Legislator Case Law & Legislation
1909/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding excessive court costs allocation in car insurance disputes.

Case Number 1909/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision on court costs in a car insurance liability case. The appellant argued that the allocated costs were excessive and not proportional to the case's complexity or the parties' success. The court ruled that such cost allocation is a matter of judicial discretion regarding factual circumstances and does not require detailed reasoning on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 178, 179, 180, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that the allocation of court costs based on the degree of victory or defeat is a judicial evaluation of facts not subject to appellate review.

Keywords

AI generated
court costs allocation appellate inadmissibility judicial discretion car insurance liability proportionality principle Code of Civil Procedure factual evaluation

Cited Legislation

AI generated
Article 681A of the Code of Civil Procedure
Article 666 of the Code of Civil Procedure
Article 667 of the Code of Civil Procedure
Article 670 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 74 of Law 4690/2020
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1909 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1909/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. χας Μ. Κ., το γένος Ν. Ν., 2) Α. Κ. (Κ.) του Μ., κατοίκων ..., 3) Γ. Κ. του Μ., κατοίκου ... ..., 4) Α. Κ. του Γ., 5) Α. συζ. Α. Κ., το γένος Ι. Δ., κατοίκων ... ..., 6) Χ. Κ. του Α., συζ. Γ. Κ., κατοίκου ..., 7) Μ. Κ. του Α., συζ. Α. Μ., 8) Γ. Κ. του Α., κατοίκου ... ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Νικολακάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 9) Β. Τ. του Ν., κατοίκου ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Βρεττό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2009 αγωγή των 1ης έως και 8ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκε με την από 1-7-2012 αγωγή του 9ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, με την από 21-8-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή και από 17-8-2012 και 10-8-2013 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, καθώς και με τις αγωγές άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 532/2014 εν μέρει οριστική και 358/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-6-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 24-6-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 11/29-6-2020), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 3/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681A, 666, 667 και 670 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015).

Αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα στις 29-6-2020 (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός τριάντα μερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1 εδ. α' του ν. 4690/2020 (Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων, μετά την εφαρμογή των μέτρων για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19), στην οποία ορίζεται ότι : "1.

Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020-31.5.2020), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των Δικαστηρίων, Συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους"(ΑΠ 624/2024, ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 1170/2022), στην ερευνώμενη δε υπόθεση, η προθεσμία για την άσκηση της ένδικης αναίρεσης, που άρχιζε την 6-3-2020 (επομένη επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης) και έληγε στις 5-4-2020, διεκόπη στις 13-3-2020 και συνεχίστηκε εκ νέου στις 31-5-2020, οπότε υπολειπόταν χρονικό διάστημα πενήντα τριών ημερών [23ημ.(χρόνος αναστολής) + 30 ημ.]για να συμπληρωθεί η ως άνω προθεσμία των τριάντα ημερών, η οποία συνακόλουθα συμπληρωνόταν στις 30-7-2020.

Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Α] Σχετικά με την πρώτη έως και όγδοο των αναιρεσίβλητων λεκτέα είναι τα ακόλουθα:

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β`και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στη περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του ΑΚ να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στη τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στη παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από τη καλή πίστη, κατά τη κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ` αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ` ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του ΑΚ.

Η ένσταση συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος δύναται να αφορά είτε στη πρόκληση του ατυχήματος, δηλαδή στην εξ αυτού γένεση της ζημίας του, είτε στην έκταση αυτής. Πρόκειται για δύο διαφορετικές ενστάσεις, κάθε μία των οποίων συντίθεται από διαφορετικά εν όλω ή εν μέρει πραγματικά περιστατικά, αφού η μεν πρώτη αναφέρεται στη γένεση της ζημίας, η δε δεύτερη στην έκτασή της (ΑΠ 1223/2021, ΑΠ 448/2018, ΑΠ 766/2007).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 693/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 263/2022).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 693/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1195/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 263/2022).

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στη περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

του ΑΚ στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ` άρθρ. 4 του ν. ΓπΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ`εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε. 'Έτσι, κατά το άρθρο 12 παρ. 5 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), "η χρήση των ζωνών ασφαλείας είναι υποχρεωτική τόσο για τους οδηγούς, όσο και για τους επιβάτες".

Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής (άρθρ. 12 παρ. 5) με τη διάταξη του άρθρου 81 παρ. 17 του Κ.Ο.Κ. προκύπτει ότι, ο οδηγός και ο επιβάτης αυτοκινήτου υποχρεούται να φέρει ζώνη ασφαλείας. Η χρήση των ζωνών ασφαλείας είναι υποχρεωτική τόσο για τους οδηγούς όσο και για τους επιβάτες. Η παράλειψη χρήσης ζώνης ασφαλείας από τέτοιο πρόσωπο, σε περίπτωση σύγκρουσης αυτοκινήτων, θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα αυτού κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 300 του ΑΚ, εφόσον όμως η παράλειψη αυτή, ως εκ του είδους των σωματικών κακώσεων, συνδέεται αιτιωδώς με αυτές.

Αν το ίδιο αποτέλεσμα θα είχε επέλθει και με τη χρήση ζώνης ασφαλείας, τότε δεν συντρέχει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και δεν καταλογίζεται συντρέχουσα αμέλεια στο πρόσωπο, που παρέλειψε να τη φορέσει (ΑΠ 213/2017, ΑΠ 652/2014, ΑΠ 1230/2007). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 και 914 του ΑΚ, που αναφέρθηκαν και στην αμέσως προηγουμένη σκέψη, η προς ίδιο κίνδυνο ενέργεια του προσώπου πληρούται, όταν αυτό συνειδητά εκτίθεται σε κατάσταση αυτοδιακινδύνευσης.

Η περίπτωση αυτή αξιολογείται όχι ως σιωπηρά, εκ των προτέρων, εκφραζόμενη συναίνεση, όπως το πρόσωπο υποστεί ζημία, για την οποία αποκλείεται η ευθύνη τρίτου, λόγω άρσης, εξαιτίας της συναίνεσης, του παράνομου χαρακτήρα της πράξης αυτού, αλλά ως συντρέχουσα αμέλεια του ιδίου του αυτοδιακινδυνεύοντος, ο οποίος, αν υποστεί ζημία από παράνομη πράξη τρίτου, πρέπει να επωμισθεί ένα μέρος αυτής βάσει του άρθρου 300 του ΑΚ.

Τέτοια είναι, πλην άλλων και η περίπτωση του επιβάτη, ο οποίος αποδέχεται να επιβιβασθεί σε όχημα, γνωρίζοντας ότι ο οδηγός του τελεί υπό την επήρεια οινοπνεύματος και ότι, εξαιτίας της κατάστασής του αυτής, βρίσκεται σε μειωμένη ικανότητα να οδηγήσει, κατά τη διάρκεια δε της οδήγησης προκαλείται, από υπαιτιότητα του οδηγού, ατύχημα, με συνέπεια το τραυματισμό του επιβάτη.

Και αυτό, διότι η οδήγηση οχήματος από πρόσωπο το οποίο τελεί υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αποτελεί γενικά πρόσφορη πράξη για την πρόκληση ατυχήματος. Η συμμετοχή δε του επιβάτη σε ένα τέτοιο ταξίδι θέτει από την πλευρά της ένα αίτιο για την πρόκληση ατυχήματος (ΑΠ 564/2014). Κατά δε τις διατάξεις δε των παρ. 1 και 3 του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ.

όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τη παρ. 2 του άρθρου 43 του ν. 2963/2001, "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.

Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/Ι) και άνω, μετρούμενο με την μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου" (παρ.1) και "σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία από τα θανόντα πρόσωπα, ως και από τους ζώντες.... (παρ. 3) (ΑΠ 71/2019, ΑΠ 158/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α'του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 1208/2023).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 3/2020 Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1208/2023).

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 549/2022). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023).

Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 1230/2023). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσηςαπό τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1227/2024, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 118/2019).

Η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 1α'και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 300 του ΑΚ και 12 παρ. 5 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), καθώς και ότι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, εξαιτίας των ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, που καθιστούν αδύνατο, εν προκειμένω, τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα δε, μέμφεται τη προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενη ότι διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία προκειμένου να αιτιολογήσει την ανυπαρξία πταίσματος της Ά. Κ. (συγγενούς της πρώτης, δεύτερου και τρίτου των αναιρεσίβλητων) και της Σ.Κ. (συγγενούς των τέταρτου, πέμπτης, έκτης, έβδομης και όγδοου των αναιρσίβλητων), οδηγού και συνοδηγού, αντίστοιχα, του με αριθ.

κυκλοφορίας ΧΝΡ …. ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού τους. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι, με το να δεχθεί, η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι: 1] οι ως άνω, οδηγός και συνοδηγός, φορούσαν ζώνη ασφαλείας και 2] η συνοδηγός Σ.Κ. δεν εκτέθηκε σε κατάσταση αυτοδιακινδύνευσης, επιβιβαζόμενη στο ως άνω όχημα, γνωρίζοντας ότι η οδηγός Ά.Κ., είχε καταναλώσει αλκοόλ, διέλαβε ανεπαρκή (ελλιπή) αιτιολογία, όσον αφορά την έλλειψη συντρέχοντος πταίσματος αυτών στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού τους κατά το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τους ως άνω αναιρετικούς λόγους και την έλλειψη συντρέχουσας αμέλειας των Ά.

Κ. και Σ. Κ. στο θανάσιμο τραυματισμό τους: Α] ''..... από το ως άνω τροχαίο ατύχημα επήλθε ο θάνατος της Ά. Κ., λόγω αιμορραγικής καταπληξίας μετά από τραυματική ρήξη της αορτής και των σπλάγχνων της κοιλίας, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 49/Θ5.02.2Θ09 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής. Από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε η βασιμότητα του ισχυρισμού που προέβαλε η εναγόμενη της υπό στοιχείο Α αγωγής, ότι η Ά.

Κ. δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας. Ειδικότερα η προαναφερθείσα, υπέστη σοβαρότατες κακώσεις, όπως τραυματική ρήξη κοιλιακής αορτής και των σπλάχνων της κοιλίας, καθώς όπως αναγράφει η ανωτέρω έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, διακρίνονταν πολλαπλές τραυματικές ρήξεις στο ήπαρ και στον σπλήνα, περινεφρικό αιμάτωμα αριστερά, μεγάλη ποσότητα αίματος εντός των ημιθωρακίων, θλάσεις στους πνεύμονές, ικανή ποσότητα αίματος εντός της περιτοναϊκής κοιλότητας.

Επομένως, οι σωματικές βλάβες που υπέστη η Ά. Κ. και ο θάνατός της, προκλήθηκαν και είναι συμβατά με τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και την ολοσχερή καταστροφή του εμπρόσθιου μέρους του αυτοκινήτου και εκτεταμένης παραμόρφωσης αυτού μέχρι την καμπίνα των επιβατών και όχι με έλλειψη ζώνης ασφαλείας, η δε σχετική ένσταση της εναγομένης της υπό στοιχείο Α αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.....'', Β]''......

από το τροχαίο ατύχημα προκλήθηκε και ο θάνατος της επιβαίνουσας στο αυτοκίνητο που οδηγούσε η Ά. Κ., εξαδέλφης της, Σ. Κ., η οποία καθόταν στη θέση του συνοδηγού, λόγω αιμορραγικής καταπληξίας μετά από τραυματική ρήξη της αορτής, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 50/05.02.2009 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής.

Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχτηκε ότι η Σ. Κ. δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας. Ειδικότερα, η προαναφερθείσα υπέστη σοβαρότατες κακώσεις, όπως τραυματική ρήξη κοιλιακής αορτής, μεγάλη ποσότητα αίματος εντός των ημιθωρακίων, θλάσεις στους πνεύμονες. Επομένως, οι σωματικές βλάβες που υπέστη η Σ. Κ. και ο θάνατος της προκλήθηκαν και είναι συμβατά με τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και την ολοσχερή καταστροφή του εμπρόσθιου μέρους του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε και εκτεταμένης παραμόρφωσης αυτού μέχρι την καμπίνα των επιβατών, όχι με έλλειψη ζώνης ασφαλείας και η σχετική ένσταση της εναγομένης της υπό στοιχείο Α αγωγής πρέπει να απορριφθεί λόγω έλλειψης ουσιαστικής βασιμότητας......'' και Γ]''.....

επιπρόσθετα, τυγχάνει απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος στον τραυματισμό της Σ. Κ. (αυτοδιακινδύνευσης), που προέβαλε η εναγομένη της υπό στοιχείο Α αγωγής, διότι η ποσότητα οινοπνεύματος, που ανιχνεύθηκε με τη μέθοδο της αιμοληψίας στον οργανισμό της οδηγού Ά. Κ. ανέρχεται σε 0,40 g/Ι και επομένως υπολείπεται του κατώτατου ορίου των 0,50 §/Ι, το οποίο ποσοστό θέτει ως απόλυτο και αντικειμενικό κριτήριο η διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 Κ.Ο.Κ., ώστε να θεωρείται ότι ο ελεγχόμενος οδηγός βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος και συνεπώς είναι ανίκανος προς οδήγηση (.....).

Ως εκ τούτου, δε στοιχειοθετείται σχετική παράβαση του Κ.Ο.Κ., ώστε η γνώση αυτής από την Σ.Κ. να θεμελιώνει συντρέχουσα αμέλεια της ίδιας ως αυτοδιακινδυνεύουσας.....''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την, από 20-8-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΕΦ 109/2018), έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ως προς τους παραπάνω λόγους της.

Με τις ως άνω κρίσεις του το Εφετείο, ορθώς, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 300 του ΑΚ και 12 παρ. 5 του ν. 2696/1999(Κ.Ο.Κ.) και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο στο ζήτημα της έλλειψης συντρέχοντος πταίσματος των ως άνω Ά. Κ. και Σ.

Κ., οδηγού και συνοδηγού του με αριθ. κυκλοφορίας ΧΝΡ …. ιδιωτικής χρήσης επιβατηγού αυτοκινήτου, συνιστάμενου στη μη χρήση της ζώνης ασφαλείας και στη συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράλειψης αυτής και του επελθόντος αποτελέσματος, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, το ως άνω δικαστήριο δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω δεν φορούσαν ζώνη ασφαλείας, επιπρόσθετα δε δέχθηκε ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστησαν αυτές (οι οποίες λεπτομερώς αναφέρονται) και ο εξαιτίας αυτών επελθόν θάνατός τους, προκλήθηκαν και είναι συμβατές με τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και την ολοσχερή καταστροφή του εμπρόσθιου μέρους του αυτοκινήτου, καθώς και της εκτεταμένης παραμόρφωσης αυτού μέχρι τη καμπίνα των επιβατών, ώστε, και αν ακόμη φορούσαν, δεν θα αποτρέπονταν ο θανάσιμος τραυματισμός τους.

Ούτε υπάρχει ανεπαρκής αιτιολογία ως προς τη παραδοχή ότι δεν στοιχειοθετείται παράβαση του Κ.Ο.Κ., από την οδηγό του ως άνω αυτοκινήτου Ά. Κ., στην οποία ανιχνεύθηκε, με τη μέθοδο της αιμοληψίας 0,40 g/I, ώστε η γνώση αυτής από την Σ. Κ. να θεμελιώνει συντρέχουσα αμέλεια της ίδιας ως αυτοδιακινδυνεύουσας, καθόσον μόνη η διαπίστωση της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όχι όμως πέραν του επιτρεπόμενου ορίου, δεν αρκεί για την κατάφαση της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράβασης αυτής και του ατυχήματος (ΑΠ 1656/2018), εν προκειμένου δε το ως άνω ποσοστό οινοπνεύματος που ανιχνεύτηκε στην οδηγό του παραπάνω αυτοκινήτου, δεν ήταν ικανό να θεμελιώσει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της οδήγησης αυτής υπό την επήρεια οινοπνεύματος και του αποτελέσματος που επήλθε (πρόκληση του ατυχήματος και των συνεπειών του), το οποίο θα είχε συμβεί, έστω και αν η συγκεκριμένη οδηγός τελούσε σε κατάσταση νηφαλιότητας (χωρίς την επίδραση οινοπνεύματος)(ΑΠ 1656/2018), αναλύθηκε δε διεξοδικά από τη προσβαλλόμενη απόφαση σε τι συνίσταται η αμελής οδήγηση της ως άνω οδηγού.

Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα πλήττει το πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ανεξάρτητα αν παραπονείται για δήθεν ανεπάρκεια αιτιολογίας και ως εκ τούτου οι προτεινόμενοι λόγοι αναίρεσης αφορούν τη κρίση των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας, δηλ. συνιστούν προβολή ανεπίτρεπτου λόγου αναίρεσης κατ` άρθρο 561 του ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι απορριπτέοι και ως απαράδεκτοι (ΑΠ 1227/2024, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 71/2019).

Συνεπώς, οι αιτιάσεις που περιέχονται στο πρώτο και δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το μέρος τους με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1α'και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και απαράδεκτες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Οι ως άνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας στους οποίους επιχειρεί να θεμελιώσει και την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι αυτοί (ισχυρισμοί) δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και, εκ του πράγματος, απορρίφθηκαν, αφού η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τους ισχυρισμούς αυτούς (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1224/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021).

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 380/2023).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, δηλ.

ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 548/2021). Και αυτό, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στη πρώτη περίπτωση (όσον αφορά το δικαιούχο-παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 380/2023).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, η προσβαλλόμενη απόφαση: Α] σχετικά με το κεφάλαιο που ενδιαφέρει στη παρούσα δίκη τον τρίτο αναιρετικό λόγο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, κατ' άρθρο 932 του ΑΚ, που επιδικάστηκε στους πρώτη, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσίβλητων, "οικείων" της Ά. Κ., δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, τα εξής: ''......

περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι υπό α1, α2 και α3 των εναγόντων της υπό στοιχείο Α αγωγής, που είναι μητέρα και αδελφοί, αντίστοιχα, της αποβιωσάσης Ά.Κ., συνδέονταν με την τελευταία με ισχυρούς δεσμούς αγάπης, εκτίμησης και αλληλεγγύης, με αποτέλεσμα ο θάνατός της να προκαλέσει σε αυτούς ψυχικό πόνο.

Συνεπώς, οι ως άνω των εναγόντων δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, το ύψος της οποίας, μετά από συνεκτίμηση του βαθμού υπαιτιότητας του Α. Σ., της ηλικίας (26 ετών) και της συνυπαιτιότητας της θανούσης στο ένδικο ατύχημα, του βαθμού συγγένειας εκάστου των υπό α1, α2 και α3 εναγόντων της υπό στοιχείο Α αγωγής με αυτή, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των εναγόντων, πρέπει να οριστεί στο ποσό των 40.000 € για την α1 ενάγουσα της υπό στοιχείο Α αγωγής, μητέρα της και στο ποσό των 30.000 € για έκαστο των αδελφών της, α2 και α3 εναγόντων της υπό στοιχείο Α αγωγής, ανεξαρτήτως του ποσού για το οποίο δήλωσαν οι ενάγοντες επιφύλαξη για άσκηση πολιτικής αγωγής στο ποινικό δικαστήριο.

Τα ποσά αυτά είναι εύλογα κατ' άρθρο 932 ΑΚ, δηλαδή ανάλογα με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθ. 25 παρ.1 του Συντάγματος, 9 παρ.2 και 10 παρ.2 της ΕΣΑΑ), όπως η αρχή αυτή χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης (....).

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την με αρ. 358/2017 εκκαλουμένη απόφασή του, επιδίκασε για την αιτία αυτή μικρότερα ποσά, έσφαλε ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονείται με το σχετικό τρίτο λόγο οι εκκαλούντες της Δ' έφεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει μερικά δεκτός, απορριπτόμενων ταυτοχρόνως ως αβάσιμων των συναφών λόγων των Β και Γ εφέσεων, με τους οποίους ζητείται επιδίκαση για την αιτία αυτή μικρότερων των πρωτοδίκως επιδικασθέντων ποσών.....'', ενώ Β] σχετικά με το κεφάλαιο που ενδιαφέρει στη παρούσα δίκη το τρίτο επίσης αναιρετικό λόγο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, κατ' άρθρο 932 του ΑΚ, που επιδικάστηκε στους τέταρτο, πέμπτη, έκτη, έβδομη και όγδοο των αναιρεσίβλητων, "οικείων" της Σ.

Κ., δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, τα εξής: ''..... αποδείχθηκε ότι οι υπό β1, β2, β3, β4 και β5 των εναγόντων της υπό στοιχείο Α αγωγής, που είναι πατέρας, μητέρα, αδελφές (β3, β4) και αδελφός (β5), αντίστοιχα, της αποβιωσάσης Σ. Κ., συνδέονταν με τη τελευταία με ισχυρούς δεσμούς αγάπης, εκτίμησης και αλληλεγγύης, με αποτέλεσμα ο θάνατός της να προκαλέσει σε αυτούς ψυχικό πόνο.

Συνεπώς, οι ως άνω των εναγόντων δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, το ύψος της οποίας, μετά από συνεκτίμηση της ηλικίας της θανούσης (18 ετών), του βαθμού συγγένειας εκάστου των υπό β1, β2, β3, β4 και β5 εναγόντων της υπό στοιχείο Α αγωγής με αυτή, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των εναγόντων, πρέπει να οριστεί στο ποσό των 80.000 € για τον β1 ενάγοντα της υπό στοιχείο Α αγωγής, πατέρα της, 80.000 € για την β2 ενάγουσα της υπό στοιχείο Α αγωγής, μητέρα της και στο ποσό των 46.000 € για έκαστο των β3, β4 και β5 εναγόντων της υπό στοιχείο Α αγωγής, αδελφών της.

Τα ποσά αυτά είναι εύλογα κατ' άρθρο 932 ΑΚ, δηλαδή ανάλογα με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθ. 25 παρ.1 του Συντάγματος, 9 παρ.2 και 10 παρ.2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στη προκειμένη περίπτωση εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης (...).

Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την με αρ. 358/2017 εκκαλουμένη απόφασή του, επιδίκασε για την αιτία αυτή μικρότερα ποσά, έσφαλε ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονούνται με το σχετικό τρίτο λόγο οι εκκαλούντες της Δ έφεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει μερικά δεκτός, απορριπτόμενων ταυτοχρόνως ως αβάσιμων των συναφών λόγων των Β και Γ εφέσεων, με τους οποίους ζητείται επιδίκαση για την αιτία αυτή μικρότερων των πρωτοδίκως επιδικασθέντων ποσών....''.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων-ως άνω αναιρεσίβλητων, λόγω ψυχικής οδύνης την οποία υπέστησαν για το θανάσιμο τραυματισμό: α) της, 26 ετών, Ά. Κ., κόρης της πρώτης και αδελφή του δεύτερου και τρίτου των αναιρεσίβλητων και β) της, 18 ετών, Σ. Κ., κόρη του τέταρτου και πέμπτης των αναιρεσίβλητων και αδελφή των έκτης, έβδομης και όγδοου των αναιρεσίβλητων, στα πιο πάνω ποσά, αφού εκτίμησε τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά, μεταξύ των οποίων και το βαθμό συντρέχουσας αμέλειας της Ά.

Κ. στη πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά τη κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνουν και μάλιστα καταφανώς από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος βασιζόμενος στον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης. Με βάση δε τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, μη απαιτούμενης της παράθεσης και άλλων, αλλά και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή ή μη του πιο πάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 του ΑΚ, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο ίδιος λόγος (τρίτος) αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Β] Σχετικά με τον ένατο αναιρεσίβλητο Β. Τ. του Ν., λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Από τη διάταξη του άρθρου 929 εδ. α'του ΑΚ, ορίζεται, ότι "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του".

Κατά την έννοια του άρθρου 929 του ΑΚ, τα νοσήλια έχουν ευρύ περιεχόμενο και περιλαμβάνουν κάθε δαπάνη που έγινε ή κρίθηκε αναγκαία να γίνει για την αποκατάσταση της υγείας του θύματος. Κριτήριο, δηλαδή, για το "τι είναι νοσήλια", που αποκαθίστανται, κατά την ως άνω διάταξη, αποτελεί η ανάγκη για πραγματοποίηση της δαπάνης και όχι η πραγματοποίησή της.

Σε αυτά περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και η δαπάνη αγοράς φαρμάκων, αμοιβής γιατρού, παραμονής στο νοσοκομείο, πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου, ειδική βελτιωμένη διατροφή, όταν αυτά κρίνονται αντικειμενικά αναγκαία και δεν οφείλονται σε υπερβάλλουσα πρόνοια, διότι στην τελευταία περίπτωση η σχετική δαπάνη θεωρείται ότι οφείλεται σε ίδιο πταίσμα του παθόντος [άρθρ. 300 του ΑΚ] και ο εναγόμενος μπορεί κατ` ένσταση να ζητήσει τον καταλογισμό της στον ίδιο τον ζημιωθέντα. (ΑΠ 176/2022, ΑΠ 567/2018) .

Στα νοσήλια περιλαμβάνεται και η δαπάνη για τη πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου-οικιακής βοηθού, είτε στο νοσοκομείο είτε στο σπίτι σε βαριές, ιδιαίτερα, περιστάσεις σωματικών κακώσεων. Η ως άνω αξίωση θεμελιώνεται υπέρ του παθόντος και ενεργοποιείται μέσω της ΑΚ 930 παρ. 3 στη περίπτωση που τις σχετικές υπηρεσίες και φροντίδες παρέχουν οι οικείοι (γονείς, σύζυγοι, τέκνα), διαρκούσης είτε της νοσηλείας του παθόντος σε νοσοκομείο είτε της παραμονής του στην οικία του.

Και στην περίπτωση αυτή η αξίωση αποζημίωσης του δικαιούχου παθόντος κατά του υπόχρεου τρίτου διατηρείται αλώβητη, έστω και αν ουδέν ποσόν καταβλήθηκε. Στη περίπτωση αυτή η αποζημίωση διαμορφώνεται στο ποσό που συνήθως καταβάλλεται σε ανάλογες περιπτώσεις για την προσφορά του ίδιων υπηρεσιών. Αν καταβλήθηκε, τότε αξιώνεται το τελευταίο.

Σημειώνεται ότι για τη θεμελίωση του ως άνω δικαιώματος αποζημίωσης δεν είναι απαραίτητη η επίκληση ιατρικής βεβαίωσης για την ανάγκη πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου (ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 1545/2009). Με τους τέταρτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο, αναιρετικούς λόγους αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθ. 1α' , 8 και 19 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου, εσφαλμένης εφαρμογής των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300 και 930 του ΑΚ, καθώς και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε στον ως άνω (ένατο) αναιρεσίβλητο, νοσήλια, δαπάνες φαρμάκων, δαπάνες οδοντιατρικών εργασιών, δαπάνες βελτιωμένης διατροφής και ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο, για την φροντίδα και εξυπηρέτησή του, τα χρονικά διαστήματα που νοσηλεύθηκε στα νοσοκομεία, αλλά και εκτός αυτών και αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, έστω και αν δεν κατέβαλε τέτοιο ποσό στους γονείς του και στον αδελφό του με ελλιπείς αιτιολογίες, καθώς και ως προς το εάν αυτός (αναιρεσίβλητος) είναι ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α.

ή σε ασφαλιστικό φορέα, ως προς τις δαπάνες των συγγενών του κατά το χρόνο νοσηλείας του στο εξωτερικό, ως προς όλες τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για αποκατάσταση των σωματικών του βλαβών από το ένδικο ατύχημα, καθώς και ότι είναι παντελώς αόριστα τα κονδύλια για τις ιατρικές του δαπάνες, τις δαπάνες αγοράς φαρμάκων, τις οδοντιατρικές του δαπάνες και βελτιωμένης διατροφής.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τους ως άνω αναιρετικούς λόγους, που αφορούν το τραυματισμό του (ένατου) αναιρεσίβλητου στο ένδικο ατύχημα, τα ακόλουθα: ''....

αμέσως μετά τη σύγκρουση, ο ενάγων της υπό στοιχείο Δ αγωγής, Β. Τ., ο οποίος επέβαινε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Α. Σ., στη θέση του συνοδηγού, διεκομίσθη με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο ... "… ….", όπου νοσηλεύτηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, ως πολυτραυματίας, από την 10.08.2008 έως την 12.08.2008.

Είχε δε υποστεί πολλαπλές κοιλιακές κακώσεις, πολλαπλά κατάγματα προσωπικού κρανίου, άνω γνάθου, αριστερού οφθαλμικού κόγχου με οστική πάσχιδα σε επαφή με το οπίσθιο τμήμα του βολβού, θλάσεις πνευμόνων, αιμοπνευμοθώρακα άμφω και πολλαπλά κατάγματα λεκάνης και πλευρών. Ειδικότερα, διενεργήθηκε επείγουσα ερευνητική λαπαροτομία, κατά τη διάνοιξη της κοιλίας εντοπίστηκαν εκτεταμένες ρήξεις στο λεπτό έντερο, οι οποίες αντιμετωπίστηκαν με απολινώσεις - συρραφές, εκτεταμένη σχάση παχέος εντέρου που αντιμετωπίστηκε με συρραφή, δύο σχάσεις πλάγιου περιτοναίου άμφω και εκτελέστηκε συρραφή, ενώ υπεβλήθη σε σπληνεκτομή.

Την 12.08.2008 μεταφέρθηκε στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου, όπου και παρέμεινε ως την 10.09.2008 στη ΜΕΘ και από 10.09.2008 ως 07.10.2008 στη Κλινική Γενικής Χειρουργικής. Στο νοσοκομείο αυτό ο απεικονιστικός έλεγχος ανέδειξε, επιπρόσθετα, κοπρανώδη περιτονίτιδα με καθολική ρήξη του διαφράγματος, δεξιά ρήξη τυφλού με εκτεταμένη διάτρηση έλκους, ειλεού, ρήξη διαφράγματος και μετατόπιση ήπατος στο θώρακα.

Υπεβλήθη δε σε γναθοχειρουργική ανάταξη - οστεοσύνθεση πολλαπλών καταγμάτων σπλαχνικού κρανίου και προσωπικού (οφθαλμικών κόγχων), με τοποθέτηση πολλαπλών εμφυτευμάτων τιτανίου. Ακόλουθος απεικονιστικός έλεγχος ανέδειξε βρογχοπνευμονικές διηθήσεις ΔΕ κάτω λοβού πνεύμονος, καθώς επίσης και μεγάλη διάταση χοληδόχου κύστης με ήπια πάχυνση τοιχώματος.

Λόγω της επιδείνωσης της κατάστασής του μεταφέρθηκε στο χειρουργείο όπου διεγχειρητικά διαπιστώθηκε η καθολική ρήξη διαφράγματος, δεξιά ρήξη του τυφλού, 3 σχάσεις στο λεπτό έντερο και απόστημα στη περιοχή της σπληνεκτομής. Αποκαταστάθηκε χειρουργικά το διάφραγμα, έγινε δεξιά κολεκτομή, συρραφή των σχάσεων, δημιουργήθηκε ειλεστομία και τοποθετήθηκε παροχέτευση στη περιοχή συρραφής του διαφράγματος, της σπληνεκτομής και στο δουγλάσειο.

Μεταφέρθηκε στη ΜΕΘ και λόγω νέας επιδείνωσης οδηγήθηκε εκ νέου στο χειρουργείο όπου διαπιστώθηκε απόστημα μεταξύ των ελίκων του λεπτού εντέρου και στη περιοχή της σπληνεκτομής, όπου παροχετεύονταν και αποφασίστηκε η σύγκλειση μόνο του δέρματος της τομής λόγω αυξημένου κινδύνου επανεπέμβασης. Την 25η μέρα της νοσηλείας του παρουσίασε δύσπνοια, ταχύπνοια και φλεβοκομβική ταχυκαρδία.

Διαπιστώθηκε εμβολή στο στέλεχος της πνευμονικής αρτηρίας δεξιά, καθώς και μικρές εμβολές αριστερά και ήπια διάσταση των καρδιακών κοιλοτήτων. Λόγω του κατάγματος του κόγχου παρουσίασε στραβισμό και νοσηλεύτηκε στο διαγνωστικό και νοσηλευτικό κέντρο στην ... "...", όπου υπεβλήθη σε εγχείριση, νοσηλευόμενος από 24.09.2009 έως 25.09.2009.

Τα οδοντιατρικά ορθοδοντικά προβλήματα που προκλήθηκαν συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος αντιμετωπίστηκαν με τις κάτωθι οδοντιατρικές εργασίες: εμφράξεις σύνθετης ρητίνης των 14-16-32-33-36, εξαγωγή του 25, μεταλοκεραμική προσθετική αποκατάσταση στα 24-25-26, κινητά ορθοδοντικά μηχανήματα τύπου .... Στη συνέχεια, την 24.11.2011, εισήχθη στο Νοσοκομείο του Μ.

στη Γ., όπου υπεβλήθη εκ νέου σε χειρουργική επέμβαση, κατά την οποία έγινε αποκατάσταση πολλαπλών κηλών της ουλής επί εδάφους αμβλέων κοιλιακών τραυμάτων με εμφύτευση δικτύου (πλέγματος), εκτεταμένη συμφυσιόλυση, χολοκυστεκτομή και πλαστική κοιλιακών τοιχωμάτων με εμφύτευση μήτρας κολλαγόνων από βοδινό περικάρδιο.

Μετεγχειρητικά, η παραμονή του στο εν λόγω νοσοκομείο παρατάθηκε για ένα μήνα, λόγω επιπλοκής της ανάρρωσης με παραλυτικό ειλεό που αντιμετωπίστηκε συντηρητικά και σοβαρού βαθμού υδρονέφρωσης, η οποία αντιμετωπίστηκε με τοποθέτηση pigtail και παραμονής αυτού επί τριμήνου. Λόγω των πολλαπλών χειρουργικών επεμβάσεων και των επιπλοκών τους εμφανίστηκαν στον Β.

Τ. πολυάριθμα προβλήματα υγείας όπως έντονη διάταση του ορθού και πλήρης δυσλειτουργία των ορθών κοιλιακών μυών, εμμένουσες ανεξέλεγκτες διαρροϊκές κενώσεις λόγω εντερικής δυσλειτουργίας, έντονα συμπτώματα ευπεψίας, γαστρικής παλινδρόμησης και μετεωρισμού, έντονα κοιλιακά άλγη λόγω των πολλαπλών κοιλιακών επεμβάσεων και της δημιουργίας συμφύσεων, συμπτώματα δυσκαταποσίας, κεφαλαλγίες (.....).

Περαιτέρω από τα έγγραφα, που παραδεκτά κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ προσκομίζει ο ενάγων, ως οψιγενή για πρώτη φορά στο Δικαστήριο αυτό και μάλιστα από τις με αρ. 35816/26-8-2019, από 4-9-2019, 10-9-2019, 16-9-2019, 16-8-2019, 12-9-2019 ιατρικές γνωματεύσεις, αποδεικνύεται ότι η κατάσταση της υγείας του δεν έχει βελτιωθεί, ότι η καταληφθείσα από τον πολυτραυματισμό του αναπηρία είναι μόνιμη, καθ' όσον η προκληθείσα βαρύτατη σωματική του βλάβη είναι μη αναστρέψιμη και ανεπανόρθωτη έχουσα επιφέρει εκτός των άλλων και πλήρη ανικανότητα του για άσκηση σωματικής - χειρωνακτικής εργασίας και δραστηριότητας αλλά και τυχόν ιδιαίτερης πνευματικής, καθώς και μόνιμη αναπηρία του, ακόμα και εξωτερική παραμόρφωσή του.

Ειδικότερα η μόνιμη αναπηρία του εστιάζεται στα παρακάτω: ί) έχει υποβληθεί σε σπληνεκτομή, η δε αφαίρεση του σπλήνα, αποτελεί από μόνη της (και χωρίς τίποτα άλλο) σημαντικό πρόβλημα για το άτομο που την έχει υποστεί και συνιστά μόνιμη αναπηρία, διότι το όργανο αυτό επιτελεί σημαντική και αναντικατάστατη ανοσολογική λειτουργία, κυρίως στην αντιμετώπιση των φλεγμονών και των λοιμώξεων, με αποτέλεσμα να είναι πλέον δυνητικά επιρρεπής ακόμη και σε απλές λοιμώξεις και να χρήζει αγωγής με μακροχρόνια προληπτική λήψη αντιβιοτικής θεραπείας, ιι) έχει απολέσει σχεδόν ολικά την οπτική του ικανότητα από τον αριστερό του οφθαλμό (απώλεια όρασης κατά 8/10, ήτοι απομένουσα οπτική ικανότητα, μόλις 2/10), υποφέροντας παράλληλα από έντονη διπλωπία και στραβισμό, ιιι) έχει υποστεί και σημαντικές παραμορφώσεις σε όλο το σώμα του, λόγω των βαριάς μορφής τραυμάτων του, παρά τις πλαστικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε (που βελτίωσαν, αλλά δεν αποκατέστησαν την εικόνα του, όπως προκύπτει και από την ενδεικτικά προσκομιζόμενη σχετική φωτογραφία), ίν) έχει αφαιρεθεί σημαντικό τμήμα του εντέρου του (που δεν μπορεί βέβαια να αναπληρωθεί) και πάσχει μόνιμα και από έντονη διάταση του ορθού και πλήρη δυσλειτουργία των ορθών κοιλιακών του μυών, με αποτέλεσμα να νιώθει μόνιμους πόνους και να μην είναι εφικτή πια γι' αυτόν οποιαδήποτε σωματική κόπωση (π.χ τρέξιμο, παρατεταμένη ορθοστασία και βάδιση), η δε καθημερινή του ζωή δυσχεραίνεται πάρα πολύ συνεπεία αυτού και οι προσωπικές του δραστηριότητες συνοδεύονται από μόνιμη φοβία, ν) έχει υποβληθεί και σε χολοκυστεκτομή και αντιμετωπίζει πλέον έντονα συμπτώματα γαστρικής παλινδρόμησης και μετεωρισμού, περαιτέρω δε, πάσχει και από εμμένουσες, ανεξέλεγκτες πολλαπλές διαρροϊκές κενώσεις, λόγω εντερικής δυσλειτουργίας απότοκης του τραυματισμού του, με συνέπεια, όπως είναι εύλογο, η καθημερινότητά του να έχει καταστεί εξαιρετικά δύσκολη και προβληματική και βέβαια με δυσμενή αντίκτυπο και στις κοινωνικές συναναστροφές του και διαπροσωπικές σχέσεις του..........

Προς αποκατάσταση της υγείας του, ο ενάγων της υπό στοιχείο Δ' αγωγής δαπάνησε: α) κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου για φάρμακα το ποσό των 20.255,21 €, για διενέργεια εξετάσεων 142,22 €, για υλικά το ποσό των 5.272,80 €, για ημερήσια νοσήλια 1.980,99 €, για εισφορά εισόδου 14,67 € και για νοσήλια ΜΕΘ 5.446,78 € και συνολικά το ποσό των 33.112,67 €, β) κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο διαγνωστικό και νοσηλευτικό κέντρο "...", το συνολικό ποσό των 1.107,49 € για φάρμακα, νοσήλια, υγειονομικό υλικό και ιατρικές εξετάσεις, γ) κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο Νοσοκομείο του Μ.

στη Γερμανία, την 28.11.2011 το ποσό των 2.000 €, την 17.01.2012 το ποσό των 75,09 €, για παροχή ιατρικών υπηρεσιών και εξετάσεων, την 19.01.2012 το ποσό των 1.342,12 € για ιατρικές εξετάσεις, φάρμακα και υλικό, την 24.01.2012 το ποσά των 101,56 € για ιατρικές εξετάσεις, τη 30.01.2012 το ποσό των 440,87 € για παροχή ιατρικών υπηρεσιών, την 10.02.2012 το ποσό των 353,62 € για ιατρικές εξετάσεις και παροχή ιατρικών υπηρεσιών, την 15.02.2012 το ποσό των 43,63 € για ιατρικές εξετάσεις και παροχή ιατρικών υπηρεσιών, την 16.02.2012 το ποσό των 181,60 € για παροχή ιατρικών υπηρεσιών, την 21.02.2012 το ποσό των 1.102,35 € για παροχή ιατρικών υπηρεσιών, την 21.02.2012 το ποσό των 230 € ως ιδιοσυμμετοχή για ενδονοσοκομειακή νοσηλεία και συνολικά το ποσό των 5.870 €.

Συνολικά για ιατρικές δαπάνες κατέβαλε το ποσό των 40.090,16 €. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχτηκε ότι το ύψος της δαπάνης στην οποία υπεβλήθη ο ενάγων για τη νοσηλεία του στο "..." ανήλθε στο ποσό των 11.198,61 €, όπως ισχυρίζεται στην αγωγή του και το σχετικό κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι, στη Γ. χρέη συνοδού εκτέλεσε η μητέρα του Α. Τ.. Για τη διαμονή του ιδίου και της ανωτέρω συνοδού του στο ξενοδοχείο "P.", στο Μ. ο ενάγων της υπό στοιχείο Δ' αγωγής δαπάνησε για το χρονικό διάστημα από 23.11.2011 έως και 30.11.2011 το ποσό των 1.088 € και από 01.12.2011 έως 05.12.2011 το ποσό των 680 € και συνολικά το ποσό των 1.768 €.

Από 06.12.2011 έως 18.12.2011 για τη διανυκτέρευση της συνοδού μητέρας του εντός του γερμανικού νοσοκομείου κατέβαλε το συνολικό ποσό των 214,80 €. Συνολικά για την ως άνω αιτία κατέβαλε το ποσό των 1.982,80 €. Επιπρόσθετα, ο ενάγων την 08.11.2011 κατέβαλε για αγορά εισιτηρίων για τη μετάβαση του ίδιου και της μητέρας του στη Γ.

το ποσό των 225 € για έκαστο και συνολικά το ποσό των 450 €. Σημειώνεται ότι με βάση την ανωτέρω κατάσταση της υγείας του Β. Τ., η μετάβαση στο ως άνω νοσοκομείο της Γ. και η διενέργεια χειρουργικής επέμβασης ήταν επιτακτικές και ιατρικώς επιβεβλημένες και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν αποδοθούν σε υπερβολική πρόνοια αυτού.

Για το λόγο αυτό ο ισχυρισμός ότι συνετέλεσε από οικείο πταίσμα στην έκταση των δαπανών νοσηλείας του στο γερμανικό νοσοκομείο και μετάβασης του ίδιου και της μητέρας του σε αυτό, που προέβαλε η τρίτη εναγομένη της υπό στοιχείο Γ' αγωγής, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Εξάλλου, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων της υπό στοιχείο Δ αγωγής κατέβαλε ως ιατρική αμοιβή το ποσό των:

α) 60€ στον Ν. Μ., χειρουργό παίδων την 23.12.2008, β) των 1.500 € στον αναπληρωτή καθηγητή οφθαλμολογίας του Πανεπιστημίου …. Α. Δ. την 24.09.2009, γ) των 180 € στην ιατρό - αναισθησιολόγο Α. Ν. την 24.09.2009, δ) των 120 € στην "Ελληνική Ιατρική Μ.Ε.Π.Ε" με αντικείμενο τις ιατρικές υπηρεσίες ηπατολογίας και γαστρεντερολογίας την 28.12.2011, ε) των 1.500 € στην "Αττική- οδοντιατρική - ιδιωτικό οδοντιατρείο - οδοντιατρική Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε." για τις ως άνω αναφερθείσες οδοντιατρικές εργασίες την 10.12.2010 και συνολικά για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 3.360 €.

Επιπλέον αποδείχτηκε ότι ο ενάγων δαπάνησε, την 19.12.2008 για αξονική τομογραφία οφθαλμικών κόγχων και εγκεφάλου στο ιδιωτικό διαγνωστικό εργαστήριο "Α." το ποσό των 220 €, την 22.01.2009 στο ίδιο εργαστήριο για μαγνητική τομογραφία οφθαλμικών κόγχων το ποσό των 300 €, την 28.12.2011 στο ίδιο εργαστήριο για μία ακτινογραφία "Ν.Ο.Κ.", ένα υπέρηχο ουροδόχου κύστης και νεφρών το συνολικό ποσό των 50 €, την 29.09.2011, στην ανώνυμη εταιρεία παροχής ιατρικών υπηρεσιών "E." για μαγνητική τομογραφία άνω και κάτω κοιλίας το συνολικό ποσό των 636 €, συνολικά δε για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 1.206 €.

Για συνεδρίες φυσικοθεραπείας κατέβαλε την 09.10.2008 στο φυσικοθεραπευτή Γ. Π. το ποσό των 315 €, στο φυσικοθεραπευτή Α. Ν. την 28.02.2009 το ποσό των 5.000 €, την 30.04.2009 το ποσό των 5.000 €, την 05.12.2009 το ποσό των 10.000 € και συνολικά για την αιτία αυτή δαπάνησε το ποσό των 20.315 €. Για αγορά των φαρμάκων xifaxan 200 mg και Ciexane 40 mg κατέβαλε την 19.12.2011 το ποσό των 125,80 € και των φαρμάκων Bactrimel, power energy και rifacol την 28.12.2011 το ποσό των 22,94 € και συνολικά το ποσό των 148,74 €.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εξαιτίας της σπληνεκτομής στην οποία υπεβλήθη συνεπεία του τροχαίου ατυχήματος και των λοιπών ιδιαίτερα σοβαρών σωματικών κακώσεων είχε ανάγκη βελτιωμένης διατροφής. Για το λόγο αυτό για χρονικό διάστημα 12 μηνών, από το χρόνο που συνέβη το τροχαίο ατύχημα, δαπάνησε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, το ποσό των 8,00 € ημερησίως και συνολικά το ποσό των (360 ημέρες Χ 8,00 € =) 2.880 €.

Κατέβαλε δε για αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμας: α) κατά το χρονικό διάστημα από 10.09.2008 έως 22.09.2008 για μία πρωινή βάρδια επί 13 ημέρες, το ποσό των 801,69 € στη Α. Μ., β) κατά το χρονικό διάστημα από 10.09.2008 έως 21.09.2008 για μία νυχτερινή βάρδια επί 12 ημέρες, συμπεριλαμβανομένης αμοιβής για υπερωρίες, το ποσό των 1.036,12 € στη νοσοκόμα Ε.

Π. - Κ., γ) κατά το χρονικό διάστημα από 23.,09.2008 έως 06.10.2008 για μία πρωινή βάρδια επί 11 ημέρες, το ποσό των 691,11 € στη νοσοκόμα Σ. Δ., δ) κατά το χρονικό διάστημα από 22.09.2008 έως 30.09.2008 για μία νυχτερινή βάρδια επί 8 ημέρες, συμπεριλαμβανομένης αμοιβής για υπερωρίες, το ποσό των 667,84 € στη νοσοκόμα Ε. Β., ε) για μια νυχτερινή βάρδια την 28.09.2008 το ποσό των 75,30 € στη νοσοκόμα N., στ) κατά το χρονικό διάστημα από 01.10.2008 έως 03.10.2008 για μία νυχτερινή βάρδια επί 3 ημέρες το ποσό των 188,43 € στη νοσοκόμα Α.

Κ.. Συνολικά δε ως αμοιβή αποκλειστικών νοσοκόμων δαπάνησε το ποσό των 3.460,49 €. Εξάλλου, λόγω των πολλαπλών και ιδιαίτερα σοβαρών σωματικών βλαβών που υπέστη ο ενάγων της υπό στοιχείο Δ αγωγής και των χειρουργικών επεμβάσεων στις οποίες υποβλήθηκε, κατά τη διάρκειας της νοσηλείας του στα ανωτέρω νοσοκομεία και ιδιωτικές κλινικές και ειδικότερα:

α) στη ΜΕΘ του Γενικού Νοσοκομείου ... "…." από 10.08.2008 έως 12.08.2008, ήτοι για χρονικό διάστημα δυο (2) ημερών, β) στη ΜΕΘ του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου από 12.08.2008 έως 10.09.2008, ήτοι για είκοσι οχτώ (28) ημέρες, γ) στη γενική χειρουργική κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ηρακλείου από 10.09.2008 έως 07.10.2008, ήτοι για είκοσι επτά (27) ημέρες, δ) στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "..." από 21.11.2008 έως 12.12.2008, ήτοι για είκοσι μία (21) ημέρες, ε) στο διαγνωστικό και νοσηλευτικό κέντρο "….." από 24.09.2009 έως 25.09.2009, ήτοι για μία (1) ημέρα και στ) στο Νοσοκομείο του Μ.

Γ. από 27.11.2011 έως 19.12.2011, ήτοι για είκοσι δύο (22) ημέρες και συνολικά για εκατόν μία ημέρες (101), είχε ανάγκη από την παροχή υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμου είκοσι τέσσερις (24) ώρες την ημέρα, διαιρούμενες σε τρεις οχτάωρες βάρδιες, αναφορικά δε με τη χρονική περίοδο από 10.09.2008 έως 07.10.2008 και για το χρονικό διάστημα της ημέρας (οχτώ ώρες) το οποίο δεν κάλυπταν οι προαναφερθείσες ημερήσια και νυχτερινή βάρδια των αποκλειστικών νοσοκόμων που προσέλαβε, δεδομένου μάλιστα ότι ήταν απολύτως αδύνατο να αυτοεξυπηρετηθεί.

Το βάρος των υπηρεσιών αυτών ανέλαβε στη Γ. αποκλειστικά η μητέρα του, Α. Τ. και κατά τα λοιπά, επιπρόσθετα, ο πατέρας του Ν. Τ. και ο αδελφός του, Ε. Τ., εναλλασσόμενοι σε βάρδιες, χωρίς αμοιβή, με υπερένταση των προσπαθειών τους, παρέχοντάς του όλες τις αναγκαίες φροντίδες, οι οποίες κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποτιμώνται από το Δικαστήριο στο ποσό των 50,00 € ημερησίως και συνολικά για το ανωτέρω χρονικό διάστημα [27 ημέρες (μία βάρδια) Χ 50,00 € = 1.350 + τρεις βάρδιες Χ 50,00 € Χ 74 ημέρες- 11.100 ] στο ποσό των 12.450 €, το οποίο είναι και το ποσό που θα κατέβαλλε αν είχε προσλάβει τρίτο άτομο για να του τις παρέχει.

Από το περιεχόμενο των ιατρικών γνωματεύσεων, το είδος των σωματικών βλαβών που υπέστη ο Β. Τ. και την υποβολή του σε χειρουργικές επεμβάσεις, καθίσταται σαφές, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι ο ενάγων της υπό στοιχείο Δ αγωγής και για το χρονικό διάστημα που δε νοσηλευόταν σε νοσοκομεία και ιδιωτικές κλινικές και ειδικότερα:

από 07.10.2008 έως 20.11.2008, ήτοι για σαράντα πέντε (45) ημέρες, από 12.12.2008 έως 12.04.2009, ήτοι για εκατόν είκοσι (120) ημέρες, από 25.09.2009 έως 25.12.2009, ήτοι για ενενήντα (90) ημέρες, από 19.12.2011 έως 19.02.2012, ήτοι για εξήντα (60) ημέρες και συνολικά για τριακόσιες δέκα πέντε (315) ημέρες, είχε ανάγκη από την παροχή υπηρεσιών οικιακής βοηθού, ενδεικτικά για την παρασκευή του φαγητού, τη φροντίδα της προσωπικής του υγιεινής, τη συνοδεία στις απαραίτητες μεταβάσεις, καθώς δεν ήταν σε θέση να εξυπηρετηθεί και να μετακινηθεί αυτόνομα, δεδομένου δε ότι οι ανάγκες αυτού σε φροντίδα και ατομική υγιεινή ήταν αυξημένες, λόγω των προπεριγραφέντων προβλημάτων.

Τις υπηρεσίες αυτές προσέφερε στον ενάγοντα, κατά κύριο λόγο, η μητέρα του, και δευτερευόντως ο πατέρας του και ο αδελφός του, χωρίς αμοιβή, πέραν του ηθικού καθήκοντος τους από τη συγγενική σχέση, οι οποίες κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποτιμώνται από το Δικαστήριο στο ποσό των 40,00 € ημερησίως και συνολικά για το ανωτέρω χρονικό διάστημα (315 ημέρες Χ 40,00 €) στο ποσό των 12.600 €, το οποίο είναι και το ποσό που θα κατέβαλλε αν είχε προσλάβει τρίτο άτομο για να του τις παρέχει.

Συνολικά δε η πλασματική δαπάνη απασχόλησης νοσοκόμου και οικιακής βοηθού ανέρχεται στο ποσό των 25.050 €, ενώ δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων συνετέλεσε στην έκταση της ζημίας ως προς το εν λόγω κονδύλιο, λόγω του ότι παρέλειψε να προσλάβει εσωτερική οικιακή βοηθό, καθώς ακόμη και αν είχε πράξει τούτο θα δαπανούσε τουλάχιστον το ίδιο ποσό, εν όψει ότι το τελευταίο καθορίστηκε από το Δικαστήριο, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και αντιστοιχεί στο ποσό που θα κατέβαλε αν είχε προσλάβει τρίτο πρόσωπο.

Επομένως από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι αν είχε προσλάβει εσωτερική βοηθό θα περιοριζόταν η ζημία του και η σχετική ένσταση που προέβαλε η τρίτη εναγομένη της υπό στοιχείο Δ αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Σημειώνεται δε ότι ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά στο να αξιώσει την καταβολή των ως άνω δαπανών στις οποίες υπεβλήθη εξαιτίας του τροχαίου ατυχήματος, καθώς, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο, από τον ενάγοντα, υπ' αριθμ. 36215/17.11.2016 έγγραφο του ΙΚΑ, ο εν λόγω ασφαλισμένος στον προαναφερθέντα ασφαλιστικό φορέα ουδέποτε υπέβαλε δήλωση ατυχήματος για το προκείμενο ατύχημα και επομένως, εν όψει και της παρόδου του χρόνου, δεν έλαβε και δε δικαιούται να λάβει ασφαλιστικές παροχές, με αποτέλεσμα να μην έχει υποκατασταθεί ο ασφαλιστικός του φορέας στις αγωγικές αξιώσεις......''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, επιδίκασε στον ως άνω αναιρεσίβλητο τα παραπάνω ποσά, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς περί αοριστίας των ως άνω κονδυλίων και τους λοιπούς σχετικούς λόγους της από 20-8-2018 έφεσης της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας κατά της πρωτόδικης, με αριθ. 358/2017, οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία έκρινε ομοίως, ως προς αυτά.

Το Εφετείο, που έκρινε με τον τρόπο αυτό, ορθώς, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 300 και 930 του ΑΚ, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ως άνω ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η αποζημίωση που επιδικάστηκε στον ως άνω αναιρεσίβλητο για αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω του σοβαρότατου τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα και ως εκ τούτου δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, εξειδικεύονται οι επί μέρους δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε, κατ' είδος, έκταση και ποσό (ΑΠ 1645/2006) ο εν λόγω αναιρεσίβλητος, οι οποίες δεν έγιναν από υπερβολική πρόνοια και ως εκ τούτου συνιστούν αποκαταστατέα ζημία αυτού κατά τα άρθρα 914, 929 και 298 του ΑΚ, κρίνοντας δε, η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο παθών-αναιρεσίβλητος δικαιούται να αξιώσει, ως αποζημίωση, το ποσό που θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο, για τη φροντίδα και εξυπηρέτηση αυτού, τόσο κατά το χρονικό διάστημα της νοσηλείας του στα νοσοκομεία, όσο και κατά την ανάρρωσή του στην οικία του, λόγω ανικανότητάς του να αυτοεξυπηρετηθεί, έστω και αν δεν κατέβαλε τέτοιο ποσό στους γονείς και στον αδελφό του, οι οποίοι, με εντατικοποίηση των δυνάμεών τους, παρείχαν σ' αυτόν τις πρόσθετες αυτές υπηρεσίες και στη συνέχεια, με επαρκείς και πλήρεις αιτιολογίες δέχθηκε ως αποδειχθέν το αιτούμενο για την αιτία αυτή κονδύλιο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ως άνω διάταξη του άρθρου 930 του ΑΚ, ενώ κατά τις ως άνω παραδοχές νομιμοποιείται στο να αξιώσει την καταβολή των ως άνω δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε εξαιτίας του τραυματισμού του στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, αφού δεν έλαβε και δε δικαιούται να λάβει ασφαλιστικές παροχές, με αποτέλεσμα να μην έχει υποκατασταθεί ασφαλιστικός φορέας στις αγωγικές αξιώσεις του και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τους ως άνω αναιρετικούς λόγους από το άρθρο 559 αριθ. 1α' και 19 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Εν προκειμένω δε η αναιρεσείουσα, με τις αιτιάσεις που εμπεριέχονται στους ως άνω αναιρετικούς λόγους, πλήττει το πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ανεξάρτητα αν παραπονείται για δήθεν μη απάντηση σε ισχυρισμό της ή ανεπάρκεια αιτιολογίας και ως εκ τούτου οι προτεινόμενοι λόγοι αναίρεσης αφορούν τη κρίση των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο της ουσίας, δηλ. συνιστούν προβολή ανεπίτρεπτου λόγου αναίρεσης, κατ` άρθρο 561 του ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι απορριπτέοι και ως απαράδεκτοι (ΑΠ 1198/2023, 1226/2023). Οι ίδιοι ως άνω ισχυρισμοί, στους οποίους η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, επιχειρεί να θεμελιώσει και την πλημμέλεια, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον αυτοί δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την έννοια από τον ως άνω αριθμό του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, υπό την επίφαση δε της αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, προβάλλεται αιτίαση για τη, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση" νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό -οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνέπεια αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικά συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η ένεκα της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 του ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ` ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση, ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος), οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, δηλαδή ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος αλλά και στις μεταξύ των πολιτών σχέσεις χωρίς αναγκαία η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 931 του ΑΚ, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη αυτή η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή να το καθορίσει κατά δίκαιη κρίση σε εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση αφενός το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης του παθόντος και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντος και το βαθμό συνυπαιτιότητάς του (ΑΠ 254/2023, ΑΠ 1563/2022, ΑΠ 29/2021, ΑΠ 485/2021, ΑΠ 12/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Κρήτης, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής παροχής-αποζημίωσης κατ` άρθρ. 931 του ΑΚ: ''.... από το ένδικο ατύχημα 0 ενάγων υπέστη την προαναφερθείσα μερική ισόβια αναπηρία και παραμόρφωση, η οποία επιδρά στο επαγγελματικό, οικονομικό και κοινωνικό του μέλλον.

Εξαιτίας της αναπηρίας αυτής αδυνατεί επί του παρόντος, αλλά και στο μέλλον να ασκήσει το επάγγελμα που προοριζόταν να ασκήσει πριν το τραυματισμό του, στον τομέα της διοίκησης επιχειρήσεων (marketing), καθώς αυτό αποτελούσε το αντικείμενο σπουδών του στο Αμερικανικό Κολλέγιο της Ελλάδος-Κολλέγιο ... έχοντας επιτύχει γενική βαθμολογία 3,35 με άριστα το 4, δεδομένου ότι στον εν λόγω κλάδο εργασίας (διοίκησης επιχειρήσεων) τα ωράρια στις επιχειρήσεις είναι εξαντλητικά, το περιβάλλον απαιτητικό και ανταγωνιστικό, απαιτώντας πολύωρη ορθοστασία και ευελιξία κινήσεων.

Η επίπονη αυτή δραστηριότητα δεν συνάδει πλέον με τη κατάσταση της υγείας του, καθώς η έλλειψη του εν λόγω οργάνου (σπληνός) συνεπάγεται μειωμένη σωματική αντοχή, τον καθιστά ευάλωτο σε ασθένειες, σε σχέση με τους υγιείς συνομηλίκους του και αυξάνει τον κίνδυνο σοβαρών μολύνσεων, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις του εν λόγω κλάδου.

Εξάλλου, η άσκηση άλλου παρεμφερούς επαγγέλματος δεν είναι ευχερής, για τους ίδιους ως άνω λόγους και διότι δεν διαθέτει κάποιες άλλες ολοκληρωμένες σπουδές, υπό τις συνθήκες δε που επικρατούν στην αγορά εργασίας είναι δύσκολη η ανεύρεση διαφορετικής, ευκολότερης εργασίας, ώστε να αντικαταστήσει την περιουσιακή απώλεια που συνδέεται με την αδυναμία του να υποβληθεί σε σωματική καταπόνηση, αντίστοιχη με αυτήν, στην οποία υποβαλλόταν πριν υποστεί την ανωτέρω περιγραφόμενη σωματική βλάβη.

Εξάλλου, εξαιτίας της ως άνω αναπηρίας δεν είναι σε θέση να γυμνάζεται, διότι η έντονη σωματική κίνηση δεν είναι συμβατή με την κατάσταση της υγείας του. Λόγω της ως άνω ισόβιας μερικούς αναπηρίας του η ψυχική του κατάσταση έχει επηρεαστεί αρνητικά, καθώς οι εξ αυτής περιορισμοί στις διατροφικές του συνήθειες, η μειωμένη σωματική δραστηριότητα, οι κίνδυνοι της υγείας του, του προκαλούν θλίψη.

Επομένως, η ως άνω αναπηρία επιδρά αρνητικά στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του παθόντος, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί και δεν καλύπτεται από τις λοιπές χρηματικές αξιώσεις που έχει από το ατύχημα. Συντρέχει επομένως περίπτωση, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 931 ΑΚ, να επιδικαστεί στον ενάγοντα αποζημίωση, η οποία με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας, της ηλικίας του παθόντος και την έλλειψη υπαιτιότητας αυτού, ορίζεται στο ποσό των 70.000 ευρώ.....''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφάνισε, ως προς τούτο, την με αριθ. 358/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο είχε επιδικάσει στον εν λόγω (ένατο) αναιρεσίβλητο, για τη παραπάνω αιτία, το ποσό των 28.000 ευρώ. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να επιδικάσει στον (ένατο) αναιρεσίβλητο ποσό 70.000 ευρώ για χρηματική παροχή από το άρθρο 931 του ΑΚ, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 931του ΑΚ, διότι οι ανωτέρω παραδοχές του αρκούσαν για την εφαρμογή αυτής και τη παραδοχή του σχετικού αιτήματος, ενώ δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον το ως άνω ποσό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερβαίνει και, μάλιστα, καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής παροχής από το άρθρο 931 του ΑΚ, με το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών που αυτός υπέστη.

Διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω εφαρμοσθείσας από αυτό διάταξης ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών. Ειδικότερα, στην απόφαση, εκτός από την αναφορά των, κατά το χρόνο του ατυχήματος, προσωπικών περιστάσεων του παθόντος-αναιρεσίβλητου (ηλικία, προσωπική κατάσταση), επισημαίνεται, η μερική ισόβια αναπηρία του ως απότοκος του είδους και της έκτασης του τραυματισμού που υπέστη από το ένδικο ατύχημα και ότι αυτή θα επιδράσει οπωσδήποτε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αρνητικά στο επαγγελματικό ιδίως, αλλά και στο οικονομικό και κοινωνικό του μέλλον και ότι συνεπώς δικαιούται να αξιώσει πρόσθετη ιδιαίτερη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 του ΑΚ.

Επιπλέον το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ως προς το κεφάλαιο αυτό είναι σαφές, επαρκές και χωρίς αντιφάσεις, δεν ήταν δε απαραίτητο, για τη πληρότητα της αιτιολογίας να παρατεθούν, στη προσβαλλόμενη, πρόσθετες αιτιολογίες. Η αιτίαση, που εμπεριέχεται στον ίδιο αναιρετικό λόγο (δέκατο) και με την οποία αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με το είδος και την έκταση των σωματικών βλαβών που ο εν λόγω αναιρεσίβλητος υπέστη, έλαβε υπόψη και ιατρικές γνωματεύσεις που προσκομίστηκαν το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον η αιτίαση αφορά έγγραφα, δηλαδή αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 του ΚΠολΔ, τα οποία δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό-πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 155/2022, ΑΠ 1373/2022).

Επίσης δεν αποτελεί "πράγμα", η επίκληση νομολογίας δικαστηρίου επί συναφούς προς το υπό κρίση ζήτημα που προσκομίστηκε προς υποστήριξη των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, απορριπτομένης της σχετικής αιτίασης της τελευταίας που επίσης εμπεριέχεται στον ως άνω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 525/2021). Επομένως, ο δέκατος από τους αριθ. 1α', 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω πλημμέλειες, είναι αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις παραπάνω διακρίσεις.

Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για τη περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά τη κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει, ιδίως, για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του." Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Κρήτης, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής, ως προς το κεφάλαιο της επιδίκασης εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη ο (ένατος) αναιρεσίβλητος λόγω του τραυματισμού του, κατ` άρθρ. 932 του ΑΚ: ''...

ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε το ατύχημα, της ηλικίας του ενάγοντος (26 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), της έκτασης και της έντασης των σωματικών κακώσεων που προκλήθηκαν στον τελευταίο και των παρεπόμενων σοβαρών προβλημάτων υγείας που τον ταλαιπωρούν, της έλλειψης υπαιτιότητάς του στη πρόκληση του τραυματισμού του, του ύψους της περιουσιακής ζημίας που υπέστη, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώποον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την ικανοποίηση της οποίας πρέπει να του επιδικασθεί χρηματικό ποσό ύψους 80.000 €.

Το ποσό αυτό είναι εύλογο (άρθ. 932 ΑΚ) δηλαδή ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης (....)....''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφάνισε, ως προς τούτο, την με αριθ. 358/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το οποίο είχε επιδικάσει στον εν λόγω (ένατο) αναιρεσίβλητο, για τη παραπάνω αιτία, το ποσό των 28.000 ευρώ. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του ως άνω αναιρεσίβλητου, λόγω ηθικής του βλάβης, την οποία υπέστη από το σοβαρό τραυματισμό του, στο πιο πάνω ποσό των 80.000 ευρώ, αφού εκτίμησε τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά, όπως και το είδος και την έκταση του τραυματισμού του, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά τη κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερβαίνει και μάλιστα καταφανώς από το επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο ένατος, αληθώς μόνον από τον αριθ. 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 481 του ΑΚ οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει όταν σε περίπτωση περισσότερων οφειλετών της ίδιας παροχής καθένας από αυτούς έχει υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μια φορά. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για την ύπαρξη οφειλής εις ολόκληρον αποτελεί η ταυτότητα της παροχής που οφείλουν περισσότεροι οφειλέτες.

Ως ταυτότητα παροχής νοείται η ταυτότητα του σκοπού της παροχής, ο οποίος είναι το συμφέρον του δανειστή για την εκπλήρωσή της. Η ταυτότητα αυτή της παροχής δεν προϋποθέτει αναγκαστικά ταυτότητα του νόμιμου και πραγματικού παραγωγικού λόγου γενέσεώς της και για το λόγο αυτό η υποχρέωση ή κοινή ευθύνη των συνοφειλετών μπορεί να πηγάζει από διαφορετική αιτία και να γεννήθηκε σε διαφορετικό χρόνο, αρκεί η ικανοποίηση του ίδιου συμφέροντος του δανειστή (ΑΠ 1547/2009).

Περαιτέρω, το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 489/1976 καθιερώνει ευθεία αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή στον οποίο είναι σφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο. Διατηρείται ο υπόχρεος σε αποζημίωση (αντισυμβαλλόμενος ή ασφαλισμένος στη σύμβαση ασφάλισης) βάσει των διατάξεων που ρυθμίζουν την αστική ευθύνη (914, 922 ΑΚ και του ν.

ΓπΝ/1911), προστίθεται, όμως νέος οφειλέτης (ασφαλιστής). Το θεμέλιο της υποχρέωσης προς αποζημίωση καθενός από τους οφειλέτες είναι διαφορετικό. Το κρίσιμο είναι ότι και οι δύο οφείλουν αποζημίωση. Δεν έχει σημασία ότι ποσοτικά μεταξύ των άνω οφειλετών ενδέχεται να υπάρχει διαφορά στην έκταση της αποζημίωσης.

Οι παραπάνω οφειλέτες συμπορεύονται τουλάχιστον ως προς το ασφαλιστικό ποσό, το οποίο κατ' άρθρο 6 παρ. 5 του ως άνω ν. 489/1976, είναι ίσο με αυτό που καθορίζει κάθε φορά με αποφάσεις του ο Υπουργός Εμπορίου, για κάθε είδος κινδύνου που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση. Μεταξύ του ασφαλιστή και των άλλων οφειλετών υπάρχει εις ολόκληρον ενοχή, κατά την έννοια των ΑΚ 481 επ.

και 926. Για τη σχέση αυτή ισχύουν οι παραπάνω γενικές ρυθμίσεις εφόσον δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό από τον ειδικό ν. 489/1976. Αν η ζημία του τρίτου υπερβαίνει το όριο ευθύνης του ασφαλιστή, τότε ως προς το επιπλέον ποσό υπάρχει προσωπική ευθύνη του άλλου οφειλέτη, καθόσον παύει πλέον να υπάρχει εις ολόκληρον ενοχή για το επιπλέον ποσό.

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι περισσότεροι ασφαλιστές διαφόρων συμμετεχόντων στο ατύχημα π.χ ασφαλιστές Α και Β ο πρώτος του κατόχου Κ1 και οδηγού Ο1 του αυτοκινήτου 1 και ο δεύτερος του κατόχου Κ2 και οδηγού Ο2 του αυτοκινήτου 2 είναι οφειλέτες εις ολόκληρον ο καθένας παράλληλα μόνο με τον ίδιο τον ασφαλισμένο και όχι μεταξύ τους.

Η μεταξύ δε των πλειόνων του ενός ασφαλιστών αναγωγή γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 927 του ΑΚ, ανάλογα με το βαθμό του πταίσματος των ασφαλισμένων τους, αφού η αναγωγή αυτή δεν αφορά την ασφαλιστική σύμβαση και το ποσό αυτής και δεν ασκείται με αυτή αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή ή του ζημιωθέντος τρίτου από τη σύμβαση ασφάλισης, αλλά αφορά την εις ολόκληρον ενοχή των ασφαλιστών για το ίδιο ατύχημα, για το οποίο βαρύνονται με υπαιτιότητα οι ασφαλισμένοι τους, κατά την μεταξύ τους αναγωγή, αν δε μετά τη μεταξύ τους αναγωγή κατέβαλαν ή πρέπει να καταβάλουν στους ζημιωθέντες από το ατύχημα ή στους ασφαλισμένους τους μεγαλύτερα ποσά από τα ποσά της ασφαλιστικής κάλυψης, τότε μπορούν να προτείνουν κατά των ζημιωθέντων τρίτων ή των ασφαλισμένων τους το σύμμετρο περιορισμό των απαιτήσεών τους, μέχρι του ύψους του ασφαλιστικού ποσού και να απαιτήσουν να τους επιστραφούν τα επιπλέον καταβληθέντα στον καθένα ποσά, ως αχρεωστήτως καταβληθέντα (ΑΠ 1070/2015).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο, αναφορικά με την ευθύνη της αναιρεσείουσας-εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία είχε ασφαλίσει, για τις προς τρίτους ζημίες, το με αριθ. κυκλοφορίας ΙΕΟ …. Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο του Α. Σ. (μη διαδίκου στη παρούσα δίκη), στο οποίο επέβαινε ο ένατος αναιρεσίβλητος Β.

Τ. [αλλά και της συνεναγομένης της στην, από 1-7-2012 (αριθ. έκθ. κατάθ. ΜΤ 635/2012), αγωγή του ένατου αναιρεσίβλητου κατά και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...." (μη διαδίκου στη παρούσα δίκη), η οποία είχε ασφαλίσει το με αριθ. κυκλοφορίας ΧΝΡ …. Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε η ως άνω Ά.

Κ.] και ειδικότερα ως προς την ένσταση αυτής περί περιορισμού της ευθύνης της μέχρι του ύψους του ασφαλιστικού ποσού και σύμμετρης ικανοποίησης των δικαιούχων από το ένδικο ατύχημα, δέχτηκε τα εξής:''.... η ένσταση αυτή, όσον αφορά την ασφαλιστική εταιρεία "...." πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι το σύνολο των κριθεισών βάσιμων αξιώσεων των εναγόντων των στρεφόμενων κατ' αυτής αγωγών υπό στοιχεία Β και Δ, ποσού 396.899,50 ευρώ (147.956,31 ευρώ της Β αγωγής και 248.943,19 ευρώ της Δ αγωγής ) δεν υπερβαίνει το ως άνω ασφαλιστικό ποσό των 500.000 ευρώ.

Όσον αφορά την ασφαλιστική εταιρεία "..." το σύνολο των κριθέντων βάσιμων αξιώσεων των εναγόντων των στρεφόμενων κατ' αυτής αγωγών υπό στοιχεία Α και Δ ανέρχεται σε 650.543 ευρώ, ήτοι 401.600 ευρώ για τους ενάγοντες της Α αγωγής και 248.943 ευρώ για τον ενάγοντα της Δ αγωγής, το γενικό δε σύνολο των ανωτέρω αξιώσεων δεν υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 1.000.000 ευρώ, αφού το ανώτατο όριο ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρείας "..." που είχε ασφαλίσει το ζημιογόνο αυτοκίνητο ΧΝΡ ….

ανέρχεται σε 500.000 ευρώ και της ασφαλιστικής εταιρείας "..." που είχε ασφαλίσει το έτερο ζημιογόνο αυτοκίνητο ΙΕΟ …. ανέρχεται σε 500.000 ευρώ και συνολικά και για τα δύο ζημιογόνα οχήματα το όριο ανέρχεται στο ποσό των 1.000.000 ευρώ για όλους τους δικαιούχους των Α και Δ αγωγών. Πρέπει επομένως να απορριφθεί ως αβάσιμη και η ανωτέρω ένσταση της ασφαλιστικής εταιρείας "..."....''.

Στο διατακτικό δε της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την υπό στοιχείο Δ' αγωγή του εν λόγω (ένατου) αναιρεσίβλητου "Αναγνωρίζει την εις ολόκληρον υποχρέωση της τρίτης (....) και τέταρτης (...) των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα, το ποσό των 248.943,19 ευρώ , με το νόμιμο τόκο ....". Με τη κρίση του αυτή, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 και 6 παρ. 5 του ν. 489/1976, 481, 926 και 927 του ΑΚ.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την υπαιτιότητα (η οποία δεν προσβάλλεται με αναιρετικό λόγο), έκρινε ότι η θανούσα οδηγός Ά. Κ., η οποία είχε ασφαλίσει το ζημιογόνο όχημά της στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "....", είχε συντρέχουσα αμέλεια στο ένδικο ατύχημα κατά ποσοστό 60% και ο επίσης θανών Α.

Σ., ο οποίος είχε ασφαλίσει το ζημιογόνο όχημά του (στο οποίο επέβαινε ο Β. Τ.) στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", είχε συντρέχουσα αμέλεια στο ένδικο ατύχημα κατά ποσοστό 40%. Επομένως, κάθε μια από τις ως άνω ασφαλιστικές εταιρείες και εν προκειμένω η αναιρεσείουσα βαρύνεται με αξιώσεις ποσού μικρότερου των 500.000 ευρώ δηλ.

μικρότερου του ανώτατου ορίου ευθύνης κάθε μίας, ενώ και οι δύο ασφαλιστικές εταιρείες βαρύνονται με τις αξιώσεις από την Α' αγωγή (των οκτώ πρώτων αναιρεσίβλητων) και την Δ' αγωγή (του ένατου αναιρεσίβλητου), συνολικού ποσού 650.543,19 ευρώ, μικρότερου από το άθροισμα των ανώτατων ορίων ευθύνης και των δύο ασφαλιστικών εταιρειών των ζημιογόνων οχημάτων που είναι 1.000.000 ευρώ.

Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον ενδέκατο αναιρετικό λόγο, με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Η διάταξη του άρθρου 176 του ΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται στη δικαστική δαπάνη, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η τυχόν παραβίασή της ελέγχεται από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ.

Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού είναι απόρροια της αρχής της ήττας, της πιο πάνω διάταξης. Δεν ιδρύεται όμως ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος εκ του ότι στην επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, η δικηγορική αμοιβή υπολογίστηκε σε ύψος μεγαλύτερο του κατωτέρω ορίου του Κώδικα Δικηγόρων.

Ούτε έχει ανάγκη αιτιολόγησης η σχετική δικανική κρίση (ΑΠ 652/2022, ΑΠ 915/2020, ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 476/2017, ΑΠ 678/2016, ΑΠ 491/2015). Η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου κατά το άρθρο 178 παρ. 1 του ΚΠολΔ ή ο συμψηφισμός τους εν όλω ή εν μέρει κατά το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου, που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), εφόσον βεβαιώνεται στην απόφαση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων.

Επομένως, ο λόγος που βασίζεται στην αιτίαση, ότι το επιδικασθέν ποσό είναι υπερβολικό, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 652/2022, ΑΠ 453/2020, ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 192/2016). Εδώ, η αναιρεσείουσα, με τον δωδέκατο αναιρετικό λόγο, παραπονείται πως το Εφετείο, με την διάταξη της απόφασής του περί δικαστικών εξόδων "...επιδίκασε, αναιτιολόγητα, υπέρμετρα δικαστικά έξοδα και δυσανάλογα με το αντικείμενο της δίκης, ούτε τα κατένειμε ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας καθενός διαδίκου, ούτε τα συμψήφισε λόγω δυσχέρειας περί την ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοστέων νομικών διατάξεων".

Αυτά, όμως, απαράδεκτα προβάλλονται, σύμφωνα με όσα νομικά δεδομένα προπαρατέθηκαν. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος και συνακόλουθα απορριπτέος. Μετά τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων κατά ομάδας, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, αναιρεσίβλητων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1342/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 24-6-2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. 11/29-6-2020), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 3/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων κάθε ομάδας των παριστάμενων με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για καθεμιά ομάδα από αυτές.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 5 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 13 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ