Legislator Case Law & Legislation
652/2022 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, ordering partial restitution to insurance company against absent defendants.

Case Number 652/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the insurance company's appeal against a first-instance judgment regarding mental distress damages. The defendants failed to appear at the hearing, and the court ruled that the appeal was valid for six of them while dismissing it for the seventh who abandoned the proceedings. Consequently, the court ordered the six successful appellants to return specific sums to the insurance company with interest.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(2), 143(1) of the Code of Civil Procedure; If a defendant fails to appear after proper summons, the court proceeds ex officio, and a partial appeal succeeds where the judgment is flawed, mandating restitution of awarded sums to the appellant.

Keywords

AI generated
appeal procedure default judgment mental distress damages restitution of sums partial success appeal abandonment of suit court costs offset

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 143(1) of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 652 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 652/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σωτηρία Βελέντζα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία, στην ως άνω από 6-10-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 6-10-2021 κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 7) …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-2-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1862/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2390/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-6-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την 1058 Ζ'/21-11-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Κ. Δ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 27-6-2019, αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 2390/2019 αποφάσεως του Εφετείου (Μονομελούς) Αθηνών, με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (5-11-2021), καθώς και κλήση της αναιρεσείουσας προς τους αναιρεσιβλήτους για να παραστούν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, προς τον παραστάντα κατά τη συζήτηση ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Απόστολο Μουλαγιάννη, ως αντίκλητο αυτών (άρθρο 143 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ.2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015).

Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσαν, κατ` άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, δήλωση μη παραστάσεως κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία των αναιρεσίβλητων, σαν να ήταν παρόντες (άρθρο 568 παρ.4, 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν.ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ, συνάγεται ότι, προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 889/2020, ΑΠ 551/2020).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου, η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 551/2020, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 85/2019, ΑΠ 308/2019).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓπΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με την συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών..." και κατά την διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 '' ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους''.

Εξάλλου, η παράλειψη του παθόντος, οδηγού μοτοποδηλάτου, να φοράει κράνος, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις του άρθρου 101 παρ. 2 του ν. 2696/1999, θεμελιώνει συντρέχον αυτού πταίσμα, εφόσον συνδέεται αιτιωδώς με τις προκληθείσες σωματικές κακώσεις του. Στην παραπάνω περίπτωση, το δικαστήριο καθορίζει το ύψος του ποσοστού της συνυπαιτιότητας του οδηγού του μοτοποδηλάτου στην έκταση της σωματικής του βλάβης.

Σε περίπτωση δε ζημίας από οικείο πταίσμα δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογιών όταν το δικαστήριο της ουσίας σαφώς αναφέρει πόσο το οικείο πταίσμα συνετέλεσε στη ζημία (ΑΠ 632/10). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 10/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την 2390/2019 (προσβαλλομένη) απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δικάζοντος επί εφέσεων αμφοτέρων των διαδίκων (συνεκδίκαση) κατά της εκκαλουμένης 1862/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 αρ. 6 του ΚΠολΔ), την από 23-2-2017 αγωγή αποζημιώσεως, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: ''............

Την 23-7-2016 και περί ώρα 19:35 ο Θ. Κ. του Γ., οδηγούσε την υπ' αριθμ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, επί της Λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου στην Αθήνα, με κατεύθυνση από οδό Αρδηττού προς Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας. Σημειωτέον ότι η Λεωφόρος Βασιλέως Κωνσταντίνου είναι διπλής κατεύθυνσης, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 10,5 μ., διαθέτει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας, τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας διαχωρίζονται με υπάρχουσα νησίδα ασφαλείας πλάτους 5,16μ., είναι ευθεία, το δε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ανέρχεται σε 50 χλμ/ώρα, λόγω κατοικημένης περιοχής.

Στο ύψος δε της εκ δεξιών διασταύρωσης της εν λόγω λεωφόρου με την οδό Άγρας, η διαχωριστική των δύο ρευμάτων νησίδα διακόπτεται, δημιουργώντας διάκενο, μήκους 11,80 μ. και πλάτους 5,16 μ. Πρέπει να αναφερθεί ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν υπήρχε πινακίδα που να απαγορεύει τη διενέργεια αναστροφής από το πιο πάνω σημείο.

Κατά τον ανωτέρω χρόνο, οι συνθήκες που επικρατούσαν ήταν καλές (ημέρα-αίθριος καιρός), η ορατότητα επαρκής, η κατάσταση της οδού ήταν ξηρά και η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική. Την ίδια χρονική στιγμή, ο πρώτος εναγόμενος Δ. Τ., οδηγούσε, έχοντας καταναλώσει προηγούμενα μικρή ποσότητα αλκοόλ, που ανιχνεύθηκε αρμοδίως σε ποσοστό 0,13g ανά λίτρο αίματος, το υπ' αριθμ.

κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες από την κυκλοφορία του στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "...", επί της ως άνω Λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου, με την ίδια κατεύθυνση με τον προαναφερόμενο αναβάτη της δίκυκλης μοτοσικλέτας, έχοντας δε την πρόθεση να κάνει αναστροφή, με αριστερή στροφή, για να κινηθεί στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, ήτοι σε αυτό από Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας προς τον οδό Αρδητού, αναζητούσε κάποιο άνοιγμα της νησίδας επί της Λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου.

Στο άνω όχημά του συνεπέβαιναν οι Κ. - Α. Κ., Α. Χ. και Μ. Μ.. Ειδικότερα, ο οδηγός του αυτοκινήτου, αρχικά είχε σταθμεύσει προσωρινά στο δεξιό άκρο της δεξιάς λωρίδας της Λεωφόρου όπου κινείτο, προκειμένου να επιβιβαστεί η προαναφερόμενη φίλη του Μ. Μ., με σκοπό, όλοι οι επιβαίνοντες στο όχημα (οδηγός και τρεις κοπέλες), να μεταβούν στο Παλαιό Φάληρο Αττικής για να παρακολουθήσουν μία συναυλία.

Μετά την επιβίβαση της ανωτέρω στο όχημα του πρώτου εναγομένου, ο τελευταίος εκκίνησε το ΙΧΕ αυτοκίνητο, κινούμενος στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όπου βρισκόταν αρχικά λόγω της κατά τα ανωτέρω στάσης, συνέχισε την ευθεία πορεία του για λίγα μέτρα με κανονική ταχύτητα (περίπου 40-45 χλμ/ώρα), ακολούθως δε, κινούμενος "ιππαστί" των διακεκομμένων λευκών γραμμών της δεξιάς και μεσαίας λωρίδας, με ελαφρώς λοξή αριστερή κατεύθυνση, κατέλαβε την μεσαία λωρίδα της Λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου.

Αμέσως μετά, έχοντας πλησιάσει σε απόσταση περίπου 10 μέτρων από τη διασταύρωση της Λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου με την οδό Άγρας, όπου υφίσταται το προπεριγραφόμενο διάκενο, ο πρώτος εναγόμενος, έχοντας ήδη ανακόψει και ελαττώσει σε μεγάλο βαθμό την προηγούμενη ταχύτητά του, εισήλθε με αριστερό απότομο ελιγμό, αιφνίδια και ανέλεγκτα από τη μεσαία στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, προκειμένου να κατευθυνθεί στο υφιστάμενο αριστερότερα διάκενο, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί την κίνηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο Θ.

Κ., ο οποίος βρισκόταν ήδη στην αριστερή λωρίδα της Λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου και να αποφράξει την κανονική πορεία του ελάχιστα μέτρα (5-6 μ.) έμπροσθεν της μοτοσικλέτας. Ο οδηγός αυτής, αιφνιδιάσθηκε από την προπεριγραφείσα αντικανονική κίνηση του αυτοκινήτου και μη έχοντας τα αναγκαία χρονικά και τοπικά περιθώρια δεν μπόρεσε να αντιδράσει με αποφευκτικό ελιγμό ή τροχοπέδηση, με αποτέλεσμα να επιπέσει με σφοδρότητα το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσικλέτας στο αριστερό οπίσθιο φτερό του αυτοκινήτου, στη συνέχεια να ανατραπεί η μοτοσικλέτα επί του οδοστρώματος προς τα αριστερά, και να ακινητοποιηθεί σε κοντινή απόσταση από το σημείο σύγκρουσης, ο αναβάτης αυτής να εκτιναχθεί σε απόσταση περίπου πέντε (5) μέτρων από το σημείο σύγκρουσης και να καταλήξει στο οδόστρωμα και δη επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου, στο ρεύμα προς Λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, το δε αυτοκίνητο, αμέσως μετά τη σύγκρουση, πλαγιολισθαίνοντας αριστερόστροφα, κινήθηκε στο διάκενο και ακινητοποιήθηκε στα όριά του.

Αποτέλεσμα της ένδικης σύγκρουσης ήταν να επέλθει ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού της μοτοσικλέτας, ο οποίος διακομίσθηκε αμέσως μετά το ατύχημα με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο "ΛΑΪΚΟ" νοσοκομείο, όπου και εξέπνευσε μία ώρα και ένα τέταρτο μετά, συνεπεία κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το ένδικο τροχαίο ατύχημα και οι εξ αυτού δυσμενείς συνέπειές του, οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια), του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματός του δεν επέδειξε την, κατ' αντικειμενική κρίση, επιμέλεια και προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός οδηγός οφείλει και μπορεί επιδείξει, με βάση τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, την κοινή πείρα και λογική.

Ειδικότερα, η αμέλειά του συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσε συνθήκες, και αφού ενήργησε αρχικά ελιγμό αλλαγής λωρίδας από τη δεξιά και μεσαία λωρίδα (ιππαστί), έχοντας την πρόθεση να πραγματοποιήσει αναστροφή επί της Λεωφόρου όπου κινείτο, δεν κατέλαβε προοδευτικά, ως όφειλε, την αριστερή λωρίδα αυτής, ούτε βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι μπορούσε να πράξει τούτο με ασφάλεια, χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού που κινούνταν πίσω ή πλάι του, και ενώ όφειλε να παραχωρήσει προτεραιότητα στο ομορρόπως προς αυτόν κινούμενο επί της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της οδού δίκυκλο όχημα του άτυχου θανόντα, αυτός ενήργησε ανέλεγκτα και αιφνίδια αριστερό ελιγμό, με αποτέλεσμα να αποφράξει την κανονική πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ενεργώντας έτσι κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 3 και 21 παρ. 1 του ΚΟΚ.

Αντίθετα, στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, δεν συνετέλεσε, με οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά του, ο οδηγός της μοτοσικλέτας, ο οποίος, ενώ κινείτο σύννομα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, αιφνιδιάσθηκε από την παράνομη και απρόβλεπτη κίνηση του αυτοκινήτου και δεν είχε τα απαιτούμενα χρονικά και τοπικά περιθώρια ώστε να αποφύγει τη σύγκρουση.

Σημειωτέον ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας, δεν θα μπορούσε να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό, καθόσον αριστερά του ήταν η νησίδα και το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της εν λόγω Λεωφόρου και δεξιά του υφίστατο κίνηση άλλων οχημάτων και δη έτερης μοτοσικλέτας στη μεσαία λωρίδα, λίγα μέτρα όπισθεν της μοτοσικλέτας του μετέπειτα θανόντος.

Ενόψει τούτων, πρέπει να απορριφθεί η νόμιμη ένσταση που πρόβαλαν οι εναγόμενοι περί της αποκλειστικής, άλλως περί της συντρέχουσας υπαιτιότητας του θανόντος, συγγενούς των εναγόντων, στην πρόκληση του ατυχήματος (άρθρο 5 παρ.1 ν. ΓπΝ/1911 και ΑΚ 300). Οι παραπάνω συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, αποδεικνύονται από την έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα της τροχαίας που συντάχθηκαν αρμοδίως, από τις συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων, όπως απεικονίζονται στις προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες, από το ψηφιακό οπτικοακουστικό υλικό, που αποτυπώνει τις πορείες των εμπλεκομένων αυτοκινήτων πριν το ατύχημα καθώς και από την προανακριτική κατάθεση του μάρτυρα Κ.

Π., ο οποίος οδηγώντας τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, ήταν αυτόπτης του ατυχήματος και για την αξιοπιστία του οποίου το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλει, καθόσον τα όσα καταθέτει ενισχύονται και από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Ο παραπάνω μάρτυρας, αναφέρει στην από 23-7-2016 ένορκη κατάθεσή του αυτολεξεί τα εξής: ".....οδηγούσα τη μοτοσικλέτα μου και βρισκόμουν μπροστά στο Καλλιμάρμαρο Στάδιο και είδα το υπ' αριθμ. ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο το οποίο κινούνταν στη Λ. Βασιλέως Κων/νου, με κατεύθυνση από Αρδηττού προς Λ. Βασιλίσσης Σοφίας, να κάνει απότομα αναστροφή με πρόθεση να κινηθεί προς Αρδηττού ξανά, και εκείνη την ώρα η υπ' αριθμ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα συγκρούσθηκε μαζί του. Η εν λόγω μοτοσικλέτα κινούνταν στη Λ. Βασιλέως Κωνσταντίνου (αριστερή λωρίδα), σίγουρα το αυτοκίνητο δεν κινούνταν στην αριστερή λωρίδα της Λ.

Βασιλέως Κων/νου..........." Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα ενώ το αυτοκίνητο βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα και είχε λάβει κλίση εισόδου στο διάκενο της νησίδας, τον οποίο (ισχυρισμό) ανεπιτυχώς προσπαθούν να επιβεβαιώσουν ένορκα με τις προανακριτικές καταθέσεις τους και οι συνεπιβαίνουσες στο αυτοκίνητο, κρίνεται αναληθής.

Άλλωστε, αν είχε συμβεί αυτό, η δίκυκλη μοτοσικλέτα θα είχε επιπέσει με την εμπρόσθια πλευρά της στο οπίσθιο κυρίως τμήμα του ΙΧΕ αυτοκινήτου και όχι στην αριστερή πλευρά του. Εξάλλου και ο έτερος ισχυρισμός των εναγομένων, ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας είχε αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα, δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο, τα όσα δε περί του αντιθέτου περιλαμβάνονται στην διεξαχθείσα κατ' εντολή του πρώτου εναγομένου τεχνική έκθεση των πραγματογνωμόνων Κ.

Σ. και Π. Κ., κρίνονται αβάσιμα. Και τούτο διότι το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν οι συντάκτες αυτής περί δήθεν υπερβολικής ταχύτητας του οδηγού της μοτοσικλέτας, στηρίζεται σε προσωπικές εκτιμήσεις, εικασίες και αυθαίρετους υπολογισμούς. Πρέπει να αναφερθεί ότι η μη εξέταση ως μάρτυρα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του τεχνικού συμβούλου και συντάκτη της άνω τεχνικής έκθεσης Κ.

Σ., προφανώς δεν κρίθηκε αναγκαία, καθόσον ό,τι ήθελε ο ανωτέρω να εκθέσει και να εισφέρει για λογαριασμό του πρώτου εναγομένου, το έχει αποτυπώσει στην εν λόγω έκθεση. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι, ο θανών, συνετέλεσε, με την αμελή συμπεριφορά του, στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του σε ποσοστό 20%, καθόσον, κατά το χρόνο του ατυχήματος, δεν φορούσε, ως όφειλε, προστατευτικό κράνος, το οποίο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, θα περιόριζε τη σφοδρότητα του χτυπήματος στο κεφάλι του, η δε παράλειψη του αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το θάνατό του, καθόσον αυτός επήλθε λόγω κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων.

Κατόπιν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως ουσία βάσιμη η σχετική νόμιμη ένσταση των εναγομένων περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος, συγγενή των εναγόντων, στην έκταση της ζημίας του (άρθρο 300 ΑΚ)''. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 27-11-2017 έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 14-1-2018 έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της 1862/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., του ν. ΓΠΝ/1911, αλλά και τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 21 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικά έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου και η ανυπαρξία οποιασδήποτε υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Ειδικότερα το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και επάρκεια τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο υπαίτιος οδηγός του αυτοκινήτου, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δεχόμενο ότι ο εν λόγω οδηγός οδηγούσε το προαναφερόμενο όχημά του επί της Λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου, χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες και αφού κινήθηκε "ιππαστί" της διακεκομμένης λευκής γραμμής της δεξιάς και μεσαίας λωρίδας της Λεωφόρου αυτής, με ελαφρώς λοξή αριστερή κατεύθυνση, κατέλαβε τη μεσαία λωρίδα και έχοντας την πρόθεση να πραγματοποιήσει αναστροφή, δεν κατέλαβε προοδευτικά την αριστερή λωρίδα αυτής, ούτε βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι μπορούσε να πράξει τούτο με ασφάλεια, χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της Λεωφόρου, που εκινούντο πίσω ή πλάι του, αλλά αντίθετα ενεργώντας αιφνίδια αριστερό ελιγμό, εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου, όπου εκινείτο η οδηγούμενη από τον οικείο των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων δίκυκλη μοτοσυκλέτα, με αποτέλεσμα να αποφράξει την κανονική πορεία της ελάχιστα μέτρα (5-6) έμπροσθεν αυτής με περαιτέρω συνέπεια την ανατροπή της την πτώση του αναβάτη επί του οδοστρώματος και τον θανάσιμο τραυματισμό του.

Πρόδηλο, επομένως τυγχάνει ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του αυτοκινήτου στην εκ μέρους του παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων του Κ.Ο.Κ. (12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 21 παρ. 1) και όχι και στη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 19 αυτού, η οποία, ναι μεν αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η αναφορά όμως αυτή, όπως προκύπτει από το σύνολο των προεκτεθεισών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, οφείλεται σε προφανή παραδρομή.

Ακόμη, ως προς την συμπεριφορά του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας το Δικαστήριο έκρινε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή του, δεχόμενο ότι αυτός εκινείτο σύννομα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα και ότι αιφνιδιάστηκε από την παράνομη και απρόβλεπτη κίνηση του αυτοκινήτου και δεν είχε τα απαιτούμενα χρονικά και τοπικά περιθώρια, ώστε να αποφύγει την σύγκρουση, επιπροσθέτως δε δεν μπορούσε να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό, καθ' όσον προς τα αριστερά του υφίστατο η νησίδα και το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της Λεωφόρου και δεξιά του και στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, λίγα μέτρα πίσω από αυτόν εκινείτο άλλη δίκυκλη μοτοσυκλέτα.

Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενες πλημμέλειες οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος τους λόγους της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως οι οποίοι, συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της παραθέσεως ασαφούς και ανεπαρκούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτή (αναιρεσείουσα) διατείνεται: α) δεν αιτιολογείται γιατί ο οδηγός του αυτοκινήτου έβαινε με ταχύτητα 40-45 χιλιομέτρων την ώρα, αν και, κατά τις παραδοχές ξεκίνησε από στάση, β) αν και έγινε δεκτό ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου, εισήλθε από τη μεσαία στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας έχοντας ήδη ανακόψει και ελαττώσει σε μεγάλο βαθμό την προηγούμενη ταχύτητά του, δεν προσδιορίζεται η ταχύτητα του αυτοκινήτου κατά τον χρόνο της συγκρούσεως και γ) δεν αιτιολογείται γιατί ο θανών οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας δεν μπορούσε να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό.

Τούτο δε διότι οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως άνω υπό στοιχ. α' και β', ως ελλείψεις και ασάφειες πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνιστούν τέτοιες αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς απαραδέκτως προβάλλονται.

Περαιτέρω, ως προς την τελευταία αιτίαση, υπό στοιχ. γ', οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, εφ' όσον στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται σχετικές παραδοχές (αδυναμία του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας να ενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό, επειδή προς τα αριστερά του υπήρχε η νησίδα της Λεωφόρου και το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και προς τα δεξιά του υφίστατο κίνηση άλλων οχημάτων).

Κατ' ακολουθίαν, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος κατά το πρώτο μέρος τους λόγοι της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους όπως προαναφέρθηκε, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέοι, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που λήφθηκαν υπόψη.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 528/2021, ΑΠ 837/2020, ΑΠ 128/2013). Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 528/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το συναφές νοηματικό δεύτερο σκέλος τους, η αναιρεσείουσα, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτή νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη των ισχυρισμών της ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση της συγκρούσεως είναι ο οδηγός της μοτοσικλέτας Θ.

Κ.. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο ότι έλαβε υπόψη: τις από 13-7-2016, 23-7-2016 και 24-7-2016 εκθέσεις ένορκης εξετάσεως των μαρτύρων Α. Χ., Μ. Μ. και Κ. - Α. Κ., αντίστοιχα, ενώπιον του Τμήματος Τροχαίας Καισαριανής και την από Σεπτεμβρίου 2017 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Κ. Σ. και Π.

Κ., από τις οποίες αποδεικνύεται η υπερβολική ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσικλέτας. Από τις εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της ήδη αναιρεσείουσας, ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι πράγματι η αναιρεσείουσα, προκειμένου να αποδείξει τον ως άνω ισχυρισμό της, επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο τις προαναφερόμενες εκθέσεις ένορκης εξετάσεως και την τεχνική έκθεση από δε την προσβαλλομένη απόφαση δεν διαπιστώθηκε έλλειψη προσκομίσεως αυτών.

Όπως, όμως, προκύπτει από την τελευταία (προσβαλλομένη απόφαση), το Εφετείο βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα οι διάδικοι .......συμπεριλαμβανομένων και αυτών της ποινικής δικογραφίας, που σχηματίστηκε.......την με αριθμ. 5775/25-9-2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Κ.

Σ. που δόθηκε νομότυπα ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Κοσμά, την, με ημερομηνία Σεπτεμβρίου 2017, τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Κ. Σ. και Π. Κ......." Από τη ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο εκείνο, για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ως άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, που νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεστεί στο Εφετείο η ήδη αναιρεσείουσα, χωρίς να υποχρεούται το δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, με την επισήμανση, όμως, ότι τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα μνημονεύονται ρητώς στην προσβαλλομένη απόφαση, άλλα με γενική αναφορά και άλλα με ειδική.

Επομένως, ο λόγος κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος, ότι από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας αυτών, η οποία κατά τα προεκτεθέντα, δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής ανταγωγής ενστάσεως αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως όχι, όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Α.Π.

Ολομ. 14/2004, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 94/2008). Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στην γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (Α.Π. 87/2013).

Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 989/2018, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 358/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και είτε τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Α.Π. 250/2014, Α.Π. 1418/2013), είτε τον απέρριψε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού (Α.Π.

Ολομ. 11/1996, Α.Π. 1454/2014, Α.Π. 1150/2011, Α.Π. 421 - 425/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το συναφές νοηματικά τρίτο μέρος τους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της:

α) ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου άναψε φλας τόσο για να καταλάβει τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, όσο και κατά τον ελιγμό του προς τα αριστερά και β) ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα ενώ το αυτοκίνητο βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και είχε λάβει κλίση εισόδου στο διάκενο της νησίδας. Πέραν του ότι οι ως άνω ισχυρισμοί δεν είναι αυτοτελείς και, συνεπώς, δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια του αριθμού 8 περ.

β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., αλλά αντίθετα συνιστούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας (που, κατ' αυτήν, συνάγονται από την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) για την υποστήριξη των απόψεών της για τις συνθήκες του ατυχήματος όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο υπό στοιχ.

α' ισχυρισμός απερρίφθη από το δικαστήριο της ουσίας το οποίο αντιμετώπισε αυτόν και τον απέρριψε εκ του πράγματος δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν την πραγματική βάση αυτού, ενώ ο υπό στοιχ. β' ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη, αντιμετωπίστηκε ευθέως και απορρίφθηκε ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.

Επομένως οι συναφείς αναιρετικοί λόγοι, κατά το προεκτεθέν σκέλος τους είναι απορριπτέοι, προεχόντως ως απαράδεκτοι.

Αβάσιμος, κρίνεται και ο τρίτος "λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον αναιτιολόγητα μείωσε το πρωτοδίκως καταλογισθέν ποσοστό συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας στην έκταση της ζημίας του από 50% σε 20%, γιατί κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν έφερε προστατευτικό κράνος, καθόσον, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην σχετική νομική σκέψη, σε περίπτωση ζημίας από οικείο πταίσμα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογιών όταν το δικαστήριο της ουσίας σαφώς αναφέρει πόσο το οικείο πταίσμα συνετέλεσε στη ζημία.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 928 εδ. β` του ΑΚ, κατ` εξαίρεση του γενικού κανόνα ότι δεν αποκαθίσταται η ζημία του εμμέσως ζημιωθέντος, επί θανατώσεως προσώπου, υφίσταται υποχρέωση προς αποζημίωση και έναντι τρίτου, ο οποίος κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή και στερήθηκε εξαιτίας του θανάτου του το δικαίωμα αυτό.

Η αξίωση που απορρέει από την ως άνω διάταξη είναι γνήσια αξίωση αποζημιώσεως και όχι διατροφής και αποσκοπεί να φέρει το δικαιούχο διατροφής στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος για να τον διατρέφει. Επομένως, από απόψεως εκτάσεως, η αποζημίωση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1378 επ., 1442 επ., 1485 επ.

και 1504 ΑΚ, περιλαμβάνει ό,τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλει ο θανατωθείς στο δικαιούχο της διατροφής. Από την αυτή ως άνω διάταξη (άρθρο 928 εδ. β` ΑΚ) συνάγεται ότι η αξίωση αποζημιώσεως του επιζώντος συζύγου στοχεύει γενικώς στην αποκατάσταση της ζημίας που αυτός υφίσταται εξαιτίας του ότι, με το θάνατο του άλλου συζύγου, επέρχεται απόσβεση της αξιώσεως για συμβολή στις ανάγκες της οικογενείας που ο σύζυγος είχε από το νόμο.

Για να ευρεθεί, όμως, το περιεχόμενο της αποζημίωσης επιβάλλεται να γίνει προσφυγή στις σχετικές διατάξεις του οικογενειακού δικαίου, που ρυθμίζουν το ζήτημα της συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες και ειδικότερα στην διατροφή του συζύγου (άρθρο 1389 και 1390 ΑΚ), το μέτρο της οποίας προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών του δικαιούχου, όπως διαμορφώνονται στα πλαίσια της συμβιώσεως, οριοθετούνται δε από το ύψος των τυχόν εισοδημάτων του και της λοιπής περιουσίας αυτού, σε συσχετισμό προς την περιουσιακή κατάσταση του άλλου συζύγου.

Κρίσιμος για τον υπολογισμό της, με το ανωτέρω περιεχόμενο, αποζημιώσεως είναι ο προσδιορισμός των εισοδημάτων του θανατωθέντος, κατά τον τελευταίο καιρό πριν από τη θανάτωσή του και της πιθανής εξελίξεως των εισοδημάτων αυτών, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν αυτός ζούσε (ΑΠ 796/2020, ΑΠ 1637/2018, ΑΠ 124/2017).

Από όλα τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι το συντρέχον πταίσμα (Α.Κ.300) αντιτάσσεται από τον εναγόμενο κατά του τρίτου εμμέσως ζημιούμενου (δικαιούχου διατροφής) και ταυτίζεται με τον περιορισμό της εκτάσεως της ζημίας, στον οποίο είναι υποχρεωμένος να προβεί ο έμμεσα ζημιωθείς, ο σχετικός σε ισχυρισμός προβάλλεται από τον εναγόμενο με τη μορφή ενστάσεως (ΑΚ 300, ΚΠολΔ 262) (βλ.

ΑΠ 548/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε ως κατ' ουσίαν βάσιμο το αγωγικό κονδύλιο περί αποζημιώσεως της πρώτης αναιρεσιβλήτου, γι' αυτήν ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Γ., λόγω στερήσεως της δικαιούμενης από την ίδια και το τέκνο διατροφής, από τον θανάσιμα τραυματισθέντα σύζυγό της, οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 928 εδ.

β', 1389, 1390, 1442 επ. και 1485 του ΑΚ. Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: '' ...... ο θανών, Θ. Κ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, ηλικίας 44 ετών, κατά το χρόνο του ατυχήματος, απόλυτα υγιής, εργαζόταν ως διευθυντής στην εταιρεία "ΑΒ.

ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΕ", με μηνιαίες μικτές αποδοχές 2.278,15 ευρώ, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι είχε άλλα εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία. Η πρώτη ενάγουσα σύζυγός του, ηλικίας 52 ετών, κατά το χρόνο του ατυχήματος, δεν εργαζόταν, προσέφερε δε στο συζυγικό οίκο την προσωπική της εργασία, που συνίσταται στην καθαριότητα, φροντίδα και περιποίηση αυτού, οι οποίες αποτιμώνται στο ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως.

Άλλα εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία δεν αποδείχτηκε ότι είχε η πρώτη ενάγουσα. Ενόψει του συσχετισμού των δυνάμεων των συζύγων, ο θανών συνέβαλε στη διατροφή της συζύγου του με το ποσό των 350 ευρώ μηνιαίως, το οποίο ανταποκρινόταν, στις ανάγκες της και αποτελούσε την αναλογία που ο σύζυγός της, ενόψει των μεγαλύτερων εισοδημάτων του, ήταν υποχρεωμένος να συνεισφέρει στο πλαίσιο του γάμου τους, με μέτρο τις συνθήκες της οικογενειακής τους ζωής, λαμβάνοντας υπόψη και τη συνεισφορά της πρώτης ενάγουσας στη διατροφή του συζύγου, και το οποίο ποσό θα κατέβαλε με πιθανότητα, κατά τη φυσική πορεία των πραγμάτων, ο θανών, αν δεν συνέβαινε το ένδικο ατύχημα, και για το χρονικό διάστημα από 1-3-2017 έως 26-6-2021.

Αναφορικά όμως για το περαιτέρω αιτούμενο χρονικό διάστημα, ήτοι από Ιούλιο του 2021 έως το Μάρτιο του 2047, το σχετικό κονδύλιο πρέπει να απορριφθεί ως προώρως ασκηθέν, καθόσον δεν μπορεί να προβλεφθεί από τώρα ότι θα εξακολουθούν να υφίστανται και στο μέλλον οι προϋποθέσεις που θεμελιώνουν το δικαίωμα αυτό ως προς τη σύζυγο του θανόντος, αφού εξαρτάται από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες.

Το παραπάνω όμως ποσό πρέπει να μειωθεί κατά 20%, δηλαδή κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας που βαρύνει τον θανόντα στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του, και συνεπώς η πρώτη ενάγουσα δικαιούται το ποσό των 280 ευρώ μηνιαίως. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι, ο ανήλικος δεύτερος ενάγων Γ. Κ. του Θ., που γεννήθηκε στις 27-6-2003 και λόγω της ανηλικότητάς του εκπροσωπείται νόμιμα στην παρούσα δίκη από τη μητέρα του πρώτη ενάγουσα, ως ασκούσα αποκλειστικά τη γονική μέριμνα αυτού, ήταν ηλικίας 13 ετών, κατά το χρόνο του ατυχήματος.

Δεν είχε περιουσιακά στοιχεία, ούτε εισοδήματα. Οι δαπάνες διαβίωσής του (διατροφή, ένδυση, υπόδηση, εκπαίδευση κ.λ.π) είναι οι συνήθεις δαπάνες παιδιών της ηλικίας του. Επομένως, έχει δικαίωμα διατροφής σε χρήμα έναντι των γονέων του. Με βάση τις προαναφερόμενες οικονομικές δυνατότητες των γονέων του και τις εν γένει περιστάσεις, ο θανών πατέρας του, θα κατέβαλε με πιθανότητα, κατά τη φυσική πορεία των πραγμάτων, αν δεν συνέβαινε το ένδικο ατύχημα, τουλάχιστον για το χρονικό διάστημα από 1-3-2017 έως 26-6-2021 το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως, ως συνεισφορά στη διατροφή του τέκνου του, ενώ η μητέρα του (πρώτη ενάγουσα) θα συνεισέφερε με την προσωπική της εργασία.

Το παραπάνω, όμως, ποσό πρέπει να μειωθεί κατά 20%, ήτοι κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητας που βαρύνει τον θανόντα πατέρα του στην επέλευση του θανάτου του, και συνεπώς το ανήλικο τέκνο δικαιούται το ποσό των 480 ευρώ μηνιαίως. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσκομιζόμενη, μετ' επικλήσεως, με αριθμ. 040/2017/142 απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ, τόσο η πρώτη ενάγουσα όσο και το ανήλικο τέκνο, μετά το θάνατο του συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, έλαβαν προσωρινή σύνταξη από τον παραπάνω ασφαλιστικό οργανισμό, ως σύζυγος και τέκνο αυτού, το ύψος της οποίας ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 345,6 ευρώ μηνιαίως, που επιμερίζεται σε 237,29 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα και 108,31 ευρώ για τον δεύτερο ανήλικο ενάγοντα.

Το ανωτέρω ποσό μεταβιβάζεται εκ του νόμου, αυτοδικαίως στον πιο πάνω ασφαλιστικό οργανισμό (άρθ. 10 παρ.5 του ν.δ. 4104/1960, όπως αντικ. με το άρθ. 18 του ν. 4476/1965 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986 και ΒΔ 226/1973) και κατ' εξαίρεση της διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, μειώνει την οφειλόμενη στους παραπάνω ενάγοντες αποζημίωση.

Επομένως, οι ανωτέρω ενάγοντες, δικαιούνται να λάβουν, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, τη διαφορά που προκύπτει από την αφαίρεση των πιο πάνω κονδυλίων και ειδικότερα δικαιούνται, η μεν πρώτη ενάγουσα το ποσό των 42,71 (280-237,29) ευρώ μηνιαίως, και ο ανήλικος, δεύτερος ενάγων, το ποσό των 371,69 (480-108,31) ευρώ μηνιαίως''.

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 928 εδ. β', 1389, 1390, 1442 επ. και 1485 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά: 1)της συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας, την οποία ασκούσε ο αποβιώσας μέχρι το θάνατό του, δηλαδή αυτή του διευθυντή στην εταιρεία "ΑΒ Βασιλόπουλος Α.Ε.", την οποία θα συνέχιζε να ασκεί, εάν δεν μεσολαβούσε ο θάνατός του, τουλάχιστον έως 26-6-2021, β) των μικτών αποδοχών του, από την εργασία αυτή, ανερχομένων στο ύψος των 2.278,15 ευρώ, μηνιαίως, γ) την προσφορά της προσωπικής εργασίας της πρώτης αναιρεσιβλήτου συζύγου του, η οποία δεν εργαζόταν, ηλικίας 52 ετών, στον συζυγικό οίκο, η οποία αποτιμάται στο ποσό των 300,00 ευρώ κατά μήνα, δ) την διάθεση από τον θανατωθέντα, κατά μήνα, σύμφωνα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, εάν θα ζούσε, του ποσού των 350,00 ευρώ ατομικά για την πρώτη αναιρεσίβλητη σύζυγό του, και του ποσού των 600,00 ευρώ, ως συνεισφορά, για το ανήλικο τέκνο του, ε) την μείωση των ως άνω ποσών κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του θανόντος στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού του (20%), και περαιτέρω την μείωση των ποσών συνεισφοράς του, μετά την αφαίρεση της σύνταξης που χορηγήθηκε στην σύζυγο και το τέκνο του, με την 040/2017/142 απόφαση του διευθυντή του Ι.Κ.Α., στο οποίο ο θανατωθείς ήταν ασφαλισμένος, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της ανάλογης υπό συνθήκες εγγάμου βίου αξιώσεως διατροφής τους (συζύγου και τέκνου) και της αντίστοιχης αξίωσής τους αποζημιώσεως, μετά τη θανάτωση του συζύγου και πατέρα, και δικαιολογούν την παραδοχή, κατά ένα μέρος, της αγωγής της πρώτης αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον ως άνω λόγο του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτει χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με επάρκεια και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ, ως άνω, κανόνων ουσιαστικού δικαίου των προαναφερθέντων άρθρων, τα οποία, η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Οι αιτιάσεις που προσάπτονται, με τον ίδιο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και συγκριμένα, ότι: 1) εσφαλμένα υπολογίζονται ως μηνιαίες αποδοχές του θανατωθέντος, οι μικτές αποδοχές του, 2) δεν αφαιρείται από τα ως άνω ποσά, τα οποία επιδικάσθηκαν ως διατροφή της συζύγου και τέκνου του θανατωθέντος, η χορηγηθείσα σύνταξη του ασφαλιστικού του φορέα, 3)οι ως άνω αποδοχές του θανατωθέντος από την εργασία του, δεν είναι οι πραγματικές, ούτε ότι θα διέθετε αυτός τα ως άνω ποσά για την διατροφή της συζύγου και του τέκνου του, 4) δεν προσκομίζονται τα αιτούμενα έγγραφα προς απόδειξη των αποδοχών του και της χορηγηθείσας σύνταξης στη σύζυγο και το ανήλικο τέκνο του, από τον ασφαλιστικό του οργανισμό, είναι απορριπτέες.

Ειδικότερα, από τις αιτιάσεις αυτές, η υπό στοιχ. 1. ως νομικά αβάσιμη, αφού ως αποδοχές νοείται το σύνολο των ακαθαρίστων (μικτών) αποδοχών, τις οποίες θα λάμβανε ο εργαζόμενος, αν δεν μεσολαβούσε ο θάνατός του, δηλαδή εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και οι υπέρ των ασφαλιστικών οργανισμών κρατήσεις, που ο εργοδότης πρέπει να παρακρατεί από τις αποδοχές του μισθωτού (ΑΠ 291/2007, ΑΠ 1056/2000), η υπό στοιχ. 2 ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού λήφθηκε υπόψη η χορηγηθείσα από τον ασφαλιστικό φορέα του θανατωθέντος σύνταξη στη σύζυγο και το ανήλικο τέκνο του και αριθμητικά υπολογίσθηκε η διαφορά στα εν λόγω κονδύλια διατροφής τους, οι δε υπό στοιχ. 3 και 4 απαραδέκτως προβάλλονται καθόσον, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης της αποφάσεως, πλήττουν στην πραγματικότητα την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 65/2019, ΑΠ 1361/2013).

Η συνοίκηση επίσης, λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, ενώ ουσιαστική και μάλιστα αυτονόητη προϋπόθεση επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης είναι επίσης η απόδειξη, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υπέστη πραγματικά ψυχική οδύνη για την απώλεια του προσφιλούς του προσώπου, καθώς και ότι μεταξύ αυτού και του θανόντος υπήρχαν, όταν ο τελευταίος ζούσε, είτε συνοικούσαν είτε όχι, συναισθήματα αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό του προσώπου αυτού από την επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης (Ολ.

ΑΠ 21/2000, ΑΠ 160/2001). Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 2/2020, ΑΠ 65/2019).

Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: ''...... ο θανών, ηλικίας 44 ετών, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, και πατέρας του δεύτερου ενάγοντος, ηλικίας δεκατριών (13) ετών κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα του και ζούσαν όλοι μαζί αρμονικά στην οικία τους στο Γαλάτσι Αττικής, οι δε δεσμοί τους με τον θανόντα ήταν ιδιαίτερα στενοί και συνδέονταν μεταξύ τους με αμοιβαία συναισθήματα αγάπης και αφοσίωσης.

Επίσης, ο θανών διατηρούσε άριστες συγγενικές σχέσεις με τους γονείς του (τρίτο και τέταρτη των εναγόντων), την αδελφή του (πέμπτη ενάγουσα), τη γιαγιά του από τη μητρική γραμμή (έκτη ενάγουσα) και την πεθερά του (έβδομη ενάγουσα), η οποία, ως συγγενής εξ αγχιστείας πρώτου βαθμού, περιλαμβάνεται στην έννοια του όρου "οικογένεια του θύματος", σύμφωνα με το άρθρο 932 εδ.

γ' ΑΚ, εφόσον διαπιστώθηκε, κατά τα ανωτέρω, η ύπαρξη μεταξύ αυτής και του θανόντος αισθημάτων αγάπης. Ο αδόκητος και αιφνίδιος θάνατος του προσφιλούς τους προσώπου, προκάλεσε στους παραπάνω ενάγοντες, οι οποίοι περιλαμβάνονται στην οικογένειά του, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, έντονο ψυχικό πόνο, και, συνεπώς αυτοί έχουν υποστεί ψυχική οδύνη, για την οποία πρέπει να τους επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση.

Λαμβάνοντας δε υπόψη τις αναφερόμενες πιο πάνω συνθήκες του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου ως προς την πρόκληση του ατυχήματος, το ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος στην επέλευση του θανάτου του, την ηλικία του θανόντος και των εναγόντων, καθώς και την κατάσταση της υγείας τους, που επηρεάζει το προσδόκιμο της ζωής τους, το συγγενικό και συναισθηματικό δεσμό των εναγόντων με τον αποβιώσαντα, σε συνδυασμό με την κοινωνική και οικονομική τους κατάσταση, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική κατάσταση της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, πρέπει να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν οι ενάγοντες, το ύψος της οποίας πρέπει να καθοριστεί, στο ποσό των 100.000 ευρώ για την πρώτη ατομικά για την ίδια, και στο ποσό των 100.000 ευρώ, ως νόμιμης εκπροσώπου του κοινού με τον αποβιώσαντα ανηλίκου τέκνου τους, στο ποσό των 60.000 ευρώ για καθένα από τους τρίτο και τέταρτη των εναγόντων, στο ποσό των 35.000 ευρώ για την πέμπτη ενάγουσα, στο ποσό των 20.000 ευρώ για την έκτη ενάγουσα και στο ποσό των 5.000 ευρώ για την έβδομη ενάγουσα, ποσά τα οποία μετά την στάθμιση των ως άνω στοιχείων κρίνονται εύλογα και δίκαια (άρθρο 932 του ΑΚ)''.

Με τις κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, της πρώτης, για την ίδια ατομικά και ως νόμιμης εκπροσώπου του κοινού με τον αποβιώσαντα ανηλίκου τέκνου τους, των τρίτου, τέταρτης, πέμπτης και έκτης των αναιρεσιβλήτων, στα ως άνω αναφερθέντα ποσά, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπερτερούν (και μάλιστα καταφανώς) σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος).

Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός τέταρτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 932 του ΑΚ, επιδίκασε στους προαναφερθέντες αναιρεσιβλήτους, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από το θάνατο του οικείου τους, τα προαναφερόμενα ποσά.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά την έβδομη των αναιρεσιβλήτων (Μ. Δ. του Κ.), είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, με την ως άνω κρίση του, ως προς αυτήν, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το επιδικασθέν σε αυτήν ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερεί (καταφανώς) εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.

Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο του αναιρετηρίου (τέταρτος λόγος), η αναιρεσείουσα, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι, το Εφετείο, προέβη στον καθορισμό της οφειλομένης εκ του άρθρου 932 του ΑΚ εύλογης αποζημιώσεως των αναιρεσιβλήτων, λόγω ψυχικής οδύνης, προσδιορίζοντας ανεπαρκώς την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των φυσικών προσώπων, ενώ δεν συνεκτίμησε ότι οι τρίτος, τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων, δεν συνοικούσαν μαζί του, καθώς και ότι ο θανών, συνέβαλε στον θανάσιμο τραυματισμό του με ίδιο πταίσμα, καθόσον δεν έφερε προστατευτικό κράνος.

Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω σκέλος του, ερευνώμενος μόνον καθόσον αφορά στην έβδομη αναιρεσίβλητη, καθόσον ως προς τους λοιπούς παρέλκει η έρευνά του, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του ίδιου λόγου, κατά το προεκτεθέν σκέλος του, που έγινε δεκτός, ως προς αυτούς, είναι αβάσιμος, αφού ρητά η προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καθορίσει, στο ως άνω ποσό, το ύψος της οφειλόμενης στην έβδομη αναιρεσίβλητη χρηματικής ικανοποιήσεως για την ψυχική οδύνη που αναγνωρίστηκε ότι υπέστησε από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αναφέρεται στις συνθήκες του ατυχήματος, στην αποκλειστική υπαιτιότητα του εν λόγω οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, στο ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος στην επέλευση του θανάτου του, στο ότι ο θανών διατηρούσε άριστες συγγενικές σχέσεις και με την πεθερά του (έβδομη ενάγουσα και ήδη έβδομη αναιρεσίβλητη), καθώς και στην κοινωνική και οικονομική θέση και κατάσταση αυτής, ως στοιχεία τα οποία συνεκτίμησε για τον καθορισμό της οφειλόμενης στην έβδομη αναιρεσίβλητη εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, ενώ εξ άλλου, στο πλαίσιο της ελεύθερης από μέρους του Εφετείου εκτίμησης όλων των στοιχείων που προσδιορίζουν το ύψος της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποιήσεως, δεν είχε υποχρέωση, να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς κάθε ένα από τα στοιχεία αυτά.

Κατά το προηγούμενο του ν. 4055/2012 νομικό καθεστώς, είχε πάγια νομολογηθεί, αναφορικά με τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ (τόκοι υπερημερίας και επιδικίας), ότι: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 345, 346 του ΑΚ, 215 παράγραφος 1 εδάφιο α`, 221 και 295 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, αν το καταψηφιστικό αίτημα αγωγής με αντικείμενο την επιδίκαση χρηματικής απαίτησης περιοριστεί σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται μεν δικονομικοί τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ, δηλαδή από την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής, αφού η αγωγή αυτή θεωρείται από τότε ότι δεν ασκήθηκε κατά το καταψηφιστικό αίτημά της, δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επίδοσης της αγωγής ως όχλησης, που καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο κατά τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ, δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο καταψηφιστικής αγωγής για χρηματική απαίτηση δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί όχλησης του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του (Ολ.ΑΠ 23 - 24/2004, ΑΠ 1114/2018).

Ήδη, το άρθρο 346 ΑΚ, που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 νόμου 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 2.4.2012, κατά το οποίο: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).

Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.

Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ` εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ` εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.

Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση, αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως.

Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, για αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.

ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι` αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ` αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ` εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.

Με βάση αυτά, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, δεν συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την κατ` εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, ο οποίος, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 609/2020, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1059/2017).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του, η, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την επίκληση ότι, το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 του ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία τους, δεδομένου ότι, αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία οφείλει να καταβάλει (εις ολόκληρον, με τον ασφαλισμένο της Δ.

Τ.), στους αναιρεσιβλήτους, τα αναγραφόμενα στο διατακτικό της αποφάσεως χρηματικά ποσά, με τον τόκο επιδικίας, κατ` άρθρο 346 του ΑΚ, και όχι με τον τόκο υπερημερίας, κατ` άρθρο 345 του ίδιου Κώδικα, επειδή το σχετικό αίτημα της εναντίον τους ένδικης, από 23-2-2017, αγωγής των αναιρεσιβλήτων περιορίστηκε, παραδεκτά, κατά τη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και, ως εκ τούτου, εφόσον πρόκειται πλέον για αναγνωριστική απόφαση, για τα συγκεκριμένο ποσά που τελικά επιδικάστηκαν, δεν οφείλονται (αυξημένοι) τόκοι επιδικίας, αλλά μόνο τόκοι υπερημερίας, και πάντως, δεν οφείλονται τέτοιοι τόκοι επιδικίας σε περίπτωση, όπως είναι η παρούσα, τροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, σε κάθε περίπτωση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με το να επιδικάσει τόκους επιδικίας, κατά το άρθρο 346 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την εν λόγω αντικατάστασή του, που ορθά εφάρμοσε, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, δεχόμενο ότι ο σχετικός λόγος της εφέσεως της αναιρεσείουσας εταιρείας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, με την αιτιολογία ότι ".......

το αίτημα που υπέβαλαν οι εναγόμενοι περί εξαίρεσης από την επιβολή τόκου επιδικίας, το οποίο παραδεκτά επαναφέρουν στο παρόν Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν συντρέχει λόγος προς τούτο (άρθρο 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 Ν. 4055/2012) ", χωρίς να περιέχεται παραδοχή για το ότι υπάρχει εύλογη αντιδικία που να δικαιολογεί, κατά τη δυνητική ευχέρεια του δικαστηρίου, την εφαρμογή του άρθρου 346 εδ.

δ` και ε` του ΑΚ, ενώ δεν παραβίασε, ευθέως, τη διάταξη του άρθρου 345 του ίδιου Κώδικα, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, γιατί δεν ήταν εφαρμοστέα. Τέλος, η αριθμητική απλώς επίκληση του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, στον ίδιο λόγο, είναι αόριστη και απαράδεκτη.

Η διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται στη δικαστική δαπάνη, είναι διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η τυχόν παραβίασή της ελέγχεται από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού είναι απόρροια της αρχής της ήττας της πιο πάνω διάταξης.

Δεν ιδρύεται όμως ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος εκ του ότι στην επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, η δικηγορική αμοιβή υπολογίστηκε σε ύψος μεγαλύτερο του κατωτέρω ορίου του Κώδικα Δικηγόρων. Ούτε έχει ανάγκη αιτιολόγησης η σχετική δικανική κρίση (ΑΠ 915/2020, ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 476/2017, ΑΠ 678/2016, ΑΠ 491/2015). Η κατανομή των δικαστικών εξόδων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης ή της ήττας κάθε διαδίκου κατά το άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ ή ο συμψηφισμός τους εν όλω ή εν μέρει κατά το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου, που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εφόσον βεβαιώνεται στην απόφαση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων.

Επομένως, ο λόγος που βασίζεται στην αιτίαση, ότι το επιδικασθέν ποσό είναι υπερβολικό, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1195/2018, ΑΠ 192/2016). Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, επέβαλε τη δικαστική δαπάνη "... ανάλογα προς την μερική νίκη και ήττα των διαδίκων (άρθρ. 178, 183 του ΚΠολΔ )...", δηλαδή, επέβαλε στην ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία "...

μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας ... τα οποία ορίζει σε ... 12.000 ευρώ''. Η αναιρεσείουσα εταιρεία, με τον έβδομο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, παραπονείται, ότι, το Εφετείο, με την πιο πάνω διάταξη της αποφάσεώς του περί δικαστικής δαπάνης, επιδίκασε, αναιτιολόγητα, υπέρμετρα δικαστικά έξοδα, δυσανάλογα με το αντικείμενο της δίκης, αν και έλαβε χώρα μερική παραδοχή της αγωγής και συνέτρεξε δυσχέρεια περί την ερμηνεία και εφαρμογή των εφαρμοστέων νομικών διατάξεων.

Αυτά, απαραδέκτως όμως, προβάλλονται, σύμφωνα με όσα νομικά δεδομένα προπαρατέθηκαν, και αυτό ανεξάρτητα από το ότι δεν υπήρξε ιδιαίτερη δυσχέρεια στην εφαρμογή των κανόνων δικαίου. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, σχετικός αναιρετικός λόγος, για παραβίαση του άρθρου 179 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.

Μετά από αυτά, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως προς την έβδομη αναιρεσίβλητη και να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερομένου λόγου της, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο που προεκτέθηκε (αυτό της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης), ως προς την αναιρεσείουσα και τους πρώτη, δεύτερη, τρίτο, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων.

Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα, το οποίο κατέβαλε, για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ.

ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση, υποβάλλεται και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος που έχουν κατατεθεί έως την παραμονή της συζήτησης, όπως επιβάλλεται και στην περίπτωση της αυτοτελούς αίτησης, για την ταυτότητα του νομικού λόγου.

Με την αίτηση επαναφοράς ζητείται η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της διατάζουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής απόφασης, γιατί από το χρόνο της επίδοσης αυτής καθίσταται, κατ` άρθρο 340 ΑΚ, υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος (ΑΠ 389/2020, ΑΠ 1075/2020, ΑΠ 1120/2020).

Για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης αρκεί, κατά την αληθινή έννοιά της, η εκούσια εκτέλεση όχι μόνο καταψηφιστικής απόφασης αλλά και απόφασης απλώς αναγνωριστικής, που αναιρέθηκε κατά τούτο, εφόσον και ο συμμορφούμενος σε μια τέτοια τελεσίδικη απόφαση χωρίς να περιμένει καταψήφιση σε βάρος του εύλογα πρέπει να δικαιούται να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση αν ευδοκιμήσει αναίρεσή του κατά της απόφασης αυτής (ΑΠ 258/2019, ΑΠ 139/2013).

Στην αίτηση, πρέπει να προσδιορίζονται, κατά τα άρθρα 216 και 217 του ΚΠολΔ, αναλυτικά οι αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν και τα επί μέρους ποσά που συνθέτουν το επιδιωκόμενο συνολικό ποσό, ώστε στην περίπτωση που αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναιρείται κατά ένα μέρος να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που θα αποδοθεί (ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 666/2017, ΑΠ 1158/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις νόμιμες έγγραφες προτάσεις της, που έχουν κατατεθεί στο παρόν Δικαστήριο, την 6-10-2021, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέως σ` αυτές, υπέβαλε, παραδεκτώς, αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκούσια εκτέλεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ζητώντας να υποχρεωθούν, καθένας των αναιρεσιβλήτων, σε επιστροφή του ποσού το οποίο τους κατέβαλε, σε εκούσια εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως (για επιδικασθέν κεφάλαιο, τόκους αυτού και επιδικασθέντα δικαστικά έξοδα), με το νόμιμο τόκο από την καταβολή του κάθε ποσού.

Ειδικότερα, αιτείται την επιστροφή σε αυτήν: 1. από την πρώτη αναιρεσίβλητη του ποσού των 122.515,06 ευρώ (101.195,88 ευρώ για κεφάλαιο, 19.119,18 ευρώ για αναλογούντες τόκους επιδικίας του επιδικασθέντος ποσού και 2.200 ευρώ για αναλογούσα δικαστική δαπάνη), 2. από την δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της, του ποσού των 132.508,50 ευρώ (110.407,32 ευρώ για κεφάλαιο, 19.901,18 ευρώ για αναλογούντες τόκους επιδικίας του επιδικασθέντος ποσού και 2.200 ευρώ για αναλογούσα δικαστική δαπάνη), 3.

από τον τρίτο αναιρεσίβλητο του ποσού των 72.911,51 ευρώ (60.000 ευρώ για κεφάλαιο, 11.411,51 ευρώ για αναλογούντες τόκους επιδικίας του επιδικασθέντος ποσού και 1.500 ευρώ για αναλογούσα δικαστική δαπάνη), 4. από την τέταρτη αναιρεσίβλητη του ποσού των 72.911,51 ευρώ(60.000 ευρώ για κεφάλαιο, 11.411,51 ευρώ για αναλογούντες τόκους επιδικίας του επιδικασθέντος ποσού και 1.500 ευρώ για αναλογούσα δικαστική δαπάνη), 5.

από την πέμπτη αναιρεσίβλητη του ποσού των 42.656,72 ευρώ (35.000 ευρώ για κεφάλαιο, 6.656,72 ευρώ για αναλογούντες τόκους επιδικίας του επιδικασθέντος ποσού και 1.000 ευρώ για αναλογούσα δικαστική δαπάνη), 6. από την έκτη αναιρεσίβλητη του ποσού των 24.603,83 ευρώ (20.000 ευρώ για κεφάλαιο, 3.803,83 ευρώ για αναλογούντες τόκους επιδικίας του επιδικασθέντος ποσού και 800,00 ευρώ για αναλογούσα δικαστική δαπάνη) και 7.

από την έβδομη αναιρεσίβλητη του ποσού των 6.250,36 ευρώ (5.000 ευρώ για κεφάλαιο, 950,36 ευρώ για αναλογούντες τόκους επιδικίας του επιδικασθέντος ποσού και 300,00 ευρώ για αναλογούσα δικαστική δαπάνη). Η αίτηση αυτή, ως προς την πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, ενόψει του ότι, με την παρούσα απόφαση η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου αναιρείται μόνον εν μέρει, ως προς αυτούς (μόνο ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, όχι όμως και ως προς το κεφάλαιο της αποζημιώσεως η οποία επιδικάστηκε σε αυτούς ως διατροφή, ως προς το οποίο απορρίφθηκε η αναίρεση) και στη περίπτωση αυτή, δηλαδή της εν μέρει αναιρέσεως της αποφάσεως, επιβάλλεται αναλυτικός προσδιορισμός, των καταβληθέντων επί μέρους ποσών καθώς και της αιτίας καταβολής εκάστου εξ αυτών, ώστε να καθίσταται, εφικτός, ο προσδιορισμός του ποσού που πρέπει να αποδοθεί στην καταβάλλουσα, εν προκειμένου όμως δεν προσδιορίζονται (χωριστά) στην αίτηση, τα ποσά που καταβλήθηκαν, σε εκτέλεση του αναιρούμενου μέρους της αποφάσεως, αφού η αξίωση της αναιρεσείουσας να της επιστραφεί ό,τι κατέβαλε στους ως άνω αναιρεσιβλήτους, σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, στηρίζεται στο νόμο αναφορικά μόνο με τα ποσά που κατέβαλε σε αυτούς σε εκτέλεση του αναιρούμενου μέρους της αποφάσεως, τα οποία και θα έπρεπε να μνημονεύονται στην αίτηση για να είναι ορισμένη, ούτε προσδιορίζεται αναλυτικά και ποίο είναι το ποσό των τόκων και της δικαστικής δαπάνης που αναλογούν στο αναιρούμενο αυτό μέρος της αποφάσεως, ώστε να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του επιστρεπτέου ποσού.

Η επιστροφή των ποσών αυτών μπορεί να ζητηθεί κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο δικαστήριο της παραπομπής, μετά την εκκαθάριση των πράγματι οφειλομένων από την αναιρεσείουσα στους εν λόγω αναιρεσιβλήτους (ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1694/2009). Η αίτηση, ως προς την έβδομη αναιρεσίβλητη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί αυτή (αίτηση) προϋποθέτει την αποδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ ως πρός αυτήν (έβδομη αναιρεσίβλητη) η αίτηση αναιρέσεως απερρίφθη.

Ως προς τους λοιπούς τρίτο, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων, το αίτημα επαναφοράς είναι νόμιμο, στηριζόμενο στη διάταξη του ως άνω άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος της καταβολής τόκων από την καταβολή του κάθε ποσού σε αυτούς, το οποίο, κατά τα αναφερόμενα στην ως άνω νομική σκέψη, είναι μη νόμιμο, αφού οι τόκοι υπολογίζονται από την επίδοση της διατάζουσας την επαναφορά των πραγμάτων αναιρετικής αποφάσεως, γιατί από το χρόνο της επίδοσης αυτής καθίστανται, κατ` άρθρο 340 του ΑΚ, υπερήμεροι οι αναιρεσίβλητοι.

Η καταβολή εκ μέρους της αναιρεσείουσας, προαποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από αυτήν, από 3-7-2019, 9-7-2019, 3-7-2019 και 8-7-2019 δηλώσεις απόδειξης εξόφλησης, υπογεγραμμένες από τους τρίτο, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, από τις οποίες προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, σε εκούσια συμμόρφωση προς το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατέβαλε, στους παραπάνω χρόνους, με κατάθεση σε τραπεζικούς λογαριασμούς στις Τράπεζες "ALPHA" και "ΕΘΝΙΚΗ", τους οποίους τηρούσε ο καθένας των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα τα παρακάτω αναφερόμενα χρηματικά ποσά, τα οποία είναι μικρότερα των ως άνω αιτουμένων, και, επομένως, η αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ως προς αυτούς είναι βάσιμη και πρέπει, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, να γίνει εν μέρει δεκτή και να υποχρεωθεί καθένας τους να αποδώσει στην αναιρεσείουσα τα ποσά των 71.199,78, 71.199,78, 41.658,21 και 24.033,26 ευρώ, αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης, μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πρώτης, δεύτερης, τρίτου, τέταρτης, πέμπτης και έκτης των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να συμψηφιστούν, λόγω της μερικής νίκης και ήττας του καθενός (άρθρ. 178, παρ. 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα της έβδομης αναιρεσίβλητης (ως προς την οποία απορρίφθηκε η αναίρεση), η οποία ερημοδίκησε και, συνακόλουθα, δεν υποβλήθηκε σε αυτά, ούτε, φυσικά, υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 27-6-2019 (αριθμ. κατάθ. 5995/579/2019), αίτηση, για αναίρεση της 2390/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την έβδομη των αναιρεσιβλήτων Μ. Δ. του Κ..

Αναιρεί την 2390/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο και τους διαδίκους που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας, δηλ. την αναιρεσείουσα και τους πρώτη, δεύτερη, τρίτο, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων, ως προς το κεφάλαιο της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης.

Παραπέμπει την υπόθεση, για το παραπάνω κεφάλαιο, για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, το οποίο κατέβαλε, για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

Απορρίπτει την αίτηση της αναιρεσείουσας, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της πιο πάνω αναιρουμένης αποφάσεως ως προς τους πρώτη, δεύτερη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων.

Δέχεται την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της πιο πάνω αναιρουμένης αποφάσεως ως προς τους τρίτο, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσιβλήτων.

Υποχρεώνει: α)τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων (Γ. Κ.) να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των εβδομήντα μία χιλιάδων εκατόν ενενήντα εννέα ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (71.199,78), β) την τέταρτη των αναιρεσιβλήτων (Α. Κ.) να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των εβδομήντα μία χιλιάδων εκατόν ενενήντα εννέα ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (71.199,78), γ) την πέμπτη των αναιρεσιβλήτων (Ε. Κ.) να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των σαράντα μια χιλιάδων εξακοσίων πενήντα οκτώ ευρώ και είκοσι ενός λεπτού (41.658,21) και δ)την έκτη των αναιρεσιβλήτων (Κ. Κ.) να αποδώσει στην αναιρεσείουσα το ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων τριάντα τριών ευρώ και είκοσι έξι λεπτών (24.033,26), με το νόμιμο τόκο όλων από την επίδοση της παρούσας απόφασης.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πρώτης, δεύτερης, τρίτου, τέταρτης, πέμπτης και έκτης των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ