κατέβαλαν την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση, προσοχή και επιμέλεια,την οποία κάθε μετρίως συνετός ιατρός θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλει,κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις,με βάση τους νομικούς κανόνες και τη κοινή,κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων,πείρα και λογική και επομένως δεν υπάρχει ευθύνη αυτών(προστηθέντων του εναγομένου) για αμέλεια και κατ'επέκταση δεν υπάρχει και γνήσια αντικειμενική ευθύνη του εναγομένου ως προστήσαντος τους ανωτέρω ιατρούς στις ιατρικές υπηρεσίες τους προς την θανούσα Π.
Μ.....". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β`. 914 και 932 του ΑΚ, 24 του α.ν. 1565/1939, 8 του ν. 2251/1994, 9 παρ. 1 και 3 του ν. 3418/2005, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα από το δικαστήριο δεκτά γενόμενα,ουδεμία αμέλεια βαρύνει τους προστηθέντες του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου ιδιωτικού νοσοκομείου ιατρούς κατά την άσκηση των ιατρικών τους καθηκόντων, και κατ'επέκταση δεν υπάρχει και γνήσια αντικειμενική ευθύνη του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου ως προστήσαντος τους ανωτέρω ιατρούς στις ιατρικές υπηρεσίες τους προς την θανούσα Π.
Μ., διότι αυτοί ενήργησαν σύμφωνα με τους θεμελιώδεις αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, αφού κατέβαλαν την επιβαλλόμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία κάθε συνετός και ευσυνείδητος ιατρός θα κατέβαλε κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις και έχοντας στη διάθεσή του τα ίδια μέσα.Συγκεκριμένα οι ιατροί του εναγόμενου-αναιρεσιβλήτου νοσοκομείου, σε σχέση με την ιατρική αντιμετώπιση της ασθενούς Π.
Μ., ενήργησαν σύμφωνα με όσα όριζε η προαναφερθείσα οδηγία του Τμήματος Επιδημιολογίας Νοσημάτων του Υ.Υ.Κ.Α για την επείγουσα έναρξη της θεραπευτικής αντιμετώπισης της μικροβιακής μηνιγγίτιδας, εντός νοσηλευτικού ιδρύματος, ήτοι προχώρησαν στην έναρξη της εμπειρικής θεραπευτικής αγωγής σύμφωνα με τα κλινικά και εργαστηριακά στοιχεία και με τα διεθνή βιβλιογραφικά δεδομένα.Η έναρξη της αντιμετώπισης αυτής δεν έγινε άμεσα με την εισαγωγή της στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο διότι τα μέχρι τότε ευρήματα (μη προσανατολισμός σε χώρο, χρόνο και εαυτό, αυχενική δυσκαμψία, με θετικά και τα δύο μηνιγγικά σημεία) μαρτυρούσαν πιθανή μηνιγγίτιδα (βακτηριακή ή ιογενή), ή εγκεφαλίτιδα, αλλά και υπαραχνοειδή αιμορραγία και θρόμβωση φλεβωδών κόλπων εγκεφάλου, ενόψει του ότι η ασθενής ήταν απύρετη.
Ακολούθησαν εργαστηριακές εξετάσεις, με βάση τα αποτελέσματα των οποίων και το πόρισμα της διενεργηθείσας αξονικής τομογραφίας απομακρύνθηκε το ενδεχόμενο, η κατάσταση της ασθενούς να οφείλεται σε υπαραχνοειδή αιμορραγία ή σε θρόμβωση φλεβωδών κόλπων,και μετά από αυττό αποφασίσθηκε η εισαγωγή της στη Νευρολογική Κλινική του αναιρεσιβλήτου νοσοκομείου σε μονόκλινο θάλαμο για έναρξη αντιβιωτικής αγωγής λόγω της ισχυρής πλέον υποψίας μηνιγγίτιδας.Ωστόσο, για να ολοκληρωθεί η διαφορική διάγνωση μεταξύ βακτηριακής μηνιγγίτιδας και ιογενούς μηνιγγίτιδας ή εγκεφαλίτιδας, οι ιατροί έκριναν επιβεβλημένη τη διενέργεια της οσφυονωτιαίας παρακέντησης (ΟΝΠ),στην οποία προχώρησαν, σύμφωνα και πάλι με τα βιβλιογραφικά δεδομένα, εντός 2-3 ωρών από τη χορήγηση της αντιβίωσης, έτσι ώστε να μην μεταβληθούν τα χαρακτηριστικά του εγκεφανονωτιαίου υγρού από την αντιβίωση και να μην επηρεασθεί η απομόνωση του παθογόνου μικροοργανισμού.Περαιτέρω, η διακομιδή της ασθενούς στο Νοσοκομείο Ειδικών Παθήσεων Θεσσαλονίκης αποφασίσθηκε, καθόσον ήταν αναγκαία η αντιμετώπισή της από εξειδικευμένους και πεπειραμένους στη μικροβιακή μηνιγγίτιδα ιατρούς, οι οποίοι θα της παρείχαν εξειδικευμένη θεραπευτική αγωγή,και αποτελούσε τη συνήθη πρακτική όλων των νοσοκομείων της Βόρειας Ελλάδας και άλλων περιοχών της χώρας, αφού εκεί μεταφέρονταν όλα τα περιστατικά μικροβιακής μηνιγγίτιδας μέχρι το έτος 2013 (οπότε διακόπηκε η λειτουργία του ανωτέρω νοσοκομείου), για τα οποία δεν απαιτούνταν η εισαγωγή του ασθενούς σε ΜΕΘ, καθόσον το ανωτέρω νοσοκομείο δεν διέθετε ΜΕΘ, η ασθενής δε Π.
Μ. κατά το χρόνο που αποφασίσθηκε η διακομιδή της στο ανωτέρω νοσοκομείο δεν εμφάνιζε κριτήρια εισαγωγής σε ΜΕΘ, όπως εκτεταμένο εξάνθημα, "Κλίμακα Γλασκώβης" μικρότερη ή ίση του 8, εστιακά νευρολογικά σημεία, αυξημένες αναπνοές, χαμηλή πίεση, αιμοδυναμική αστάθεια και statusepilepticus. Αντίθετα, ήταν αιμοδυναμικά σταθερή, είχε καλή αρτηριακή πίεση, καλές σφύξεις και αναπνοές, καλό κορεσμό οξυγόνου και κλίμακα Γλασκώβης τουλάχιστον δέκα και επομένως, η διακομιδή της μπορούσε να γίνει ασφαλώς και θα απέβαινε προς όφελός της, εφόσον το λοιμώδες νόσημα, από το οποίο έπασχε, στο ανωτέρω νοσοκομείο θα είχε την καλύτερη αντιμετώπιση.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 298, 299, 330 εδ.
β`. 914 και 932 του ΑΚ, 24 του α.ν. 1565/1939, 8 του ν. 2251/1994 και 9 παρ. 1 και 3 του ν. 3418/2005, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.
Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ,, χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (ΟλΑΠ 23/2008).
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 242/2023,ΑΠ 1208/2019, 779/2019, 222/2008, 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002,ΑΠ 242/2023,ΑΠ 105/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 242/2023,ΑΠ 1134/1993). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 242/2023,ΑΠ 779/2019).
Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν.
Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 242/2023, ΑΠ 500/2019).Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ` ΚΠολΔ, αιτίαση, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιόν του προσκομισθέν ουσιώδες αποδεικτικό μέσο, και ειδικότερα α)την από 10-3-2011 με αριθ.πρωτ. ...
έκθεση αποτελεσμάτων ελέγχου-πόρισμα ένορκης διοικητικής εξέτασης των Επιθεωρητών των Υπηρεσιών Υγείας(Υ.Υ.Κ.Α.) Α. Ζ., ιατρού καρδιολόγου και Ι. Ρ., ιατρού λοιμωξιολόγου, σχετικά με τις συνθήκες θανάτου της Π. Μ., με το οποίο ζητήθηκε να ασκηθεί ο πειθαρχικός έλεγχος, εκτός των άλλων, και των ιατρών του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου νοσοκομείου, του Α.
Τ. διότι καθυστέρησε στην έναρξη της χορήγησης αντιμικροβιακής αγωγής στην ασθενή, στην οποία έπρεπε να χορηγηθεί εντός 30 λεπτών από την άφιξή της στο νοσοκομείο κατά παράβαση σχετικής οδηγίας του Τμήματος Επιδημιολογίας Νοσημάτων του Υ.Υ.Κ.Α. και αποφάσισε τη διακομιδή της ασθενούς στο Νοσοκομείο Ειδικών Παθήσεων Θεσσαλονίκης και του Ξ.
Φ. διότι επέτρεψε να διακομισθεί ασθενής κατά παράβαση εγκυκλίου του Υφυπουργού Υγείας, β)τις ένορκες καταθέσεις των εν λόγω επιθεωρητών Α. Ζ., ιατρού καρδιολόγου και Ι. Ρ., ιατρού λοιμωξιολόγου, ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης, στα πλαίσια της ποινικής δίκης, οι οποίοι κατέθεσαν ότι υπήρξε καθυστέρηση στην αντιμετώπιση της ασθενούς, στην οποία έπρεπε άμεσα να χορηγηθεί θεραπευτική αγωγή για μικροβιακή μηνιγγίτιδα, να υπάρχει διαρκής παρακολούθηση της κατάστασης της υγείας της και να μη διακομισθεί στο Νοσοκομείο Ειδικών Παθήσεων λόγω της κατάστασής της, αλλά και επειδή το εν λόγω Νοσοκομείο δεν διέθετε ΜΕΘ και γ) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο Ι.
Μ., ιατρού νευρολόγου, ο οποίος κατέθεσε ότι με βάση τα συμπτώματα της ασθενούς έπρεπε να χορηγηθεί άμεσα θεραπευτική αγωγή για μικροβιακή μηνιγγίτιδα, και έτσι, λόγω μη αξιολογήσεως και των ως άνω αποδεικτικών μέσων, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ως άνω ιατροί του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου νοσοκομείου, ενήργησαν σύμφωνα με τους θεμελιώδεις αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και σύμφωνα με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες(καταθέσεις) περιέχονται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 15961/2018 μη οριστική απόφασή του και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στην απόφαση γίνεται ειδική μνεία του από 10-3-2011 με αριθ.
πρωτ. ... πορίσματος, καθώς και περικοπών των καταθέσεων των ως άνω επιθεωρητών του ΣΕΥΠΕ και αντίκρουση του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι οι ιατροί του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου νοσοκομείου ευθύνονται για τον θάνατο της ασθενούς διότι 1) δεν διέγνωσαν σωστά τις συνέπειες των συμπτωμάτων, που παρουσίαζε η ως άνω ασθενής κατά την άφιξη και εισαγωγή της στο νοσοκομείο, 2)ούτε προέβησαν στην άμεση χορήγηση σ' αυτή αντιμικροβιακής αγωγής και την εισαγωγή της σε ΜΕΘ, υπό συνεχή ιατρική παρακολούθηση, επιπλέον 3) αποφάσισαν τη διακομιδή της στο Νοσοκομείο Ειδικών Παθήσεων "ΛΟΙΜΩΔΩΝ", το οποίο δεν διέθετε τον απαραίτητο ιατρικό εξοπλισμό και το αναγκαίο ιατρικό προσωπικό, παρότι είχε αρχίσει να εμφανίζει απώλεια συνείδησης και σοβαρότατα νευρολογικά συμπτώματα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα ως άνω αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, καθό μέρος με αυτόν προβάλλεται η αιτίαση, ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απαράδεκτος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εν λόγω μέσων και επιχειρείται στάθμιση και αξιολόγηση αυτών κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).5.
Με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 828/2010). Παραμόρφωση εγγράφου κατά την έννοια του παραπάνω αναιρετικού λόγου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1195/2018,ΑΠ 922/2018, ΑΠ 1276/2017, ΑΠ 1219/2014, ΑΠ 355/2012, ΑΠ 1440/2002).
Για να θεμελιωθεί όμως ο λόγος αυτός, δεν αρκεί μόνο η εσφαλμένη ανάγνωσή του εγγράφου, αλλά απαιτείται, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα επί του ουσιώδους ισχυρισμού, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 696/2019).
Κατά την έννοια της άνω διατάξεως, ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ, προβλεπόμενα αποδεικτικά έγγραφα. Τα διαδικαστικά δικόγραφα της ίδιας δίκης, δεν αποτελούν έγγραφα (πρβλ. ΑΠ 77/2011).Τέλος, οι αντιφατικοί μεταξύ αλλήλων λόγοι αναιρέσεως, που ασκούνται σωρευτικά, απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, γιατί αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως.
Στην περίπτωση αυτή, υπάγονται οι λόγοι αναιρέσεως, όταν με τον ένα πλήττεται η απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφο και με τον άλλο ότι το παραμόρφωσε, αφού ο τελευταίος προϋποθέτει λογικά ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο που φέρεται ότι παραμόρφωσε, δηλαδή λόγοι από το άρθρο 559 αριθμός 11 και 20 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 1270/2013, ΑΠ 537/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 10-3-2011 με αριθ. πρωτ. ... πορίσματος ένορκης διοικητικής εξέτασης- έκθεσης αποτελεσμάτων ελέγχου- των Επιθεωρητών των Υπηρεσιών Υγείας Α.
Ζ., ιατρού καρδιολόγου και Ι. Ρ., ιατρού λοιμωξιολόγου, σχετικά με τις συνθήκες θανάτου της Π. Μ., με το οποίο ζητήθηκε να ασκηθεί ο πειθαρχικός έλεγχος, εκτός των άλλων, και των ιατρών του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου νοσοκομείου, του Α. Τ. διότι καθυστέρησε στην έναρξη της χορήγησης αντιμικροβιακής αγωγής στην ασθενή, στην οποία έπρεπε να χορηγηθεί εντός 30 λεπτών από την άφιξή της στο νοσοκομείο κατά παράβαση σχετικής οδηγίας του Τμήματος Επιδημιολογίας Νοσημάτων του Υ.Υ.Κ.Α.
και αποφάσισε τη διακομιδή της ασθενούς στο Νοσοκομείο Ειδικών Παθήσεων Θεσσαλονίκης και του Ξ. Φ. διότι επέτρεψε να διακομισθεί ασθενής κατά παράβαση εγκυκλίου του Υφυπουργού Υγείας. Ο παραπάνω λόγος, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι αντιφάσκει με τον, από τον αριθμό 11 εδαφ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ο οποίος κατά τα ανωτέρω κρίθηκε απορριπτέος.6.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 16-10-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ.126/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176,183,189 αριθ.1,191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑπορρίπτει την από 16-10-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ.126/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.Διατάσσει την εισαγωγή του παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων και επτακοσίων (2.700) ευρώ.ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2025.ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2025.Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης