Legislator Case Law & Legislation
1949/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague argument regarding claim indefiniteness. The court ruled the appeal argument was too general and failed to meet procedural requirements for raising indefiniteness issues. The court held that the appeal argument regarding claim indefiniteness was inadmissible because it lacked specific details on how the issue was raised in the lower court. The court decided the appeal must be dismissed as the argument did not comply with the necessary procedural standards for such claims. The court found the appellant failed to properly articulate the specific indefiniteness issues in the appeal petition. The court determined the appeal was procedurally flawed and therefore rejected it outright. The court ordered the appellant to bear the costs of the appeal proceedings. The court emphasized the need for precise legal arguments in appellate submissions. The court concluded that vague arguments do not constitute valid grounds for appeal.

Case Number 1949/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision on procedural grounds. The appellant argued the lower court erred in rejecting a claim for unpaid Saturday rest and work, citing indefiniteness of the claim. The court ruled the appeal argument was inadmissible because it failed to specify how the indefiniteness issue was raised in the lower court or detail the specific deficiencies. Consequently, the appeal was rejected and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 14 and 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument regarding the indefiniteness of a claim must be specific, detailing how the issue was raised in the lower court and the specific deficiencies, otherwise it is inadmissible.

Keywords

AI generated
indefiniteness of claim appeal admissibility procedural requirements code of civil procedure labor dispute Saturday rest legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 14 and 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1949 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1949/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "DAUFOOD GREECE ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. "DAUFOOD GREECE", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Φυλή Αττικής, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΑΤΡΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας-Μαγδαληνής Τσίπρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Δ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Αναγνωστόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-2-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3844/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2683/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-12-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με τη κρινόμενη από 7-12-2017 (αριθμ. έκθ. κατάθεσης 9902/952/2017) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 2683/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών,που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης α) της από 16-6-2015 έφεσης της αρχικώς εναγόμενης εταιρίας με την επωνυμία <<ΑΝΑΤΡΟΝ ΑΕ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΔΙΕΘΝΩΝ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΩΝ>> στη θέση της οποίας, ήδη, υπεισήλθε μετά την άσκηση της αναίρεσης ως καθολική διάδοχος η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία <<DAYFOOD GREECE>>, έπειτα από συγχώνευση αυτών και απορρόφηση της δεύτερης από τη πρώτη και β) της από και 23-3-2016 έφεσης της ενάγουσας, κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, με αριθμ.3844/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η τελευταία απόφαση εκδόθηκε επί της από 7-2-2013(23764/629/2013) αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας με την οποία ιστορούσε ότι εργαζόταν με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στην εναγόμενη εταιρία , αρχικά, ως τεχνίτρια πίτσας και μετέπειτα ως υπάλληλος κατά το διάστημα από 10-6-2009 έως 14-9-2012 οπότε και απολύθηκε υπό τις αναφερόμενες σ'αυτή συνθήκες που έβλαψαν την τιμή και υπόληψή της.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να της καταβληθεί το συνολικό ποσό των 27.545,73 ευρώ για αποδοχές από υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωρίες, νυκτερινή εργασία και εργασία Κυριακών, αποζημίωση λόγω εργασίας κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας και λόγω στέρησης ρεπό και για αποδοχές μη ληφθεισών ημερών αδείας αναψυχής, καθώς και το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αφού απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, δέχθηκε, κατά τα λοιπά, εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία αμφότερες τις ως άνω αντίθετες εφέσεις, εξαφάνισε στο σύνολό της, την πρωτοβάθμια απόφαση και αφού απέρριψε ως αόριστο το κεφάλαιο περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, δέχθηκε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα, το ποσό των (19.466,74) ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρ. 495,552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

2. Mε τη διάταξη του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε στην Ουάσιγκτον των ΗΠΑ την 29-10-1919 και κυρώθηκε στην Ελλάδα με το Ν. 2269/1920, ορίζεται ότι στις οιουδήποτε είδους βιομηχανικές εργασίες, δημόσιες ή ιδιωτικές, καθώς και στα παραρτήματά τους, με εξαίρεση εκείνες στις οποίες απασχολούνται μέλη μόνον μιας και της αυτής οικογενείας, η διάρκεια της εργασίας του προσωπικού δεν δύναται να υπερβαίνει τις 8 ώρες την ημέρα και τις 48 ώρες την εβδομάδα, εκτός από τις περιπτώσεις, μεταξύ άλλων, στις οποίες πρόκειται για πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέση εποπτείας ή διευθύνσεως ή εμπιστοσύνης, ως προς τα οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της διεθνούς σύμβασης για τα χρονικά όρια εργασίας.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως πρόσωπα που κατέχουν τέτοιες θέσεις θεωρούνται εκείνοι οι εργαζόμενοι, στους οποίους, λόγω του ότι διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή απολαμβάνουν την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη του εργοδότη, ανατίθενται διευθυντικά καθήκοντα στην επιχείρηση ή σε κάποιον τομέα αυτής, έτσι, ώστε να επηρεάζουν έντονα τη λειτουργία και την εξέλιξή της και να ξεχωρίζουν εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, επί των οποίων ασκούν εποπτεία.

Στα πρόσωπα αυτά εκχωρούνται σε μεγάλη έκταση δικαιώματα του εργοδότη, ενδείξεις δε για τον χαρακτηρισμό του υπαλλήλου ως διευθύνοντος συνιστούν ο μισθός, ο οποίος υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές, η δυνατότητα πρόσληψης ή απόλυσης προσωπικού και γενικότερα η άσκηση εργοδοτικών δικαιωμάτων επ' αυτού, η ευθύνη εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας επί του προσωπικού, η ανάληψη ποινικών ευθυνών έναντι τρίτων για τυχόν παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, η ανεξαρτησία τους αναφορικά με το χρόνο εργασίας τους και τα χρονικά πλαίσια εντός των οποίων παρέχουν αυτή, η παραχώρηση εξουσίας εκπροσώπησης του εργοδότη προς τρίτους και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη των στόχων, στους οποίους αποβλέπει ο εργοδότης.

Για το χαρακτηρισμό κάποιου μισθωτού ως "διευθύνοντος υπαλλήλου" δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι παραπάνω περιστάσεις, αφού η έννοια αυτή, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του διευθύνοντος, αποδίδεται σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της συναλλακτικής εμπειρίας, εξαρτώμενη από τη φύση και το είδος των παρεχόμενων υπηρεσιών, καθώς και την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει, απέναντι τόσο στον εργοδότη όσο και στους λοιπούς εργαζομένους.

Εφ` όσον, λοιπόν, κάποιος μισθωτός μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως "διευθύνων υπάλληλος", τότε, αν και αυτός εξακολουθεί να παρέχει εξαρτημένη εργασία, εξαιρείται από την προστασία των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας (μόνο αυτό προβλέπει ρητώς η ως άνω διεθνής σύμβαση της Ουάσιγκτον) και, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, για την εβδομαδιαία ανάπαυση και για τις αποζημιώσεις ή προσαυξήσεις σε περίπτωση υπερεργασιακής ή υπερωριακής απασχόλησης ή εργασίας κατά τη νύκτα ή τις Κυριακές και τις εξαιρετέες ημέρες, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση των διευθυνόντων υπαλλήλων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν με τη σύμβασή τους (ΑΠ 480/2023,1976/2022, 1065/2020, 1186/2020).

Η έννοια δε του διευθύνοντος υπαλλήλου, όπως αυτή προσδιορίζεται ανωτέρω, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στην εργασιακή του σχέση ενυπάρχει και το στοιχείο της εξάρτησης αυτού, ως μισθωτού, από τον εργοδότη, έστω και σε χαλαρότερη μορφή .Ο ιδιαιτέρως υψηλός μισθός είναι αποφασιστικής σημασίας στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μισθωτού ως διευθύνοντος υπαλλήλου.

Ο μισθός αυτός θα πρέπει να υπερβαίνει σημαντικά, τόσο τα εκάστοτε ελάχιστα όρια μισθών των ιδιωτικών υπαλλήλων της κατηγορίας του, όσο και τον μισθό που ο εργοδότης καταβάλλει στους υπόλοιπους εργαζόμενους της επιχείρησής του. Το ανωτέρω στοιχείο απορρέει από την ιδιαίτερη ευθύνη, την οποία υπέχουν οι διευθύνοντες υπάλληλοι, λόγω της καίριας θέσης τους στην επιχείρηση, καθώς και από τη δυνατότητα λήψης σημαντικών αποφάσεων στην εκτέλεση των προγραμμάτων, ικανών να επηρεάσουν την πορεία της επιχείρησης και αποφάσεων που αφορούν μέτρα για το προσωπικό, την ομαλή διεξαγωγή της εργασίας και έλεγχο της τήρησής τους (ΑΠ 1388/2019, 336/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 5/2023, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 5/2023, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).

Εξ' άλλου, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (ΑΠ 295/2022, 140/2022).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων δηλαδή αυτών που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε ,είτε ως επιθετικό ,είτε ως αμυντικό μέσο, ούτε τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων ,για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 725/2019, 776/2018, 859/2018).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Γενικότερα απαράδεκτοι είναι οι λόγοι που υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 182/2023, ΑΠ 871/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την ως άνω επισκοπούμενη για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) , δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά :<<Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία έχει ως αντικείμενο δραστηριοτήτων την παραγωγή, διάθεση και εμπορία πίτσας και λοιπών ειδών ετοίμου φαγητού και διαθέτει το αποκλειστικό δικαίωμα να αναπτύσσει και να λειτουργεί στην Ελλάδα καταστήματα λιανικής πώλησης και διανομής πίτσας υπό το σήμα <<DOMINO'S ΡΙΖΖA>>.

Βάσει αυτού του δικαιώματος λειτουργεί τριάντα καταστήματα είτε απευθείας, είτε μέσω συμβάσεων υποδικαιόχρησης και απασχολεί προσωπικό συνολικά 211 ατόμων. Στις 10-6-2009, η εναγόμενη προσέλαβε την ενάγουσα, την οποία είχε απασχολήσει και πριν το έτος 2007, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να της προσφέρει τις υπηρεσίες της, επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και οκτάωρο ημερησίως, ως τεχνίτης πίτσας στο κατάστημά της επί της οδού ..., αντί μηνιαίου μισθού 970,00 Ευρώ.

Μ' αυτή την ιδιότητα εργάσθηκε έκτοτε η ενάγουσα, αμειβόμενη με μικτό μηνιαίο μισθό, το ύψος του οποίου διαμορφώθηκε στο ποσόν των 1.029,08 Ευρώ από τον Ιούλιο του 2009. Στις 153-2010 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μίσθωσης εργασίας αορίστου χρόνου, με βάση την οποία η ενάγουσα ανέλαβε τα καθήκοντα της διευθύντριας του ως άνω καταστήματος.

Με την σύμβαση αυτή συμφωνήθηκαν και τα ακόλουθα: α) πλέον των μηνιαίων αποδοχών, ποσού 1029,08 ευρώ θα καταβάλλεται στο μισθωτό bonus υπολογιζόμενο μηνιαία επί της επιδόσεως του καταστήματος που έχει υπό την επίβλεψή της ,δηλαδή τη παραγωγικότητα ,τη ποιότητα του σέρβις ,τις πωλήσεις κλπ. ,β) το ωράριο του μισθωτού θα είναι είτε συνεχές ,είτε διακεκομμένο, ανάλογα με τις ανάγκες και τη φύση της παρεχόμενης εργασίας.

Δεδομένου ότι ο μισθωτός κατέχει θέση διεύθυνσης και εμπιστοσύνης στην εταιρία, δεν υπόκειται στους χρονικούς περιορισμούς απασχολήσεως και συνεπώς δεν δικαιούται πρόσθετης αμοιβής λόγω υπερεργασίας ή υπερωριών, γ ) ο μισθωτός υποχρεούται να τηρεί πλήρη εχεμύθεια σχετικά με όλες τις υποθέσεις της εταιρίας ή /και για οποιαδήποτε πληροφορία περιέρχεται σ' αυτόν κατά την άσκηση της εργασίας του.

Σε περίπτωση διακοπής ή καθ' οιονδήποτε τρόπο λύσης της εργασιακής σχέσης, ο μισθωτός υποχρεούται να μην απασχοληθεί σε επιχείρηση, οιασδήποτε μορφής, ανταγωνιστική του εργοδότη πριν την παρέλευση τουλάχιστον τριών μηνών από την αποχώρησή του. Από την ημέρα υπογραφής της δεύτερης ,ως άνω σύμβασης, η ενάγουσα άρχισε να εκτελεί τα καθήκοντα της διευθύντριας στο κατάστημα της οδού ....

Ειδικότερα, είχε την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία του καταστήματος. Επέβλεπε για τη καθαριότητα των χώρων του, εντόπιζε τις ελλείψεις στον εξοπλισμό της κουζίνας και μεριμνούσε για την παραγγελία και αγορά των απαραίτητων προϊόντων ,φρόντιζε για την οργάνωση των προωθητικών ενεργειών ,ήτοι της διαφήμισης του καταστήματος, μέσω της καθημερινής διανομής διαφημιστικών φυλλαδίων στις περιοχές που εξυπηρετούσε αυτό, πρότεινε στους υπευθύνους των κεντρικών της εναγόμενης, ιδέες για τη διαφήμιση του καταστήματος, εισηγείτο για τις προσλήψεις και απολύσεις των υπαλλήλων του, καθόριζε τις βάρδιες εργασίας τους και επόπτευε αυτούς, πραγματοποιούσε τις απαραίτητες για την εύρυθμη λειτουργία του καταστήματος δαπάνες μικρού ύψους, όπως για την αγορά αντικειμένων μικρής αξίας (λαμπτήρες, κλειδαριές, μαχαίρια κλπ), ενέκρινε τον ανεφοδιασμό των δικύκλων διανομής με καύσιμα και τη μηχανολογική τους συντήρηση, μεριμνούσε για την συστηματική τροφοδοσία του καταστήματος, παρακολουθούσε το ταμείο αυτού και μαζί με τους εργαζομένους σ' αυτό τεχνίτες πίτσας γίνονταν, εναλλάξ, υπεύθυνοι βάρδιας για τη συγκέντρωση των χρημάτων από τις παραγγελίες που παρέδιδαν οι διανομείς και για το κλείσιμο του ταμείου και των λογιστικών βιβλίων στο τέλος κάθε ημέρας.

Παράλληλα και επειδή στο κατάστημα απασχολούνταν μόνο τεχνίτες πίτσας και διανομείς και όχι προσωπικό καθαριότητας, απασχολείτο και προσωπικά με την καθαριότητα των χώρων του, όπως των πάγκων εργασίας, ενώ βοηθούσε και στην προετοιμασία των υλικών, όπως πλύσιμο και κόψιμο των λαχανικών, καθώς επίσης βοηθούσε και τους τεχνίτες πίτσας στην κουζίνα.

Το ωράριο της το καθόριζε η ίδια με βάση τις ανάγκες του καταστήματος, χωρίς να υπόκειται σε έλεγχο ως προς την τήρησή του, αξιολογούσε, υποδείκνυε μέτρα που έπρεπε να ληφθούν και ήλεγχε τη συμμόρφωση με αυτά, συντάσσοντας σχετικά έντυπα αξιολόγησης εργασιών. Πλην του Περιφερειακού Διευθυντή υπήρχε και ο Προϊστάμενος όλων των καταστημάτων της εναγόμενης, που για το επίδικο εν προκειμένω διάστημα ήταν ο εξετασθείς στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυς Ε.

Γ.. Στον τελευταίο απευθυνόταν η ενάγουσα για τα θέματα του καταστήματος, τον ενημέρωνε για όλα τα ζητήματα που προέκυπταν, μέχρι και για τις προστριβές που δημιουργούνταν μεταξύ των εργαζομένων και από αυτόν ζητούσε έγκριση ακόμη και για αλλαγή του τεχνίτη που επισκεύαζε τα δίκυκλα των διανομέων του καταστήματος, όπως προκύπτει από την προσαγόμενη ηλεκτρονική της αλληλογραφία.

Πρωτοβουλία και αποφασιστική αρμοδιότητα σε ζητήματα επιχειρηματικής πολιτικής της εναγόμενης δεν διέθετε η ενάγουσα, ούτως ώστε να επηρεάζει τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, δεν προσλάμβανε ούτε απέλυε αυτή το προσωπικό του καταστήματος, εισηγείτο μόνο σχετικά, όπως προαναφέρθηκε, δεν επέλεγε τους προμηθευτές, ούτε καθόριζε τις τιμές των προϊόντων της εργοδότιδός της, οι προμηθευτές πληρώνονταν απευθείας από το λογιστήριο της εναγόμενης και μόνο σε δαπάνες μικρού ύψους για την αγορά αναγκαίων αντικειμένων μπορούσε να προβεί αυτή, όπως ελέχθη ανωτέρω, δεν ήταν υπεύθυνη για την τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και δεν διακρινόταν εμφανώς από τους λοιπούς συναδέλφους της, καθόσον πλην της εποπτείας αυτών και του καθορισμού του ωραρίου τους δεν ασκούσε έναντί τους άλλα δικαιώματα της εργοδότιδος -εναγόμενης, ενώ και οι αποδοχές την δεν ήταν πολύ ανώτερες των αποδοχών εκείνων.

Επομένως, η ενάγουσα ήταν ένα μεσαίο στέλεχος στην επιχείρηση της εναγόμενης χωρίς κρίσιμες αποφασιστικές αρμοδιότητες, ακόμη και στο κατάστημα στο οποίο προΐστατο και δεν ήταν πρόσωπο εποπτείας και διεύθυνσης κατά την έννοια του άρθρου 2 εδ. α' της Διεθνούς Σύμβασης της Ουάσιγκτον. Ανεξαρτήτως, συνεπώς, του χαρακτηρισμού της ως προσώπου διεύθυνσης στην από 15-3-2010 σύμβαση εργασίας της, έχουν εφαρμογή επ' αυτής καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας της στην εναγόμενη, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας περί των χρονικών ορίων εργασίας, εβδομαδιαίας ανάπαυσης, εργασίας κατά τη νύκτα και τις αργίες και περί χορηγήσεως ετήσιας άδειας αναψυχής.

Όσον αφορά τις ειδικότερες συνθήκες εργασίας της ενάγουσας, αποδείχθηκε ότι το ωράριό της, που καθόριζε η ίδια με βάση τις ανάγκες του καταστήματος, ώστε να ανταποκρίνεται στις συμβατικές της υποχρεώσεις, δεν ήταν σταθερό και ότι εργάσθηκε αυτή πέραν των νόμιμων χρονικών ορίων, παρέχοντας υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωρίες, για τις οποίες δεν είχαν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις, εργασία σε νυκτερινές ώρες, κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδος, μετά την εξάντληση του πενθημέρου, το οποίο ισχύει για τον κλάδο της (ΔΑ 102/84, ΥΑ21768/84 για τα επισιτιστικά καταστήματα) καθώς και σε ημέρες Κυριακής άνω του πενταώρου για ορισμένες από τις οποίες, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω, δεν έλαβε αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση.

Οι ημέρες και οι ώρες εργασίας της ενάγουσας αποδεικνύονται πλήρως από τα προσκομιζόμενα από αυτήν φύλλα ημερήσιας επόπτευσης του κεντρικού υπολογιστή της εναγόμενης, καθόσον, όπως και η τελευταία αναφέρει, όλοι οι εργαζόμενοί της χρησιμοποιούν ηλεκτρονικούς κωδικούς προκειμένου να μπουν στο ηλεκτρονικό σύστημα και να εργασθούν, με συνέπεια να γνωρίζει αυτή (εναγόμενη) με ακρίβεια τις ημέρες και ώρες εργασίας των υπαλλήλων της.

Η εναγόμενη, αν και αρνείται την πραγματοποίηση των επικαλούμενων ημερών και ωρών εργασίας της ενάγουσας, ουδέν στοιχείο προσκόμισε ανταποδεικτικά, που να αναιρεί τα ως άνω φύλλα ημερήσιας επόπτευσης. ......>>. Με αυτά που δέχτηκε, και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη άσκησης από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη καθηκόντων διευθύνουσας υπαλλήλου, ήτοι εποπτείας, διευθύνσεως και εμπιστοσύνης, με τις παραδοχές ότι:

α) η αναιρεσίβλητη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ως υπεύθυνης του εν λόγω καταστήματος της αναιρεσείουσας δεν είχε την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις για την επίτευξη των σκοπών της επιχείρησης της τελευταίας, να αναπτύσσει δηλαδή πρωτοβουλίες και να έχει αποκλειστική ευθύνη και φροντίδα της ομαλής λειτουργίας του ως άνω καταστήματός της , καθώς και την οργάνωση και εύρυθμη λειτουργία του, επηρεάζοντας με αυτό τον τρόπο αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξή του, ούτε ήταν υπεύθυνη για την τήρηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, δεν προσλάμβανε, ούτε απέλυε προσωπικό, αλλά εισηγείτο μόνο σχετικά , δεν επέλεγε τους προμηθευτές, οι οποίοι πληρώνονταν απευθείας από το λογιστήριο της αναιρεσίβλητης, δεν καθόριζε τις τιμές των πωλούμενων προϊόντων, δεν είχε την οικονομική διαχείρισή του ,αλλά προέβαινε μόνο σε αναγκαίες δαπάνες μικρής κλίμακας, β) ότι την ορθή λειτουργία του καταστήματος ,την επίτευξη των εταιρικών στόχων και τη σωστή διαχείριση των οικονομικών στοιχείων του ήλεγχε ο Περιφερειακός Διευθυντής ,καθώς και ο Προϊστάμενος όλων των καταστημάτων της αναιρεσείουσας, γ) ότι η αναιρεσίβλητη δεν λάμβανε μηνιαίες αποδοχές αρκετά υπέρτερες των νόμιμων και των λοιπών υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, όπως αυτές διαμορφώνονταν με τις προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας και εργασίας Κυριακών, αλλά δικαιολογούνταν από την άσκηση των συγκεκριμένων καθηκόντων που της είχαν ανατεθεί ,δεν παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 2 εδάφιο α' της Διεθνούς Συμβάσεως (Διεθνής Συνδιάσκεψη Εργασίας) της Ουάσιγκτον (που κυρώθηκε με το Ν. 2269/1920), την οποία, ορθά, ερμήνευσε και εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ,που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ανώτερης διάταξης ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω διευκρίνηση ή παράθεση άλλων.

Εξάλλου το γεγονός ότι επόπτευε η αναιρεσίβλητη το εν λόγω κατάστημα και διηύθυνε αυτό βάσει προγράμματος ή γενικών εντολών του Περιφερειακού Διευθυντή της αναιρεσείουσας ο οποίος και την ήλεγχε τακτικά, ακόμα και η προβλεφθείσα στη σύμβαση εργασίας ρήτρα μη ανταγωνιστικότητας-εχεμύθειας και το ελεύθερο ωράριο εργασίας δεν κατέστησαν την θέση της εμπιστευτική, δεδομένου ότι ως πρόσωπα που κατέχουν θέση διεύθυνσης, εμπιστοσύνης ή εποπτείας θεωρούνται οι υπάλληλοι μεγάλης επιχείρησης, στους οποίους λόγω των εξαιρετικών τους προσόντων (ανώτερη μόρφωση, υψηλά προσόντα, ιδιαίτερες ικανότητες) και της ιδιαίτερης εμπιστοσύνης του εργοδότη προς αυτούς ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης των υποθέσεων της όλης επιχείρησης ή σημαντικού τομέα αυτής ,στοιχεία που ουδόλως αναφέρονται εν προκειμένω στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Συνεπώς, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της διάταξης του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα περί μη άσκησης διευθυντικών καθηκόντων από την ενάγουσα, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην αμέσως ανωτέρω νομική σκέψη, απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι αιτιάσεις αυτές δεν διατυπώνονται με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά με βάση εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα και είναι αληθινά, παραθέτοντας τα δικά της επιχειρήματα ως προς την αλήθεια αυτών, και δεν μπορούν, κατά τα προαναφερόμενα στη προηγηθείσα νομική σκέψη, να ιδρύσουν την αποδιδόμενη με τον άνω λόγο πλημμέλεια.

Είναι, επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος και για τον επιπλέον λόγο ότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις υπό την επίφαση της σχετικής νομικής πλημμέλειας πλήττουν την ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561παρ.1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου περί της αξιολόγησης, στάθμισης και εκτίμησης των αποδείξεων. 3. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 745/2024, ΑΠ 24/2023, ΑΠ 972/2022).

Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν, ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 185/2024, ΑΠ 23/2024, ΑΠ 124/2022, ΑΠ 772/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αναίρεσης (σελ.18-20), αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του αριθμού 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν δέχτηκε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσίβλητη είχε την ιδιότητα της διευθύνουσας υπαλλήλου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 15-3-2010 σύμβασης μίσθωσης εργασίας αορίστου χρόνου σύμφωνα με την οποία συμφωνήθηκε η αναιρεσίβλητη να παρέχει τις υπηρεσίες της ως διευθύντρια καταστήματος της αναιρεσείουσας με ελεύθερο ωράριο εργασίας, προβλέφθηκε ρήτρα μη ανταγωνιστικότητας-εχεμύθειας, από το ότι καθένα από τα καταστήματά της λειτουργεί ως αυτοτελής λειτουργική μονάδα μη δυνάμενη να λειτουργήσει χωρίς την ύπαρξη διευθυντή, από τις αποδείξεις πληρωμής -εκκαθαριστικά από τα οποία προκύπτει ότι λάμβανε bonus ,που δεν λάμβαναν οι λοιποί υπάλληλοι, από το περιεχόμενο του αγωγικού δικογράφου στο οποίο η ενάγουσα ανέφερε ότι είχε ευχέρεια πρωτοβουλιών για την καλύτερη οργάνωση του καταστήματος και εν γένει βελτίωση αποδοτικότητάς του, στοιχεία από τα οποία συνάγεται αντίθετο συμπέρασμα από εκείνο που τελικά δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση .Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού το Εφετείο εξέτασε τον ως άνω ισχυρισμό και τα θεμελιωτικά περιστατικά του και τον απέρριψε ως αβάσιμο κατ'ουσία.

Σε κάθε δε περίπτωση ο ως άνω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται γιατί οι επικαλούμενες αιτιάσεις, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του παρ.8εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφορούν στη στάθμιση, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων και πλήττουν στην πραγματικότητα την κατ' άρθρο 561παρ.1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ420/2022).

Περαιτέρω και ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι εσφαλμένα δεν δέχτηκε, αλλά απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την προταθείσα πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης, ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής από την αναιρεσίβλητη, είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος αφού το Εφετείο εξέτασε τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε.

4. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού, για την οποία αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα, πρέπει το μέσο αυτό να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση [δια τεκμηρίων] απόδειξη πραγματικών γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή (που επιδρά στο διατακτικό), παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής εγγράφου αποδείξεως (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1557/2023).

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 779/2024, ΑΠ 199/2021). Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον κατά τη περίπτωση γ του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης είναι η μη λήψη υπόψη προσκομισθέντος με επίκληση εγγράφου για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1113/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 671 εδ. α του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 681 του ίδιου κώδικα, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους από 1.1.2016, με το ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται στην κρινόμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής, στις διαφορές από παροχή εργασίας λαμβάνονται υπόψη, χωρίς άλλη προϋπόθεση και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, όπως ανυπόγραφα ή άκυρα έγγραφα (ΑΠ 950/2022, ΑΠ 127/2022).

Ειδικότερα, η έλλειψη υπογραφής δεν καθιστά ανυπόστατο το έγγραφο (ΑΠ 1251/2019, ΑΠ 1149/2017, ΑΠ 311/2019). Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 755/2023, ΑΠ 337/2020). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων 118 και 556 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης, πρέπει να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι και δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Αν υπάρχει αντίφαση, γεγονός που συμβαίνει και όταν προβάλλεται με το αναιρετήριο ο λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη κάποιο έγγραφο και στη συνέχεια ο λόγος από τον αριθμό 20 του ιδίου άρθρου ,ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου, τότε ο δεύτερος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ420/2022, 15/2021,580/2019) .

Στη προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο (κατ' ορθή αρίθμηση τέταρτο) κατά το πρώτο σκέλος του λόγο αναίρεσης (σελ.25-26) και με το δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναίρεσης (σελ.20-22) από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι υπάρχουν ικανές αμφιβολίες περί του αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε έγγραφα τα οποία νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του και από τα οποία αποδεικνυόταν ότι η ενάγουσα ασκούσε καθήκοντα διευθύντριας και συγκεκριμένα: 1)συμβάσεις εργασίας υπαλλήλων από τις οποίες προκύπτει ότι λάμβαναν αποδοχές ήσσονες αυτές της ενάγουσας, 2) ηλεκτρονικά μηνύματα της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι προέβαινε σε δαπάνες αναγκαίες για τη λειτουργία του καταστήματος (πρώτες ύλες ,καύσιμα, επισκευές), ότι πρότεινε τρόπους προώθησης των προϊόντων της εταιρίας, καθώς και ότι συμμετείχε σε συναντήσεις διευθυντών με αντικείμενο λειτουργικά θέματα της εταιρίας κλπ, είχε αποφασιστική αρμοδιότητα σε θέματα προσωπικού (ωράριο εργασίας, συνεντεύξεις για τη πρόσληψή τους κλπ) και γενικά την ευθύνη για τη λειτουργία του καταστήματος, 3) συστατική επιστολή που της χορηγήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπου της προσδίδεται η ιδιότητα της διευθύντριας, 4) την από 15-3-2010 ένδικη σύμβαση μίσθωσης εργασίας αορίστου χρόνου που σύναψε με την αναιρεσίβλητη, από την οποία προκύπτει ότι της ανατέθηκαν καθήκοντα διευθύντριας(υπέρτερες των άλλων αποδοχές, ελεύθερο ωράριο εργασίας, πρόβλεψη ρήτρας μη ανταγωνιστικότητας- εμπιστευτικότητας).

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ,ρητά αναφέρει ότι έλαβε υπόψη: <<τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, κατά πρόταση των διαδίκων, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και με νόμιμη επίκληση προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα ,είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις υπ' αριθμ. 7622/24-9-2013 και 7623/24-9-2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες προσκομίζει, με νόμιμη επίκληση, η ενάγουσα και οι οποίες ελήφθησαν μετά από προηγούμενη, νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης να παραστεί κατ' αυτές (βλ.

την υπ' αριθμ. 9787/23-9-2013 έκθεση επίδοσης της Δικ. Επιμελήτριας Πρωτοδικείου Αθηνών, Ε. Κ.) και από τις υπ'αριθμ. ...2013, ...2013 και ...2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Β. Γ., τις οποίες προσκομίζει, με νόμιμη επίκληση, η εναγομένη και οι οποίες ελήφθησαν μετά από προηγούμενη, νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας να παραστεί κατ' αυτές (βλ.

την υπ'αριθμ. 283 ΙΒ Ί23-9-2013 έκθεση επίδοσης του Δικ. Επιμελητού Πρωτοδικείου Αθηνών, Α. Μ.)......>>. Επομένως, από την ως άνω βεβαίωση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης ,όπου γίνεται ρητή αναφορά σε κάποια από τα έγγραφα αυτά, όπως της από 15-3-2010 σύμβασης μίσθωσης εργασίας της οποίας γίνεται εκτενής ανάλυση του περιεχομένου της(σελίδα 12), τις μισθοδοτικές καταστάσεις προσωπικού (σελίδα 14), δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα τα οποία νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ακόμα και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα ανυπόγραφα ηλεκτρονικά μηνύματα (σελίδες 12-15) και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος ότι η ενάγουσα δεν είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου στην επιχείρηση της εναγομένης, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου.

Η, δε, άποψη της αναιρεσείουσας ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων ,σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν ,οδηγεί σε έλεγχο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1097/2017, 1782/2017).

Επομένως, οι περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ.11περ.γ του ΚΠολΔ, ως άνω λόγοι της αίτησης αναίρεσης, κατά τα προαναφερθέντα σκέλη τους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος του πέμπτου (κατ' ορθή αρίθμηση, τέταρτου) λόγου της αίτησης αναίρεσης (τέλος σελ.25-26), από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αναφερόμενης στον ίδιο λόγο αναίρεσης από 15-3-2010 σύμβασης μίσθωσης εργασίας αορίστου χρόνου που είχε προσκομισθεί με επίκληση ενώπιόν του, διότι δέχτηκε ότι περιέχει περιστατικά και στοιχεία, προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί είναι αντιφατικός έναντι του ίδιου λόγου αναίρεσης κατά το οικείο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται, όπως ήδη προαναφέρθηκε, η από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ιδίου αμέσως πιο πάνω εγγράφου.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι αβάσιμος, καθ` όσον το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο αυτό , σε διαγνωστικό λάθος, αλλά, αφού ορθώς το ανέγνωσε, μετά από συνεκτίμηση του περιεχόμενου του με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, οδηγήθηκε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, οπότε πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, συμφώνως και προς τα αναφερόμενα στην αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη.

Τέλος, η αναιρεσείουσα με το τελευταίο σκέλος του πέμπτου λόγου (κατ' ορθή αρίθμηση τετάρτου) της αιτήσεως (σελ.26), από το άρθρο 559 αρ.11 εδ.α ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα τα προσκομισθέντα από την αναιρεσίβλητη ανυπόγραφα έντυπα και δη φύλλα ημερήσιας επόπτευσης του κεντρικού υπολογιστή της αναιρεσείουσας από τα οποία δέχθηκε ότι προέκυπτε καθ' εκάστη ημέρα ο χρόνος απασχόλησης των εργαζομένων της και συνακόλουθα της αναιρεσίβλητης.

Με αυτό το περιεχόμενο και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ,διότι ορθώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και τα ως άνω έγγραφα παρά την έλλειψη υπογραφών σε αυτά, καθότι κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για παροχή εργασίας, λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και κατά συνέπεια και ανυπόγραφα έγγραφα .Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 11 στοιχ.

α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια και συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου ως άνω λόγος αναίρεσης κατά το προαναφερθέν θα πρέπει ν 'απορριφθεί.

5. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί, και μάλιστα, νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις (ΑΠ 762/2023, 1597/2018, 884/2017). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 659/2024, ΑΠ 53/2023, ΑΠ 1249/2022).

Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 659/2024, ΑΠ 53/2023, ΑΠ 135/2021).

Ακόμη, η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και επομένως, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης ο σχετικός ισχυρισμός, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 659/2024, ΑΠ 1118/2023, ΑΠ 762/2023), ενόψει, δε, του ότι αφορά σε ισχυρισμό που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα, μπορεί να προταθεί το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 659/2024, ΑΠ 958/2020, ΑΠ 753/2020) και συγκεκριμένα να έχει προταθεί νόμιμα με λόγο έφεσης του εναγομένου ή με τις προτάσεις του εφεσίβλητου προς απόκρουση της έφεσης (ΑΠ 659/2024, ΑΠ 958/2020, ΑΠ 753/2020).

Ο, δε, ισχυρισμός περί αοριστίας προτεινόμενος ή επαναφερόμενος στο εφετείο, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να εκτίθενται οι συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη γέννηση του ασκούμενου δικαιώματος (ΑΠ 659/2024, ΑΠ 905/2023, ΑΠ 369/2023, ΑΠ 740/2020).

Για να είναι, όμως, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται, ότι ο περί αοριστίας, νομικής, ποιοτικής ή ποσοτικής, ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του, επί πλέον δε να καθορίζεται το περιεχόμενο της αγωγής, άλλως ο λόγος είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 659/2024, ΑΠ 369/2023, ΑΠ 695/2021).

Στη προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον τελευταίο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατ'ορθή όμως εκτίμηση εκ του αριθμού 14 του ιδίου Κώδικα ως εκ του αποδιδόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικού σφάλματος, ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή ως προς τα αιτούμενα κονδύλια αποζημίωσης για μη χορήγησης ρεπό και εργασίας κατά τα Σάββατα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού .Ο λόγος όμως αναίρεσης αυτός είναι αόριστος και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής, που δεν αφορά τη δημόσια τάξη, έστω και αν λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, προτάθηκε παραδεκτά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως απαιτείται για το ορισμένο του σχετικού λόγου αναίρεσης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στο οικείο μέρος της νομικής σκέψης που προηγήθηκε.

Μετά ταύτα μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176 και 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-12-2017 (αριθμ. έκθ. κατάθεσης 9902/952/2017)αίτηση αναίρεσης της με αριθμ. 2683/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ