Legislator Case Law & Legislation
753/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of immediate knowledge, rejecting argument that court misread police report.

Case Number 753/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a plane seizure case. The appellant argued the lower court erred by finding he had immediate knowledge of the aircraft's illegal possession, claiming he was only summoned after police located him. The court ruled this argument baseless because the lower court correctly interpreted the police report, noting the appellant was present during subsequent events that confirmed the seizure, rather than having prior knowledge. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the appellant, and the original judgment stands.

Legislator headnote

AI generated

Art. 569 para. 2 lit. a' KPolD; Art. 559 para. 20 KPolD; The Supreme Court held that an appeal ground based on a lower court's alleged misreading of a document is inadmissible if the lower court correctly interpreted the document but reached a different conclusion based on the full context of the case.

Keywords

AI generated
immediate knowledge requirement police report interpretation aircraft seizure case lack of immediate knowledge appellant costs judgment dismissal administrative appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 569 para. 2 lit. a' KPolD
Art. 559 para. 20 KPolD
Art. 495 para. 4 KPolD
Art. 579 para. 2 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AP 132/2004
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 753 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 753/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Τ. Κ. (M. J. C.), κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μπαζίνα. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Π. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Γεώργιο Κοπακάκη και Ιωάννη Δεληκωστόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-9-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9972/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1026/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-9-2018 αίτησή του και τους από 23-12-2019 προσθέτους αυτής λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ.α' ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και αντίγραφο του οποίου επιδίδεται μέσα την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφασης που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ως προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν (ΑΠ 132/2004).

Αντιθέτως, πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης, όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν, ως αντικείμενο, δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων, αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τα λοιπά απρόσβλητα κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 684/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης, ενώπιον του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου της υπό κρίση από 5-9-2018 αίτησης, ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος (10-2-2020), η δε αιτούσα άσκησε προσθέτους λόγους με το από 23-12-2019 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου την 23-12-2019, δηλαδή τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω αρχική δικάσιμο.

Από την υπ' αριθμ. .../24-12-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ε. Δ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι αντίγραφο του δικογράφου των άνω προσθέτων λόγων επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 24-12-2019, ήτοι τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο.

Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω.

Από τις διατάξεις των άρθρων 111 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, άλλως η αγωγή δεν είναι ορισμένη και απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως ελλείψει προδικασίας.

Το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σ' αυτήν των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία και θεμελιώνουν το αίτημα αυτής (ποσοτική και ποιοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η κρίση του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντιθέτως έκρινε αυτή αόριστη επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα καίτοι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης (Ολ.Α.Π.1573/1981, ΑΠ 1711/2017).

Ειδικότερα, η κρίση του δικαστηρίου ότι η αγωγή είναι ορισμένη παρά την ανεπαρκή έκθεση των αναγκαίων στοιχείων αυτής, ελέγχεται αναιρετικώς μέσω του λόγου του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση συγχωρείται, εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο εκήρυξε ή δεν εκήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαιώματος ή απαράδεκτο (ΑΠ 603/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ., για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ ΑΠ 15/2000, ΑΠ 1711/2017, ΑΠ 966/2017).

Η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, πλην, όμως, δεν αφορά τη δημόσια τάξη, αφού συνιστά έλλειψη αυτοτελούς διαδικαστικής προϋπόθεσης και όχι προδικασίας, εξυπηρετώντας προεχόντως τα ιδιωτικά συμφέροντα των διαδίκων, και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης πρέπει να είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να καθορίζεται στο αναιρετήριο ο νόμιμος τρόπος προβολής του (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 603/2019, ΑΠ 1711/2017, ΑΠ 953/2017).

Ενόψει δε του ότι αφορά σε ισχυρισμό που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα, μπορεί να προταθεί το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 953/2017). Αν, συνεπώς, προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και ο αναιρεσείων ήταν εφεσίβλητος, που έχει νικήσει πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο Εφετείο ή ότι προτάθηκε για πρώτη φορά στο Εφετείο με τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 Κ.Πολ.Δ.

ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.(ΑΠ 907/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της ένδικης αγωγής λόγω αοριστίας της, συνισταμένης στο ότι ο αναιρεσίβλητος (ενάγων), επικαλούμενος αδικοπρακτική σε βάρος του συμπεριφορά του αναιρεσείοντος (εναγομένου) με την τέλεση από αυτόν του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, ισχυρίστηκε με την αγωγή του ότι ο αναιρεσείων τελούσε εν γνώσει της αναληθείας των θεμελιούντων το ανωτέρω αδίκημα περιστατικών, χωρίς, όμως, να αναφέρει στο δικόγραφο αυτής όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η γνώση αυτή του τελευταίου ως προς την αναλήθεια των ανωτέρω γεγονότων.

Προβάλλει δε ο αναιρεσείων, ότι η παράλειψη του Εφετείου να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το ορισμένο της αγωγής ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, έστω και αν δεν προέβαλε ενώπιόν του σχετικό ισχυρισμό περί αοριστίας, αφού ο εν λόγω ισχυρισμός αφορά τη δημόσια τάξη και, ως εκ τούτου, παραδεκτά προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Σύμφωνα, όμως, με όσα εκτέθηκαν, ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά δεν αφορά τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων προέβαλε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου τον παραπάνω ισχυρισμό, δεν μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Επομένως, ο πρώτος πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 57 Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παρανόμως στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ιδίου Κώδικος και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 του Α.Κ. "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά δε το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του...". Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του Α.Κ., θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ.. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ., για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της δυσφημήσεως απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές (ΑΠ 789/2019, ΑΠ 1431/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α' - δ' ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις.

Η τελευταία αυτή διάταξη (367 ΠΚ) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του αδίκου χαρακτήρος των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ.

και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ. 2 Π.Κ., δηλαδή όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου, περιστατικά που προτείνονται, κατ' αντένσταση, από τον ενάγοντα κατά της ένστασης του εναγομένου από τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 Π.Κ. (ΑΠ 762/2019, ΑΠ 1431/2017, ΑΠ 599/2016).

Η προαναφερθείσα αντένσταση μπορεί να περιέχεται και στο δικόγραφο της αγωγής, καθ' υποφορά, χωρίς να απαιτείται για το παραδεκτό της προβολής της ειδικότερο αίτημα απόρριψης της ένστασης του εναγομένου (ΑΠ 192/2018, ΑΠ 1095/2010). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ).

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 545/2019, ΑΠ 1707/2017, ΑΠ 1266/2011).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 383/2017, ΑΠ 823/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Τον Ιανουάριο του έτους 1996 συστήθηκε... η εταιρία με την επωνυμία " ...)", η οποία ορίστηκε ως διαχειριστής επενδύσεων του Ταμείου ...), το οποίο είχε συσταθεί τον Αύγουστο του έτους 1995...

από την εν διαστάσει σύζυγο του εναγομένου (αναιρεσείοντος) Έ. Α. Η επιχείρηση ... παρέχει αμοιβαία κεφάλαια αντισταθμιστικού κινδύνου (hedge funds) και υπηρεσίες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων αντισταθμιστικού κινδύνου (hedge funds management services) σε επαγγελματίες επενδυτές. Παράλληλα συστήθηκε στις 29-12-1995 μια υπεράκτια Κυπριακή Οικονομική Εταιρία με την επωνυμία "...), συμφερόντων της ως άνω συζύγου του εναγομένου, η οποία κατείχε και κατέχει τη θέση της Διευθύνουσας Συμβούλου (...

και μιας εκ των διευθυντών της, η εταιρία δε αυτή ρυθμίζεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και για περίοδο δέκα ετών υπεισερχόταν σε συμφωνίες με πελάτες για την παροχή χρηματιστηριακών υπηρεσιών έναντι προμήθειας ανά συναλλαγή, μετονομάστηκε δε το Μάϊο του έτους 2005 σε "... ....... Από τον Ιούλιο... του έτους 2006 και εντεύθεν το σύνολο των δραστηριοτήτων υποδιαχείρισης επενδύσεων του ...

διεξαγόταν από την κυπριακή εταιρία "... ...... Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε το έτος 2005 από την εταιρία "... ΑΜ" με την ειδικότητα του αναλυτή επιχειρηματικών συστημάτων, με την ανωτέρω δε ιδιότητά του και δυνάμει εντολών που ελάμβανε από την προαναφερόμενη εργοδότρια εταιρία του, παρείχε υπηρεσίες τεχνολογίας στην κυπριακή εταιρία "... ..., Διευθυντής Χαρτοφυλακίου και Διαχείρισης Κινδύνου, καθώς και Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, διετέλεσε ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) από τον Οκτώβριο του έτους 2007 μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2009, οπότε και υπέβαλε την παραίτησή του.

Εξάλλου, στις αρχές του έτους 2008, ο ενάγων συνεργάστηκε με την ανωτέρω κυπριακή εταιρία μέσω της εταιρίας με την επωνυμία " ...", διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι η ίδιος,... Ο ενάγων δεν υπήρξε εργαζόμενος της ως άνω κυπριακής (... ...) αλλά συνεργάστηκε με αυτή ως εξωτερικός αποκλειστικά συνεργάτης σε υψηλόβαθμες διευθυντικές θέσεις,...

Πέραν των ανωτέρω επαγγελματικών δραστηριοτήτων του, διετέλεσε από το έτος 2009 έως τις 7-12-2009, σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας του ... "...", την οποία συνέστησαν ο εναγόμενος και η σύζυγός του, το πλειοψηφικό πακέτο της οποίας διατηρεί η ίδια, ήδη δε από τις 4-12-2009 κατέχει μια ονομαστική μετοχή της εταιρίας αυτής, κατόπιν μεταβίβασής της από την Έ.

Α., Πρόεδρο του ΔΣ αυτής, μετά την ανάκληση του εναγομένου από τα καθήκοντά του ως μέλους του ΔΣ, και από τις 7-12-2009 έχει την ιδιότητα του Αντιπροέδρου και μέλους του Διοικητικού της Συμβουλίου, μετά την ανάκληση του εναγομένου από τα καθήκοντά του ως μέλους του ΔΣ με την από 7-12-2009, κατά πλειοψηφία, απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, ήτοι της Έ.

Α. και του ενάγοντος, μειοψηφούντος του εναγομένου. Η εταιρία αυτή, αποτελεί ιδιότυπο νομικό τύπο και σπάνιο νομικό μόρφωμα, που ιδρύθηκε και λειτουργεί κατά τη νομοθεσία του κρατιδίου του ... και συνιστά κατ' ουσία Γραφείο οργάνωσης προσωπικών υποθέσεων, επονομαζόμενο Οικογενειακό Γραφείο, το οποίο είθισται να συστήνουν ιδιαίτερα εύπορες οικογένειες, όπως αποτελούσε η οικογένεια του εναγομένου.

Ασχολείται δε με τη διευθέτηση και διεκπεραίωση όλων των ζητημάτων προσωπικής και οικονομικής φύσης, κατά τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της οικογένειας και των οικογενειακών εμπιστευμάτων (trust). Οι διάδικοι, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους στην εταιρία (... ...), διατηρούσαν τυπικές καλές σχέσεις και συνεργάζονταν ως επί το πλείστον αρμονικά, μέχρι τα τέλη του έτους 2008 περίπου, οπότε επήλθε ουσιώδης ρήξη στις σχέσεις του εναγομένου με τη σύζυγό του Έ.

Α., οι οποίες είχαν αρχίσει να κλονίζονται προ ετών. Συγκεκριμένα, ήδη από το έτος 2005 τουλάχιστον η σχέση τους διερχόταν σοβαρή κρίση, κατόρθωσαν όμως να διατηρούν μια λεπτή επαγγελματική ισορροπία, ήδη όμως από τα μέσα του έτους 2008, ήταν εμφανής η προσπάθεια επικράτησης της μιας πλευράς έναντι της άλλης στα εσωτερικά διοικητικά ζητήματα της επιχείρησης και στη λήψη και υλοποίηση συγκεκριμένων αποφάσεων...

Η προαναφερόμενη επαγγελματική ισορροπία των ανωτέρω συζύγων, διαταράχθηκε ανεπανόρθωτα το Δεκέμβριο του έτους 2008, όταν η σύζυγος του εναγομένου απέλυσε από την ..., συνοπτικά, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του τελευταίου, την ερευνητική του ομάδα,... Το γεγονός αυτό αποτέλεσε και την αιτία της οριστικής ρήξης τόσο των προσωπικών όσο και των επιχειρηματικών τους σχέσεων, τις οποίες άλλωστε, οι ίδιοι αντιμετώπιζαν ως άρρηκτα συνδεδεμένες, οδήγησε δε στην οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους, με την εκατέρωθεν υποβολή αγωγών διαζυγίου καθώς και στη διακοπή της επιχειρηματικής συνεργασίας τους με την παραίτηση και απομάκρυνση του εναγομένου από την επιχείρηση ...

το Δεκέμβριο του επόμενου έτους. Στα πλαίσια της διαμάχης και της συνεχούς αντιπαράθεσης των δύο συζύγων, εντάσσεται και η αντιπαράθεση του εναγομένου με διάφορους υπαλλήλους καθώς και στελέχη της επιχείρησης, που αποτελούσαν , κατά τεκμήριο, προσωπικές κατά βάση της εν διαστάσει συζύγου του. Τέτοιο υψηλόβαθμο στέλεχος αποτελούσε και ο ενάγων, ο οποίος εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι στενός συνεργάτης της Έ.

Α., η οποία μάλιστα του έχει αναθέσει και τη διεύθυνση και διοίκηση του Οικογενειακού Γραφείου, ήτοι τη διαχείριση ζωτικών για την ίδια οικονομικών και προσωπικών ζητημάτων, που άπτονται ακόμη και των σχέσεών της με τον εναγόμενο. ......Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος (αναιρεσείων), ο οποίος είχε αφιχθεί στη Θεσσαλονίκη στις 5-6-2010, προκειμένου να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του με το ανήλικο τέκνο του, που απέκτησε με την εν διαστάσει σύζυγό του, επρόκειτο να αναχωρήσει τις πρωϊνές ώρες της 6-6-2010 από το αεροδρόμιο "Μακεδονία", με προορισμό το ..., με το ιδιωτικής χρήσεως αεροπλάνο, ιδιοκτησίας της κυπριακής ιδιωτικής μετοχικής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία αποκλειστικών συμφερόντων της Έ.

Α., τύπου CESSNA 510, με... πιλότο χειριστή τον ίδιο. Η πτήση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε, κατόπιν παρέμβασης της εν διαστάσει συζύγου του εναγομένου και του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου), νομίμου πληρεξουσίου της ως άνω ιδιοκτήτριας εταιρίας του αεροσκάφους, οι οποίοι είχαν αφιχθεί στο αεροδρόμιο με έτερο ιδιωτικής χρήσης επιβατηγό αεροπλάνο.

Την επόμενη ημέρα ο εναγόμενος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ' αριθμ. κατάθεσης 7872/2010 αίτηση περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων νομής, σε βάρος της ιδιοκτήτριας του αεροσκάφους "...", της εν διαστάσει συζύγου του, του ενάγοντος και έτερου φυσικού προσώπου, με την οποία, επικαλούμενος ότι αποκλειστικός νομέας, κάτοχος και πιλότος του εν λόγω αεροσκάφους, του οποίου τη νομή και κατοχή είχε αποκτήσει δυνάμει ειδικής συμφωνίας με την ιδιοκτήτρια εταιρία και τη σύζυγό του, που ασκεί ανεμπόδιστα από το χρόνο αγοράς και νηολόγησής του, στις 2-2-2009, χρησιμοποιώντας αυτό ως πιλότος για όλες ανά τον κόσμο μετακινήσεις του, ζητούσε την προσωρινή επιδίκαση στον ίδιο της νομής και κατοχής του αεροσκάφους και την αποβολή των αντιδίκων του, με ταυτόχρονη παράδοση των κλειδιών του στον ίδιο.

Στο πιο πάνω δικόγραφο, ο εναγόμενος (αναιρεσείων) αναφερόμενος, μεταξύ άλλων, στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) εξέθεσε επί λέξει τα ακόλουθα: "... 6-6-2010, εμφανίστηκαν στο αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης οι 2η έως και 4ος των καθών (η 2 η καθής είναι η σε διάσταση σύζυγός μου.... Ενώ ο 40ς καθού εμφανίζεται ως το άτομο " γενικών καθηκόντων" της 2 ης καθής) και ισχυρίστηκαν στις αστυνομικές αρχές αλλά και στον αερολιμενάρχη του αεροδρομίου " Μακεδονία" της Θεσσαλονίκης ( χωρίς τούτο να είναι αλήθεια), ότι: (1) η 2 η καθής είναι δήθεν νόμιμη εκπρόσωπος της τυπικά εμφανιζόμενης κυρίας του ανωτέρω αεροπλάνου, (2) ότι δήθεν έχω "αρπάξει" και "οικειοποιηθεί παράνομα" το ανωτέρω αεροπλάνο μου από τη δήθεν κυρία του εταιρία, 1η καθής και (3) ότι δήθεν δεν έχω δικαίωμα να απογειώσω το αεροπλάνο και παρέπεισαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα και συγκεκριμένα τον αξιωματικό υπηρεσίας του αστυνομικού σταθμού τρυ αεροδρομίου, Σ.

Π. να με απειλήσουν παράνομα χωρίς να έχουν οποιοδήποτε δικαίωμα και να με εκφοβίσουν με "άμεση φυλάκιση" και μου αφαίρεσαν με τη συνδρομή του αστυνομικού οργάνου και δια της παράνομης αυτής βίας και απειλής τη νομή και κατοχή του αεροπλάνου μου τα κλειδιά του αεροπλάνου μου, τα οποία (αφού παρέλαβε ο αστυνομικός αυτός) παρέδωσε (παρά τη ρητή διαμαρτυρία και απαγόρευσή μου) αρχικά στον 4ο καθού, ο οποίος φέρεται να τα έχει παραδώσει στη συνέχεια στη 2η καθής"....

Περιήλθε το δικόγραφο της ανωτέρω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων.... στους δικαστικούς υπαλλήλους, στο δικαστικό επιμελητή που επέδωσε το δικόγραφο και στο δικαστή που το μελέτησε.... Ο ενάγων, κατά τον ως άνω επίδικο χρόνο,... κατείχε τη θέση του Διευθυντή Προγραμματισμού στην εταιρία "... ... και ήταν μέλος της διοίκησης και διευθυντής του Οικογενειακού Γραφείου, το οποίο μετά την οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης του εναγομένου με την Έ.

Α., λειτουργεί, κατ' ουσία ως οικογενειακό γραφείο της τελευταίας. Επίσης δυνάμει του από 6-5-2010 πληρεξουσίου της Α. Α. Ζ., διευθύντριας της εταιρίας "...", τυπικής ιδιοκτήτριας του προαναφερθέντος αεροσκάφους και εταιρίας αποκλειστικών συμφερόντων της Έ. Α., διορίστηκε νόμιμος πληρεξούσιος της εταιρίας αυτής, με ιδιαίτερα ευρείες αρμοδιότητες, που περιλαμβάνουν, εκτός από την εκπροσώπηση της εταιρίας και κάθε εν γένει διοικητική και διαχειριστική πράξη.

Η ενασχόληση του ενάγοντος με όλες τις προαναφερόμενες δραστηριότητες, τις οποίες ασκεί στα πλαίσια των καθηκόντων που απορρέουν από τις ανωτέρω νευραλγικές για τα συμφέροντα της Έ. Α. θέσεις, τις οποίες άλλωστε η ίδια του έχει εμπιστευτεί, αφενός μαρτυρεί ότι πρόκειται επί της ουσίας για το "δεξί χέρι" της τελευταίας και πρόσωπο "εξ απορρήτων", αφετέρου καταδεικνύει την ευρύτητα των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί, η ακριβής οριοθέτηση και συγκεκριμενοποίηση των οποίων, ωστόσο, δεν είναι ευχερής, ώστε εύλογα να μπορεί να αποδοθεί σ' αυτή η έννοια της γενικότητας. ...Περαιτέρω, αναφορικά με τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι ο ενάγων σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα, παρέπεισε τα αστυνομικά όργανα και δη τον αξιωματικό υπηρεσίας να τον απειλήσουν και να τον εκφοβίσουν με "άμεση φυλάκιση" και να του αφαιρέσουν, δια της παράνομης αυτής βίας και απειλής τα κλειδιά του αεροπλάνου, τα οποία παρέλαβε ο ανωτέρω αστυνομικός και τα παρέδωσε στον ενάγοντα, παρά τη ρητή διαμαρτυρία και απαγόρευσή του, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Στις 6-6-2010 και περί ώρα 09.00 π.μ, παρουσιάστηκε ο ενάγων στο Τμήμα Ασφαλείας της Διεύθυνσης Αστυνόμευσης του Κρατικού Αερολιμένα Θεσσαλονίκης, δηλώνοντας ότι είναι εκπρόσωπος της εδρεύουσας στη ... εταιρίας, με την επωνυμία "..." της Έ. Α. και ανέφερε ότι ενοικιαζόμενο αεροσκάφος της εν λόγω εκπροσωπούμενης από αυτόν, εταιρίας, χρησιμοποιείται παράνομα από τον εναγόμενο, η ως άνω δε ιδιοκτήτρια εταιρία, κατόπιν νομίμων ενεργειών, το έχει καθηλώσει στην πίστα του Κρατικού Αερολιμένα Θεσσαλονίκης (Κ.Α.Θ.Μ), όπου το είχε σταθμεύσει ο εναγόμενος, ο οποίος παρανόμως διατηρεί στην κατοχή του το κλειδί του αεροσκάφους και αρνείται να το παραδώσει.

Κατόπιν υπόδειξης του ενάγοντος, εντοπίστηκε ο εναγόμενος στην αίθουσα αναχωρήσεων του Κ.Α.Θ.Μ και του ζητήθηκε να προσέλθει στο γραφείο του Αξιωματικού Υπηρεσίας της ανωτέρω Διεύθυνσης, όπου, αφού προσήλθε, δήλωσε ότι το παραπάνω αεροσκάφος του ανήκει και ότι δεν επιθυμεί να παραδώσει το κλειδί του.

Ο Αξιωματικός Υπηρεσίας ενημέρωσε και τις δύο πλευρές ότι εφόσον επιθυμούσαν να υποβάλουν εγκλήσεις είτε διότι παράνομα κρατείται το κλειδί του αεροσκάφους από τη μια πλευρά είτε διότι παράνομα είναι καθηλωμένο-ακινητοποιημένο το αεροσκάφος από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να προσκομίσουν τα απαραίτητα νόμιμα έγγραφα κατοχής και ιδιοκτησίας του αεροσκάφους.

Στη συνέχεια εμφανίστηκε στην Υπηρεσία η Έ. Α., συνοδευόμενη από τον Α. Κ., συνπιλότο του αεροσκάφους με το οποίο είχαν αφιχθεί, υπάλληλοι της εταιρίας εξυπηρέτησης ( Handling), που εξυπηρετούσαν τέτοιου είδους πτήσεις και συγκεκριμένα αυτές που γίνονταν από αεροσκάφη της ανωτέρω εταιρίας, και παρουσία των ως άνω προσώπων, καθώς και αστυνομικών της Υπηρεσίας, μετά από σχετική ερώτηση, ο μεν εναγόμενος δήλωσε ότι δεν επιθυμεί την υποβολή έγκλησης κατά της εν διαστάσει συζύγου του, η δε τελευταία, αφού επιβεβαίωσε όσα προηγουμένως είχε δηλώσει ο ενάγων, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί την υποβολή έγκλησης κατά του εναγομένου, με την προϋπόθεση αυτός να της παραδώσει άμεσα τα κλειδιά του αεροσκάφους της.

Τότε ο εναγόμενος δηλώνοντας ότι δεν επιθυμεί να χάσει την πτήση του, επέστρεψε και παρέδωσε το κλειδί του αεροσκάφους στον ενάγοντα, δια του Αξιωματικού Υπηρεσίας, στον οποίο απευθυνόμενος είπε χαρακτηριστικά να του το δώσει, ενώ αρνήθηκε να παραλάβει έγγραφη υπεύθυνη δήλωση παραλαβής του κλειδιού από τον ενάγοντα που προσφέρθηκε να του υπογράψει, όπως όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από το υπ' αριθμ. .../...-6-2010 ακριβές απόσπασμα από το βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων της 7ης Ιουνίου του έτους 2010 του Τμήματος Ασφαλείας της Διεύθυνσης Αστυνόμευσης του Κρατικού Αερολιμένα Θεσσαλονίκης....

Ενόψει των αποδειχθέντων ως άνω πραγματικών περιστατικών, με την περικοπή της επίδικης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος (και) του ενάγοντος, η οποία είχε το προαναφερθέν περιεχόμενο, ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ψευδή γεγονότα σε βάρος του αντιδίκου του και συγκεκριμένα ότι ο ενάγων παρέπεισε τα αρμόδια αστυνομικά όργανα και δη τον Αξιωματικό Υπηρεσίας να τον απειλήσει και να τον εκφοβίσει με άμεση φυλάκιση και υπό την ανωτέρω παράνομη βία και απειλή, να του αφαιρέσει τα κλειδιά του αεροσκάφους, παρά τη ρητή διαμαρτυρία και απαγόρευσή του, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, καμία απειλή και εκφοβισμός δεν διατυπώθηκε από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας, που επιλήφθηκε αρμοδίως της διαφοράς που ανέκυψε κυρίως μεταξύ των ως άνω εν διαστάσει συζύγων, σχετικά με τη χρήση του αεροσκάφους από τον εναγόμενο.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος ενημέρωσε και τις δύο πλευρές για το δικαίωμά τους να υποβάλουν εκατέρωθεν εγκλήσεις, προσκομίζοντας τα αναγκαία θεμελιωτικά των ισχυρισμών τους έγγραφα, ενώ και τα κλειδιά του αεροσκάφους δεν αφαιρέθηκαν κατόπιν της άνω ασκηθείσας δήθεν απειλής από την κατοχή του εναγομένου, αλλά ο ίδιος τα παρέδωσε οικειοθελώς.

Εξάλλου, τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα που περιέλαβε ο εναγόμενος στην επίδικη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση τρίτα πρόσωπα,... ήταν αντικειμενικά πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος καθώς και την επιστημονική και επαγγελματική του οντότητα, ως αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητά του, αφού εμφανίζεται ως άτομο που επιδεικνύει συμπεριφορά που αντίκειται στην ηθική, το οποίο, προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του, "ξεγέλασε" τα αστυνομικά όργανα, χρησιμοποιώντας παραπλανητικά επιχειρήματα και μεθόδους, ώστε αυτά στη συνέχεια επιδεικνύοντας συμπεριφορά αντίθετη προς το υπηρεσιακό τους καθήκον, να απειλήσουν και να εκφοβίσουν τον εναγόμενο και να του αφαιρέσουν με παράνομη βία τα κλειδιά του αεροσκάφους.

Επίσης, ο εναγόμενος γνώριζε, ως έχων άμεση και προσωπική γνώση των πραγμάτων, την αναλήθεια των άνω γεγονότων, αλλά και ότι αυτά είναι ικανά να πλήξουν την τιμή και υπόληψη του αντιδίκου του, ενώ επιπλέον θέλησε να τα ισχυριστεί με σκοπό την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, ενόψει του ότι με την επίδικη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δεν περιορίστηκε στην παράθεση γεγονότων, που αφορούν το δικαίωμα νομής και κατοχής, που διατείνετο ότι έχει επί του επίμαχου αεροσκάφους, αλλά περιέλαβε στο κείμενο της αίτησης, εν γνώσει του, τους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς για τον ενάγοντα.

Ο αυτοτελής καταλυτικός της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου ότι περιέλαβε τους επίμαχους ως άνω ισχυρισμούς του σε βάρος του ενάγοντος, από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, προκειμένου να προασπίσει το νόμιμο δικαίωμά του να προστατεύσει τα συμφέροντά του, αναφορικά με την ελεύθερη κατοχή και χρήση από αυτόν, του αεροσκάφους, ελέγχεται αβάσιμος και κρίνεται απορριπτέος, διότι τα περιστατικά που επικαλείται και αληθή υποτιθέμενα δεν μπορούν να υπαχθούν στην περίπτωση του άρθρου 367 παρ. 1 περ.

γ ΠΚ, με την επισήμανση ότι η αρχή προστασίας του δικαιολογημένου συμφέροντος λειτουργεί μόνο στο πλαίσιο των εγκλημάτων κατά της τιμής και πάντως ουδέποτε καλύπτει κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 α ΠΚ τις περιπτώσεις της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη σχετική μείζονα σκέψη της παρούσας...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος) και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή του, ακολούθως δε, κρίνοντας ότι η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος συνιστά συκοφαντική δυσφήμηση, απέρριψε (με επάλληλη αιτιολογία) την προβληθείσα από αυτόν ένσταση από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ ως αβάσιμη, κατά παραδοχή ως βάσιμης της από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ αντένστασης του αναιρεσιβλήτου, και έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 8.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη o τελευταίος από την παραπάνω σε βάρος του αδικοπραξία του αναιρεσείοντος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 362, 363 και 367 του ΠΚ, ως και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου με συμπεριφορά συνιστώσα συκοφαντική δυσφήμηση, και άρα αδικοπραξία, και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής του και την απόρριψη της ένστασης του αναιρεσείοντος από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ' ΠΚ, αντίστοιχα δε, την παραδοχή της αντένστασης του αναιρεσίβλητου από την διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, και συνακόλουθα δικαιολογούν την παροχή σ' αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δεδομένου ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του αναιρεσείοντος και παράνομη είναι αλλά και υπαίτια και, επίσης, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα της προσβολής της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, αφού ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη βλάβη, την οποία και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ειδικότερα δε, η ως άνω διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ ΠΚ, δεν ήταν εφαρμοστέα, λόγω της έχουσας χαρακτήρα συκοφαντικής δυσφήμησης συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, όπως ορθά έκρινε το Εφετείο με τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία του, σύμφωνα με την οποία "η αρχή προστασίας του δικαιολογημένου συμφέροντος...

πάντως ουδέποτε καλύπτει κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 α ΠΚ τις περιπτώσεις της συκοφαντικής δυσφήμησης, όπως στην προκειμένη περίπτωση", αφού, πράγματι, κατά τη μείζονα σκέψη, η περιέχουσα τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης συμπεριφορά κωλύει την εφαρμογή της διάταξης περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της συμπεριφοράς αυτής.

Με τον πρώτο, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, πλήττεται η πρώτη από τις επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, που απέρριψε την από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ ένσταση του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη με την αιτιολογία ότι "τα περιστατικά που επικαλείται και αληθή υποτιθέμενα δεν μπορούν να υπαχθούν στην περίπτωση του άρθρου 367 παρ. 1 περ.

γ ΠΚ, με την επισήμανση ότι η αρχή προστασίας του δικαιολογημένου συμφέροντος λειτουργεί μόνο στο πλαίσιο των εγκλημάτων κατά της τιμής..." παραβίασε, ευθέως, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Εφόσον, όμως, κατά τα ανωτέρω, η δεύτερη από τις επάλληλες αιτιολογίες δεν πλήττεται, ο λόγος αυτός, που αφορά την πρώτη επάλληλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, αφού τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς στη μη πληγείσα με την αναίρεση δεύτερη επάλληλη αιτιολογία, η τυχόν δε εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ως προς την πληττόμενη αυτή αιτιολογία δεν θεμελιώνει μεροληψία αυτού, ώστε να προκύπτει παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα: α) ότι ο αναιρεσείων με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ισχυρίστηκε ότι ο αναιρεσίβλητος παρέπεισε τον Αξιωματικό Υπηρεσίας να τον απειλήσει και να τον εκφοβίσει με άμεση φυλάκιση και έτσι, υπό την ανωτέρω παράνομη βία και απειλή, να του αφαιρέσει τα κλειδιά του αεροσκάφους, παρά τη ρητή διαμαρτυρία και απαγόρευσή του, β) ότι τα ανωτέρω γεγονότα ήσαν ψευδή, καθόσον καμιά απειλή και εκφοβισμός δεν διατυπώθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος από τον Αξιωματικό Υπηρεσίας, που επιλήφθηκε αρμοδίως της διαφοράς που ανέκυψε κυρίως μεταξύ των εν διαστάσει συζύγων, σχετικά με τη χρήση του αεροσκάφους από τον αναιρεσείοντα, αλλά, αντίθετα, αυτός ενημέρωσε και τις δύο πλευρές για το δικαίωμά τους να υποβάλουν εκατέρωθεν εγκλήσεις, ενώ και τα κλειδιά του αεροσκάφους δεν αφαιρέθηκαν από τον αναιρεσείοντα κατόπιν ασκηθείσας απειλής, αλλά ο ίδιος τα παρέδωσε οικειοθελώς, γ) ότι τα ψευδή αυτά γεγονότα, των οποίων έλαβαν γνώση τα αναφερόμενα ως άνω τρίτα πρόσωπα, ήταν αντικειμενικά πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτου καθώς και την επιστημονική και επαγγελματική του οντότητα, ως αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητά του, αφού τον εμφάνιζαν ως άτομο που επιδεικνύει συμπεριφορά που αντίκειται στην ηθική, το οποίο, προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του, "ξεγέλασε" τα αστυνομικά όργανα, χρησιμοποιώντας παραπλανητικά επιχειρήματα και μεθόδους, ώστε αυτά στη συνέχεια, επιδεικνύοντας συμπεριφορά αντίθετη προς το υπηρεσιακό τους καθήκον, να απειλήσουν και να εκφοβίσουν τον αναιρεσείοντα και να του αφαιρέσουν με παράνομη βία τα κλειδιά του αεροσκάφους και δ) ότι ο αναιρεσείων γνώριζε, ως έχων άμεση και προσωπική γνώση των πραγμάτων, την αναλήθεια των πιο πάνω γεγονότων και ότι αυτά ήσαν ικανά να πλήξουν την τιμή και υπόληψη του αναιρεσιβλήτου.

Αιτιολογείται, κατά συνέπεια, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις ο άμεσος δόλος του αναιρεσείοντος, η γνώση δηλαδή της αναλήθειας των όσων αυτός διέλαβε σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, η οποία αποτελεί ουσιώδες ζήτημα για την κατάφαση της τέλεσης συκοφαντικής δυσφήμησης από τον αναιρεσείοντα και η οποία θεμελιώνεται σε προσωπική του αντίληψη για τα κρίσιμα γεγονότα που συνέβησαν, κατά τις ανέλεγκτες σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης, παρόντος αυτού του ιδίου, ενώπιον του Αξιωματικού Υπηρεσίας και συνίστανται στη μη διατύπωση απειλής κατ' αυτού, στο ότι υπήρξε απλώς ενημέρωση των δύο πλευρών για το δικαίωμά τους να υποβάλουν εκατέρωθεν εγκλήσεις και στην οικειοθελή από τον ίδιο, και όχι κατόπιν απειλής, παράδοση των κλειδιών του αεροσκάφους, έτσι ώστε να μην απαιτείται η παράθεση και άλλων, σχετικά με τη γνώση αυτή του αναιρεσείοντος, περιστατικών.

Δεν ήταν δε αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση γιατί αποδείχθηκαν τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, αφού το ζήτημα αυτό ανάγεται αποκλειστικά στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων. Στις σχετικές δε παραδοχές του Εφετείου για τα διαμειφθέντα στο επίμαχο συμβάν μεταξύ Αξιωματικού Υπηρεσία, των διαδίκων και της Ε.

Α., στις οποίες περιλαμβάνονται και οι δηλώσεις του αναιρεσείοντος ότι το αεροσκάφος "του ανήκει και δεν επιθυμεί να παραδώσει το κλειδί του", ότι "δεν επιθυμεί την υποβολή έγκλησης κατά της εν διαστάσει συζύγου του", όπως και η προτροπή του προς τον αστυνομικό να παραδώσει το κλειδί στον αναιρεσίβλητο, αυτονόητα εμπεριέχεται και η παραδοχή ότι οι συνομιλίες γίνονταν σε γλώσσα που κατανοούσε ο αναιρεσείων.

Περαιτέρω, το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό της πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 367 παρ. 2α του ΠΚ που εφαρμόσθηκε και τη μη συνδρομή εκείνων της παραγράφου 1, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, ενώ δεν συνιστά αντιφατική αιτιολογία η παραδοχή της αντένστασης του αναιρεσιβλήτου και, ταυτόχρονα, η απόρριψη της ένστασης περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του αναιρεσείοντος, αφού, κατά τα ανωτέρω, το γεγονός ότι η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος περιέχει τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης, κωλύει την εφαρμογή της διάταξης περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της συμπεριφοράς αυτής.

Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος, αμφότεροι κατά το πρώτο σκέλος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, τα πλεοναστικώς αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει του ότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ύπαρξη ή μη ειδικού σκοπού εξυβρίσεως (άρθρ. 367 παρ. 2β ΠΚ), ότι δηλαδή ο αναιρεσείων τα επίμαχα γεγονότα "θέλησε να τα ισχυριστεί με σκοπό την προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, ενόψει του ότι με την επίδικη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δεν περιορίστηκε στην παράθεση γεγονότων, που αφορούν το δικαίωμα νομής και κατοχής, που διατείνετο ότι έχει επί του επίμαχου αεροσκάφους, αλλά περιέλαβε στο κείμενο της αίτησης, εν γνώσει του, τους ως άνω ψευδείς ισχυρισμούς για τον ενάγοντα", αποτελούν επιχείρημα από τις αποδείξεις και διατυπώθηκαν κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού, προς άντληση επί πλέον επιχειρήματος υπέρ της παραδοχής ότι ο αναιρεσείων γνώριζε την αναλήθεια των όσων ισχυρίστηκε σε βάρος του αναιρεσιβλήτου και, επομένως, ενόψει των προηγηθεισών σαφών παραδοχών της προσβαλλόμενης, που στηρίζουν το διατακτικό της, δεν ιδρύουν λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.

Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την ως άνω παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης, εφόσον οι αιτάσεις αυτές δεν ανάγονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, αλλά αναφέρονται αποκλειστικά στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, είναι αβάσιμος.

Τέλος, οι ίδιοι ως άνω λόγοι, ως προς τις λοιπές αιτιάσεις τους, είναι απαράδεκτοι, αφού οι αιτιάσεις αυτές, μεταξύ των οποίων και οι αναφερόμενες στην αναλήθεια ή μη των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων που δεν ελέγχονται από τον 'Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και της αρχής της ακρόασης όλων των διαδίκων (άρθ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 1556/2018).

Στην έννοια των πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 148/2009, ΑΠ 1765/2005). Ιδρύεται, δηλαδή, ο ανωτέρω λόγος και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της, όπως είναι και οι ισχυρισμοί που απαράδεκτα (άρθ. 224 ΚΠολΔ) εισάγουν νέα ή μεταβάλλουν υπάρχουσα αγωγική βάση (ΑΠ 846/2017).

Δεν συνιστά όμως απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, έστω και αν αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα ή η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 100/2018, ΑΠ 1152/2017, ΑΠ 517/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγο του κυρίως δικογράφου και με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο προς θεμελίωση του άμεσου δόλου του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με την αγωγή, και συγκεκριμένα, κατ' ανεπίτρεπτη συμπλήρωση των θεμελιωτικών της αγωγής του αναιρεσίβλητου ισχυρισμών, δέχτηκε άμεση και προσωπική αντίληψη των γεγονότων από τον αναιρεσείοντα και ως εκ τούτου γνώση αυτού περί της αναλήθειας των κρίσιμων αυτών γεγονότων, χωρίς η άμεση και προσωπική αυτή γνώση να εκτίθεται στην αγωγή του αναιρεσίβλητου ή να έχει προταθεί παραδεκτά και νόμιμα από αυτόν.

Ωστόσο, με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους δεν προσάπτεται πλημμέλεια για λήψη υπόψη αυτοτελούς, κατά την προαναφερόμενη έννοια, ισχυρισμού (που, κατά τον αναιρεσείοντα, δεν προβλήθηκε νομότυπα από αναιρεσιβλήτο), αλλά το Εφετείο, ύστερα από την εκτίμηση των περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, έστω και αν αυτά δεν διαλαμβάνονται ή δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, δέχθηκε όσα έχουν προπαρατεθεί, αναφορικά με την προσβαλλόμενη με την αγωγή γνώση του αναιρεσείοντος περί της αναλήθειας των κρίσιμων γεγονότων.

Δηλαδή, τα περιστατικά αυτά, τα οποία το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων γνώριζε "ως έχων άμεση και προσωπική γνώση των πραγμάτων" την αναλήθεια των επίμαχων γεγονότων, αφορούν περαιτέρω διευκρίνιση και πληρέστερο προσδιορισμό των περιστατικών που θεμελιώνουν τον άμεσο δόλο του αναιρεσείοντος και, συνεπώς, δεν θεμελιώνεται ο παρών αναιρετικός λόγος για λήψη υπόψη ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν νόμιμα.

Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγος του κυρίως δικογράφου και ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 451/2014). Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί ισχυρισμοί, ούτε τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου (ΑΠ 1202/2000).

Ακόμη, δεν είναι πράγματα οι ισχυρισμοί που έχουν σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων και την απόκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 719/2017, ΑΠ 244/2001). Έτσι, η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) με την παραδοχή εν μέρει διαφορετικών περιστατικών από τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τα οποία προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, δεν ιδρύει τον αναιρετικό από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο (ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 846/2017, ΑΠ 524/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο, κατά το τρίτο σκέλος, της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, και συγκεκριμένα δέχθηκε γνώση του αναιρεσείοντος περί της αναληθείας των κρίσιμων γεγονότων, επειδή είχε "άμεση και προσωπική γνώση των πραγμάτων", παρά την παντελή έλλειψη σχετικού ισχυρισμού στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, αφού η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστά παραδοχή πραγμάτων, αλλά περιστατικών που συγκεκριμενοποιούν το δόλο του με ειδικότερα περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν δεν συμπίπτουν απολύτως, χωρίς όμως να διαφέρουν ουσιωδώς, από τα περιστατικά της αγωγής.

Επίσης, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση πλημμέλειας από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, μέμφεται, ομοίως, την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα δέχθηκε ότι προσέβαλε την προσωπικότητα του αναιρεσισβλήτου, χωρίς να καθορίζονται περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η παράνομη συμπεριφορά του σε βάρος αυτού.

Όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις ένορκες βεβαιώσεις και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα ως άνω παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.

Επομένως, ο ανωτέρω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού,- αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης του.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικά από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1506/2018, ΑΠ 289/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με το δεύτερο, κατά το τέταρτο σκέλος, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλει την πλημμέλεια, ότι το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά στο υπ' αριθμ. .../...-6-2010 ακριβές απόσπασμα από το βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων της 7ης Ιουνίου 2010 του Τμήματος Ασφάλειας της Διεύθυνσης Αστυνόμευσης του Κρατικού Αερολιμένα Θεσσαλονίκης, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο αυτού, δεδομένου ότι, ενώ από το περιεχόμενο του ανωτέρω δημοσίου εγγράφου, που αποτελεί πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σε αυτό, προκύπτει ότι δεν ήταν παρών σε όσα στις 6-6-2010 ο αναιρεσίβλητος παρουσιάστηκε και κατήγγειλε ως προς την παράνομη εκ μέρους του κατοχή και χρήση του αεροσκάφους, αλλά ότι κλήθηκε και προσήλθε στο γραφείο του Αξιωματικού Υπηρεσίας του αεροδρομίου, σε μεταγενέστερο χρόνο, μετά δηλαδή την ανωτέρω καταγγελία και ύστερα από αναζήτηση και εντοπισμό του από τα αστυνομικά όργανα στην αίθουσα αναχωρήσεων του αεροδρομίου, και, άρα, δεν είχε άμεση αντίληψη των όσων ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε στον Αξιωματικό Υπηρεσίας ως προς τη κατοχή και χρήση του αεροσκάφους, παρ' όλα αυτά το Εφετείο δέχθηκε ότι είχε "άμεση και προσωπική γνώση" αυτών και, συνακόλουθα, της αναλήθειας του ένδικου ισχυρισμού του, ότι δηλαδή με όσα ο αναιρεσίβλητος επικαλέστηκε ενώπιον των αστυνομικών οργάνων παρέπεισε αυτά, με αποτέλεσμα να τον αναζητήσουν και να του ζητήσουν να προσέλθει στο Τμήμα Ασφαλείας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου παρατίθεται επ' ακριβώς στο αναιρετήριο, αλλά, αφού το ανέγνωσε σωστά, παραθέτοντας σχεδόν κατά λέξη ολόκληρο το περιεχόμενο αυτού, κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από αυτό, το οποίο ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Άλλωστε, το Εφετείο δεν δέχθηκε "άμεση και προσωπική γνώση" του αναιρεσείοντος για όσα ο αναιρεσίβλητος ανέφερε αρχικώς στον Αξιωματικό Υπηρεσίας, αλλά αυτών που διημείφθησαν, μετέπειτα, παρόντος του αναιρεσείοντος, με βάση τα οποία κατέληξε στο προαναφερόμενο πόρισμά του. Επομένως, εφόσον το Εφετείο κατέληξε στο ανωτέρω συμπέρασμα, με ορθή ανάγνωση του ανωτέρω εγγράφου, ο ανωτέρω, από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως μετά των προσθέτων αυτής λόγων και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Μετά δε ταύτα, πρέπει να απορριφθεί, ως άνευ αντικειμένου, και η υποβληθείσα, με τις κατατεθείσες πριν από τη δικάσιμο προτάσεις του αναιρεσείοντος, αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως, ενόψει του ότι, κατά το άρθρο 579 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., η έρευνα αυτής τελεί υπό την αίρεση της παραδοχής της αναιρέσεως.

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-9-2018 αίτηση του Μ. Τ. Κ. (M. J. C.) και τους επ' αυτής από 23-12-2019 προσθέτους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1026/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουνίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ