Legislator Case Law & Legislation
659/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the appeal is inadmissible as it does not affect the substantive judgment.

Case Number 659/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision regarding an indefinite-term employment contract. The appellant argued that the lower court erred in interpreting the Executive Committee's resolution on contract non-renewal, claiming the termination was invalid due to procedural defects. The court rejected this appeal because the alleged procedural flaw did not influence the substantive outcome, which already recognized the indefinite contract and awarded damages.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 181, and 191(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the alleged error does not affect the operative part of the judgment, as the substantive ruling remains unchanged regardless of the procedural defect.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible appeal procedural defect substantive judgment employment contract Code of Civil Procedure legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 181 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 659 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 659/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Τριτοβάθμιου Αθλητικού Σωματείου με την επωνυμία "Ε.Π.Ο." (Ε.Π.Ο.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Νικόλαου Μπάρτζη και Γεωργίου Μελισσάρη, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μπούρλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1383/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4058/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 19-10-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 19.10.2023 (αριθ. καταθ. …/31.10.2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 4058/30.8.2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 4.1.2023 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος τριτοβάθμιου αθλητικού σωματείου κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία υπ' αριθ. 1383/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 8.10.2021 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Με την ως άνω αγωγή του ο ενάγων ισχυρίσθηκε ότι απασχολήθηκε από 3.4.2017 στο εναγόμενο τριτοβάθμιο αθλητικό σωματείο ως λογιστής και από 10.1.2018 ως αναπληρωτής διευθυντής της οικονομικής διεύθυνσης, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες συνιστούσαν στην πραγματικότητα εξαρχής μια ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ότι το εναγόμενο στις 8.7.2021 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του καταβάλλοντας του ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 31.733,34 ευρώ, ότι η ως άνω καταγγελία είναι άκυρη γιατί έγινε χωρίς να έχει ληφθεί απόφαση από την αρμόδια, σύμφωνα με το καταστατικό του εναγομένου, Εκτελεστική Επιτροπή αυτού κατόπιν σχετικής εισήγησης του Εκτελεστικού Γραμματέα και ότι τι το εναγόμενο αρνούμενο να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερθείσες υπηρεσίες του κατέστη υπερήμερο και του οφείλει μισθούς υπερημερίας.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 8.7.2021 καταγγελίας της εν λόγω σύμβασης εργασίας του, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, να υποχρεωθεί να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να του καταβάλει από την ως άνω αιτία το ποσό των 119.084,97 ευρώ και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 10.000 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας την ως άνω έφεση του εναγομένου δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο, στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 1605/2022, 315/2021, 1552/2018, 1557/2014).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων και των διατάξεων των άρθρων 159 παρ. 1, 174, 180, 349, 350, 648, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1, 2, 5 του ν. 3198/1955 και 1, 3 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λύεται με καταγγελία της από τον εργοδότη ή τον μισθωτό, ότι για την εγκυρότητα της καταγγελίας, εκ μέρους του εργοδότη, απαιτείται να γίνεται εγγράφως από τον ίδιο τον εργοδότη ή από το νόμιμο αντιπρόσωπο ή πληρεξούσιο του, εφόσον δε εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο (ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου), πρέπει να γίνεται από το αρμόδιο κατά νόμο εκπροσωπευτικό όργανό του και με την καταβολή στον απολυόμενο της προβλεπομένης από το νόμο αποζημίωσης (ΑΠ 1311/2022, 393/2021, 1311/2022, 884/2017).

Διαφορετικά, εάν δηλαδή η καταγγελία της σύμβασης εργασίας στο όνομα νομικού προσώπου γίνει από πρόσωπο ή όργανο αυτού, που δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει την σύμβαση, η καταγγελία είναι ανυπόστατη (ΑΠ 1311/2022, 736/2020, 1039/2019). Στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη έναντι του μισθωτού, ο οποίος έπαυσε να προσέρχεται στην υπηρεσία του εξαιτίας της ανυπόστατης καταγγελίας για την πληρωμή μισθών υπερημερίας.

Αν όμως, μετά την ανυπόστατη αυτή καταγγελία ο μισθωτός προσφέρεται στην παροχή των υπηρεσιών του και το νομικό πρόσωπο της αποκρούει, τότε περιέρχεται τούτο σε υπερημερία και υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές υπερημερίας (ΑΠ 1804/2022, 1311/2022, 736/2020, 1039/2019). Όταν η αγωγή του εργαζόμενου έχει αίτημα την εκδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω ανυπόστατης καταγγελίας της σύμβασης, η οποία έγινε στο όνομα εργοδότη νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού που δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση, πρέπει για την πληρότητα αυτής να διαλαμβάνει, εκτός από τη σύμβαση εργασίας και τη συμβατική ή νόμιμη αμοιβή και τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία προκύπτει το ανυπόστατο της καταγγελίας και η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών που προσέφερε ο εργαζόμενος.

Η υπερημερία αυτή δεν προκύπτει αυτομάτως, όπως στην άκυρη καταγγελία, αλλά δεδομένου ότι το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη, αφού η από αναρμόδιο πρόσωπο γενομένη καταγγελία δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα, πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή, για να είναι ορισμένη, ότι ο μισθωτός και μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από μη νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο, προσέφερε πραγματικά, ενόψει και του ανυπόστατου της καταγγελίας, τις υπηρεσίες του στον εργοδότη και ότι ο τελευταίος της απέκρουσε, περιερχόμενος έτσι σε υπερημερία, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη (ΑΠ 1804/2022, 736/2020, 1039/2019, 1650/2012).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί, και μάλιστα, νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εάν δε ο αναιρεσείων υπήρξε εκκαλών, πρέπει τον ισχυρισμό του που θεμελιώνει το λόγο της αναίρεσης να τον είχε προτείνει στο εφετείο με κύριο ή πρόσθετο λόγο έφεσης, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις (ΑΠ 762/2023, 943/2022, 1597/2018).

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 53/2023, 1249/2022, 135/2021).

Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 53/2023, 135/2021).

Ακόμη, η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και επομένως, για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης ο σχετικός ισχυρισμός, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1118/2023, 762/2023), ενόψει, δε, του ότι αφορά σε ισχυρισμό που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα, μπορεί να προταθεί το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 958/2020, 753/2020, 953/2017) και συγκεκριμένα να έχει προταθεί νόμιμα με λόγο έφεσης του εναγομένου ή με τις προτάσεις του εφεσίβλητου προς απόκρουση της έφεσης (ΑΠ 958/2020, 753/2020, 1162/2019).

Ο, δε, ισχυρισμός περί αοριστίας προτεινόμενος ή επαναφερόμενος στο εφετείο, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να εκτίθενται οι συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που κατά νόμο είναι αναγκαία για τη γέννηση του ασκούμενου δικαιώματος (ΑΠ 905/2023, 369/2023, 740/2020).

Για να είναι, όμως, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται, ότι ο περί αοριστίας, νομικής, ποιοτικής ή ποσοτικής, ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του, επί πλέον δε να καθορίζεται το περιεχόμενο της αγωγής, άλλως ο λόγος είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 369/2023, 695/2021, 185/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής : "Ο ενάγων απασχολήθηκε στο εναγόμενο σωματείο από 3-4-2017 ως λογιστής και από 10-1-2018 ως αναπληρωτής διευθυντής της Οικονομικής Διεύθυνσης, υπεύθυνος εσωτερικού ελέγχου και οικονομικός σύμβουλος της Διοίκησης, δυνάμει διαδοχικών έγγραφων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (με διάρκεια η πρώτη από 3-4-2017 έως 31-12-2017, η δεύτερη από 1-1-2018 έως 31-12-2020, η τρίτη από 1-1-2021 έως 31-1-2021, η τέταρτη από 1-2-2021 έως 28-2-2021, η πέμπτη από 1-3- 2021 έως 31-3-2021, η έκτη από 1-4-2021 έως 22-4-2021 και η έβδομη από 23-4-2021 έως 30-6-2021), οι οποίες όμως συνιστούσαν στην πραγματικότητα - επειδή ο ενάγων κάλυπτε με την εργασία του πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου - εξαρχής μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία ακολούθως καταγγέλθηκε από το εναγόμενο με κοινοποίηση στον ενάγοντα της από 8-7-2021 έγγραφης καταγγελίας (που φέρει υπογραφή του Προέδρου της Εκτελεστικής Επιτροπής του εναγόμενου, Θ.

Ζ.) και καταβολή αποζημίωσης. Σύμφωνα όμως με τις διατάξεις του κωδικοποιημένου καταστατικού του εναγόμενου (όπως αναγνωρίσθηκε με την υπ. αρ. 6101/1926 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών και τροποποιήθηκε με την υπ. αρ. 401/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών) οι απολύσεις των εργαζομένων του υπόκεινται σε ορισμένες καταστατικές διατυπώσεις.

Ειδικότερα το καταστατικό του εναγόμενου προβλέπει α) στο άρθρο 35 τις εξουσίες της Εκτελεστικής Επιτροπής (η οποία αποτελεί το εκτελεστικό όργανο του εναγόμενου, κατ' άρθρο 20 παρ. 2 του καταστατικού), μεταξύ των οποίων ότι : "Η Εκτελεστική Επιτροπή : ... ιστ. Θα αποφασίζει για κάθε άλλο θέμα που δεν υπάγεται στην αρμοδιότητα της Γενικής Συνέλευσης", β) στο άρθρο 23 τους τομείς δικαιοδοσίας και τις εξουσίες της Γενικής Συνέλευσης, μεταξύ των οποίων δεν συγκαταλέγεται η λήψη αποφάσεων σχετικά με την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του προσωπικού του εναγόμενου, γ) στο άρθρο 38 ότι : "1.

Ο Πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής εκπροσωπεί την Ε.Π.Ο. νόμιμα. ... 4. Είναι πρωτίστως υπεύθυνος για τα ακόλουθα : α. την υλοποίηση, μέσω των διοικητικών υπηρεσιών, των αποφάσεων που ψηφίζονται από τη Γενική Συνέλευση και την Εκτελεστική Επιτροπή", δ) στο άρθρο 55 εδ. α' ότι : "Η Γραμματεία θα εκτελεί όλες τις διοικητικές εργασίες της Ε.Π.Ο.

υπό τη διεύθυνση του Εκτελεστικού Γραμματέα." και ε) στο άρθρο 56 παρ. 3 τα καθήκοντα του Εκτελεστικού Γραμματέα, μεταξύ άλλων : "... θ. να εισηγείται στην Εκτελεστική Επιτροπή τον ορισμό και την παύση προσωπικού που εργάζεται στη Γραμματεία", δηλαδή στις διοικητικές υπηρεσίες της Ε.Π.Ο., σύμφωνα με το αρχικό κεφάλαιο "ΈΝΝΟΙΑ ΤΩΝ ΟΡΩΝ" του καταστατικού.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του καταστατικού συνάγεται ότι, για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του προσωπικού της Γραμματείας του εναγόμενου, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται ο ενάγων (καθώς εκτελούσε μέρος των διοικητικών εργασιών του εναγόμενου και δη των σχετικών με την οικονομική λειτουργία αυτού, αρχικά ως λογιστής και εν συνεχεία ως αναπληρωτής διευθυντής της Οικονομικής Διεύθυνσης, υπεύθυνος εσωτερικού ελέγχου και οικονομικός σύμβουλος της .Διοίκησης), απαιτείται προηγούμενη απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής, η οποία λαμβάνεται κατόπιν σχετικής εισήγησης του Εκτελεστικού Γραμματέα.

Τουναντίον, η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας δεν συγκαταλέγεται στις αποφασιστικές αρμοδιότητες ι) της Γενικής Συνέλευσης, όπως αυτές απαριθμούνται περιοριστικά στο άρθρο 23 του καταστατικού, ιι) ούτε του Προέδρου της Εκτελεστικής Επιτροπής, ο οποίος απλώς υλοποιεί τις αποφάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής (κατ' άρθρο 38 παρ. 4 α' του καταστατικού), επομένως και εκείνες περί καταγγελίας συμβάσεων εργασίας.

Εν προκειμένω όμως, το εναγόμενο κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος χωρίς να τηρήσει την προβλεπόμενη από το καταστατικό διαδικασία, ήτοι δίχως απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ούτε προηγούμενη εισήγηση του Εκτελεστικού Γραμματέα. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το απόσπασμα πρακτικού συνεδρίασης υπ.

αρ. …/…-2021 της Εκτελεστικής Επιτροπής του εναγόμενου (που προσκομίζεται εκ μέρους του), ο Πρόεδρος αυτής, Θ. Ζ., κατά τη συζήτηση του 9ου θέματος "έγκριση ανανέωσης συμβάσεων προσωπικού", έδωσε το λόγο στον Εκτελεστικό Γραμματέα, Ι. Φ., ο οποίος εισηγήθηκε α) την εξακολούθηση απασχόλησης με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο εναγόμενο έντεκα εργαζόμενων, ρητά κατονομαζόμενων στο πρακτικό, στους οποίους δεν συμπεριλαμβανόταν ο ενάγων και β) για όσες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν ανανεωθούν, να καταβληθούν οι προβλεπόμενες από την νομοθεσία αποζημιώσεις.

Η Εκτελεστική Επιτροπή, υιοθετώντας την παραπάνω εισήγηση του Γραμματέα της, αποφάσισε 1ον) αφενός την εξακολούθηση απασχόλησης των εν λόγω έντεκα ρητά κατονομαζόμενων εργαζόμενων στους οποίους δεν συμπεριλαμβανόταν ο ενάγων και 2ον) αφετέρου την καταβολή των εκ του νόμου προβλεπόμενων αποζημιώσεων σε όσους υπαλλήλους οι συμβάσεις δεν :

ανανεώθηκαν μετά την 30-6-2021, χωρίς ειδική αναφορά στον ενάγοντα. Πλην όμως τα , παραπάνω δεν σημαίνουν, ότι κατά την εν λόγω συνεδρίαση της Εκτελεστικής Επιτροπής ελήφθη ρητώς απόφαση καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος. Και τούτο επειδή α) η μη αναφορά του ενάγοντος μεταξύ των εργαζομένων που συνέχισαν να απασχολούνται στο εναγόμενο με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, στις εν λόγω εισήγηση και απόφαση, ουδεμία αξία έχει, καθώς η ανανέωση ή μη των συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι διαφορετικό ζήτημα από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία συνέδεε το εναγόμενο - όπως και το ίδιο συνομολογεί με τις προτάσεις του - με τον ενάγοντα και β) η γενική και αόριστη αναφορά περί καταβολής αποζημιώσεων στους υπαλλήλους των οποίων οι συμβάσεις δεν ανανεώθηκαν, στις ίδιες εισήγηση και απόφαση, ουδόλως καθιστά σαφή και αναμφίβολη τη βούληση της Εκτελεστικής Επιτροπής για καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος με καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, καθώς, ελλείψει ονομαστικής αναφοράς του ενάγοντος σε εισήγηση και απόφαση, δεν προκύπτει εάν πράγματι ο ίδιος συμπεριλαμβάνονταν στους υπαλλήλους αυτούς.

Αντιθέτως, από το υπ. αρ. …/…-2019 πρακτικό συνεδρίασης και την υπ. αρ. …/…-2018 απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής του εναγόμενου (που προσκομίζει ο ενάγων, ενώ παρόμοια έγγραφα δεν προσκομίζονται από το εναγόμενο), δυνάμει των οποίων καταγγέλθηκαν οι συμβάσεις εργασίας ετέρων υπαλλήλων αυτού (ήτοι των Θ.

Σ. και Ι. Τ.), προκύπτει ότι στις αποφάσεις του εναγόμενου περί καταγγελίας συμβάσεων εργασίας αναφέρονται ρητώς τα ονοματεπώνυμα των εργαζομένων που αφορά εκάστη απόφαση. Κατά τον ίδιο τρόπο, για την έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, έπρεπε να υπάρχει απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής με ρητή και ειδική αναφορά στο ονοματεπώνυμο αυτού και στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης.

Τούτο άλλωστε είναι σύμφωνο και με τον σκοπό των προαναφερόμενων διατάξεων του καταστατικού, βάσει των οποίων για την έγκυρη καταγγελία σύμβασης εργασίας απαιτείται ειδική και συγκεκριμένη απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής, τέτοια όμως δεν προκύπτει από το απόσπασμα πρακτικού υπ. αρ. …/…-2021 συνεδρίασης της τελευταίας, γεγονός που ισοδυναμεί με έλλειψη απόφασης.

Σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή εφόσον γίνει δεκτό ότι εν προκειμένω μπορεί έμμεσα να συναχθεί απόφαση περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, δεν μπορεί να διασφαλισθεί η διαφάνεια των αποφάσεων της Εκτελεστικής Επιτροπής, ενώ υφίσταται κίνδυνος για τις εργασιακές σχέσεις των απασχολούμενων στο εναγόμενο και καταστρατήγησης των εργασιακών δικαιωμάτων τους.

Επομένως, τόσο ο 1ος λόγος έφεσης (με τον οποίο υποστηρίζεται, ότι υπογράφηκε από τον Πρόεδρο της Εκτελεστικής Επιτροπής, ως έχοντα την σχετική εξουσία εκπροσώπησης του εναγόμενου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, χωρίς να υπάγεται η τελευταία στις αρμοδιότητες της Εκτελεστικής Επιτροπής) όσο και ο 2ος λόγος έφεσης (με τον οποίο υποστηρίζεται ότι τηρήθηκαν οι διατάξεις του κανονισμού, σχετικά με την λήψη απόφασης της Εκτελεστικής Επιτροπής για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, μετά από εισήγηση του Εκτελεστικού Γραμματέα) πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.

Με βάση τα προλεχθέντα, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, επειδή δεν έλαβε χώρα από το αρμόδιο όργανο εκπροσώπησης του εναγόμενου (δηλαδή την Εκτελεστική Επιτροπή, η οποία έχει την αποκλειστική εξουσία προς λήψη της σχετικής απόφασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23, 35 περ. ιστ', 38 παρ. 4 α', 55 εδ.

α' και 56 παρ. 3 θ' του καταστατικού του εναγόμενου), αλλά από όργανο αναρμόδιο (δηλαδή τον Πρόεδρο της Εκτελεστικής Επιτροπής, με υπογραφή εκ μέρους του της από 8-7-2021 έγγραφης καταγγελίας και κοινοποίησή της στον ενάγοντα), θεωρούμενη για τον παραπάνω λόγο, είτε ως ανυπόστατη, είτε ως άκυρη (σύμφωνα με τις προλεχθείσες στη μείζονα σκέψη δύο νομολογιακές εκδοχές), σε αμφότερες τις περιπτώσεις δεν επιφέρει τη λύση της ένδικης σύμβασης εργασίας.

Περαιτέρω α) υπό την εκδοχή της ανυπόστατης καταγγελίας, δεδομένου ότι μετά από αυτήν ο ενάγων προσφέρθηκε στην παροχή της εργασίας του, αλλά το εναγόμενο την απέκρουσε, τούτο περιήλθε σε υπερημερία εργοδότη και β) υπό την εκδοχή της άκυρης καταγγελίας, η τελευταία από μόνη της επιφέρει την υπερημερία του εναγόμενου εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος.

Επομένως, σε αμφότερες τις περιπτώσεις (ανυπόστατου ή ακυρότητας της καταγγελίας) το εναγόμενο υποχρεούται να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος με τους προ της καταγγελίας όρους εργασίας του και να καταβάλει σ' αυτόν τις αιτούμενες με την αγωγή αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 9-7-2021 έως 9-9-2022 (...).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε την αγωγή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ήτοι α) αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η καταγγελία εκ μέρους του εναγόμενου της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που το συνέδεε με τον ενάγοντα, β) υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντας με τους προ της καταγγελίας εργασιακούς όρους, με απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής του εναγόμενου και γ) επιδίκασε υπέρ του ενάγοντος και σε βάρος του εναγόμενου συνολικό ποσό [ μισθοί υπερημερίας 139.084,97 ευρώ + χρηματική ικανοποίηση 10.000 ευρώ = ] 149.084,97 ευρώ, εκ του οποίου καταψηφιστικώς 20.000 ευρώ (μέρος των μισθών υπερημερίας) και αναγνωριστικώς 129.084,97 ευρώ (υπόλοιπο μισθών υπερημερίας 119.084,97 ευρώ + χρηματική ικανοποίηση 10.000 ευρώ], και όχι ποσό 169.084,97 ευρώ εκ των οποίου 149.084,97 ευρώ αναγνωριστικώς και επιπλέον 20.000 ευρώ καταψηφιστικώς (όπως αβασίμως υποστηρίζεται με τον 4° λόγο έφεσης), ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τις προαναφερόμενες διατάξεις (νόμων και καταστατικού) και σωστά εκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα, επομένως η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".

Το αναιρεσείον με τον τρίτο εκ των αριθμών 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αληθώς, όμως, εκ των αριθμών 8 και 14 του ως άνω άρθρου ως εκ του αποδιδόμενου σ'αυτή νομικού σφάλματος (δεδομένου ότι δι'αυτού δεν βάλλονται οι ουσιαστικές παραδοχές της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα δεν απέρριψε ως αόριστο το αγωγικό κονδύλιο επιδίκασης μισθών υπερημερίας εφόσον δέχθηκε ότι ήταν ανυπόστατη η εκ μέρους αυτού (εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος) καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, καθότι δεν αναφερόταν στην αγωγή, ως προς το αίτημα αυτό, η πραγματική προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος σ' αυτό (αναιρεσείον) και η εκ μέρους του απόκρουση των προσφερθεισών υπηρεσιών του ενάγοντος, όπως απαιτείται για το ορισμένο της εν λόγω αγωγικής αξίωσης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι, το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ότι τον ως άνω ισχυρισμό περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, ως προς το αγωγικό κονδύλιο επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας, είχε προτείνει στο Δικαστήριο της ουσίας, ούτε επίσης εκτίθεται το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, προκειμένου από τη σύγκριση αυτού με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ως άνω αιτίαση να προκύπτει η αποδιδόμενη πλημμέλεια.

Τέλος, σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της από 4.1.2023 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, των από 6.3.2023 προτάσεών του ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και των υπ' αριθμ. 1383/2022 πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι το αναιρεσείον, ως εναγόμενο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ως εκκαλούν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν είχε προβάλλει ισχυρισμό στο Δικαστήριο της ουσίας περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ως προς το αγωγικό κονδύλιο επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας λόγω μη αναφοράς στο δικόγραφο της αγωγής της πραγματικής προσφοράς των υπηρεσιών του ενάγοντος και της μη αποδοχής τους εκ μέρους αυτού (ανεξαρτήτως του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής γίνεται σχετική αναφορά στις σελίδες 10-11 του δικογράφου αυτής), αλλά είχε προβάλλει με λόγο έφεσης αοριστία του δικογράφου της αγωγής για άλλη αιτία και συγκεκριμένα λόγω του περιορισμού εκ μέρους του ενάγοντος, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, του αγωγικού αιτήματος για επιδίκαση μισθών υπερημερίας συνολικού ύψους 139.084,97 ευρώ εν μέρει σε καταψηφιστικό για το τμήμα αυτού ύψους 20.000 ευρώ και κατά το υπόλοιπο ποσό των 119.084,97 ευρώ σε αναγνωριστικό, λόγος έφεσης που απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Τέλος, η απλή αναφορά στην έφεση και στις προτάσεις του εναγομένου-εκκαλούντος ότι πρέπει να απορριφθεί η αγωγή του ενάγοντος ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, απαράδεκτη, αόριστη και καταχρηστική, χωρίς καμιά αναφορά στα εκτιθέμενα στον ως άνω τρίτο αναιρετικό λόγο πραγματικά περιστατικά δεν συνιστά παραδεκτή πρόταση του ισχυρισμού περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής, ως προς το ως άνω αγωγικό κονδύλιο, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε.

Περαιτέρω το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.α' του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα έκρινε ότι για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του προσωπικού της Γραμματείας αυτού (αναιρεσείοντος) και συνακόλουθα και του ενάγοντος απαιτείται προηγούμενη απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής που λαμβάνεται κατόπιν εισήγησης του Εκτελεστικού Γραμματέα, με βάση, τη διάταξη του άρθρου 56 παρ.3 περ.

β του Καταστατικού του, ενώ όφειλε να κρίνει ότι με βάση τις διατάξεις των άρθρων 38 παρ.1 και 40 παρ.1 του ως άνω Καταστατικού ο Πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής αυτού (αναιρεσείοντος) είναι το αρμόδιο όργανο για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ως άνω προσωπικού και συνακόλουθα και του ενάγοντος.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, με βάση τις ανέλεγκτες ως προς τα πράγματα παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) ότι για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του διοικητικού προσωπικού του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος τριτοβάθμιου αθλητικού σωματείου, στο οποίο (διοικητικό προσωπικό) συμπεριλαμβάνεται ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, απαιτείται προηγούμενη απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής, η οποία λαμβάνεται κατόπιν σχετικής εισήγησης του Εκτελεστικού Γραμματέα αυτού (αναιρεσείοντος), και ότι η ως άνω αρμοδιότητα δεν συγκαταλέγεται στις αποφασιστικές αρμοδιότητες της Γενικής Συνέλευσης, ούτε του Προέδρου της Εκτελεστικής Επιτροπής, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 35, 23, 38, 55 εδ.α και 56 παρ.3 του κωδικοποιημένου καταστατικού του εναγόμενου, β) ότι το εναγόμενο κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος χωρίς να τηρήσει την προβλεπόμενη από το καταστατικό διαδικασία, ήτοι δίχως απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής περί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, κατόπιν προηγούμενης εισήγησης του Εκτελεστικού Γραμματέα, όπως προκύπτει από το απόσπασμα πρακτικού της υπ.

αρ. …/…-2021 συνεδρίασης της Εκτελεστικής Επιτροπής και γ) ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, επειδή δεν έλαβε χώρα από το αρμόδιο όργανο εκπροσώπησης του εναγόμενου (δηλαδή την Εκτελεστική Επιτροπή), αλλά από αναρμόδιο όργανο (δηλαδή τον Πρόεδρο της Εκτελεστικής Επιτροπής, με την υπογραφή εκ μέρους του της από 8-7-2021 έγγραφης καταγγελίας και κοινοποίησή της στον ενάγοντα) δεν επέφερε τη λύση της ένδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητου, δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων που προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσίβλητου, εφόσον η ως άνω καταγγελία έγινε από όργανο του αναιρεσείοντος τριτοβάθμιου αθλητικού σωματείου, το οποίο δεν είχε την εκ του καταστατικού του αναιρεσείοντος αρμοδιότητα για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του διοικητικού προσωπικού του.

Σε κάθε δε περίπτωση, εφόσον το καταστατικό του σωματείου αποτελεί σύμβαση, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 78, 79, 80 και 361 του ΑΚ και δεν θέτει κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η τυχόν εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του δεν ιδρύει τους από τους αριθμ.1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 37/2021, 678/2020, 1318/2018, 1373/2017), το δε αναιρεσείον με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης δεν προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω πλημμέλεια, δηλαδή ότι με το να κρίνει ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου έγινε από αναρμόδιο όργανο του αναιρεσείοντος, βάσει των διατάξεων του καταστατικού του, παραβίασε, σε σχέση με τις διατάξεις του καταστατικού του αναιρεσείοντος σωματείου που ρυθμίζουν την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας του διοικητικού προσωπικού του, τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Οι από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ τιθέμενοι κανόνες, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση και γενικότερα δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο των βουλήσεων που δηλώθηκαν (ΑΠ 1366/2022, 355/2020).

Ειδικότερα, το άρθρο 173 του ΑΚ αναφέρεται σε κάθε δήλωση βουλήσεως, ακόμη και στις μονομερείς και μη απευθυντέες, ενώ το άρθρο 200 του ΑΚ αναφέρεται μόνο στις συμβάσεις (ΑΠ 1887/2022, 1902/2022, 1768'/2022) Συνεπώς, εφόσον υπάρχει κενό ή αμφίβολο σημείο στη μονομερή δήλωση βουλήσεως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, για την πλήρωση ή άρση, αντίστοιχα, του σημείου αυτού, αναζητείται η αληθινή βούληση του δηλούντος, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, με μοναδικό κριτήριο την υποκειμενική άποψη, εφόσον δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 200 του ΑΚ, ενώ συγχωρείται στην περίπτωση αυτή η λήψη υπόψη και περιστατικών ή στοιχείων που προκύπτουν ιδίως από έγγραφα (ΑΠ 1887/2022, 1166/2021, 105/2013).

Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι αναιρετικά ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 2107/2022, 1316/2022, 355/2020).

Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους (ΑΠ 1693/2022, 1316/2022, 355/2020).

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της δικαιοπραξίας, έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της δικαιοπραξίας ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα (ΑΠ 755/2023, 1418/2018, 1271/2017, 2043/2014). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπληρώσεως της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δηλώσεως βουλήσεως, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσεως και υπόκειται στον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 206/2022, 16/2021).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε (ΑΠ 439/2020, 558/2018, 453/2014) και ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες (ΑΠ 1583/2022,1350/2018, 1210/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με το δεύτερο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ στους οποίους όφειλε να καταφύγει και να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Εκτελεστική Επιτροπής, κατά την υπ' αριθμ.

…/…2021 συνεδρίασή της, έλαβε την απόφαση "μη συνέχισης της συνεργασίας με τον εργαζόμενο ορισμένου χρόνου Ν. Κ." και ότι η αληθής βούληση του οργάνου ήταν η διακοπή της εργασιακής σχέσης αυτού. Και τούτο διότι εφόσον ο αναιρεσίβλητος συνδεόταν με αυτό από την πρόσληψή του μέχρι την αποχώρησή του με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, επ'αυτού του καθεστώτος κλήθηκε η Εκτελεστική Επιτροπή να αποφασίσει/γνωμοδοτήσει για το αν ο αναιρεσίβλητος και οι λοιποί εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, θα αποχωρούσαν ή όχι και ότι με την ανωτέρω απόφασή της αποφάσισε τη λήξη της εργασιακής σχέσης των εργαζομένων που δεν ανανεώθηκαν οι ορισμένου χρόνου συμβάσεις τους και συνακόλουθα και του αναιρεσίβλητου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον δεν εκτίθεται σ'αυτόν, όπως θα έπρεπε, α) το πλήρες περιεχόμενο της απόφασης της Εκτελεστικής Επιτροπής, που ελήφθη κατά την υπ' αριθμ. …/…2021 συνεδρίαση της, που κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ερμηνεύθηκε εσφαλμένα από την προσβαλλόμενη απόφαση και β) η διαπίστωση από το Δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη βούληση του ως άνω οργάνου (Εκτελεστικής Επιτροπής) αμέσως ή εμμέσως και στην τελευταία περίπτωση από πού συνάγεται η έμμεση αυτή διαπίστωση.

Σε κάθε δε περίπτωση ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής γιατί τυχόν παραδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης του Δικαστηρίου της ουσίας που αναγνώρισε ότι ο ενάγων συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αναγνώρισε την ακυρότητα της, εκ μέρους του εναγομένου, καταγγελίας της σύμβασης αυτής και επιδίκασε μισθούς υπερημερίας.

Και τούτο διότι με το λόγο αυτό προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι αν εφάρμοζε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η Εκτελεστική Επιτροπή του αναιρεσείοντος κατά την υπ' αριθμ. …/…2021 συνεδρίασή της αποφάσισε τη μη ανανέωση της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου που είχε συνάψει αυτό (αναιρεσείον) με τον αναιρεσίβλητο που έληξε στις 21.6.2021, ενώ αντικείμενο της ένδικης υπόθεσης είναι το ανυπόστατο, άλλως η ακυρότητα της, εκ μέρους του αναιρεσείοντος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσίβλητου, λόγω μη λήψης σχετικής απόφασης από την Εκτελεστική Επιτροπή αυτού, χωρίς με τον ως άνω λόγο αναίρεσης να προσάπτεται η πλημμέλεια της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών σχετικά με την κρίση του Εφετείου ότι δεν υπήρξε απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής στην υπ' αριθμ.

…/…2021 συνεδρίασή της για καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσείοντος, ως αρμοδίου προς τούτο οργάνου (ενόψει της παραδοχής του Εφετείου ότι ο αναιρεσίβλητος συνδεόταν με το αναιρεσείον εξυπαρχής με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι αυτό συνομολογούσε και το αναιρεσείον με τις προτάσεις του) και ότι ως εκ τούτου θεωρείται ανυπόστατη, άλλως άκυρη, η από 8.7.2021 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου που έγινε από τον Πρόεδρο της Εκτελεστικής Επιτροπής του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, που είναι και το ουσιώδες ζήτημα της ένδικης υπόθεσης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 181 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.10.2023 (αριθ. καταθ. …/…/2023) αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 4058/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ