Supreme Court dismisses appeal on lawyer fee calculation and incidental claim dismissal, ruling arguments inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment in a labor dispute. The appellant argued that the lower court failed to address a specific claim regarding a 1% fee and incorrectly calculated the lawyer's minimum fee for the appeal petition. The court held that the lower court had properly examined the incidental claim and rejected it based on the parties' arguments, while statutory provisions did not cover the specific fee calculation requested. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 100-166 of the Lawyers Code; Article 559(9)(c) of the Code of Civil Procedure: The court must address incidental claims even if not explicitly requested, and statutory minimum fee provisions do not automatically apply to appeal petitions absent specific legislative coverage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 696 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 696/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Κ. του Θ., κατοίκου ... που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ….και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Βασιλείου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας.Εκδόθηκαν η 207/2009 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 47/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-3-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο αρεοπαγίτης Γεώργιος Δημάκης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η από 15-3-2016 και με αριθμό κατάθεσης 4/2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 47/2014 απόφασης του Moνoμελούς Εφετείου Λαρίσης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τον ενάγοντα έφεσης κατά της 207/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 23-12-2013 (με αριθμό κατάθεσης 1087/2013 ) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).
2. Οι διατάξεις των άρθρων 100-166 του Κώδικα Δικηγόρων (ΝΔ 3026/1954) που καθορίζουν τα ελάχιστα όρια αμοιβής του δικηγόρου για τις λεπτομερώς προσδιοριζόμενες δικαστικές και εξώδικες εργασίες και ενέργειες, δεν προβλέπουν ειδικώς την ελάχιστη αμοιβή αυτού για τη σύνταξη και κατάθεση αιτήσεως προς έκδοση διαταγής πληρωμής και τη σύνταξη προτάσεων επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής.
Οι διατάξεις των άρθρων 106 παρ. 4 και 114 παρ. 3 του Κ.Δ. που ορίζουν ότι για τη σύνταξη κάθε άλλης αιτήσεως που δεν προβλέπεται από τον Κώδικα, το ελάχιστο όριο αμοιβής είναι 20 δρχ., αν η αίτηση απευθύνεται στο Ειρηνοδικείο και 40 δρχ. αν απευθύνεται σε άλλα δικαστήρια ή 15 δρχ. αν ασκείται ενώπιον του Ειρηνοδίκη και 30 δρχ.
ενώπιον του Προέδρου, δεν μπορούν να καλύψουν και την αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής, αφού στις παραπάνω αιτήσεις καθορίζεται πάγια αμοιβή, επειδή το αντικείμενο τους δεν είναι αποτιμητό σε χρήμα και γι` αυτό ακριβώς, όταν το αντικείμενο αυτών συνδέεται εμμέσως με χρηματικές απαιτήσεις, ορίζεται κατ` εξαίρεση, ανάλογη προς αυτές αμοιβή (άρθρ. 106 παρ. 3β`, 114 παρ. 5).
Η αίτηση όμως για έκδοση διαταγής πληρωμής, έχει ως αντικείμενο την επιδίκαση ορισμένης χρηματικής απαιτήσεως και συνεπώς η αμοιβή του δικηγόρου που τη συνέταξε πρέπει να είναι ανάλογη προς το ύψος της απαιτήσεως αυτής, σύμφωνα και με το γενικό κανένα που μπορεί να συναχθεί από τις σχετικές διατάξεις του Κ.Δ., δηλαδή του καθορισμού πάγιας ελάχιστης αμοιβής μόνο στις περιπτώσεις που το αντικείμενο της αγωγής ή αιτήσεως δεν είναι αποτιμητό σε χρήμα.
Ενόψει αυτών παρέπεται ότι η ελάχιστη αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη αιτήσεως προς έκδοση διαταγής πληρωμής και προτάσεων επί ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, θα κανονισθεί, σύμφωνα και με το άρθρο 176 του ΚΔ, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα που καθορίζουν την ελάχιστη αμοιβή για αγωγές, αιτήσεις ή ανακοπές που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη ομοιότητα προς την παραπάνω αίτηση και ανακοπή.
Τέτοιες διατάξεις είναι αυτή του άρθρου 100 παρ. 1β` του ΚΔ για την αίτηση εκδόσεως διαταγής πληρωμής -έστω και αν δεν έχει ως βάση πιστωτικούς τίτλους -είναι αυτές των άρθρων 100, 103 και 107 του ΚΔ για τις προτάσεις επί της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής ( ΑΠ 1879/2005).Επομένως το Εφετείο που κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπολόγισε την αμοιβή του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου για τη σύνταξη και κατάθεση των αναφερόμενων διαταγών πληρωμής σε ποσοστό 1% επί της των ενδίκων απαιτήσεων, που δεν επιδικάστηκαν τελικά για τους κατωτέρω αναλυτικά αναφερόμενους στις σκέψεις με αριθ 6 και 7 λόγους, δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις και ο 1ος λόγος κατά το 2ο σκέλος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. 3.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη δημιουργία μιας αξίωσης μέχρι την άσκησή της, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή, με επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, μιας κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ιδιαίτερες συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και όταν δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού. Απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της επί μακρόν διαμορφωθείσας κατάστασης, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην έλασσον του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 17/1995, ΟλΑΠ 62/1990).
Το ζήτημα αν οι συνέπειες από την άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του (ΑΠ 321/2002). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος καθίσταται μη ανεκτή από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη.
4. Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο το χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελαχίστης αμοιβής για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ.1, 98, 100 επ.
του ν.δ. 3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων" (ΑΠ 229/2006). Ειδικότερα (α) κατ` άρθρο 91 παρ.1 του ως άνω κώδικα ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη, (β) κατ` άρθρο 92 παρ.1 του ίδιου κώδικα (όπως ισχύει μετά την προσθήκη του εδ.
β` αυτής με το άρθρο 5 παρ.3 του ν.δ. 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του ν. 1093/1980), η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή αντιπροσώπου του και περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως εργασίες, σε καμία περίπτωση, όμως, δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ.
του ως άνω κώδικα. Κάθε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ως άνω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεώς της. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του δικηγόρου ως εργαζόμενου, αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους αυτού ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι η συμφωνία μεταξύ του εντολέως και του δικηγόρου για τη λήψη αμοιβής κατώτερης των ορίων που καθορίζονται στα άρθρα 98 επ.
του κώδικα δικηγόρων, ανεξάρτητα από το χρόνο (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και την μορφή υπό την οποία συνάπτεται, όπως άφεση χρέους του άρθρου 456 ΑΚ ή άλλη συμφωνία, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (ΑΚ 174, 180). Ο δικηγόρος, παρά τη συμφωνία αυτή, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του για κάθε εργασία, δικαστική ή εξώδικη, τα από το νόμο οριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, ο δε εντολέας δεν μπορεί ν` αντιτάξει κατά της αξιώσεως προς καταβολή της εν λόγω αμοιβής ότι είχε συμφωνηθεί μικρότερη αμοιβή, αφού η συμφωνία αυτή είναι άκυρη.
Η αφορμή ή οι συνθήκες, όμως, υπό τις οποίες έγινε η παραίτηση του δικηγόρου από την ελάχιστη αμοιβή, το περιεχόμενο του σχετικού εγγράφου κλπ. μπορούν να ασκήσουν επιρροή για την εκτίμηση της αντιθέσεως της συμπεριφοράς του στην καλή πίστη, αφού, ανεξάρτητα από το κύρος της συμφωνίας, η αβίαστη παραίτηση του δικηγόρου από την καταβολή της ελάχιστης αμοιβής ενδέχεται να καθιστά κακόπιστη την εν συνεχεία διεκδίκησή της.(ΑΠ 1453/2018).
5. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς ( Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ 365/2010).
6. Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Λαρίσης, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη: Ο ενάγων είναι δικηγόρος ….και από το έτος 1991 συνεργάζεται με την εναγομένη παρέχοντας σε αυτήν τις υπηρεσίες του στα υποκαταστήματά της στη …. Στο πλαίσιο της συνεργασίας τους αυτής, ο ενάγων συνέταξε τις κατωτέρω αιτήσεις για έκδοση διαταγών πληρωμής κατά πελατών της εναγομένης:
α) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά της "... ΑΕ" και των εγγυητών υπέρ αυτής επί της οποίας εκδόθηκε η 183/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας για ποσό 184.173,77 ευρώ. Για την ενέργειά του αυτή ο ενάγων δικαιούται αμοιβής ποσού 1.841,73 ευρώ (1% χ 184.173,77 αρθρ. 100§1 εδ. β ΚΔ). Για την αιτία αυτή η εναγομένη του κατέβαλε ποσό 850 ευρώ (βλ.
την 1212/29-7-04 απόδειξη παροχής υπηρεσιών του ενάγοντος) οφείλοντάς του το υπόλοιπο από 991,73 ευρώ, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά της "... ΑΕ" και των εγγυητών υπέρ αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η 163/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, για ποσό 568.675,73 ευρώ. Για την ενέργεια αυτή ο ενάγων δικαιούται ως αμοιβή το ποσό των 5.686,75 ευρώ (1% χ 568.675,73).
Η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 2350 ευρώ ( βλ την 1208/20-8-2004 ΑΠΥ του ενάγοντος), οφείλοντάς του το υπόλοιπο από 3.336,75 ευρώ ή 3.233,50 που ζητεί ο ενάγων για την αιτία αυτή, γ) αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής κατά της "... ΟΕ" και των εγγυητών υπέρ αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η 3/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας για ποσό 63.959,05 ευρώ.
Για την ενέργεια αυτή ο ενάγων δικαιούται ως αμοιβή το ποσό των 639,50 ευρώ (1% χ 63.959,05). Η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 380 ευρώ (βλ. την 1087/12- 1-2004 απόδειξη του ενάγοντος), οφείλοντάς του το υπόλοιπο από 259,50 ευρώ, δ) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής κατά της "... ΟΕ", επί της οποίας εκδόθηκε η 259/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας για ποσό 124.000 ευρώ, δικαιουμένου του ενάγοντος για την ενέργειά του αυτή του ποσού των 1.240 ευρώ (1% χ 124.000).
Η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 2.380 ευρώ, για την αιτία αυτή (βλ. την 1258/8-11-04 απόδειξη του ενάγοντος). Δηλαδή, συνολικά η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα κατά τα προεκτεθέντα, το ποσό των 4.484,73 ευρώ (991,73 + 3.233,50 + 259,50). Περαιτέρω, όπως προέκυψε, ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, όπως προαναφέρθηκε, από το 1991, ενώ και ο πατέρας του, δικηγόρος …..
συνεργαζόταν με αυτήν ήδη από τη δεκαετία του 1960, καθώς επίσης και ο αδερφός του δικηγόρος …, συνεργαζόταν επί μακρόν με την εναγομένη παρέχοντας τις δικηγορικές του υπηρεσίες στην ….. Έτσι, ο ενάγων γνώριζε πολύ καλά το καθεστώς που εφάρμοζε η εναγομένη ως προς τις πληρωμές των δικηγόρων-συνεργατών της.
Καθόλο αυτό το μακρό χρονικό διάστημα της συνεργασίας του ενάγοντος με την εναγομένη μέχρι την άσκηση της αγωγής (18 έτη) δεν προέκυψε ότι ο ενάγων ζήτησε μεγαλύτερες αμοιβές από αυτές που εγκρίνονταν τελικά από τη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης για τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειές του ούτε ότι διαμαρτυρήθηκε για μη πληρωμή της νόμιμης αμοιβής του.
Αντίθετα, από τις παραπάνω αναφερόμενες αποδείξεις πληρωμής που εξέδωσε ο ίδιος, προκύπτει ότι το αιτούμενο ποσό ταυτίζεται με το μετέπειτα εγκρινόμενο από τη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης, πράγμα που δείχνει ότι ο ενάγων, λόγω και της πολύχρονης συνεργασίας του με την εναγομένη, αλλά και της προϋπηρεσίας σε αυτήν του πατέρα του και του αδελφού του, γνώριζε και αποδεχόταν το ποσό που θα εγκρινόταν.
Εξάλλου στις ως άνω αποδείξεις δεν αναγράφεται ότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε "έναντι" αμοιβή του ενάγοντος, ούτε στις εγκριτικές επιστολές αναφέρεται ότι η εγκριθείσα αμοιβή αποτελεί μέρος της συνολικής αμοιβής για την αντίστοιχη υπόθεση, αλλά ούτε εισέπραττε ο ενάγων το αντίστοιχο ποσό με επιφύλαξη των νομίμων δικαιωμάτων του.
Ποτέ δεν εξέφρασε εγγράφως ο ενάγων διαμαρτυρία στους νόμιμους εκπροσώπους της εναγομένης για τις αμοιβές που ελάμβανε, παρά μόνο με δύο επιστολές με ημερομηνία 30-11-2009 και 24-2-2011, εκ των οποίων η πρώτη είναι σύγχρονη της κρινομένης αγωγής, και η δεύτερη μεταγενέστερη αυτής. Στην πρώτη επιστολή ο ενάγων αναφέρει ότι "έχω αποστείλει άπειρες επιστολές για τις αιτούμενες από εμένα αμοιβές και στην πλειονότητα αυτών δεν έλαβα απάντηση" και στη συνέχεια ζητεί την καταβολή της αμοιβής του για τις επίδικες αιτήσεις έκδοσης διαταγών πληρωμής και για άλλες ενέργειες που αναφέρει αορίστως (αμοιβές για αγωγές και παραστάσεις ενώπιον δικαστηρίων, ανακοπές άρθρου 933 ΚΠολΔ κλπ), ισχυριζόμενος ότι πρόκειται για ένα πολύ μικρό μέρος των εκκρεμών αμοιβών του για το έτος 2004, ενώ ζητεί επίσης από την εναγομένη να του γνωστοποιήσει τους προτεινόμενους από αυτήν όρους της περαιτέρω συνεργασίας τους.
Έτσι, όπως προέκυψε, ο ενάγων, σταθμίζοντας το μειονέκτημα της μικρότερης αμοιβής της οποίας ήταν γνώστης και τα πλεονεκτήματα της συνεργασίας του με την εναγομένη (σταθερό και ικανοποιητικό εισόδημα προερχόμενο κυρίως από απλές και τυποποιημένες ενέργειες) επέλεξε να συνεχίσει τη συνεργασία του με την εναγομένη, εν αντιθέσει με άλλους συναδέλφους του, όπως η μάρτυς απόδειξης, που διέκοψαν τη συνεργασία τους με αυτήν.
Μάλιστα ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από το 2004 έως το 2009, αμειβόταν με το μεγαλύτερο συνολικά ποσό σε ετήσια βάση από τους έξι κατά τα έτη 2004, 2005, 2006 και επτά κατά τα έτη 2007, 2008 και 2009 συνεργαζόμενους με την εναγομένη συναδέλφους του δικηγόρους σύμφωνα με την από 25-11-2011 επιστολή εσωτερικής χρήσης της εναγομένης.
Η ως άνω συμπεριφορά του ενάγοντος δημιούργησε εύλογα στην εναγομένη την' πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του για καταβολή συμπληρωματικής αμοιβής σύμφωνης με τα οριζόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων.
7. Ο ενάγων, με την άσκηση της κρινομένης αγωγής, την οποία ακολουθεί η άσκηση μεταγενεστέρων αγωγών στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας (υπ' αριθμ. κατάθεσης 1193/2010 και 1033/2011) για συμπληρωματικές αμοιβές του έτους 2005 ποσού 213.147 ευρώ, και του έτους 2006 ποσού 316.723 ευρώ, επιχειρεί να προβεί σε ανατροπή της διαμορφωμένης και παγιωμένης ως άνω κατάστασης ως προς το καθεστώς πληρωμών του, πράγμα που δημιουργεί το ενδεχόμενο να ασκήσουν παρόμοιες αγωγές και λοιποί δικηγόροι συνεργαζόμενοι με την εναγομένη. (Σημειωτέον ότι αγωγή για συμπληρωματικές αμοιβές έχει ασκήσει κατά της εναγόμενης και ο αδελφός του ενάγοντος Ι. Κ., η οποία απορρίφθηκε με την 472/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που προσκομίζεται με επίκληση). Ενόψει των στοιχείων που προεκτέθηκαν, η ανατροπή αυτή που επιχειρείται με την άσκηση της κρινομένης αγωγής θα επιφέρει δυσμενείς και επαχθείς συνέπειες στα συμφέροντα της εναγομένης- οφειλέτιδας, πράγμα που καθιστά την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. Κατόπιν αυτών, το εφετείο, απέρριψε ουσιαστικά την έφεση και με τον τρόπο αυτό επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως.
8. Με την κρίση αυτή το Εφετείο ερμήνευσε ορθά την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και την εφάρμοσε προσηκόντως με σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία. Ειδικότερα, τα αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχθηκαν είναι κυρίως τα εξής: 1) Ο αναιρεσείων δικηγόρος επέλεξε ελεύθερα και κατ` επαγγελματική επιλογή, για μεγάλο χρονικό διάστημα 16 ετών να εργαστεί ως εξωτερικός συνεργάτης της εναγομένης με την παροχή νομικών υπηρεσιών προς αυτή υπό το ίδιο καθεστώς, που εργαζόταν και ο πατέρας του, δικηγόρος ….
που συνεργαζόταν με αυτήν ήδη από τη δεκαετία του 1960, καθώς, επίσης και ο αδερφός του δικηγόρος ….., που συνεργαζόταν επί μακρόν με την εναγομένη παρέχοντας τις δικηγορικές του υπηρεσίες στην …. Έτσι, ο ενάγων γνώριζε πολύ καλά το καθεστώς που εφάρμοζε η εναγομένη ως προς τις πληρωμές των δικηγόρων-συνεργατών της. 2) Αποδέχτηκε αυτό τον τρόπο της αμοιβής, εν γνώσει της ακυρότητας της συμφωνίας και εκδίδοντας σχετικά εξοφλητικές αποδείξεις, χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί , παρά μόνο ταυτόχρονα και μεταγενέστερα της άσκησης της ένδικης αγωγής, ή να αναγράψει σ` αυτές κάποια επιφύλαξη για διεκδίκηση της νόμιμης αμοιβής, 3)Δημιούργησε με τη συμπεριφορά αυτή στην αναιρεσίβλητη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα απαιτήσει την ένδικη αμοιβή, που ορίζει ο κώδικας δικηγόρων, και με τον τρόπο αυτό ανατρέπει την κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους επιτευχθείσα οικονομική ισορροπία, που είχε γίνει αμοιβαίως αποδεκτή και διακυβεύει την οικονομική ρευστότητα της αναιρεσίβλητης, με επιπτώσεις όχι μόνο στην ίδια, αλλά και στους πελάτες της. 'Ετσι, όλα τα παραπάνω καθιστούν την προσπάθεια ανατροπής της καταστάσεως που διαμορφώθηκε υπερβολικά επαχθή για την υπόχρεο.
Ως εκ τούτου οι ένδικες αξιώσεις ασκούνται με προφανή υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται από την καλή πίστη και τον οικονομικό σκοπό του σχετικού δικαιώματος και καθίστανται απαγορευμένες. Επομένως, οι πρώτος κατά το 1ο σκέλος και ο 2ος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
9. Kατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, όχι δε οι αρνητικοί της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης ισχυρισμοί, ούτε αυτοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εξάλλου, δεν δημιουργείται ο λόγος αναίρεσης του αριθμ.19 του 559 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ειδικότερα ή διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος ( AΠ 632/2008). Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για το ότι, μολονότι αυτός πρότεινε στην αγωγή του, στις πρωτόδικες προτάσεις του αλλά και σ` αυτές που κατέθεσε στο εφετείο, προς άμυνα κατά της ένστασης καταχρηστικής άσκησης της αγωγής του, που πρόβαλε η αναιρεσίβλητη, τους ισχυρισμούς : 1) Οτι η εναγομένη δεν θα υποστεί αυτή ζημία από την καταβολή σ` εκείνο των νομίμων αμοιβών του, διότι έχει ήδη προεισπράξει αυτές (νόμιμες αμοιβές του) από τους πελάτες της. 2) Ότι δεν υπήρχε κανένας άλλος τρόπος, πίνακας ή πρακτική υπολογισμού των αμοιβών του, πλην της υπ` αριθμ. 220/5-8-88 εγκυκλίου της αναιρεσίβλητης, που είχε επιβεβαιωθεί με την υπ` αριθ.105/11-5-1993 όμοια, με την οποία καθορίζονταν η καταβλητέα αμοιβή για την εργασία του αναιρεσείοντος, γεγονός που αποδεικνύει την γνώση της αναιρεσίβλητης ότι η καθοριζομένη μονομερώς απ` αυτή αμοιβή του, που υπολείπονταν της νομίμου, ήταν άκυρη, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση και με το αρθ 1 του Πρωτοκόλλου αριθ 1 στη Σύμβαση Προστασίας των Ανθρωπίνων δικαιωμάτων με το οποίο προστατεύεται η περιουσία.
Το Εφετείο όμως παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς του. Οι λόγος αυτός της αναίρεσης, που στηρίζεται κατά τον αναιρεσείοντα, κυρίως στον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν θεμελιώνεται στον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί πρόκειται για πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος προς απόκρουση της υπό της αναιρεσίβλητης προβληθείσας ένστασης καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8β.
Ειδικότερα θα πρέπει να αναφερθεί ότι αλυσιτελώς προβάλλεται ο ισχυρισμός περί αντίθεσης της προσβαλλομένης με το αρθ 1 του Πρωτοκόλλου αριθ 1 στη Σύμβαση Προστασίας των Ανθρωπίνων δικαιωμάτων με το οποίο προστατεύεται η περιουσία, γιατί προϋπόθεση της προστασίας από το αρθ 1 αποτελεί η μη άσκηση του σχετικού δικαιώματος με τρόπο καταχρηστικό.
10. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος ( Ολ ΑΠ 2/2008).Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει ότι το Εφετείο εσφαλμένα οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι αυτός ( ο ενάγων) εξέδιδε τις σχετικές αποδείξεις για τις παρασχεθείσες στην εναγομένη υπηρεσίες του σε χρόνο προγενέστερο της εγκρίσεώς τους, και ως εκ τούτου γνώριζε και αποδέχονταν το ύψος της εκάστοτε καταβαλλόμενης σ'αυτόν δικηγορικής αμοιβής. 'Ετσι, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 6-8-2004 επιστολών, που οδηγούν σε αντίθετα συμπεράσματα.
Ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως, διότι με τις διαλαμβανόμενες σ` αυτό αιτιάσεις και υπό την επίφαση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο για να καταλήξει στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα εν λόγω έγγραφα, τα οποία ουδόλως μνημονεύει αλλά τα συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
11. Από τις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κάθε διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί την μη επίδειξή τους. Αν η επίδειξη ζητείται από διάδικο, μπορεί η αίτηση να υποβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου με το δικόγραφο της έφεσης ή με τους πρόσθετους λόγους αυτής ή με τις προτάσεις, αν δε η αίτηση απευθύνεται κατά τρίτου μόνο με παρεμπίπτουσα αγωγή.
Για την πληρότητα της σχετικής αίτησης πρέπει να εκτίθεται ότι το έγγραφο βρίσκεται στα χέρια του αντιδίκου, αφού τούτο αποτελεί προϋπόθεση της υποχρέωσης για επίδειξη, καθώς και να προσδιορίζεται το έγγραφο και να περιγράφεται με ακρίβεια το περιεχόμενό του. Διαφορετικά η αίτηση είναι αόριστη. Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί αιτήσεως για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον εκ του άρθρου 559 αριθμ.9 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και σύννομη, εφόσον δηλαδή με αυτή γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενο του και εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, ότι δηλαδή το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του.
Έτσι, αν το δικαστήριο της ουσίας παραλείψει να αποφανθεί επί αόριστης ή μη νόμιμης αίτησης δεν υποπίπτει στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ήτοι δεν αφήνει αίτηση αδίκαστη (ΑΠ 43/2013, ΑΠ 546/2010).
12. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησής του κατά το 2ο σκέλος του, ο αναιρεσείων, παραπονείται ότι το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί επί του αιτήματός του όπως η εδώ αναιρεσίβλητη επιδείξει τις αναφερόμενες επιστολές διαμαρτυρίας του, πιστοποιητικά βαρών των ελεγχθέντων ακινήτων κλπ. Το αίτημα αυτό, έτσι διατυπούμενο, χωρίς δηλαδή να αναφέρεται ότι το περιεχόμενο των εγγράφων συνδυάζεται με τέτοια περιστατικά, που να προσδιορίζουν συγκεκριμένα το χρήσιμο για την απόδειξη μέρος αυτών προς απόδειξη συγκεκριμένου ισχυρισμού του, ώστε να εξατομικεύονται τα επιδεικτέα έγγραφα, ήταν αόριστο και, ως εκ τούτου, το δικαστήριο δεν υπεχρεούτο να απαντήσει. Το Εφετείο, επομένως, που δεν απάντησε στο αίτημα αυτό δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ., και κατ` ακολουθίαν ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
13. Kατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΑΠ 1143/2003). Περαιτέρω, κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ` αυτή λόγου αναίρεσης απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει τόσο στο αιτιολογικό όσο και στο διατακτικό (ΑΠ 788/2006).
Mε τον 4ο λόγο της αίτησης κατά το 1ο σκέλος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την αναιρετική πλημμέλεια από το αρθ 559 αριθ 9 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι το εφετείο άφησε αίτηση αδίκαστη και δεν αιτιολόγησε την απόρριψη του επικουρικού αγωγικού αιτήματος του για την αποδοχή της αγωγής του κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ενόψει του ότι η εναγομένη απαιτούσε και εισέπραττε από τους δανειολήπτες- πελάτες της, με γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου που συνομολογούσε μετ'αυτών, ποσοστό 1% για νομικά έξοδα , ποσό που έπρεπε να αποδοθεί στον ίδιο.
Από την επισκόπιση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο, εξέτασε την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και την απέρριψε με το εξής σκεπτικό << ... ο ισχυρισμός του ενάγοντος κατά τον οποίο η εναγομένη έχει εισπράξει από τους πελάτες της - δανειολήπτες ποσό ίσο με ποσοστό 1% επί του ποσού του χορηγηθέντος δανείου για "τεχνικό και νομικό έλεγχο" το οποίο πρέπει να αποδώσει σε αυτόν, αλυσιτελώς προβάλλεται στην παρούσα δίκη, διότι αυτό είναι θέμα που αφορά την εναγομένη και τους καταβαλόντες το ποσό αυτό πελάτες της και δεν νομιμοποιεί τον ενάγοντα (τρίτο) να το απαιτήσει εξ αυτού του λόγου.>> Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
14. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 15-3-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 47/2012 αποφάσεως του Mονoμελούς Εφετείου Λάρισας. -Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019. –
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιουνίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ