Legislator Case Law & Legislation
678/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding service of notice and legal fees calculation.

Case Number 678/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Regional Court of Crete's decision, citing procedural irregularities in the service of notice and errors in legal fee calculations. The appellants argued for the appeal's acceptance, while the respondent municipality contended for dismissal based on statutory fee limits. The court ruled that the appeal was inadmissible due to improper service and rejected the fee-related arguments as they did not justify overturning the lower court's judgment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 242 para. 2 C.PolD; Art. 576 para. 2 C.PolD; Art. 559 C.PolD; Art. 176 C.PolD: An appeal is inadmissible if the respondent was not properly served with notice, and legal fee arguments based on statutory limits do not constitute grounds for overturning a final judgment.

Keywords

AI generated
service of notice legal fees calculation inadmissible appeal statutory fee limits procedural irregularity costs allocation appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 242 para. 2 C.PolD
Art. 576 para. 2 C.PolD
Art. 559 C.PolD
Art. 176 C.PolD
Art. 179 C.PolD
Art. 495 para. 4 C.PolD
Art. 106 C.PolD
Art. 183 C.PolD
Art. 180 C.PolD
Art. 189 para. 1 C.PolD
Art. 191 para. 2 C.PolD
Art. 281 para. 2 C.D.K.
Art. 1 of N. 3463/2006
Art. 5 para. 6 of N. 3919/2011
Art. 63 para. 1 N. 4194/2013

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 678 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 678/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. συζύγου Χ. Χ., 2) Μ. Χ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Καρπαθάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΑΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ..." που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ …" που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κουτσουράκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ....

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/274/ΠΤ/25/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 263/2013 του Εφετείου Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/4/2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 9/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως προκύπτει από την .../11.5.2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ρεθύμνης Ε. Κ. ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με κλήση προς παράσταση για τη συζήτησή της κατά τη δικάσιμο, η οποία αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων με επιμέλεια των αναιρεσειόντων. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε, με τη σειρά της, από το οικείο πινάκιο η συζήτηση πρέπει να χωρήσει, παρά την απουσία του (αρθρ.576 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ.263/2013, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσας, κατά την τακτική διαδικασία, απόφασης του Εφετείου Κρήτης, με την οποία, αφού απορρίφθηκε η από 19.3.2009 έφεση των αναιρεσειόντων, έγινε δεκτή η από 27.4.2009 έφεση και οι από 12.1.2010 πρόσθετοι λόγοι αυτής του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση υπ’ αριθ.8/274/99/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης, κατά το μέρος που αφορά το πρώτο των αναιρεσιβλήτων, ως προς το οποίο απορρίφθηκε ακολούθως ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 10.11.2005 αγωγή των αναιρεσειόντων, η οποία με την εκκαλούμενη απόφαση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, επικυρωθείσα, κατά το μέρος αυτό, από την εφετειακή απόφαση, ασκήθηκε (η αίτηση αναίρεσης) νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ.552, 553, 556, 558, 566 παρ.1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ.577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 609/2013).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015, 625/2008).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή την κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006,1/1999).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984).

Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 467/2013, 495/2013). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ό ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ465/1988).

Στη προκειμένη περίπτωση, από τη παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι αυτή έκανε δεκτά, κατά την ανέλεγκτη κρίση της, τα ακόλουθα: "Κατόπιν εγκρίσεως, με την 68184/19-8-1993 Υπουργική Απόφαση του Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., των περιβαλλοντικών όρων λειτουργίας, ο Δήμος … (δεύτερος των αναιρεσιβλήτων) εγκατέστησε το έτος 1993 χώρο υγειονομικής ταφής των οικιακών απορριμμάτων του Νομού ...

στη θέση "..." της περιφέρειας ... Ρεθύμνης και σε έκταση 250 στρεμμάτων περίπου, υπεύθυνο για τη λειτουργία του οποίου είναι από το έτος 1999 το πρώτο εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Διαδημοτική Επιχείρηση Χ.Υ.Τ.Α. ..." (πρώτο των αναιρεσιβλήτων) που συστάθηκε με την υπ’ αριθμ. .../26-02-1999 απόφαση Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Κρήτης, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 322Β/08-4-1999.

Από την έναρξη λειτουργίας του Χ.Υ.Τ.Α. δεν τηρήθηκαν οι εικοσιοκτώ (28) συνολικά περιβαλλοντικοί όροι, που έθεσε η προαναφερθείσα Υπουργική Απόφαση και οι ενδεδειγμένοι κανόνες ασφάλειας και υγιεινής, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν σοβαρά περιβαλλοντολογικά προβλήματα, που οδήγησαν σε γενικότερη υποβάθμιση της ευρύτερης περιοχής και προκάλεσαν τις έντονες αντιδράσεις των περιοίκων, αλλά και οικολογικών οργανώσεων, που αποπειράθηκαν, πολλές φορές, να αποκλείσουν το Χ.Υ.Τ.Α., εκφράζοντας, με τον τρόπο αυτό, την αντίθεσή τους στη λειτουργία του και ζητώντας επίμονα την απομάκρυνσή του από την περιοχή.

Όπως προκύπτει από την έκθεση του Τμήματος Υγείας της Διεύθυνσης Υγείας - Πρόνοιας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνης, μετά την αυτοψία που διενεργήθηκε στις 07-5-1998, η περίφραξη του Χ.Υ.Τ.Α. επέτρεπε την είσοδο ζώων (αιγών), στο γύρω χώρο και σε απόσταση ενός χιλιομέτρου βόρεια του Χ.Υ.Τ.Α. ήταν διασκορπισμένες πλαστικές σακούλες και άλλα ελαφρά απορρίμματα (χαρτιά, υφάσματα κ.α.), νότια του μετώπου εργασίας και σε περιμετρικό αυλάκι είχε λιμνάσει μεγάλη ποσότητα στραγγισμάτων, η επικάλυψη των σκουπιδιών δεν γινόταν με αρκετή ποσότητα χώματος, με αποτέλεσμα να εγκυμονούνται κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία (έντομα, τρωκτικά, δυσοσμία, κίνδυνος μόλυνσης του υδροφόρου ορίζοντα, κίνδυνος μετάδοσης νόσων).

Αλλά και σε μεταγενέστερες αυτοψίες, που διενεργήθηκαν στις 11-8-2000, 22-02-2001 και 02-7-2002, διαπιστώνονται παραλείψεις και πλημμέλειες, ως προς τη λειτουργία του Χ.Υ.Τ.Α. και συγκεκριμένα, ότι η προστατευτική μεμβράνη είχε καλυφθεί από σκουπίδια, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η μελλοντική επανόρθωσή της με θερμοκόλληση νέας, προέκτασης της παλαιάς, ότι δεν υπήρχε πλέον περιφερειακή τάφρος απορροής των ομβρίων υδάτων, με αποτέλεσμα τον αλόγιστο πολλαπλασιασμό των στραγγιδίων από τα όμβρια, ότι ενώ είχε λήξει η άδεια λειτουργίας από το έτος 1998, δεν είχε ανανεωθεί, ότι δεν είχε γίνει κανένα έργο για τη συλλογή των αερίων, που εγκυμονούσαν κινδύνους για την υγεία των εργαζομένων στο Χ.Υ.Τ.Α., αλλά και των περιοίκων, λόγω της πιθανότητας προκλήσεως εκρήξεων και ότι υπήρχαν απόβλητα σφαγείων και λάσπη από το βιολογικό καθαρισμό της πόλης.

Σωρεία, επίσης, παραβάσεων των εγκεκριμένων περιβαλλοντικών όρων του έργου και μη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, που εστιάζεται κυρίως στο ζήτημα κορεσμού του Χ.Υ.Τ.Α., στην ανεπαρκή κάλυψη των απορριμμάτων με χώμα, με συνέπεια να παραμένει ακάλυπτος ένας μεγάλος.

όγκος αυτών, τα οποία συχνά διασπείρονταν, λόγω των ισχυρών ανέμων, σε μεγάλη ακτίνα γύρω από το Χ.Υ.Τ.Α., στη διαρροή των στραγγισμάτων, στην ανεπάρκεια της αντιπλημμυρικής τάφρου, στη μη κατασκευή συστήματος συλλογής βιοαερίου, στη μη εφαρμογή προγράμματος παρακολούθησης των υπογείων και επιφανειακών υδάτων, διαπιστώνονται και στις αυτοψίες, που διενεργήθηκαν στο χώρο του Χ.Υ.Τ.Α.

στις 31-10-2003, 06-02-2004, 31-01-2005, 13-7-2005 και 01-3-2006, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις αυτοψίας των κλιμακίων ελέγχου περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνης. Εξαιτίας των ανωτέρω παραβάσεων, οι οποίες βεβαιώθηκαν και με την υπ’ αριθμ....11-3-2005 πράξη βεβαίωσης παράβασης της Ειδικής Υπηρεσίας Επιθεωρητών Περιβάλλοντος του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., κατόπιν επιθεώρησης του χώρου στις 05-10-2004, συντάχθηκε από την προαναφερθείσα Υπηρεσία η υπ’ αριθμ.πρωτ....11-3-2005 εισήγηση για την επιβολή προστίμου, ύψους 31.000 ευρώ, στο πρώτο εναγόμενο.

Η ανωτέρω κατάσταση, που οφείλεται σε παραλείψεις των οργάνων του πρώτου εναγομένου, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία του Χ.Υ.Τ.Α. και το οποίο, δια των οργάνων του, παρέλειπε να λάβει τα αναγκαία μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, συνεχίσθηκε και οξύνθηκε, με συνέπεια, λόγω της μη τηρήσεως των απαιτούμενων περιβαλλοντικών όρων και της σοβαρής υποβάθμισης του περιβάλλοντος, το Μάιο του έτους 2007, με απόφαση του Νομάρχη Ρεθύμνης, να διακοπεί οριστικά η λειτουργία του Χ.Υ.Τ.Α..

Ισχυρίζονται οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) με την υπό κρίση αγωγή, ότι είναι κτηνοτρόφοι και διατηρούν ποίμνιο, αποτελούμενο από 2.400 περίπου αιγοπρόβατα, σε αγροτική έκταση 3.000 στρεμμάτων, εν μέρει ιδιόκτητη και εν μέρει μισθωμένη, μεταξύ των άλλων και από την Ιερά Μονή ..., που γειτνιάζει με το χώρο του Χ.Υ.Τ.Α., όπου έχουν ανεγείρει οικία, στην οποία κατοικούν, καθώς και αποθήκες, ποιμνιοστάσια και δεξαμενές.

Ότι, εξαιτίας της έντονης δυσοσμίας, της μεγάλης ποσότητας σκόνης και σωματιδίων, αλλά και υπολειμμάτων σκουπιδιών, που μεταφέρονται εντός της ιδιοκτησίας τους, η διαβίωση των ιδίων είναι αφόρητη, η εκτροφή των ζώων τους οικονομικώς ασύμφορη, λόγω του μεγάλου αριθμού των ζώων, που νοσούν και ψοφούν καθημερινά και η καλλιέργεια διαφόρων φυτών στα χωράφια τους, που αποτελούσαν τη μοναδική τροφή των ζώων τους, αδύνατη, διότι η σκόνη και τα σωματίδια, που επικάθονται, προκαλούν την αχρήστευση τους.

Ότι μεγάλος αριθμός ζώων τους δηλητηριάζονται και τελικά ψοφούν από την κατάποση σκουπιδιών, είτε εξαιτίας της εισόδου τους στο χώμα του Χ.Υ.Τ.Α., λόγω της πλημμελούς περιφράξεώς του, είτε εξαιτίας της μεταφοράς των σκουπιδιών εκτός του χώρου, αλλά και από τη μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα και των επιφανειακών υδάτων από τα στραγγίσματα του Χ.Υ.Τ.Α.

Ότι οι απώλειες των ζώων τους ανέρχονται σε 200 αιγοπρόβατα και 200 αμνοερίφια το χρόνο, επιφέροντας στους ίδιους ετήσια οικονομική ζημία ύψους 46.000 ευρώ και συνολικά, για το επίδικο χρονικό διάστημα από 02-7-2002 έως 10-11-2005, 149.500 ευρώ, λόγω της απώλειας των ίδιων των ζώων και 22.800 ευρώ ετησίως και 74.100 ευρώ συνολικά, λόγω της απώλειας του γάλακτος, που θα παρήγαγαν τα απωλεσθέντα ζώα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.

Ότι, λόγω της προπεριγραφομένης καταστροφής των καλλιεργειών τους, αναγκάζονται να προμηθεύονται τεράστιες ποσότητες ζωοτροφών και ότι δαπάνησαν, για την αιτία αυτή, καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα των τριών (3) ετών και τριών (3) μηνών, το συνολικό ποσό των 115.891,93 ευρώ, ενώ, λόγω της μόλυνσης των ζώων τους, αδυνατούν να διαθέσουν το παραγόμενο γάλα, με αποτέλεσμα να υφίστανται, εκ του λόγου αυτού, μεγάλη οικονομική ζημία, την οποία υπολογίζουν σε 585.000 ευρώ συνολικά για το επίδικο διάστημα και ότι, εξαιτίας των ως άνω, έχουν υποστεί τεράστια ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας απαιτείται να τους καταβληθεί το συνολικό ποσό των 750.000,00 ευρώ.

Πλην όμως, η ουσιαστική βασιμότητα των ως άνω ισχυρισμών των εναγόντων δεν αποδεικνύεται από κάποιο αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο. Αντιθέτως από τα προσκομιζόμενα, και από τους ίδιους τους ενάγοντες, αποδεικτικά στοιχεία αναιρούνται. Πιο συγκεκριμένα, από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των εναγόντων οικονομικού έτους 2005, χρήσης από 01-01-2004 έως 31-12-2004, που προσκομίζει το πρώτο εναγόμενο, προκύπτει, ότι οι ενάγοντες δηλώνουν, ότι εκτρέφουν 1.750 περίπου αιγοπρόβατα (780 πρόβατα και 250 αίγες δηλώνει η πρώτη και 430 πρόβατα και 295 αίγες δηλώνει ο δεύτερος εξ αυτών και όχι 2.400 συνολικά, που αναφέρουν στην κρινομένη αγωγή ή 4.101 συνολικά, που δηλώνουν στις κτηνοτροφικές τους δηλώσεις του 2002 ή 4.249 συνολικά, που δηλώνουν στις κτηνοτροφικές τους δηλώσεις του 2003 ή 4.338 συνολικά, που δηλώνουν στις κτηνοτροφικές τους δηλώσεις του 2004, που οι ίδιοι προσκομίζουν, ανακριβείς δηλώσεις, που οδήγησαν και σε καταδίκη του δευτέρου εξ αυτών για ψευδή υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ.341/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης), όχι σε όμορο στην επίδικη περιοχή του Χ.Υ.Τ.Α.

ακίνητο, αλλά στα .... Αυτή την περιοχή αναγράφουν στις φορολογικές τους δηλώσεις, αλλά και σε αυτή την περιοχή οι έμποροι, από τους οποίους οι ενάγοντες προμηθεύτηκαν τις ζωοτροφές, που αναφέρουν στην αγωγή, παραδίδουν, καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα και ανεξαρτήτως εποχής του έτους, δηλαδή και κατά τους χειμερινούς και κατά τους θερινούς μήνες, τις αγορασθείσες ποσότητες ζωοτροφών, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τους ίδιους τους ενάγοντες 185 συνολικά τιμολόγια-δελτία αποστολής, στα οποία στη θέση του αγοραστή αναγράφεται ο δεύτερος ενάγων, ως διεύθυνση του τα ... ...

και ως τόπος προορισμού των μεταφερομένων εμπορευμάτων αναγράφεται "έδρα του". Αλλά και τα πλέγματα και τα σίδερα, που οι ενάγοντες αγόρασαν με το υπ’ αριθμ....15-7-2005 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής, της ανώνυμης εταιρείας "...", αντί τιμήματος 1.200,68 ευρώ, και ισχυρίζονται με την κρινομένη αγωγή, ότι τοποθέτησαν στην επίδικη περιοχή, προκειμένου να περιφράξουν το ακίνητο τους και να μειώσουν, με τον τρόπο αυτό, τις απώλειες των ζώων τους, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν τιμολόγιο-δελτίο αποστολής, φορτώθηκαν στην έδρα της πωλήτριας εταιρείας στο Ρέθυμνο και παραδόθηκαν στα ..., που δεν δικαιολογείται σε περίπτωση που οι ενάγοντες τα αγόρασαν προκειμένου να τα τοποθετήσουν στο ακίνητό τους στο ... ....

Σημειωτέον, ότι οι ενάγοντες, ως προς το θέμα αυτό, το οποίο το πρώτο εναγόμενο και πρωτοδίκως έθεσε και επαναφέρει με το δεύτερο λόγο της έφεσής του, δεν αναφέρουν οτιδήποτε. Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό των εναγόντων, ότι διαθέτουν γειτνιάζουσα στο Χ.Υ.Τ.Α. έκταση 3.000 στρεμμάτων συνολικά, εν μέρει ιδιόκτητη και εν μέρει μισθωμένη από τρίτους, πλην του υπ’ αριθμ....17-8-1998 προσυμφώνου αγοραπωλησίας ακινήτων της συμβολαιογράφου ...

Μαρίας Κολοκοτρωνάκη, που προσκομίζουν και αφορά βοσκότοπο, εκτάσεως 600 στρεμμάτων, που ο δεύτερος ενάγων και ο πατέρας του Χ. Χ. προσυμφώνησαν να αγοράσουν και ο οποίος βρίσκεται στις κτηματικές περιφέρειες Κοινοτήτων ...", "..." και άλλες επιμέρους ονομασίες, δεν προσκομίζεται κάποιος τίτλος κτήσης κυριότητας οποιουδήποτε ακινήτου στην ένδικη περιοχή.

Ο βοσκότοπος δε, εκτάσεως 700 στρεμμάτων, που η πρώτη ενάγουσα μίσθωσε, δυνάμει των από 05-9-2001 και 01-10-2004 ιδιωτικών συμφωνητικών, τετραετούς διάρκειας το καθένα, από την Ιερά Μονή ..., δεν γειτνιάζει με την επίδικη περιοχή, αλλά βρίσκεται στη θέση "..." περιοχής .... Αλλά και οι ίδιοι οι ενάγοντες δεν προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, ότι κατοικούν στην ένδικη περιοχή, όπως ισχυρίζονται στην αγωγή, επικαλούμενοι μάλιστα, ότι υφίστανται ηθική βλάβη, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς τους, εξαιτίας της μόλυνσης του περιβάλλοντος από τη λειτουργία του Χ.Υ.Τ.Α., καθώς δεν προσκομίζουν κάποιο αποδεικτικό στοιχείο διαμονής τους στην ένδικη περιοχή, όπως λογαριασμούς ηλεκτροδότησης και υδροδότησης της οικίας, στην οποία ισχυρίζονται πως διαμένουν.

Αντιθέτως, τόσο από τα δικόγραφα της προκειμένης δίκης (αγωγή, έφεση των ιδίων και προτάσεις ενώπιον τόσο του πρωτοβαθμίου, όσο και του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου) και τα δικόγραφα άλλων δικών, που προσκομίζονται, όσο και από τις αιτήσεις που, κατά καιρούς, υπέβαλαν προς διάφορες υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων είναι οι ως άνω κτηνοτροφικές δηλώσεις, που υπέβαλαν στις 23-5-2002, 23-5-2003 και 24-5-2004 και οι ίδιοι προσκομίζουν, καθώς και οι ως άνω φορολογικές δηλώσεις τους, προκύπτει, oτι η κατοικία τους βρίσκεται στο Δημοτικό Διαμέρισμα ....

Πέραν όμως των ανωτέρω, και ως προς το ύψος της ζημίας, που οι ενάγοντες ισχυρίζονται, ότι έχουν υποστεί, εξαιτίας της λειτουργίας του Χ.Υ.Τ.Α., τα προσκομιζόμενα από τους ίδιους αποδεικτικά στοιχεία είναι αντιφατικά. Ενώ με τις από 21-01-2005 και 05-10-2006 αιτήσεις τους προς το πρώτο εναγόμενο και το Δήμο ... ζητούν αποζημίωση ποσού 220.000 ευρώ για τη ζημία που ισχυρίζονται, ότι έχουν υποστεί από τον Ιούλιο του 2002 έως την υποβολή της πρώτης αίτησης (21-01-2005) και ποσού 400.000 ευρώ για τη ζημία που ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί από 29-12-2005 έως την υποβολή της δεύτερης (05-10-2006), ο Ε.

Φ., γεωπόνος, στην προαναφερθείσα τεχνική έκθεση, που συνέταξε και στην οποία αναφέρει επανειλημμένα τη φράση "κατά δήλωση των ιδιοκτητών", προσδιορίζει τη συνολική ζημία τους σε 211.300 ευρώ, την οποία επιμερίζει σε 51.000 ευρώ λόγω απώλειας 300 ζώων ετησίως και σε 18.000 ευρώ λόγω απώλειας 200 αμνοεριφίων, σε 100.800 ευρώ λόγω ακαταλληλότητας της παραχθείσας ποσότητας γάλακτος, σε 1.500 ευρώ για ης πρόσθετες εργασίες καθαριότητας και περίφραξης και σε 40.000 ευρώ λόγω μείωσης της αξίας του βοσκότοπου, που απέχουν κατά πολύ από τα ποσά που αναφέρονται στην κρινομένη αγωγή, αλλά και στις άλλες δύο αγωγές, που άσκησαν οι ενάγοντες κατά του πρώτου εναγομένου και του Δήμου ....

Οι ενάγοντες έβοσκαν τα αιγοπρόβατά τους στην επίδικη περιοχή κατά το χρόνο έναρξης λειτουργίας του Χ.Υ.Τ.Α. και ανήγειραν, μετά την έναρξη λειτουργίας του, υπόστεγο, αποθήκη, βοσκοκέλι και δεξαμενή, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθμ....1997 και ...2000 άδειες οικοδομής. Όταν, όμως, λόγω των ως άνω παραλείψεων των οργάνων του πρώτου εναγομένου επήλθαν κάποιες απώλειες ζώων τους, λόγω κατάποσης απορριμμάτων και συγκεκριμένα πλαστικών αντικειμένων, διότι μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα και των επιφανειακών υδάτων, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, δεν προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι παρατηρήθηκε.

στην περιοχή, τα απομάκρυναν και από τις προαναφερθείσες φορολογικές τους δηλώσεις προκύπτει, ότι δηλώνουν πως διαθέτουν στην περιοχή ..., που γειτνιάζει με το Χ.Υ.Τ.Α., μόνο κτήμα με ελιές και βοσκότοπο, συνολικής έκτασης 350 στρεμμάτων. Είναι χαρακτηριστικό δε, ότι το πρώτο από τα προαναφερθέντα ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης ακινήτου, που κατήρτισε η πρώτη ενάγουσα με την Ιερά Μονή ..., υπεγράφη το έτος 2001.

Το γεγονός ότι στην έκθεση, που συνέταξε η Π. Β., μετά την αυτοψία που διενήργησε στις 16-12-2005 στο χώρο του Χ.Υ.Τ.Α., αναφέρεται, ότι εντός του χώρου του Χ.Υ.Τ.Α., κατά τη διενέργεια της αυτοψίας, εντοπίστηκαν να βόσκουν αίγες, δεν αποδεικνύει, ότι οι ενάγοντες εξακολουθούσαν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, να βόσκουν το ποίμνιό τους στην ένδικη περιοχή, διότι και άλλοι κτηνοτρόφοι έβοσκαν τα ζώα τους πλησίον του Χ.Υ.Τ.Α., όπως ο Γ.

Χ. του Β., ο οποίος αποζημιώθηκε από το Δήμο ..., με την υπ’ αριθμ....-1-2001 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του, με το ποσό των 4.000.000 δραχμών (11.738,81 ευρώ), μαζί με το σύζυγο της πρώτης ενάγουσας και πατέρα του δευτέρου ενάγοντος Χ. Χ., ο οποίος έλαβε το ποσό των 5.000.000 δραχμών (14.673,51 ευρώ). Η ενέργεια δε αυτή της μεταφοράς του κοπαδιού τους είναι και η λογικώς αναμενόμενη από έναν κτηνοτρόφο του οποίου τα ζώα δηλητηριάζονται σε τέτοια έκταση και με τις αναφερόμενες στην αγωγή συνέπειες, που αποτιμώνται σε 149.500 ευρώ η απώλεια των ζώων και 74.100 ευρώ η απώλεια του γάλακτος αυτών και 223.600 ευρώ συνολικά.

Ούτε αντέχει στη λογική ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι εξακολουθούν να διατηρούν στην ένδικη περιοχή το ποίμνιο τους και να υποβάλλονται σε τεράστια έξοδα (115.891,93 ευρώ μόνο για την αγορά των ζωοτροφών), ενώ δεν μπορούν να διαθέσουν το κρέας και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, που παράγουν, με αποτέλεσμα να υφίστανται οικονομική ζημία ύψους 585.000 ευρώ από τη μη διάθεση του γάλακτος και μόνο.

Οι ζημίες του ποιμνίου τους έως την απομάκρυνσή τους από την επίδικη περιοχή, όπως προκύπτει από την από 28-5-1998 γνωμάτευση της Ε. Τ. - Π., κτηνιάτρου της Διεύθυνσης Κτηνιατρικής της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ρεθύμνης, η οποία διενήργησε νεκροτομή σε δύο (2) αίγες, την από 07-02-2002 κτηνιατρική γνωμάτευση του Ε.

Ρ., κτηνιάτρου της αυτής Διεύθυνσης, ο οποίος διενήργησε νεκροτομή - νεκροψία σε πτώματα δύο (2) προβάτων, που ευρίσκοντο σε αρκετά προχωρημένη σήψη, την από 19-02-2002 κτηνιατρική γνωμάτευση της ως άνω Ε.Τ. - Π., η οποία διενήργησε νεκροτομή-νεκροψία σε μία (1) αίγα και την από 16-12-2005 κτηνιατρική γνωμάτευση του Χ.

Λ., κτηνιάτρου της προαναφερθείσας Διευθύνσεως, ο οποίος διενήργησε αυτοψία, νεκροτομή και δειγματοληψία εσωτερικών οργάνων για περαιτέρω έλεγχο, προκειμένου να διαπιστωθεί ο θάνατος δύο (2) αιγών, είναι μεμονωμένες και σε καμία περίπτωση δεν ανέρχονται στο συνολικό αριθμό, που οι ενάγοντες αναφέρουν, τόσο στην κρινομένη αγωγή, όσο και στην από 02-7-2002 προγενέστερη και στην από 15-11-2007 μεταγενέστερη αγωγή τους.

Για τις ζημίες δε αυτές αποζημιώθηκαν από το Δήμο ... με το συνολικό ποσό των 10.000.000 δραχμών, κατόπιν των υπ’ αριθμ....-5-1998 και ...-12-2001 αποφάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου αυτού για τα έτη 1998-2001 και με το ποσό των 66.300 ευρώ, κατόπιν εκδόσεως της υπ’ αριθμ. 13/2005 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου επί της από ... προγενέστερης αγωγής τους, που αφορά την πενταετία 1998-2002.

Αξιοσημείωτο είναι, τέλος, ότι ο δεύτερος ενάγων, που είχε προσληφθεί και εργαζόταν ως φύλακας στο Χ.Υ.Τ.Α., επανειλημμένα (έχουν καταγραφεί και προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα από το πρώτο εναγόμενο με ημερομηνίες 03-11-2003, 12-11-2003, 13-11-2003, 27-01-2005 και 02-02-2005 έγγραφα εννέα (9) συνολικά περιπτώσεις) εμπόδισε τους εργάτες να καθαρίσουν τον εξωτερικό χώρο του Χ.Υ.Τ.Α.

από αντικείμενα, που ο άνεμος μετέφερε εκτός αυτού, ενώ διαρκώς διατηρούσε στην επικαιρότητα, με συνεντεύξεις στα τοπικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, το θέμα λειτουργίας του Χ.Υ.Τ.Α....".Με βάση τις άνω παραδοχές, το Εφετείο, αφού έκανε δεκτή την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, απέρριψε τελικώς, ως ουσιαστικώς αβάσιμη την ένδικη από 10-11-2005 αγωγή των τελευταίων κατά του πρώτου αναιρεσιβλητου.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 24 του Συντάγματος 57, 59, 297, 298, 914 και 932 του ΑΚ, τις οποίες δεν παρεβίασε, καθόσον τα μη αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν τη μη στοιχειοθέτηση αυτών και την εντεύθεν απόρριψη ως αναπόδεικτης της αγωγής.

Ειδικότερα, δεχόμενο το Εφετείο, ότι οι αναιρεσείοντες δεν υπέστησαν την επικαλούμενη με την αγωγή τους ζημία (περιουσιακή και ηθική) εξαιτίας της από παραλείψεις των αρμοδίων οργάνων του πρώτου των αναιρεσιβλήτων μη ορθής λειτουργίας του χώρου υγειονομικής ταφής των οικιακών απορριμάτων του Νομού ..., που είχε εγκατασταθεί στη θέση "..." της περιφέρειας ...

Ρεθύμνης και σε έκταση 250 στρεμμάτων περίπου, εφόσον, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (2-7-2002 έως 10-11-2005), αφενός μεν το ποίμνιό τους από αιγοπρόβατα είχε μεταφερθεί και βοσκούσε σε μη γειτνιάζουσα με τον X.Y.T.A. περιοχή, αφετέρου δε οι ίδιοι, ούτε κατοικούσαν, ούτε ήσαν ιδιοκτήτες ή μισθωτές όμορης με αυτή του Χ.Υ.Τ.Α.

έκτασης, εμβαδού, κατά τους ισχυρισμούς τους, 3.000 στρεμμάτων, με αποτέλεσμα η σοβαρή υποβάθμιση του περιβάλλοντος στην περιοχή του Χ.Υ.Τ.Α. να μην επηρεάσει αυτό στο οποίο έβοσκε το ποίμνιό τους, αλλά και αυτό του ζωτικού τους χώρου, με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων, απέρριψε την αγωγή τους.

Βέβαια, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι αναιρεσείοντες εμφανίζονται, με τις φορολογικές τους δηλώσεις του οικονομικού έτους 2005, να διαθέτουν στη γειτνιάζουσα με το Χ.Υ.Τ.Α. περιοχή ... Ρεθύμνης κτήμα με ελιές και βοσκότοπο συνολικής έκτασης 350 στρεμμάτων, στην οποία, προφανώς, έκταση ανήγειραν τα αναφερόμενα στην απόφαση κτίσματα και εγκαταστάσεις (υπόστεγο, αποθήκη, βοσκοκέλι και δεξαμενή).

Όμως, κατά τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή τους, η προσβολή της προσωπικότητάς τους, λόγω προσβολής του ζωτικού τους χώρου, δεν συνδέεται με τον εξαναγκασμό τους σε απομάκρυνση από το ως άνω ακίνητό τους και γενικότερα από την περιοχή του Χ.Υ.Τ.Α., αλλά με τη διαβίωσή τους και την κτηνοτροφική τους ενασχόληση στην περιοχή αυτή, η οποία, όμως, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, έπαυσε να υφίσταται κατά το επίδικο διάστημα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με το πρώτο σκέλος του οποίου οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγω, δήθεν, μη ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των άνω διατάξεων, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Να σημειωθεί, ότι δεν είναι βάσιμο το υποστηριζόμενο από τους αναιρεσείοντες, ότι δηλαδή καίτοι δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ότι εξαιτίας των ελαττωματικών εγκαταστάσεων του Χ.Υ.Τ.Α.

επήλθε προσβολή στο φυσικό περιβάλλον της περιοχής ..., στην οποίαν έχουν (οι αναιρεσείοντες) ιδιοκτησία και εγκαταστάσεις ποιμνιοστασίου και, ως εκ τούτου, είναι αναγκαία η παρουσία τους, παρά ταύτα απαίτησε (η προσβαλλόμενη) για το δικαίωμα αποζημίωσης τους κατ’ άρθρο 24 παρ.6 του Συντάγματος και 57, 59, 914, 932 ΑΚ να έχουν και κατοικία κατά την έννοια του άρθρου 51 ΑΚ.

Αντίθετα, αυτό που δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση της, η εν λόγω απόφαση είναι, ότι "οι ενάγοντες έβοσκαν τα αιγοπρόβατά τους στην επίδικη περιοχή κατά το χρόνο έναρξης λειτουργίας του Χ.Υ.Τ.Α,....όταν όμως λόγω των άνω παραλείψεων των οργάνων του πρώτου εναγομένου επήλθαν κάποιες απώλειες ζώων τους, λόγω κατάποσης απορριμμάτων και συγκεκριμένα πλαστικών αντικειμένων...τα απομάκρυναν και από τις προαναφερθείσες φορολογικές δηλώσεις προκύπτει, ότι δηλώνουν πως διαθέτουν στην περιοχή ..., που γειτνιάζει με το Χ.Υ.Τ.Α., μόνο κτήμα με ελιές και βοσκότοπο, συνολικής έκτασης 350 στρεμμάτων...", ενώ όπως επίσης δέχθηκε η απόφαση, δεν αποδείχθηκε, ότι οι τελευταίοι κατοικούσαν σε περιοχή γειτνιάζουσα με αυτή του Χ.Υ.Τ.Α.

και συνεπώς η ελαττωματική λειτουργία αυτού δεν επηρέασε το ζωτικό τους χώρο και δεν προκάλεσε γι’ αυτό βλάβη στην προσωπικότητα τους. Περαιτέρω, από τις ίδιες παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το αποδεικτικό της πόρισμα στηρίζεται σε νόμιμη βάση και δη έχει την απαιτούμενη σαφή, πλήρη και χωρίς κενά ή αντιφάσεις αιτιολογία, με την οποία απέρριψε τα αγωγικά αιτήματα.

Συγκεκριμένα, το πόρισμα το Εφετείου, ότι οι αναιρεσείοντες δεν διέθεταν ιδιόκτητη ή μισθωμένη έκταση 3.000 στρεμμάτων, γειτνιάζουσα με την περιοχή του Χ.Υ.Τ.Α., ούτε και κατοικούσαν σ’ αυτή και ότι ουδεμία βλάβη υπέστη το ποίμνιό τους από την ελαττωματική λειτουργία του Χ.Υ.Τ.Α., είναι απολύτως σαφές. Εξ άλλου, η νεκροψία - νεκροτομία από τον κτηνίατρο Χ.

Λ. σε δυο αίγες των αναιρεσειόντων στις 16.12.2005, δηλαδή κατά το επίδικο διάστημα, αφορά, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, μεμονωμένη περίπτωση και δεν αναιρεί το γεγονός της μετακίνησης του ποιμνίου τους από την περιοχή του Χ.Υ.Τ.Α. στα ... κατά το επίδικο διάστημα, ενώ η αιτίαση, ότι η απόφαση δεν διευκρινίζει, εάν παρατηρήθηκαν και σε άλλους κτηνοτρόφους θάνατοι ζώων αφορά σε ζήτημα χωρίς ιδιαίτερη σημασία για την υπόθεση.

Αλλά ούτε και ενδοιαστικές σκέψεις έχει η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε αναφορά της, ότι δεν αντέχει στη λογική ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ότι εξακολουθούσαν να διατηρούν στην περιοχή του Χ.Υ.Τ.Α. το ποίμνιό τους, δεν αποτελεί ενδοιαστική σκέψη, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν, αλλά επιχείρημα για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος της απόφασης.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ.

IV. Κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 περ.γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 258/2010).

Καμία, ωστόσο, διάταξη επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη, ενώ ως αποτελούντα ξεχωριστά, από τα έγγραφα, αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται η έκθεση ή τα πρακτικά αυτοψίας (359), η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων (383), τα πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων (410) και οι ένορκες βεβαιώσεις (270 παρ.2, 339).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ1127/2013, 87/2013). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τον από το άρθρο 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ άνω λόγο αναίρεσης, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της, κατά τα απ’ αυτούς υποστηριζόμενα, τις με χρονολογία κατάθεσης 23-2-2002, 23-5-2003, 24-5-2004, 24-5-2002, 23-5-2004 και 24-5-2004 κτηνοτροφικές δηλώσεις των αναιρεσειόντων, που τις είχαν νόμιμα επικαλεστεί και προσκομίσει, στις οποίες, όπως υποστηρίζουν, αναφέρεται ως τόπος χειμερινής βοσκής του ποιμνίου τους ή τοποθεσία ...

Ρεθύμνης. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όμως, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι αυτή προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα έλαβε υπόψη της και τα άνω έγγραφα, όπως προκύπτει, εκτός από την αναφορά της ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επαναπροσκόμισαν με νόμιμη επίκληση (πλην κάποιων που ρητώς εξαιρεί και δεν πρόκειται για τα επίμαχα), και από το όλο περιεχόμενο και τις αιτιολογίες της, ενώ ρητή αναφορά στις κτηνοτροφικές δηλώσεις τους των ετών 2002 - 2004 γίνεται στη σελ. 11 της προσβαλλόμενης απόφασης, το γεγονός δε, ότι αντίθετα με τις δηλώσεις αυτές, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο χώρος βόσκησης του ποιμνίου τους κατά το επίδικο διάστημα δεν ήταν η περιοχή ...

Ρεθύμνης, αλλά τα ..., οφείλεται στο ότι δεν κρίθηκαν αξιόπιστες συγκρινόμενες με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και μάλιστα, όπως στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, ο δεύτερος αναιρεσείων καταδικάστηκε με την υπ’ αριθ. 341/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης για παράβαση του αρθρ. 8 του ν. 1599/1986, σε σχέση με τις δηλώσεις αυτές.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο τρίτος, εξάλλου, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με το οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ίδιων ως άνω κτηνοτροφικών δηλώσεών τους με το να δεχθεί ως τόπο βόσκησης του ποιμνίου τους, κατά το επίδικο διάστημα, τα ...

και όχι την αναγραφόμενη στις δηλώσεις τους περιοχή ... Ρεθύμνης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι αντιφάσκει με τον αμέσως προηγούμενο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 11(γ) του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο εισάγεται σωρευτικά (ΑΠ 579/2007). Όμως και αυτοτελώς εκτιμώμενος ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο δεν ανέγνωσε εσφαλμένα τις παραπάνω δηλώσεις των αναιρεσειόντων, αλλά, κατά τα προεκτεθέντα, κατέληξε σε διαφορετική, σε σχέση με αυτές, παραδοχή, ως προς τον τόπο βόσκησης του ποιμνίου τους, κατά το επίδικο διάστημα, συνεκτιμώντας τις λοιπές αποδείξεις.

V. Κατά το αρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από την άνω διάταξη, σε συνδυασμό με τη διάταξη του ίδιου άρθρου με αριθμό 4 προκύπτει, ότι, αν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ έχει δικαιοδοσία για την εξέταση της υπόθεσης που ασκήθηκε ενώπιόν του, απορρίψει αυτή για έλλειψη δικαιοδοσίας, υποπίπτει στο σφάλμα της, παρά το νόμο, κήρυξης απαραδέκτου (ΟλΑΠ 293/1981).

Περαιτέρω, το άρθρο 1 του νόμου 1406/1983 ορίζει ότι: 1. Υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ’ αυτή. 2.Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται, ιδίως, αυτές που αναφύονται από την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά:

α)....η)την ευθύνη του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται οι διαφορές, όταν η ευθύνη του Δημοσίου, ΟΤΑ και λοιπών ν.π.δ.δ.

απορρέει από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους, κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί και η παράνομη συμπεριφορά συντελείται με εκτελεστές διοικητικές πράξεις των οργάνων αυτών ή με παράλειψη προς έκδοση τέτοιων πράξεων, αλλά και με υλικές ενέργειες που τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και τη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξ αιτίας της, εφόσον όμως δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας τους, ούτε οφείλεται σε πταίσμα του οργάνου, το οποίο ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 21/2005, 5/1995, ΑΠ 1666/2014, 503/2009, 932/2005).

Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής των αναιρεσειόντων προκύπτει, ότι αυτοί, επικαλούμενοι την από αδικοπραξία των αρμόδιων οργάνων του πρώτου, αλλά και του δεύτερου των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων Δήμου ... εσφαλμένη κατασκευή και λειτουργία του χώρου υγειονομικής ταφής των απορριμμάτων του (Χ.Υ.Τ.Α.) και την εξαιτίας αυτής πρόκληση ζημίας στην περιουσία και την προσωπικότητά τους, ζήτησαν την αποκατάσταση αυτής.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ως προς τον άνω αναιρεσίβλητο Δήμο ... υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, διότι, κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτή, οι παράνομες υλικές ενέργειες ή παραλείψεις των οργάνων του τελέστηκαν σε συνάρτηση με τη λειτουργία της δημοτικής υπηρεσίας, στην οποία περιλαμβάνεται και η λειτουργία του Χ.Υ.Τ.Α.

και αντίθετα δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δήμου, ούτε εκτίθεται στην αγωγή, ότι οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα οργάνων του, που ενήργησαν εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών τους καθηκόντων. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του επεκύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει την κατά του εν λόγω αναιρεσιβλήτου αγωγή ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, δεν παραβίασε τις άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του αρθρ. 1 παρ.2 (η) του ν.1406/1983.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αναφορικά με την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του αρθρ.539 ΚΠολΔ. Ο αναιρετικός, εξάλλου, λόγος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ. προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος και δεν έχει εφαρμογή, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή για τυπικό λόγο, όπως είναι και η απόρριψη ως απαράδεκτης (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1479/2013, ΑΠ 701/2011).

Επομένως, ο ίδιος λόγος (τέταρτος) αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδει πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ στην προσβαλλομένη απόφαση, ως προς την κρίση της περί απαραδέκτου της αγωγής κατά του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθμ.16 εδ.α ΚΠολΔ που ορίζει, ότι λόγος αναίρεσης παρέχεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου ερεύνησε περί της συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και για το λόγο αυτό δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού (ΑΠ 2103/2007,1002/2005).

Αν η απόφαση που προσβάλλεται δεν ποιείται μνεία για ύπαρξη ή όχι δεδικασμένου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ, τότε μόνο, αν ο διάδικος προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο που απορρέει απ’ αυτή προς απόδειξη της βάσης της αγωγής ή την απόκρουσή της και το δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον ισχυρισμό αυτό (Ολ.ΑΠ 13...85, ΑΠ 1345/2011).

Για το ορισμένο όμως του σχετικού αναιρετικού λόγου, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι είχε νόμιμα υποβληθεί ο σχετικός ισχυρισμός στο δικαστήριο της ουσίας με αναφορά όλων των περιστατικών από τα οποία απέρρεε το επικαλούμενο δεδικασμένο και με σχετικό αίτημα συμμόρφωσης σ’ αυτό (ΑΠ 1345/2011, 130/2004, 514/2002).

Με το τελευταίο μέρος του τέταρτου και τον πέμπτο των λόγων της αίτησης αναίρεσης προβάλλουν οι αναιρεσείοντες την πλημμέλεια, κατ’ εκτίμηση, από τον αριθμό 8 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ και όχι, όπως εκθέτουν, από τον αριθμό 16 του ίδιου άρθρου και, συγκεκριμένα, αιτιώνται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη το απορρέον από την υπ’ αριθ. 13/2005 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης δεδικασμένο.

Ως προς την πλημμέλεια αυτή, οι παραπάνω λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται, ότι οι αναιρεσείοντες είχαν προβάλει τη σχετική περί δεδικασμένου ένσταση, κατά την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου, συνοδευόμενη με σχετικό αίτημα συμμόρφωσης του Εφετείου με όσα τελεσίδικα έκρινε η πιο πάνω απόφαση, αφού μόνη η αναφορά, ότι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει την τελεσίδικη αυτή απόφαση δεν αρκεί για την παραδεκτή θεμελίωση λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 8 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Ανεξαρτήτως αυτής της παράλειψης, πρέπει να επισημανθεί, ότι η ως άνω τελεσίδικη εφετειακή απόφαση, όπως οι αναιρεσείοντες εκθέτουν στον πέμπτο, ειδικότερα, αναιρετικό λόγο τους, εκδόθηκε επί αγωγής μεταξύ του δεύτερου αυτών και του πατέρα του Χ. Χ. αφενός και του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων αφετέρου και μόνον αυτούς επομένως δεσμεύει, σε κάθε δε περίπτωση η αγωγή εκείνη δεν αφορά την ίδια αδικοπραξία με αυτή της ένδικης αγωγής, αλλά η αδικοπραξία της δεύτερης είναι μεν όμοια με της πρώτης, αποτελεί όμως συνέχεια της πρώτης και κατ’ αυτή την έννοια διαφοροποιείται εκείνης, δηλαδή δεν πρόκειται για την αυτή χρονικά αδικοπραξία από την οποία απλώς αναδύονται συνέπειες σε μεταγενέστερο χρόνο, αλλά για εξέλιξη αδικοπρακτικής συμπεριφοράς σε διαφορετικούς, έστω και συνεχόμενους, χρόνους, από την οποία προκύπτουν αντίστοιχα διαφορετικές, χρονικά, συνέπειες.

VI. Η προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε για την επιβολή των δικαστικών εξόδων σε βάρος των αναιρεσειόντων, ως ηττηθέντων διαδίκων, τόσο του δεύτερου βαθμού, λόγω της απόρριψης της έφεσης τους κατά των αναιρεσιβλήτων, όσο και των δυο βαθμών, λόγω της συνεπεία της παραδοχής της έφεσης του πρώτου αυτών, εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης και της εν συνεχεία απόρριψης της κατ’ αυτού αγωγής τους, τις διατάξεις του ν. 4194/2013 (νέος Κώδικας Δικηγόρων) για τον υπολογισμό του ύψους της δικηγορικής αμοιβής.

Όμως ο νόμος αυτός, που κατάργησε τον προηγούμενο Κώδικα περί Δικηγόρων (ν. 3026/1954), άρχισε να ισχύει, κατά το αρθρ. 166§§1 και 2 αυτού, από 27.9.2013, δηλαδή σε χρόνο πριν μεν από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (29.11.2013), όμως μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο (2.4.2013), αλλά και τη διάσκεψη προς έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (9.9.2013).

Με δεδομένο, λοιπόν, ότι κρίσιμος χρόνος για τη θεμελίωση αξίωσης του δικηγόρου για τη λήψη αμοιβής είναι ο χρόνος ολοκλήρωσης της ενέργειας στην οποία αφορά (ΑΠ 1286/2010) και προκειμένου για τη σύνταξη προτάσεων κρίσιμος είναι ο χρόνος συζήτησης της υπόθεσης (ΑΠ 137/2007), ο οποίος είναι, γενικότερα, κρίσιμος για την εκκαθάριση της όλης δικαστικής δαπάνης, στην οποία περιλαμβάνεται κατά το αρθρ. 189 §1(γ) ΚΠολΔ και η αμοιβή των πληρεξούσιων δικηγόρων, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατιμήσεις, αφού, άλλωστε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οφείλουν οι διάδικοι να επισυνάψουν κατά το αρθρ. 190§1 ΚΠολΔ και τον τυχόν κατάλογο των εξόδων τους και να φέρουν τις παρατηρήσεις τους για τον κατάλογο του αντιδίκου τους, εσφαλμένα το Εφετείο εφάρμοσε για τον προσδιορισμό της δικαστικής δαπάνης ως προς το ύψος ειδικότερα της αποδοτέας στους αναιρεσιβλήτους αμοιβής των πληρεξούσιων δικηγόρων τους τις διατάξεις του ν. 4194/2013 και ειδικότερα των αρθρ. 63§1, 68§1 και 69§1(α) αυτού σε συνδυασμό βέβαια με τις οικείες διατάξεις του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με μέρος του έκτου αναιρετικού τους λόγου από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Ωστόσο, χωρίς έννομο συμφέρον επικαλούνται οι αναιρεσείοντες το σφάλμα αυτό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού ο υπολογισμός της αποδοτέας στους αναιρεσίβλητους δικηγορικής αμοιβής είναι ευνοϊκότερος κατά τις διατάξεις του ν. 4194/2013 σε σύγκριση με την αμοιβή κατά τις διατάξεις του ν. 3026/1954. Ειδικότερα, το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου του εναγομένου για τη σύνταξη προτάσεων ορίζεται κατά τις διατάξεις των αρθρ. 107§1 και 110§1 του ν. 3026/1954 τόσο για τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης ενώπιον του Πρωτοδικείου όσο και για τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης ενώπιον του Εφετείου ίσο με το οριζόμενο στο αρθρ. 100 του ίδιου νόμου για τη σύνταξη αγωγής, δηλαδή σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής και πάντως όχι κατώτερο των 50 δραχμών για το Πρωτοδικείο και των 80 δραχμών για το Εφετείο.

Το ελάχιστο αυτό όριο αμοιβής χαρακτηρίζεται μετά την ισχύ του ν. 3919/2011 ως νόμιμη αμοιβή και ισχύει, εφόσον δεν προκύπτει ύπαρξη έγκυρης έγγραφης συμφωνίας περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών (αρθρ. 5§6 του ν. 3919/2011). Μάλιστα υπερισχύει των τιμών που προβλέπει η υπ’ αριθ. 1117864/ 2297/Α0012/7.12.2007 Κ.Υ.Α., αν αυτές υπολείπονται του ορίου αυτού, όπως εν προκειμένω.

Με όμοιο τρόπο και με αναφορά στο αντικείμενο της αγωγής γίνεται ο προσδιορισμός της δικηγορικής αμοιβής και κατά τις διατάξεις των αρθρ. 63§1, 68§1 και 69§1(α) του ν. 4194/2013, όμως η αμοιβή για τη σύνταξη αγωγής, από την οποία εξαρτάται και η αμοιβή για τη σύνταξη προτάσεων, δεν ορίζεται με αναφορά σε σταθερό ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, αλλά το ποσοστό αυτό βαίνει προοδευτικά μειούμενο κατά τα οριζόμενα στο νόμο αυτό στάδια αύξησης της αξίας του αγωγικού αντικειμένου.

Κατά την έννοια αυτή, η αμοιβή κατά το ν. 4194/2013 είναι, κατ’ αρχήν, μικρότερη από την αμοιβή κατά το ν. 3026/1954, όταν η αξία του αντικειμένου της αγωγής υπερβαίνει, όπως εν προκειμένω, τις 200.000 ευρώ.

Συνεπώς, ο έκτος αναιρετικός λόγος πρέπει, κατά την ως άνω αιτίαση από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, να απορριφθεί. Εξάλλου, κατά την επιβολή των δικαστικών εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου (αρθρ. 176 ΚΠολΔ), το δικαστήριο δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του, ούτε απαιτείται μνεία των προϋποθέσεων που θα δικαιολογούσαν ή δεν θα δικαιολογούσαν συμψηφισμό των εξόδων, ο οποίος, σε κάθε περίπτωση, είναι δυνητικός, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ.2 του ν.2915/2001 (ΑΠ 1176/2014, 1437/2012, 819/2011).

Επομένως, η περιλαμβανόμενη στον έκτο λόγο αναίρεσης περαιτέρω αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, ότι, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή του αρθρ.179 ΚΠολΔ, η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς αιτιολογία, δεν συμψήφισε το δικαστικά έξοδα λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας στην εφαρμογή των κανόνων δικαίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

Μετά ταύτα, πρέπει: α) να απορριφθεί στο σύνολό της, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης β)να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως προστ. με αρθρ.12 παρ.2 Ν.4055/2012) και γ)να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (αρθρ.106, 176, 183, 180, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) η δικαστική δαπάνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου Δήμου ..., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, μειωμένη όμως, κατά το άρθρο 281 παρ.2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν.3463/2006.

Η πρώτη αναιρεσίβλητη, λόγω της απουσίας της δεν υποβλήθηκε σε έξοδα που να πρέπει να της αποδοθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-4-2014 αίτηση των Ν. συζ.Χ. Χ. και Μ. Χ. Χ., προς αναίρεση της 263/2013 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τη δικαστική δαπάνη του δεύτερου αναιρεσίβλητου από οκτακόσια (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ