Legislator Case Law & Legislation
757/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on medical evidence, ruling lower court correctly considered all documents.

Case Number 757/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a medical liability dispute. The appellant argued the lower court failed to properly evaluate specific medical reports and health records, claiming they were either ignored or misinterpreted. The court rejected these claims, finding that the appellate court had correctly considered all submitted evidence and reached a logical conclusion based on the complete file.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on violation of substantive law is admissible only if the court of first instance applied a rule without the requisite conditions or failed to apply it despite their existence, or if it misapplied the rule through erroneous interpretation or application.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation medical evidence evaluation court of first instance appellate review standard

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 31/2009
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 757 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 757/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ανδρέα Δουλγεράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Νικολάου Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Θ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "Θ. Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Γεωργαλή και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτρη Καστάνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 27-5-2010 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 667/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2860/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-10-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 3-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου, τρίτου και τετάρτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό σκέλη τους και την απόρριψη αυτών κατά τα λοιπά, καθώς και των υπολοίπων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005). Επίσης, κατά το άρθ.559 αριθ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.

τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.

της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 2102/2014, 137/2014, 120/2013, 103/2013, 11/2012). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Tο κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.

Δηλ. μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 2102/2014, 137/2014, 2234/2013). (Β) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.1 και 16 ν.551/1915, όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.7/25.8.1920 (και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθ.38 εδ.β' ΕισΝΑΚ), 34§2, 60§3 α.ν.1846/1951, 299, 330, 914, 922, 926 και 932 ΑΚ συνάγεται, ότι για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων του με την έννοια του άρθ.914 ΑΚ, αρκεί δηλ.

να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνον η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθ.16§1 ν.551/1915 (ΑΠ 906/2012, 261/2011). Πταίσμα του εργοδότη και των προστηθέντων του μπορεί να θεμελιωθεί και στην μη τήρηση απ' αυτούς διατάξεων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για την διαφύλαξη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της υγείας των εργαζομένων σύμφωνα με το άρθ.662 ΑΚ (ΑΠ 906/2012).

Κατά τα ανωτέρω προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, από τραυματισμό προσώπου σε εργατικό ατύχημα, είναι (α) η ύπαρξη εργασιακής σχέσης μεταξύ του παθόντος και του υποχρέου εργοδότη (β) ο τραυματισμός του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής (γ) παράνομη και ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) του εργοδότη ή των προστηθέντων του (δ) υπαιτιότητα (πταίσμα) που περιλαμβάνει τον δόλο και την (οποιασδήποτε μορφής) αμέλεια, αμέλεια δε ειδικότερα υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλ.

που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του (ε) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 145/2014, 1361/2013, 114/2012).

Πρέπει να σημειωθεί ότι από την διάταξη του άρθ.932 εδ.α' ΑΚ, που ορίζει "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του", προκύπτει ότι παρέχεται με αυτήν δυνητική ευχέρεια στο δικαστήριο να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο χρηματικό ποσό, αφού εκτιμήσει τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά (βαθμό πταίσματος, είδος προσβολής, περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών) με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής.

Έτσι, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η δε περί τούτου κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθ.561§1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια, ώστε να δύναται να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Επομένως, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στον καθορισμό του ύψους της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβίασης ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25§1 του Συντάγματος, και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διάταξης νόμου και συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευόμενου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.

Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά να αποφασίζουν. Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό εύλογης χρηματικής αποζημίωσης του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες που το ίδιο άρθρο θέτει και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο (ΟλΑΠ 6/2009, ΑΠ 139/2014).

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον καθορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης στοιχεία που δεν ήταν επιτρεπτό να συνεκτιμήσει ή αντίστροφα παρέλειψε να λάβει υπόψη στοιχεία που ήταν αναγκαία για τον σχηματισμό της κρίσης του (ΑΠ 179/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. τα αυτά δε ισχύουν για την ταυτότητα του νομικού λόγου και ως προς την αξίωση για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης.

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να μην επιδικασθεί από το δικαστήριο χρηματική ικανοποίηση στον παθόντα ή για να μειωθεί το ποσό της απαιτείται συντρέχον πταίσμα του και αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος (υπαίτιας πράξης ή παράλειψης) και του επελθόντος αποτελέσματος. Αν δεν υπάρχει ο απαιτούμενος αυτός αιτιώδης σύνδεσμος διατηρείται πλήρης η αξίωση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης του ζημιωθέντος (πρβλ.ΑΠ 1000/2013).

Τέλος, σε περίπτωση παραδοχής συντρέχοντος (οικείου) πταίσματος του παθόντος, το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (μαζί με άλλα στοιχεία) για τον προσδιορισμό του ύψους της "εύλογης" χρηματικής ικανοποίησης (ΑΠ 81/2013), η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την συνδρομή ή μη πταίσματος του παθόντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις των αριθ.1 και 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ, η κρίση, όμως, για τον καθορισμό του ποσοστού συνυπαιτιότητας δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτόν, διότι αφορά την εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 1361/2013, 811/2012) (Β) Εξάλλου, επιβάλλονται ειδικά μέτρα ασφαλείας ως εξής : (1) Σύμφωνα με το άρθ.4§1 ΠΔ 225/1989 "Υγιεινή και ασφάλεια στα υπόγεια τεχνικά έργα" οι διάδρομοι κυκλοφορίας πρέπει να έχουν γενικά διαστάσεις και διαρρύθμιση τέτοια, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούνται με ασφάλεια από πεζούς και οχήματα και σε κάθε περίπτωση πρέπει να εξασφαλίζεται ότι η κυκλοφορία δεν θέτει σε κίνδυνο τους πλησίον εργαζομένους, κατά δε το άρθ.10§7 του ως άνω ΠΔ το εργατοτεχνικό προσωπικό του έργου πρέπει να εκπαιδεύεται με ευθύνη του εργολάβου, αρχικά πριν αναλάβει υπηρεσία, αλλά και μετά περιοδικά, τόσο στο αντικείμενο απασχόλησής του όσο και στα θέματα πρόληψης ατυχημάτων, υγιεινής εργασίας, πυρόσβεσης και στην σωστή χρήση όλων των διατιθεμένων μέσων, του εξοπλισμού γενικά και των μέσων ατομικής προστασίας με την επισήμανση ότι η αλλαγή θέσης πρέπει ν' αποτελεί αφορμή επανεκπαίδευσης του εργαζομένου, ενώ κατά το άρθ.14§6 του ίδιου ΠΔ απαγορεύεται γενικά η χρήση εργαλείων, μηχανημάτων και συσκευών για σκοπό άλλον από εκείνον, για τον οποίο έχουν μελετηθεί και κατασκευασθεί (2) Κατά το άρθ.85§1 ΠΔ 1073/1981 η φόρτωση, εκφόρτωση και μεταφορά υλικών ή αντικειμένων πρέπει να γίνεται κατά τρόπον, ώστε να μην εκτίθενται σε κίνδυνο πρόσωπα λόγω κατάπτωσης, κύλισης, ανατροπής, κατάρρευσης ή θραύσης αντικειμένων, κατά δε το άρθ.86 του ίδιου ΠΔ (α) κατά την αποθήκευση και στοίβαση πρέπει να καταβάλλεται φροντίδα, ώστε ουδείς να διακινδυνεύει από κατάρρευση ή πτώση αντικειμένων (§1) (β) εάν η αποθήκευση ή στοίβαση αντικειμένων γειτνιάζει με περιοχές εργασίας ή κυκλοφορίας, πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα, όπως περιφράγματα, σανιδώματα, προστατευτικά δίκτυα κλπ. (§2) κλπ. (3) Σύμφωνα με το άρθ.8§1 ΠΔ 305/1996 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 92/57/ΕΟΚ" κατά την εκτέλεση του έργου, οι προβλεπόμενες από το άρθ.7 ΠΔ 17/1996 γενικές αρχές πρόληψης, βάσει των οποίων οι εργοδότες στα πλαίσια των ευθυνών τους λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων, εφαρμόζονται κυρίως όσον αφορά τις συνθήκες μεταφοράς των διαφόρων υλικών(περ.

α') κλπ. Τέλος, κατά το άρθ.12§§1-3 ΠΔ 17/1996 "Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις Οδηγίες 89/391ΕΟΚ και 91/383/ΕΟΚ" ο εργοδότης εξασφαλίζει σε κάθε εργαζόμενο κατάλληλη και επαρκή εκπαίδευση στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας, ιδίως υπό μορφή πληροφοριών και οδηγιών επ' ευκαρία (α) της πρόσληψής του (β) τυχόν μετάθεσης ή αλλαγής καθηκόντων (γ) εισαγωγής ή αλλαγής εξοπλισμού εργασίας (δ) εισαγωγής μίας νέας τεχνολογίας που αφορά ειδικά την θέση εργασίας ή τα καθήκοντά του, η εκπαίδευση δε αυτή πρέπει (α) να προσαρμόζεται στην εξέλιξη των κινδύνων και στην εμφάνιση νέων κινδύνων (β) εάν χρειάζεται, να επαναλαμβάνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα, ενώ ο εργοδότης εξασφαλίζει επίσης ότι οι εργαζόμενοι σε εξωτερικές επιχειρήσεις που εκτελούν εργασίες στην επιχείρησή του έχουν λάβει τις κατάλληλες οδηγίες, όσον αφορά τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία κατά τις δραστηριότητές τους στην επιχείρηση.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι με τις τελευταίες αυτές διατάξεις που είναι γενικές δεν προβλέπονται ειδικά οι όροι ασφαλείας των εργαζομένων, δηλ. δεν προσδιορίζονται με αυτές οι συγκεκριμένοι όροι που πρέπει να τηρηθούν για την ασφάλεια των εργαζομένων, καθώς και τα συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόποι που είναι απαραίτητα για την επίτευξη του σκοπού αυτού (ΑΠ 963/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της τώρα αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με αντικείμενο επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία τραυματισμού του σε εργατικό ατύχημα κλπ., με την αναιρεσιβαλλομένη 2860/2014 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη εταιρεία, η οποία είχε αναλάβει ως υπεργολάβος της κοινοπραξίας "...

ΑΕ-... ΑΕ-... ΑΤΕ" την κατασκευή του έργου "Κατασκευή σήραγγας ... από ΧΘ 85+538,23 έως ΧΘ 89+246,40 ..." που είναι τμήμα του έργου "Κατασκευή σήραγγας ... στο τμήμα ... της σιδηροδρομικής γραμμής υψηλών ταχυτήτων Αθηνών-Πατρών ..." την 24-4-2007 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως οικοδόμος και ειδικότερα κατόπιν εντολής των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης ακολουθούσε τον φορτωτή και δεδομένου ότι ο οδηγός του δεν είχε οπτική επαφή καθοδηγούσε αυτόν για τις ενδεδειγμένες ενέργειες που έπρεπε να πραγματοποιήσει κατά την διαδικασία μεταφοράς μεταλλικών πλαισίων, ότι την 29-10-2007 και περί ώρα 20.00' ο ενάγων έλαβε εντολή από τον εργοδηγό της εναγομένης να μεταφέρει μαζί με τους Θ.

Π. και Γ. Ν. τμήματα τοξωτού μεταλλικού πλαισίου, τα οποία ήσαν αποθηκευμένα στο έδαφος στην αριστερή πλευρά της εισόδου της σήραγγας από το στόμιο αυτής προς το εσωτερικό, ότι όταν ο Γ. Ν. είχε ήδη φορτώσει 4 από τα μικρότερα τμήματα του μεταλλικού πλαισίου στον κάδο του φορτωτή, ο ενάγων (ο οποίος φορούσε κράνος) έδεσε ένα μεγάλο μήκους τοξωτό τμήμα μεταλλικού πλαισίου με ιμάντα από το πίσω μέρος του φορτωτή, ότι κατόπιν μετατόπισης το μεγάλο τοξωτό τμήμα του μεταλλικού πλαισίου ήλθε σε επαφή με παρακείμενο στο έδαφος μεταλλικό τμήμα μικρού μήκους στο σημείο της φλάντζας σύνδεσης και "φράκαρε", τούτο δε συνέβη, διότι στην πορεία του συρομένου μεταλλικού πλαισίου υπήρχαν διάσπαρτα μεταλλικά τμήματα κα άλλα σίδερα, που εμπόδιζαν την διέλευσή του, ενώ επιπλέον στο σημείο εκείνο λειτουργούσε ο ανεμιστήρας, που διοχέτευε αέρα στο εσωτερικό της σήραγγας και προκαλούσε θόρυβο, ότι ο ενάγων έδωσε εντολή στον χειριστή να σταματήσει, ξεμπλοκάρισε τα φρακαρισμένα τμήματα με μεταλλικό λοστό και έδωσε νέα εντολή στον χειριστή να συνεχίσει την μεταφορά, ότι μετά από ένα μέτρο μετακίνησης του φορτωτή το συρόμενο μεταλλικό τμήμα φράκαρε εν νέου σε ένα από τα μικρότερα μεταλλικά τμήματα μεταλλικού πλαισίου (ελεφαντοπόδαρο), το οποίο βρισκόταν στο έδαφος, από την δύναμη δε που ασκήθηκε από την έλξη του συρομένου μεταλλικού τμήματος επάνω στο ευρισκόμενο στο έδαφος ελεφαντοπόδαρο, πάτησε το ένα άκρο του (η φλάντζα σύνδεσης) στο έδαφος, ενώ το άλλο άκρο ανυψώθηκε στον αέρα, πραγματοποίησε περιστροφή 180 μοιρών και κατά την πτώση του επέπεσε στο οπίσθιο μέρος της κεφαλής του ενάγοντος, που βρέθηκε στην πορεία της πτώσης του, ο οποίος όρθιος, με γυρισμένη την πλάτη δεν το αντιλήφθηκε για να προφυλαχθεί, ότι λόγω του ατυχήματος ο ενάγων, ηλικίας τότε 55 ετών, υπέστη βαρειές σωματικές βλάβες, ειδικότερα δε, έχοντας απώλεια των αισθήσεων, με ωτορραγία αριστερά και αιμορραγία στην στοματική κοιλότητα, διακομίσθηκε στο νοσοκομείο ..., όπου διαπιστώθηκε η κρισιμότητα της κατάστασής του λόγω πτώσης του GCS (κλίμακα Γλασκώβης) από 14 σε 11 σε χρόνο 20 λεπτών, οπότε διακομίσθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών διασωληνωμένος, υπό καταστολή και έχοντας τεθεί σε μηχανικό αερισμό, εισήχθη στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του ως άνω νοσοκομείου με 10 GCS, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί θλάση εγκεφάλου ΣΕ κροταφικά, κάταγμα λιθοειδούς αριστερά, κάταγμα προσθίου τοιχώματος ιγμορείου ΔΕ, παρέμεινε στην ΜΕΘ έως 1-11-2007 σε κατάσταση αφασίας, με πλήρη απώλεια των αισθήσεων και διασωληνωμένος, καθόσον ο τραυματισμός στην κεφαλή εγκυμονούσε κίνδυνο για την ζωή του και η λειτουργία των ζωτικών του οργάνων γινόταν με ιατρικά μηχανήματα, στην συνέχεια σε μεταφέρθηκε στην νευροχειρουργική κλινική του ως άνω νοσοκομείου, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος έως την 6-11-2007, ότι εξαιτίας των κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων που υπέστη προκλήθηκε σ' αυτόν βαρειάς μορφή βαρηκοΐα του αριστερού ωτός, η οποία είναι μόνιμη και μη θεραπεύσιμη, ενώ έως και σήμερα υποφέρει από κεφαλαλγίες, ζάλη, αδυναμία συγκέντρωσης και εστίασης της προσοχής, όπως επίσης και έντονο βραδυψυχισμό, κατάθλιψη, διαταραχές συμπεριφοράς με αναίτιες εκρήξεις θυμού, ο δε απεικονιστικός έλεγχος έδειξε φλοιώδη αλλοίωση αριστερού κροταφικού λοβού και μικροϊσχαιμικές αλλοιώσεις, ότι στον χώρο που συνέβη το ατύχημα, στο αριστερό μέρος της σήραγγας ευρίσκονταν αποθηκευμένα στο έδαφος μεταλλικά τμήματα που εμπόδιζαν την ελεύθερη διακίνηση των εργαζομένων και των οχημάτων, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθ.4§1 ΠΔ225/1989, η δε εναγομένη δεν είχε μεριμνήσει για την ασφαλή αποθήκευση των μεταλλικών τμημάτων προς αποφυγή πρόσκρουσης σε αυτά, κατά παράβαση του άρθ.86 ΠΔ 1073/1981, ότι επιπλέον στο συγκεκριμένο έργο η μεταφορά των μεταλλικών τμημάτων προς το εσωτερικό της σήραγγας γινόταν με φορτωτή, δηλ.

μηχάνημα που χρησιμοποιείται για χωματουργικές εργασίες, κατά παράβαση του άρθ.14§6 ΠΔ 225/1989, ο τρόπος δε μεταφοράς των μεταλλικών τμημάτων, ήτοι με σύρσιμο του μεταλλικού τμήματος με ιμάντα, που ήταν δεμένος στο πίσω μέρος του φορτωτή, ήταν επισφαλής και έθετε σε κίνδυνο τους εργαζομένους, κατά παράβαση του άρθ.85§1 ΠΔ 1073/1981, ότι η εναγομένη δεν είχε προβεί σε λήψη μέτρων για την συστηματική οργάνωση πρόληψης επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης των εργαζομένων, οργάνωσης και παροχής των αναγκαίων μέσων πριν από την εκτέλεση κάθε επικίνδυνης διαδικασίας, δηλ.

εν προκειμένω της φόρτωσης και μεταφοράς των προαναφερομένων υλικών, αποθήκευσης των μεταλλικών πλαισίων στήριξης, ούτε είχε προβεί σε αναφορά-καταγραφή της μεθόδου μεταφοράς των μεταλλικών τμημάτων στο εσωτερικό της υπό διάνοιξη σήραγγας στο Σχέδιο Ασφαλείας (και) Υγείας του Έργου, παρότι πρόκειται για επικίνδυνη και επίπονη εργασία, με αποτέλεσμα να εκτελείται με ανασφαλή τρόπο και κατά την κρίση μη αρμοδίων η συγκεκριμένη εργασία και χωρίς οδηγίες από τους υπευθύνους, κατά παράβαση του άρθ.8 ΠΔ 305/1996, ότι ο ενάγων ουδέποτε είχεν εκπαιδευθεί από την εναγομένη σε θέματα ασφαλείας και υγείας, ούτε υπήρχαν εφαρμόσιμα μέτρα ατομικής προστασίας, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθ.12 ΠΔ 17/1996 και 10§7 ΠΔ 225/1989, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω υπαίτια του ατυχήματος είναι η εναγομένη εταιρεία, της οποίας οι προστηθέντες υπάλληλοι και τα όργανα, από αμέλειά τους, δηλ.

από έλλειψη της προσοχής, που όφειλαν κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δε προέβλεψαν το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης τους, ότι, ειδικότερα, η εναγομένη εταιρεία, παραβιάζοντας τις παραπάνω διατάξεις δεν έλαβε τα επιβαλλόμενα από το νόμο μέτρα ασφαλείας και πρόληψης ατυχημάτων, καθόσον δεν είχε εξασφαλίσει ασφαλή αποθήκευση των μεταλλικών τμημάτων, δεν είχε μεριμνήσει για την τήρηση ασφαλών εργασιακών σχέσεων κατά την μεταφορά των μεταλλικών τμημάτων προς το εσωτερικό τμήμα της σήραγγας και δεν υφίστατο συντονισμός και επίβλεψη της διαδικασίας αυτής, ότι οι πιο πάνω παραλείψεις των αρμοδίων οργάνων και προστηθέντων της εναγομένης τελούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, κατά το οποίο επήλθε ο τραυματισμός του ενάγοντος, διότι κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκώς ικανές (πρόσφορες) να επιφέρουν το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επήλθε στην ένδικη περίπτωση, ότι τον ενάγοντα δεν βαρύνει υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα στην πρόκληση του τραυματισμού του, καθόσον αυτός δεν είχε οποιαδήποτε δυνατότητα να τον αποφύγει, ενώ δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι κατά παράβαση των οδηγιών της ο ενάγων βρισκόταν κατά τον χρόνο του ατυχήματος μπροστά στο συρόμενο τμήμα, και ότι πρέπει να του επιδικασθεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση (λόγω της ηθικής του βλάβης από το ατύχημα) το ποσό των 100.000€, το οποίο και του επιδίκασε, αφού εξαφάνισε την άλλως κρίνασα πρωτόδικη απόφαση.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο : (Α) διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς σε κάθε περίπτωση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθ.4§1, 10§7 και 14§6 ΠΔ 225/1989, 85§1 και 86 ΠΔ 1073/1981, 8 ΠΔ 305/1996 και 12 ΠΔ 17/1996, καθόσον δέχθηκε ειδικότερα ανελέγκτως, όπως προαναφέρθηκε, ότι η εναγομένη δεν είχε μεριμνήσει για την ασφαλή αποθήκευση των μεταλλικών τμημάτων προς αποφυγή πρόσκρουσης σε αυτά (κατά παράβαση του άρθ.86 ΠΔ 1073/1981), ότι στο συγκεκριμένο έργο η μεταφορά των μεταλλικών τμημάτων προς το εσωτερικό της σήραγγας γινόταν με φορτωτή, δηλ.

μηχάνημα που χρησιμοποιείται για χωματουργικές εργασίες (κατά παράβαση του άρθ.14§6 ΠΔ 225/1989) και ότι ο τρόπος μεταφοράς των μεταλλικών τμημάτων, με σύρσιμο του μεταλλικού τμήματος με ιμάντα που ήταν δεμένος στο πίσω μέρος του φορτωτή, ήταν επισφαλής και έθετε σε κίνδυνο τους εργαζομένους (κατά παράβαση του άρθ.85§1 ΠΔ 1073/1981), ανέφερε δηλ.

ποιά μέτρα παρέλειψε να λάβει η εναγομένη και σε ποιες εσφαλμένες ενέργειες προέβη διά των προστηθέντων της (ενώ οι λοιπές αποδιδόμενες στην αναιρεσιβαλλομένη συναφείς πλημμέλειες αφορούν σε ζητήματα που δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης), ως εκ τούτου δε πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης κατά τα συναφή σκέλη τους από τον αριθ.19 του άρθ.559 ΚΠολΔ (Β) Καταλήγοντας, με βάση τα ως άνω περιστατικά, στο συμπέρασμα ότι για το ατύχημα και τον εξ αυτού τραυματισμό του ενάγοντος αποκλειστικά υπαίτια ήταν η εναγομένη λόγω αμελείας και των προστηθέντων απ' αυτήν υπαλλήλων της και ότι τον ενάγοντα δεν βαρύνει συνυπαιτιότητα ως προς την πρόκληση αυτού, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε της ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ.300, 330, 914 ΑΚ και δεν παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενώ διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα αυτό και κατά συνέπεια ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος κατ' αμφότερα τα σκέλη του από τους αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ (Γ) Εφόσον δεν ασχολήθηκε με τυχόν συνυπαιτιότητα του ενάγοντος ως προς την εξέλιξη και επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του μετά τον τραυματισμό του, ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά τα σκέλη του από τους αριθ.1 και 19 του άρθ.559 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω διατάξεων, πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση (Δ) Από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, στην οποία για τον καθορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος αναφέρεται σε διάφορα σημεία αυτής, πλην της αποκλειστικής υπαιτιότητας της εναγομένης και της έλλειψης συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, ότι η εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρεία και ο ενάγων απλός εργάτης, προκύπτει ότι έλαβε υπόψη και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια ως προς το ζήτημα αυτό αληθώς μόνο από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ και επομένως ο αυτός τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του από τον αριθ.1 άρθ.559 ΚΠολΔ, και όχι και από τους αριθ.8 και 19 της ίδιας διάταξης, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος κατά το σχετικό σκέλος από τις αυτές διατάξεις που αναφέρονται σε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης είναι απορριπτέος, κατά τα προεκτεθέντα, ως απαράδεκτος.

ΙΙ. (Α) Σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων(η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, 25/2003, 3/1997, ΑΠ 953/2014, 2234/2013), με την έννοια δε αυτήν "πράγματα" αποτελούν και οι λόγοι έφεσης (ή αντέφεσης) που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς (ΑΠ 2234/2013, 460/2013), όχι, όμως, οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής κλπ., αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή κλπ. (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 2234/2013).

Αν με την αιτίαση αυτή προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε να είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά στον δεύτερο βαθμό, εκτός εάν πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατ' άρθ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη).

Προϋπόθεση για την δημιουργία του λόγου αυτού είναι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η παραδεκτή προβολή του μη ληφθέντος υπόψη ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Συναφώς, από τις διατάξεις των άρθ. 591§1β, 666§1, 115§3 και 256§1δ ΚΠολΔ συνάγεται ότι (α) στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθ.664 επ.

ΚΠολΔ (εργατικών διαφορών), κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, για το παραδεκτό αυτών, προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, επιπλέον δε οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός εάν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις, απαιτείται δηλ.

σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών που σημειώνεται στα πρακτικά (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 145/2014) (β) είναι απαράδεκτη η προβολή για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη των ισχυρισμών αυτών που δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως ως άνω, εκτός εάν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής κατά τα άρθ. 527 και 269 ΚΠολΔ, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί ο διάδικος που προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς.

Τέλος, ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον κρίσιμο ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και εκ των πραγμάτων με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 953/2014, 2234/2013, 460/2013) (Β) Περαιτέρω, κατά τον αριθ.11 περ.

α' του ίδιου άρθρου ιδρύεται λόγος αναίρεσης, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, κατά δε την γ' αυτού και όταν δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο τελευταίος αυτός λόγος απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, εκτός εάν, παράς την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 156/2012) (Γ) Τέλος, κατά τον αριθ. 20 του αυτού ως άνω άρθ.559 ΚΠολΔ.

αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής παραμόρφωση υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει δηλ.

σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθ.339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, που έχει διαγνωσθεί σωστά, δηλ.

σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι πράγματι στην τελευταία αυτήν περίπτωση πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ.561§1 ΚΠολΔ), για την θεμελίωση δε του λόγου αυτού πρέπει το δικαστήριο να μόρφωσε την γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου, που κατά την σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος φέρεται ότι παραμόρφωσε, προϋπόθεση που δεν συντρέχει, όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου (ΑΠ 1113/2013, 394/2012).

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι σωρευτικά ασκούμενοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθ.11 περ. γ' και 20 ΚΠολΔ, εφόσον αναφέρονται στα ίδια έγγραφα και στο αυτό περιεχόμενό τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι λογικά αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 472/2008), όπως γενικά είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι οι λόγοι αναίρεσης που αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 91/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προβάλλει περαιτέρω τις αναιρετικές αιτιάσεις : (1) Από τον αριθ.8 του άρθ.559 ΚΠολΔ, ισχυριζομένη ειδικότερα : (α) Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το σχετικό σκέλος του, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το νομότυπα προβληθέντα ισχυρισμό της, κατά συνοπτική αναφορά των εκεί εκτιθεμένων, ότι ο σχεδιασμός του χώρου εργασίας (όπου συνέβη το επίδικο ατύχημα) και οι καθορισθείσες απ' αυτήν συνθήκες κυκλοφορίας οχημάτων και εργαζομένων, με τα εκεί κατασκευαστικά και χωροταξικά δεδομένα, ήταν ασφαλή και ο περιγραφόμενος εκεί τρόπος μεταφοράς των αντικειμένων εντός της σήραγγας, αποτελούσε τον πλέον γρήγορο και ενδεδειγμένο τρόπο μεταφοράς προς αποφυγή ατυχημάτων.

Κατά το σκέλος του αυτό ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την παραπάνω έννοια, αλλά ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής και δη της υπαιτιότητας της εναγομένης, που αποκρούσθηκαν με την παραδοχή ως βασίμων των περιστατικών που θεμελιώνουν κατά τούτο την αγωγή (β) Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το συναφές σκέλος του, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος σε σχέση με την εξέλιξη και επιδείνωση της υγείας του λόγω της αμέλειάς του, καθόσον αυτός επί 5 έτη δεν επεζήτησε κάποια ιατρική βοήθεια ή εφήρμοσε κάποια θεραπεία, κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα, Κατά το σκέλος αυτό ο ως άνω λόγος κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν προκύπτει ότι αυτός προτάθηκε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και άρα επαναφέρθηκε παραδεκτά στο Εφετείο, καθόσον ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθ.561§2 ΚΠολΔ), κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η εναγομένη και τώρα αναιρεσείουσα με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, καταχωρισθείσα στα οικεία πρακτικά, είχε προτείνει επιγραμματικά και χωρίς περαιτέρω ανάπτυξη και εξειδίκευση γενικά ένσταση από το άρθ.300 ΑΚ, η περιεχομένη, όμως, ανάπτυξη της ένστασης αυτής με τις κατατεθείσες στο ακροατήριο προτάσεις της δεν αφορά το ειδικότερο αυτό σκέλος της ένστασης συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, αλλά την συνυπαιτιότητα αυτού ως προς την πρόκληση του ατυχήματος και μόνο με την μετά την συζήτηση στο ακροατήριο κατατεθείσα προσθήκη στις πρωτοβάθμιες προτάσεις της, δηλ απαράδεκτα, εξειδίκευσε τον ισχυρισμό αυτόν (γ) Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι η βαρηκοΐα, από την οποία πάσχει ο ενάγων και την οποία φέρει ως απότοκο του ατυχήματος, προϋπήρχε αυτού.

Ο λόγος αυτός κατά το ως άνω σκέλος του πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" αλλά άρνηση της αγωγής. (2) Από τους αριθ.11 και 20 του άρθ.559 ΚΠολΔ, ειδικότερα δε : (α) Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης και κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθ.11 περ. γ' του άρθ.559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα νόμιμα προσκομισθέντα απ' αυτήν ενώπιόν του έγγραφα και συγκεκριμένα (αα) την από 11-3-2009 ιατρική γνωμάτευση του πραγματογνώμονα ιατρού Γ.

Κ. (ββ) την από 19-11-2007 ιατρική γνωμάτευση του ΩΡΛ Βλ. Σ. (γγ) το από 13-6-2008 ακουόγραμμα του ως άνω ιατρού (δδ) το από 26-1-2012 ακουόγραμμα (εε) την σελίδα 26 του βιβλιαρίου υγείας του ενάγοντος, την οποία αυτός προσκόμισε, ενώ με το συναφές σκέλος του αυτού λόγου αληθώς από την περ.β' του αυτού αριθ.11 του άρθ.559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη την ως άνω σελίδα του βιβλιαρίου υγείας του ενάγοντος, καθόσον αυτή, όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα απαραδέκτως προσκομίσθηκε σ' αυτό (β) Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης και κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθ.20 του ίδιου άρθρου ότι το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εξής εγγράφων (αα) της από 19-11-2007 ιατρικής γνωμάτευσης του ΩΡΛ Βλ.

Σ. (ββ) του από 13-6-2008 ακουογράμματος του ίδιου ως άνω ιατρού (γγ) του από 26-1-2012 ακουογράμματος (δδ) της από 26-1-2012 ιατρικής γνωμάτευσης του αυτού ιατρού (εε) του βιβλιαρίου υγείας του ενάγοντος και δη της σελ. 22 αυτού. Οι λόγοι αυτοί από τον αριθ.11 περ. γ' και 20, καθόσον αφορούν τα ίδια ως άνω έγγραφα, δηλ. την από 19-11-2007 γνωμάτευση του ιατρού Βλ.

Σ., το από 13-6-2008 ακουόγραμμα αυτού και το από 26-1-2012 ακουόγραμμα, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους (ή τα έγγραφα αυτά λήφθηκαν υπόψη και παραμορφώθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν ήταν, βέβαια, δυνατόν να παραμορφωθούν), όπως αντιφάσκουν μεταξύ τους και είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι ως προς την σελ.26 του βιβλιαρίου υγείας του ενάγοντος οι λόγοι αναίρεσης περί μη λήψης υπόψη αυτής (αριθ.11 περ.γ') και παρά το νόμο λήψης υπόψη αυτής ως απαραδέκτως προσκομισθείσας (αριθ.11 περ.β').

Ως προς τα λοιπά έγγραφα οι ως άνω λόγοι από τον αριθ.11 περ. γ' και 20 του άρθ.559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι διότι (α) από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, και τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους με επίκληση έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα αυτά (β) συνεκτιμώντας τα ως άνω έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων παραμόρφωσε, κατά την σχετική αιτίαση της αναιρεσείουσας, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει αυτά, και αφού τα ανέγνωσε ορθά, απλά κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα.

Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-10-2014 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Θ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (Θ. ΑΕ) για αναίρεση της 2860/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ