Legislator Case Law & Legislation
77/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of inadmissibility and failure to raise specific statutory claims.

Case Number 77/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a construction contract dispute. The appellants argued that the court failed to consider their claim for engineers' fees for completed studies, but the court found this argument inadmissible as it did not constitute a formal objection under the Civil Procedure Code. Furthermore, the court rejected the remaining grounds as impermissible attacks on the lower court's evaluation of proven facts and reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1, Art. 559 para. 8 of the Civil Procedure Code; An appeal is inadmissible if it attacks the lower court's evaluation of proven facts, and a claim for payment of fees must be raised as a specific objection to be considered.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Admissibility Evaluation of Facts Engineers Fees Claim Statutory Objection

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 of the Civil Procedure Code
Art. 559 para. 8 of the Civil Procedure Code
Art. 904 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 77 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 77/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Τελούσης υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Α. και Ξ. Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Α. Σ. του Γ., κατοίκου ... και 3) Ξ. Σ. του Γ., κατοίκου .... Οι 1η και 3ος των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστοτέλη Παπασπυρόπουλο. Ο 2ος αναιρεσείων παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΕΒΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεολόγο Μαυρουδή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Β. Των αιτούντων την εξαίρεση του εισηγητή: 1) Τελούσης υπό εκκαθάριση ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Α. και Ξ. Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Α. Σ. του Γ., κατοίκου .... Η 1η των αιτούντων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αριστοτέλη Παπασπυρόπουλο και ο 2ος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι οι αιτούντες παραιτούνται από την από 26-11-2010 αίτησή τους, με την οποία ζητούν την εξαίρεση του Εισηγητή Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη από την εξέταση της από 28-5-2009 αίτησής τους για αναίρεση της 4866/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2377/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5176/2001 μη οριστική και 9021/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των παραπάνω εφετειακών αποφάσεων ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 8-4-2004 αίτησή τους και τους από 20-12-2005 πρόσθετους λόγους. Εκδόθηκε η 840/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 9021/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκε η 4866/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-5-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 25-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης και η επίβλεψη συγκεκριμένου οικοδομικού έργου, φέρει το χαρακτήρα μισθώσεως έργου. Με τη σύμβαση αυτή ο μηχανικός αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη, δικαιούται δε, παραδίδοντας τούτο, να λάβει τη συμφωνηθείσα αμοιβή (άρθρο 681 ΑΚ).

Η αμοιβή αυτή δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα ελάχιστα όρια της νόμιμης αμοιβής που καθορίζονται από τις διατάξεις του π.δ. 696/1974, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το π.δ. 515/1989, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 59 του Ν. Δ/τος της 17-7/16.8.1923 "περί σχεδίων πόλεων" και του άρθρου μόνου του Ν.

Δ/τος 2726/1953, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 46 δ' του ν. 3316/2005. Στη σύμβαση αυτή έχουν εφαρμογή και οι διατάξεις του άρθρου 686 του ΑΚ, κατά το οποίο "αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου, ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου.

Όταν υπάρχει υπερημερία του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξαιτίας της". Όπως προκύπτει από την άνω διάταξη του άρθρου 686 εδ. α' του ΑΚ για την άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη για υπαναχώρηση από τη σύμβαση έργου δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της υπερημερίας του εργολάβου, ούτε η ύπαρξη υπαιτιότητας του εργολάβου στην καθυστέρηση, που μπορεί να οφείλεται και σε αντικειμενικές δυσχέρειες, ούτε η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 383 επ.

του ΑΚ, γιατί πρόκειται για υπαναχώρηση που παρέχεται ευθέως από το νόμο και σ' αυτήν έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 389 έως 396 του ΑΚ, έχει δε ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 389 § 2 ΑΚ, την κατάργηση αναδρομικά όλης της σύμβασης, με συνέπεια οι εκτελεσθείσες παροχές να απωλέσουν τη νόμιμη αιτία τους και να είναι επιστρεπτέες κατά τις περί του αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, για αιτία που έληξε.

Εντεύθεν, ιδρύεται νέος ενοχικός δεσμός εκ του νόμου για απόδοση του πλουτισμού ( διαπλαστικό δικαίωμα που θεμελιώνει έννομη σχέση). Στην περίπτωση αδυναμίας της αυτούσιας απόδοσης του ληφθέντος αντικειμένου ο οφειλέτης αποδίδει το γι' αυτό ληφθέν αντάλλαγμα. Επί παροχής έργου αντάλλαγμα είναι η κατά το χρόνο της παροχής αξία του έργου που εκτελέστηκε και παραδόθηκε.

Η αξία αυτή δεν αποτελεί αμοιβή αλλά ωφέλεια κατά τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, η οποία, ενόψει των όσων αναφέρθηκαν, είτε αναζητείται με αγωγή είτε προβάλλεται με καταχρηστική ένσταση καταλυτική αγωγικού δικαιώματος προς απόδοση της επιστρεπτέας λόγω καταργήσεως της συμβάσεως παροχής (πρβλ. ΑΠ 1484/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: Η ενάγουσα εταιρεία έχει στην κυριότητα της ένα οικόπεδο εμβαδού 1072 τ. μ. στην περιοχή ... και, προκειμένου να το αξιοποιήσει με την ανέγερση επ' αυτού πολυώροφης οικοδομής, κατάρτισε στις 9-11-1989 με την πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία, της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι, σύμβαση έργου με την οποία ανέθεσε στην πρώτη εναγόμενη την εκπόνηση μελέτης για την ανέγερση στο άνω οικόπεδο εξαώροφου κτιρίου συνολικού εμβαδού 770 τ.μ.

αντί συμφωνηθείσας αμοιβής της εργολάβου (πρώτης εναγομένης) ύψους 3.500.000 δραχμών. Η εναγομένη υπέβαλε στις 4-12-1989 στην αρμόδια Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αθηνών τη σχετική αίτηση για την έκδοση οικοδομικής άδειας προς ανέγερση της οικοδομής μαζί με τοπογραφικό διάγραμμα και τις αρχιτεκτονικές στατικές, μηχανικές και θερμομόνωσης μελέτες.

Η ενάγουσα στις 14-11-1989, 4-12-1989 και 26-2-1991 προκατέβαλε στην εργολάβο εναγομένη εταιρεία μέσω της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, στο όνομα των ομόρρυθμων εταίρων της, ομοίως εναγομένων, ως πρόσωπα δεκτικά καταβολής, που της είχαν υποδειχθεί από την άνω εργολάβο, τα ποσά των 1.060.000, 954.000 και 540.000 δρχ., αντίστοιχα, και συνολικά το ποσό των 2.554.000 δρχ., που συνομολογείται από τους εναγομένους.

Στις 23-5-1991, δηλαδή μετά την παρέλευση ενός και ημίσεως έτους από την κατάθεση της αίτησης προς έκδοση της πιο πάνω άδειας και μετά την καταβολή των άνω ποσών από την ενάγουσα στάλθηκε ο φάκελος της ενεργητικής πυροπροστασίας που είχε συντάξει η εναγομένη από την Πολεοδομία στην Πυροσβεστική Υπηρεσία απ' όπου επιστράφηκε με ορισμένες παρατηρήσεις τεχνικής φύσης και στάλθηκε με νέο διαβιβαστικό την 20-11-1991 πάλι στη Πυροσβεστική Υπηρεσία, η οποία και πάλι στις 24-12-1991 αρνήθηκε να εγκρίνει το σχετικό φάκελο, ενώ η σχετική αρχιτεκτονική μελέτη είχε ήδη εγκριθεί από τον Ιούνιο 1991 από την αρχιτεκτονική επιτροπή.

Το Δεκέμβριο 1993, όταν η ενάγουσα υπαναχώρησε από τη σύμβαση, η εναγομένη δεν είχε προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για να εγκριθεί η μελέτη της ενεργητικής πυρασφάλειας. Λόγω της καθυστέρησης της έκδοσης της άνω άδειας η ενάγουσα στις 30-3-1992 απέστειλε στην εναγομένη την πρώτη έγγραφη από 17-3-1992 εξώδικη διαμαρτυρία, με την οποία της επισήμανε ότι από αποκλειστική υπαιτιότητά της δεν είχε προχωρήσει τις διαδικασίες για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, μολονότι την είχε κατ' επανάληψη οχλήσει προφορικά, με αποτέλεσμα να παρατηρείται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έκδοση της αδείας αυτής και εντεύθεν να υφίσταται ζημία στα έννομα συμφέροντά της, και την καλούσε να επισπεύσει την έκδοση της.

Στην εξώδικη αυτή δήλωση η εναγομένη απάντησε, ομοίως με εξώδικη δήλωση της που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 6-5-1992, ισχυριζόμενη ότι η καθυστέρηση στην έκδοση αδείας οφείλεται στο γεγονός ότι η ενάγουσα της έδωσε εντολή για την αλλαγή των σχεδίων έκδοσης της άδειας μετά την κατάθεση του φακέλου στην Πολεοδομία, οπότε σε απάντηση της η ενάγουσα απέστειλε στην πρώτη εναγομένη την από 22-6-1992 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία, αφού αρνιόταν ότι έδωσε οποιαδήποτε εντολή για αλλαγή των σχεδίων, επίσης καλούσε την εναγομένη να διεκπεραιώσει και τα μηχανολογικά, ενόψει και του ότι πρόσφατα στις 20-5-1992 ολοκλήρωσε τις εκκρεμότητες στα στατικά και να της παραδώσει την άδεια.

Οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι η καθυστέρηση στην έκδοση της άδειας οφείλεται στις τροποποιήσεις που ζήτησε να γίνουν η ενάγουσα δεν αποδεικνύονται, αφού δεν προσκομίζονται οι νέες μελέτες που ισχυρίζεται ότι εκπόνησε κατόπιν εντολών της ενάγουσας, κατατεθειμένες στην αρμόδια Πολεοδομία όπως είχε υποχρέωση.

Στη συνέχεια, επειδή αργούσε να εκδοθεί η άδεια, εκπρόσωπος της ενάγουσας επισκέφθηκε την αρμόδια Πολεοδομία, όπου διαπίστωσε ότι η άδεια δεν είχε εκδοθεί και οι υπάλληλοί της την πληροφόρησαν ότι η μη έκδοση της οφειλόταν στις σοβαρότατες παραλείψεις που υπήρχαν στα σχέδια που είχε υποβάλει η πρώτη εναγομένη και, μολονότι είχε ενημερωθεί γι' αυτές, δεν είχε προβεί στη διόρθωσή τους.

Τότε η ενάγουσα, με την από 16-12-1993 εξώδικη υπαναχώρηση- πρόσκληση-δήλωση που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 24-12-1993, αφού της ανέφερε για την ανωτέρω επίσκεψη της στην Πολεοδομία και την απάντηση της τελευταίας, της υπενθύμιζε ότι στις εντονότατες διαμαρτυρίες της που επακολούθησαν, οι εκπρόσωποί της αναγνώρισαν την καθυστέρηση και δήλωσαν πως θα προέβαιναν αμέσως σε συμπλήρωση, προκειμένου να εκδοθεί η άδεια της οικοδομής, χωρίς έκτοτε να συμμορφωθούν, με αποτέλεσμα να υφίσταται τεράστια οικονομική ζημία και στη συνέχεια δήλωνε ότι υπαναχωρούσε από τη σύμβαση που τους συνέδεε και της ζητούσε την αμοιβή που της είχε καταβάλει εκ 4.807.960 δρχ.

Τελικά η αρμόδια Πολεοδομία με το 9498/15-3-1994 έγγραφο της επέστρεψε το φάκελο στην ενάγουσα, επειδή παρήλθαν άπρακτες οι προθεσμίες από τον τελευταίο έλεγχο των μελετών, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. 6780/1372/16-7-2003 έγγραφο της Πολεοδομίας αυτής. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η εναγόμενη εταιρεία, μολονότι έκανε έγκαιρη έναρξη του έργου που της είχε ανατεθεί, το οποίο έπρεπε να ολοκληρωθεί εντός έτους από την ανάληψή του, σύμφωνα με τα κρατούντα στις συναλλαγές, αφού τα μέρη δεν είχαν προσδιορίσει χρόνο εντός του οποίου η εναγομένη όφειλε να παραδώσει στην ενάγουσα την άνω οικοδομική άδεια, εντούτοις η εναγομένη επιβράδυνε υπαιτίως το ρυθμό εκτέλεσης του έργου, χωρίς να επιβαρύνει την ενάγουσα ουδεμία υπαιτιότητα.

Επομένως, νόμιμα υπαναχώρησε η ενάγουσα κατά το άρθρο 686 εδ. α' ΑΚ από την εργολαβική σύμβαση που είχε συνάψει με την αντισυμβαλλόμενη της εναγομένη με την άνω δήλωση της που κοινοποιήθηκε σ' αυτήν (ΑΚ 390), με περαιτέρω συνέπεια τη λύση της σύμβασης αυτής εξ υπαρχής (αναδρομικά ex tunk), έτσι ώστε, αφού έληξε η αιτία για την οποία οι εκατέρωθεν παροχές καταβλήθηκαν, να δημιουργείται ex lege υποχρέωση απόδοσης αυτών στον καταβάλλοντα κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Με βάση τα παραπάνω οι εναγόμενοι πρέπει να επιστρέψουν στην ενάγουσα ό,τι έλαβαν για την εκτέλεση της άνω συμβάσεως από αυτήν. Οι εναγόμενοι συνομολογούν ότι έλαβαν από την ενάγουσα για την εκτέλεση της μεταξύ τους σύμβασης το ποσό των 2.554.000 δρχ. ισόποσο 7,495,23 ευρώ, ενώ περαιτέρω ισχυρίζονται ότι το ποσό των 2.253.960 δρχ.

ισόποσο 6.614,70 ευρώ, το οποίο αναφέρεται στην 66/30-12-1991 επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από αυτούς στο σχετικό 14 υπό την ένδειξη "ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ Β Ξ. Σ." απόδειξη, αφορούσε στην καταβολή μετρητών που κατέθεσε ή έπρεπε να καταθέσει η ενάγουσα και για τις 934.000 δρχ. που κατέθεσε αυτή στην τράπεζα. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού οι καταθέσεις στην τράπεζα, προκειμένου να εκδοθεί η άδεια οικοδομής είχαν γίνει σε πολύ προγενέστερο χρόνο και δη στις 14-11-1989, 4-12-1989 και 26-3-1991.

Περαιτέρω, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι 9 πρόχειρες αποδείξεις που προσκόμισε το πρώτον η ενάγουσα με την προσθήκη-αντίκρουση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προς υποστήριξη της καταβολής του ποσού που περιέχεται στην άνω 66/1991 απόδειξη, οι δυο απ' αυτές ποσού 50.000 δρχ. άνευ ημερομηνίας και 1.203.960 δρχ.

με ημερομηνία 30-12-1991, αντίστοιχα, είναι πλαστές και κατονομάζουν πλαστογράφο αυτών το λογιστή και διαχειριστή της ενάγουσας Ν. Π.. Οι άνω αποδείξεις δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στη δίκη, αφού αφενός δεν αμφισβητείται η γνησιότητα της 66/30-12-1991 απόδειξης ποσού 2.253.960 δρχ. και αφετέρου οι εναγόμενοι δεν αποδεικνύουν τον ισχυρισμό τους ότι το εν λόγω ποσό αφορούσε καταβολή στην τράπεζα, καθόσον, ως προαναφέρθηκε, οι καταβολές στην τράπεζα είχαν ήδη τελειώσει από το μήνα Μάρτιο 1991.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 680, 686 εδ. α', 389 παρ.2, 390, 904 επ. ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 59 του Ν. Δ/τος της 17-7/16.8.1923 "περί σχεδίων πόλεων" και του άρθρου μόνου του Ν. Δ/τος 2726/1953, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 46 δ' του ν. 3316/2005, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των άνω διατάξεων.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος.

Κατά την έννοια της άνω διατάξεως ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ προβλεπόμενα αποδεικτικά έγγραφα. Τα διαδικαστικά δικόγραφα της ενεστώσας δίκης, όπως το δικόγραφο της αγωγής, δεν αποτελούν έγγραφα.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, επίσης, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αφενός της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης και αφετέρου 1) του από 9-11-1989 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το να δεχθεί ότι το έργο έπρεπε να παραδοθεί εντός ενός έτους από την ανάληψη του σύμφωνα με τα κρατούντα στις συναλλαγές, 2) της αίτησης της ενάγουσας προς την Πολεοδομία για χορήγηση οικοδομικής άδειας, 3) του υπ' αριθμ. 6780/1372/16-7-2003 εγγράφου της Πολεοδομίας Αθηνών και 4) των τριών αποδείξεων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, στην οποία κατατέθηκε η νόμιμη αμοιβή των μηχανικών σύμφωνα με το β.δ. 30-31/5/1956.

Ο λόγος αυτός, κατά το άνω μέρος του, στην περίπτωση της παραμόρφωσης του περιεχομένου της αγωγής είναι απαράδεκτος, διότι η αγωγή δεν είναι αποδεικτικό έγγραφο κατά την έννοια του νόμου. Στην περίπτωση των λοιπών εγγράφων είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα διέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με το τρίτο μέρος του πρώτου λόγου αναιρετική από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διατυπώνεται η αιτίαση ότι η μελέτη κτιριακού έργου αποτελείται από πολλές ανεξάρτητες μεταξύ τους μελέτες και κατά το ν.δ. 2726/1953 επιβάλλεται υποχρεωτικά για την εκπόνηση καθεμιάς από αυτές μια ελάχιστη αμοιβή υπολογιζόμενη κατά το π.δ. 696/1974 και ότι για τις μελέτες που είχαν παραδοθεί και ήταν σωστές (εκτός από τη μελέτη της πυροπροστασίας και τη βάση αυτής έκδοση της οικοδομικής άδειας), εφόσον είχαν εγκριθεί από την Πολεοδομία, είχε ολοκληρωθεί το επιμέρους έργο και έπρεπε να καταβληθεί υποχρεωτικά η νόμιμη αμοιβή των μηχανικών για την εκπόνησή τους, ανεξαρτήτως εάν εκδόθηκε η οικοδομική άδεια ή όχι.

Οι αναιρεσείοντες όμως δεν υπέβαλαν ορισμένη από το άρθρο 904 ΑΚ ένσταση απόδοσης της ωφελείας, στην οποία ανέρχεται η αμοιβή τους για τις εκτελεσθείσες και παραδοθείσες στην αναιρεσίβλητη εργασίες (η οποία λόγω της καταργήσεως της συμβάσεως με την υπαναχώρηση της αναιρεσίβλητης πρέπει να αποδοθεί στους αναιρεσείοντες) με καταχώρησή της στα υπ' αριθμ. 2377/1997 πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και στις κατατεθείσες ενώπιον του Πρωτοδικείου από 28-11-1997 προτάσεις αυτών ως εναγομένων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των αντιστοίχων δικογράφων, ώστε να εκτιμηθεί η ανωτέρω αιτίαση ως ευθεία παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή από τον αρ. 8 του ίδιου άρθρου ως παρά το νόμο μη λήψη υπόψη ένστασης τους.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, κατά το υπόλοιπο μέρος του ο πρώτος λόγος αλλά και ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι, διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεως τους, πλήττουν τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων που από αυτό έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα και μάλιστα την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από τις αποδείξεις αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, κατά τα ανωτέρω, έχει διατυπωθεί με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-5-2009 αίτηση των 1) υπό εκκαθάριση τελούσας ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Α. και Ξ. Σ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", 2) Α. Σ. και 3) Ξ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4866/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ