Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on VAT liability in construction contract dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Athens Court of Appeal's decision regarding VAT liability in a construction contract dispute. The appellant argued for VAT deduction, while the appellee, absent from proceedings, contended that the employer remains liable for VAT regardless of late invoicing. The court ruled that the appeal was inadmissible due to the appellee's failure to appear and that the lower court correctly applied substantive law on VAT obligations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 §2, 568 §1, 498 §1, 559 no. 1, 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine sua sponte the lawful and timely summons of an absent opposing party and proceed with the hearing if summoned properly, while appeals based on substantive law violations are rejected if the lower court's reasoning is clear and complete.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 740 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 740/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Κατσαρούμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ..., εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1801/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 5357/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-4-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576§2, 568§1 και 498§1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ' αριθ. .../ 13-9-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Σ. Τ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστεί κατά την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού αυτή δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του συνεκδίκασε την έφεση της ενάγουσας ήδη αναιρεσίβλητης και την αντέφεση της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας, ακολούθως δέχθηκε την έφεση και απέρριψε την αντέφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που δίκασε επί αγωγής από σύμβαση έργου, μόνο κατά το μέρος που απορρίφθηκε το αίτημα της επιδίκασης του ΦΠΑ των τιμολογίων της εργολαβικής αμοιβής, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη-αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα- αναιρεσίβλητη το υπόλοιπο της εργολαβικής αμοιβής, συμπεριλαμβανομένου και του ΦΠΑ.
Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλοι τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αριθ.8 ή 14 ΚΠολΔ.
Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί.
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 681, 682 και 694 ΑΚ συνάγεται ότι ο εργολάβος, όταν ενάγει τον εργοδότη για την καταβολή της αμοιβής του ή του υπολοίπου αυτής, οφείλει να επικαλεστεί στην αγωγή του, για το ορισμένο αυτής, τη σύμβαση μίσθωσης έργου κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, ήτοι τη σύμβαση που καταρτίσθηκε, το έργο που συμφωνήθηκε με αυτή να εκτελεστεί, την εκτέλεση και παράδοση ή την προσφορά του έργου και την αμοιβή που συμφωνήθηκε και αν αυτή είχε συμφωνηθεί κατά μονάδα κάθε εργασίας και ποιες ποσότητες στις συμφωνηθείσες μονάδες από κάθε εργασία εκτελέστηκαν ( ΑΠ 700/2019, ΑΠ 786/2019, ΑΠ 1287/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής με αντικείμενο την καταβολή του υπολοίπου εργολαβικής αμοιβής, περιέχει όλα τα αναγκαία για τη νομική θεμελίωσή της στοιχεία με αναφορά του συμφωνηθέντος έργου συνισταμένου στην κατασκευή της ηλεκτρομηχανολογικής εγκατάστασης στο εργοστάσιο της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας, την προσήκουσα εκτέλεση και παράδοση του έργου με παράθεση πινάκων με τις τελικές επιμετρήσεις των εργασιών, τη συμφωνηθείσα κατά τιμή μονάδος και συνολική εργολαβική αμοιβή, πλέον του συμφωνηθέντος να βαρύνει την εργοδότρια ΦΠΑ και το οφειλόμενο υπόλοιπο εργολαβικής αμοιβής.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή πληροί τους όρους των άρθρων 681, 694 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ και είναι επαρκώς ορισμένη, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζονται στο δικόγραφο οι αποδείξεις και τα τιμολόγια που αντιστοιχούν σε κάθε επιμέτρηση και ότι έχουν εκδοθεί τα σχετικά παραστατικά, ο λόγος που προέκυψε να εκτελεσθούν επιπλέον εργασίες και αν έλαβε χώρα έγκρισή τους από τον εργοδότη καθώς και η αιτία της διαφοράς των τιμών και των ποσοτήτων υλικών μεταξύ των επιμετρήσεων και του προϋπολογισμού, ούτε απαιτείτο άλλη περαιτέρω ανάλυση για τον τρόπο υπολογισμού του εργολαβικού ανταλλάγματος, διότι τα στοιχεία αυτά όπως και η συμφωνία για την καταβολή από την εναγομένη του ΦΠΑ των τιμολογίων, η οποία άλλωστε αναφέρεται, είναι διευκρινιστικά των θεμελιωτικών της ένδικης αξίωσης γεγονότων και μπορούν να συμπληρωθούν σε περίπτωση αμφισβήτησης από τις αποδείξεις.
Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε επαρκώς ορισμένη την αγωγή και απέρριψε το σχετικό λόγο αντέφεσης της αναιρεσείουσας, ορθά το νόμο εφάρμοσε και δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας και οι σχετικοί από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 520 παρ.1 και 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, αίτηση και τους λόγους αυτής. Και ως προς μεν την αίτηση, αυτή υπάρχει και είναι ορισμένη εάν ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης ως προς όλες ή μερικές από τις διατάξεις της, σχετικώς με το αιτητικό της αγωγής, ανταγωγής κλπ, οι δε λόγοι έφεσης συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου.
Στα τελευταία ανάγεται και η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται από τη μνεία ότι εξαιτίας αυτής οδηγήθηκε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ) επανεκτιμά εξ υπαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ' άρθρο 534 του ίδιου κώδικα, με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με το λόγο αυτό ελέγχεται πλην άλλων και το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 267/2017, ΑΠ 1574/2014, ΑΠ 170/2014). Επίσης, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ" όψη το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι αν δεν συντρέχει μία από τις σ' αυτή αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός μόνον εφ" όσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ" όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1/1987).
Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να δύναται να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α -γ της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (ΑΠ 3/2019, ΑΠ 1289/2017).
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί αοριστίας του μοναδικού λόγου έφεσης και απαραδέκτου εντεύθεν αυτής είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε ενώπιον του Εφετείου προς αντίκρουση της έφεσης της ενάγουσας. Αλλά και ανεξαρτήτως του απαραδέκτου αυτού, ο συγκεκριμένος λόγος τυγχάνει αβάσιμος, διότι το δικόγραφο της έφεσης, παραδεκτώς επισκοπούμενο, γίνεται σαφής αναφορά περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων αναφορικά με την απόρριψη του κονδυλίου του αναλογούντος στα τιμολόγια εργολαβικής αμοιβής ΦΠΑ, ενώ δεν ήταν αναγκαία ειδική μνεία του κανόνα δικαίου που παραβιάστηκε.
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ" όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή αυτής (ΑΠ 179/2019, ΑΠ 1274/2018).
Εξάλλου κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 431/2019 ).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι διαμαρτυρήθηκε για την υπερτιμολόγηση των εργασιών και για τις διαφορές που υπήρχαν στις επιμετρήσεις που υπέβαλε με την αγωγή σε σχέση με αυτές που ήταν συνημμένες στα τιμολόγια, διαφοροποιήσεις τις οποίες δεν εξέτασε και δεν αιτιολόγησε.
Ο λόγος αυτός που επιχειρείται, κατ' εκτίμηση του νοηματικού του περιεχομένου, να θεμελιωθεί στον αριθ.8 και 19 (όχι και στον αριθμό 17) του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός αποτελεί άρνηση της αγωγής και όχι πράγμα με την προεκτεθείσα έννοια, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4, 8 παρ.1, 14 παρ.1, 16 παρ. 1 και 2,19 παρ.1, 21, 35 παρ.1 και 36 του Ν. 2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας" (ΦΕΚ Α 248), ο οποίος κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο το Ν. 1642/1986 (ΦΕΚ Α 125) που εισήγαγε τον ανωτέρω φόρο στη χώρα, με τις εν τω μεταξύ επελθούσες αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του, οι οποίες ως ειδικές υπερισχύουν αυτών του ενδοτικού δικαίου, σαφώς προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως έργου, κατά την οποία ο εργολάβος παρέχει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη για την εκτέλεση του έργου έναντι αμοιβής, για την οποία είναι υπόχρεος στην έκδοση τιμολογίων και την απόδοση προς το Δημόσιο του αναλογούντος σε αυτά Φ.Π.Α, ο οποίος επιρρίπτεται στον εργοδότη, ως λήπτη των παρεχόμενων σε αυτόν υπηρεσιών και υπόχρεο συνεπεία τούτου στην καταβολή του, εφόσον ο εργολάβος προβεί στην έκδοση των σχετικών τιμολογίων, που τον υποχρεώνουν στην απόδοση του αναλογούντος σ' αυτά Φ.Π.Α στην αρμόδια Δ.Ο.Υ εντός των χρονικών ορίων που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου, χωρίς ωστόσο να έχει προεισπράξει τον φόρο αυτό από τον εργοδότη, δικαιούται να τον επιδιώξει από αυτόν κατά τις ως άνω διατάξεις και επικουρικώς εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εκτός αν ο εργοδότης επικαλεσθεί και αποδείξει ειδική συμφωνία μεταξύ αυτού και του εργολάβου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει την τοιαύτη υποχρέωσή του ( ΑΠ 787/2018, ΑΠ 1598/2011).
Ωσαύτως κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1/2019, ΑΠ 24/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση ως προς το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία ζήτημα της επιδίκασης του ΦΠΑ για το υπ' αριθ. ...-10-2009 τιμολόγιο, το οποίο εκδόθηκε εκπρόθεσμα, ήτοι τρία περίπου έτη μετά την παράδοση του έργου, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα : " ...ο αναλογών στην αξία του έργου ΦΠΑ δεν αποτελεί αμοιβή του εργολάβου αλλά εκ του νόμου φορολογική υποχρέωση του ιδιοκτήτη-εργοδότη και καταβάλλεται στον εργολάβο, ο οποίος τον αποδίδει αρμοδίως, η τυχόν δε εκπρόθεσμη έκδοση των τιμολογίων, ανεξαρτήτως του ότι ενδέχεται να συνιστά φορολογική παράβαση, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την καταβολή του ποσού αυτών και του ΦΠΑ.
Ενόψει αυτών η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό του ΦΠΑ των ανωτέρω τιμολογίων....". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις για την υποχρέωση καταβολής του ΦΠΑ από την αναιρεσείουσα- εργοδότρια και την επιδίκαση του σχετικού κονδυλίου στην αναιρεσίβλητη- εργολάβο, ανεξάρτητα αν το σχετικό τιμολόγιο εκδόθηκε εκπρόθεσμα, παρατυπία η οποία ελέγχεται φορολογικά και υπό τις άνω παραδοχές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων ως προς το κρίσιμο ζήτημα της επιδίκασης του ΦΠΑ στην αναιρεσίβλητη εργολάβο.
Επομένως οι σχετικοί από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ έκτος και έβδομος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν διαλαμβάνεται, αφού η αναιρεσίβλητη λόγω της ερημοδικίας της δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20/4/2016 αίτηση της εταιρείας "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 5357/ 2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ