Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling court costs assessment is non-reviewable by appellate jurisdiction.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision regarding court costs. The appellant argued that the costs calculation was erroneous and should have applied a different article due to the siblings' relationship, but the Court held that the substantive judgment on costs is non-reviewable. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because it challenged a matter reserved for the court of first instance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The appellate court lacks jurisdiction to review the substantive judgment on court costs imposed on the losing party, as such determinations fall within the exclusive authority of the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 915 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 915/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Τ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Καλαγκιά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Τ. του Δ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Σεραφείμ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 256/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3712/2018 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-11-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν ( ΑΠ 35/ 2019).
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 97, 98, 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου ή με δήλωση στις προτάσεις να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο εναγόμενος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης.
Η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της. Δεν αποκλείεται όμως και η έκδοση απόφασης του δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης και να κηρύσσει καταργημένη τη δίκη (ΑΠ 1287/2011).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 188 παρ. 1 του ΚΠολΔ "αν γίνει ανάκληση διαδικαστικής πράξης ή παραίτηση είτε από αυτήν είτε από όλη τη δίκη, τα έξοδα επιβάλλονται σε βάρος του διαδίκου, που ανακαλεί ή παραιτείται". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 189 παρ. 1 εδ. γ', 191 και 192 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι σε περίπτωση παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης, γεννάται υπέρ του εναγομένου αξίωση κατά του παραιτούμενου ενάγοντος, που εξομοιώνεται σε διάδικο που ηττάται, για απόδοση των αναγκαίων δικαστικών και εξώδικων εξόδων (ΑΠ 539/2008).
Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής επιφέρει την κατάργηση της δίκης χωρίς να εκδοθεί σχετική απόφαση, η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων γίνεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 679 επ. ΚΠολΔ από το μονομελές πρωτοδικείο. Εφόσον, όμως, εκδοθεί απόφαση του δικαστηρίου που αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης και κηρύσσει καταργημένη τη δίκη, τότε με την απόφαση αυτή γίνεται και η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, αν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, το οποίο δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από κατάλογο των εξόδων (ΑΠ 545/2016, ΑΠ 1287/2011), οπότε το δικαστήριο προβαίνει στην εκκαθάριση σύμφωνα με το νόμο και ιδίως τη διατίμηση του Κώδικα Δικηγόρων ( ΑΠ 793/2019).
Ο πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 1 αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται όμως από το ότι στην επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη η δικηγορική αμοιβή υπολογίστηκε σε ύψος μεγαλύτερο του κατώτερου ορίου του Κώδικα Δικηγόρων και ούτε η σχετική δικανική κρίση έχει ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης (ΑΠ 461/2017, ΑΠ 77/2014). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, που έκρινε κατ' έφεση για το εκκληθέν κεφάλαιο του προσδιορισμού της δικαστικής δαπάνης σε βάρος της ενάγουσας - αναιρεσείουσας μετά την παραίτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από το δικόγραφο της αγωγής της και τη συνακόλουθη κατάργηση της δίκης, δέχθηκε τα ακόλουθα: " Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε κατά του Ι.
Τ., ήδη εφεσιβλήτσυ, και του Χ. Τ., ο οποίος δεν συμμετέχει στην παρούσα δίκη ως διάδικος, την από 26.5.2015 (αρ. καταθ. 62635/2097/2015) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επικαλούμενη την ακυρότητα της από 25.12.2004 ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα της Δ. Τ. ζήτησε, εκτός των άλλων, να αναγνωριστεί για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους η ακυρότητα της ως άνω διαθήκης και να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 369.182,95 ευρώ για εξαχθέντες και εξακτέους καρπούς των αναφερόμενων στην αγωγή κληρονομιαίων ακινήτων καθώς και για αποζημίωση λόγω αποκλειστικής χρήσης αυτών από τον άνω εναγόμενο, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις.
Η εκδίκαση της αγωγής αυτής είχε προσδιοριστεί να διεξαχθεί κατά τη δικάσιμο της 19.10.2015, οπότε και αναβλήθηκε για την 18.04.2016 και τέλος για τη δικάσιμο της 19.12.2016. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο η ενάγουσα, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, η οποία υποβλήθηκε στο ακροατήριο του δικαστηρίου πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της ουσίας της υπόθεσης και καταχωρίστηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής της ως προς τους εναγομένους.
Συνεπώς, με την καταχώριση στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου της δηλώσεως περί παραιτήσεως της ενάγουσας από το δικόγραφο της αγωγής, συντελέστηκε και ολοκληρώθηκε νόμιμα κατ' άρθρο 297 του Κ,Πολ,Δ. η παραίτηση, της οποίας έλαβαν γνώση οι νόμιμα παρασταθέντες εναγόμενοι, και η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.
Επειδή δε η παραίτηση αυτή ολοκληρώθηκε πριν από την έναρξη της προφορική συζήτησης της ουσίας της υπόθεσης, δεν απαιτείτο για την επέλευση των συνέπειών της η συναίνεση των εναγόμενων, ούτε η αποδοχή απ' αυτούς. Επίσης, κατά τη δικάσιμο αυτή, της 19.12.2016, παραστάθηκαν δια των πληρεξουσίων δικηγόρων τους και οι εναγόμενοι, από τους οποίους ο πληρεξούσιος δικηγόρος του πρώτου εναγομένου, ήδη εφεσιβλήτου, υπέβαλε αίτημα, που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, να εκδοθεί απόφαση επί των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε.
Όπως προαναφέρθηκε, η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής συντελέστηκε νόμιμα και ολοκληρώθηκε, με την καταχώριση της σχετικής δηλώσεως στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Όμως, οι εναγόμενοι, προς απόκρουση\της αγωγής είχαν προκαταθέσει νομότυπα προτάσεις, προ 20ημέρου από την ορισθείσα (μετ' αναβολή) ως άνω δικάσιμο της 19.12.2016, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 237 παρ. 1 Κ.Πολ,Δ. (όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), σύμφωνα με την οποία ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου οι διάδικοι πρέπει να καταθέσουν το αργότερο είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο προτάσεις, μαζί με τις οποίες πρέπει να καταθέσουν, επί ποινή απαραδέκτου, όλα τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα και διαδικαστικά έγγραφα.
Ειδικότερα ο πρώτος των εναγομένων (ήδη εφεσίβλητος) κατέθεσε την 24.3.2016 τις από 24.3.2016 προτάσεις, υπογεγραμμένες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αλέξανδρο Γ. Σεραφείμ, δια του οποίου και παραστάθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω εναγόμενος γνώριζε την πρόθεση της ενάγουσας να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής της, πριν από την κατάθεση των προτάσεών τους.
Συνεπώς, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του άνω εναγομένου για σύνταξη και κατάθεση των προτάσεών του αποτελεί αναγκαίο έξοδο κατ' άρθρο 189 Κ.Πολ,Δ. για την υπεράσπιση της δίκης και δεν έγινε από υπερβολική πρόνοια του εναγομένου, όπως αναγκαίο έξοδο αποτελεί και το διπλότυπο είσπραξης που κατέθεσαν για την παράστασή τους στο δικαστήριο προκειμένου να ζητήσουν την καταβολή των δαπανών τους. Η αποδοτέα στον εναγόμενο αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 58,68 παρ. 1 και 63 παρ. 1 περ. 1 εδ. α και γ' του Ν. 4194/2013 (Κώδικα Δικηγόρων), δηλαδή προσδιορίζεται σε ποσοστό 2% για τα πρώτα 200.000 ευρώ του αντικειμένου της αγωγής και σε 1,5% για τα υπόλοιπα 169.182,95 ευρώ. Δηλαδή, στην επίδικη περίπτωση η δικαστική δαπάνη ανέρχεται σε (4.000 +2.540=) 6.540 ευρώ.
Συνεπώς, η εκκαλούμενη που προσδιόρισε τη δικαστική δαπάνη της εναγομένης στο ποσό των 5.540 ευρώ, δεν επιβάρυνε για την αιτία αυτή την εκκαλούσα με ποσά πλέον των προβλεπομένων από το νόμο, όπως ισχυρίζεται η τελευταία με την έφεσή της, και ο ερευνώμενος μοναδικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας-αναιρεσείουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία καταργήθηκε η μεταξύ των διαδίκων δίκη και καταδικάσθηκε η τελευταία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του εναγομένου- αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιόρισε στο ποσό των 5.540 ευρώ.
Με το μοναδικό λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τα άρθρα 58, 68 παρ. 1 και 63 παρ.1 περ. ι εδ. α' και γ' του Ν. 4194/2013 (Κώδικα Δικηγόρων) για τον υπολογισμό της δικαστικής δαπάνης, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ και να επιβάλλει μειωμένα έξοδα λόγω της συγγενικής σχέσης των διαδίκων, οι οποίοι είναι αδέλφια, διάταξη την οποία εφάρμοσε σε άλλη με το ίδιο αντικείμενο υπόθεση που εκδικάσθηκε στην ίδια δικάσιμο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι η επιβολή της δικαστικής δαπάνης σε βάρος του ηττηθέντος διαδίκου απόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά. Δηλαδή, εφόσον το Εφετείο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 176 ή του άρθρου 188 ΚΠολΔ όταν πρόκειται για παραιτούμενο ενάγοντα και όχι του άρθρου 179 ΚΠολΔ, η περί αυτού κρίση είναι ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον υπό την επίκληση της πλημμέλειας του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 461/2017) και ασφαλώς δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος εκ του ότι το δικαστήριο εφάρμοσε σε άλλη υπόθεση τη διάταξη του άρθρου 179 ΚΠολΔ.? Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5/11/2018 αίτηση της Χ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3712/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Αυγούστου 2020.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ