Supreme Court dismisses appeal against lower court judgment due to lack of specific grounds and procedural errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court judgment regarding a civil dispute. The appellant failed to provide specific factual grounds for the alleged procedural violations under Article 559 of the Code of Civil Procedure, rendering the appeal inadmissible. Consequently, the court rejected the request and ordered the State to pay the legal costs of the deceased's heirs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 62, 73, 286, 287, 291, 292, 313 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 8: An appeal is inadmissible if the appellant fails to specify the particular procedural error or violation of law that constitutes the ground for the appeal, as a mere citation of the article number without factual substantiation is insufficient.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1755 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1755/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ευαγγελία Στεργίου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο δικηγόρος Νικόλαος Κανέλλιας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο ως άνω αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 14-5-2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Φιλιατών Θεσπρωτίας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού: 1) Μ. Μ. του Χ. και της Σ., 2) Γ. Μ. του Χ. και της Σ., κατοίκων ..., 3) Α. Κ., το γένος Χ. και Σ. Μ., κατοίκου ..., 4) Μ. Π., σύζυγος Κ. Π., το γένος Χ. και Σ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2015 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου Χ. Μ. του Μ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-6-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 286 περ. α' , 287, 291, 292 και 313 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται, αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, πεθάνει κάποιος διάδικος. Αν, όμως, ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή, πολύ περισσότερο, μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν, δηλαδή, δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 740/2016).
Περαιτέρω, η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση στον αντίδικο του λόγου της διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως. Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που, μέχρι τη στιγμή του θανάτου του διαδίκου, ήταν πληρεξούσιός του. Η επανάληψη μπορεί να γίνει εκουσίως από τους κληρονόμους του θανόντος, με δήλωσή τους στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης για συζήτηση, ακόμη και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, αλλά και με την επίδοση ιδιαίτερου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, ακόμη και σιωπηρά με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης. Έτσι ο θάνατος του διαδίκου που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 152/2023).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 558 εδ. α' ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων, που ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, σε περίπτωση θανάτου κάποιου απ' αυτούς, κατά των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων του, με την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων, πριν από την άσκηση της αναίρεσης, είχε λάβει, με οποιονδήποτε τρόπο, γνώση του θανάτου του. Διαφορετικά, η αναίρεση που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς, δηλαδή, ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και χωρεί νόμιμα η συζήτησή της με τους καθολικούς διαδόχους (κληρονόμους) του θανόντος, οι οποίοι καλούνται ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 584/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αρχικός διάδικος - αναιρεσίβλητος, Χ. Μ., απεβίωσε στις ...-2020, όπως προκύπτει από το από 14/12/2022 απόσπασμα της .../2020 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Φιλιατών Θεσπρωτίας, ήτοι μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και πριν την άσκηση της αίτησης αναίρεσης από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο, μη γνωρίζοντας τον επισυμβάντα θάνατο του αντιδίκου του, απηύθυνε την από 30-6-2021 αίτηση αναίρεσης κατ' αυτού. Κατά την, στην αρχή της απόφασης αναφερομένη δικάσιμο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικού αναιρεσίβλητου, (σύμφωνα με το με αριθμ. πρωτ. ....2020 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Φιλιατών Θεσπρωτίας), Μ. Μ. του Χ., Γ. Μ. του Χ., Α. Κ. το γένος Χ. Μ. και Μ. Π. το γένος Χ. Μ., εμφανίσθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικολάου Κανέλλια και δήλωσαν αφενός μεν τον θάνατο του Χ. Μ. και την εξ αυτού του λόγου, βιαία διακοπή της δίκης, και αφετέρου ότι επαναλαμβάνουν εκουσίως την δίκη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, η δήλωση δε αυτή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, καταχωρίστηκε στα πρακτικά του Δικαστηρίου, και δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον. Επομένως, νομίμως επαναλήφθηκε, εκουσίως, η προκειμένη δίκη και χωρεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
2.- Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αρ. 112/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας το οποίο, επικυρώνοντας την υπ' αρ 108/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά αυτής, με την οποία το πρωτόδικο δικαστήριο, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου και διόρθωσης της αρχικής εγγραφής στα φύλλα του οικείου κτηματολογίου (άρθρ. 6 παρ.2 του ν. 2664/1998), του αρχικού διαδίκου Χ. Μ. - αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος. Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 3, 552, 553 παρ.1 β, 556 παρ.1, 558, 564 παρ.1,3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, και είναι παραδεκτή (577 παρ.1), επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παρ.3 ΚΠολΔ.).
3.- Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (αρθρ.577 παρ.1, 2 ΚΠολΔ) δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου (ΟλΑΠ 32/1996) ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, γιατί, εκτός των άλλων, ο Άρειος Πάγος, δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που δεν το συνιστούν και να απορριφθεί για το λόγο αυτό η αναίρεση, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως να ήταν διαφορετικό το αποτέλεσμα (ΑΠ 766/2017, ΑΠ 1340/2015).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ120/2017), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, 3)ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005).
Επιπλέον δεν αρκεί, η ανάλυση της έννοιας που ο αναιρεσείων αποδίδει στη διάταξη που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, διότι μόνο με βάση τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ. (ΑΠ 528/2017). Οι από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι δεν ιδρύονται, όταν οι ελλείψεις της προσβαλλόμενης απόφασης, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς και πλήρως και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 24/2021, ΑΠ 528/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τους χωρίς αρίθμηση, στην αίτηση, αναιρετικούς λόγους, εκτιμώμενους ως πρώτο και δεύτερο, αναιρετικούς λόγους, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αιτιάσεις από τους αριθμ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραβίασε ευθέως (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) και εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες), τους παρακάτω κανόνες ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται λεπτομερώς στο αναιρετήριο, ήτοι άρθρ.3 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856), άρθρ. 2 παρ.4, 9, 24, 30, 68, 71 και 78 του ν.147/1914, άρθρ. 60 παρ.1 της Συνθήκης της Λωζάνης, 24 παρ.1 του Συντ, 3 και 62 παρ.11 του ν.998/1979, 1 παρ.3 και 58 παρ.1του ν.δ. 86/1969, 1 του ν.
ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας δασών" που περιελήφθη ως άρθρ. 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικα", 1, 2 και 3 του βδ της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", 2 παρ.1 του α.ν. 1539/1938, 31 παρ.1 περ. α', γ', δ', ε', 164 παρ.1 και 197 παρ. 1 και 3 του καταργηθέντος Αγροτικού Κώδικα. Οι λόγοι αυτοί είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, εξαιτίας της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, όπως, κατά τα προεκτιθέμενα, απαιτείται, όλες οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, για τα ζητήματα αυτά, χωρίς να αρκεί η απλή αναφορά σε αποσπασματικές και μεμονωμένες παραδοχές και η παράθεση της έννοιας που το αναιρεσείον αποδίδει στις διατάξεις που, κατά την άποψή του, έπρεπε να εφαρμοστούν, και οι οποίες (παραδοχές) έπρεπε να μνημονεύονται, με αποτέλεσμα να καθίσταται μη συγκεκριμένο το αντικείμενο του αιτούμενου αναιρετικού ελέγχου, ο οποίος ως εκ τούτου καθίσταται ανέφικτος, διότι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες που οδήγησαν σε τυχόν εσφαλμένο διατακτικό κατά το νομικό και πραγματικό μέρος των εφαρμοστέων ουσιαστικών διατάξεων.
Αντίθετα, το αναιρεσείον αναλώνεται στην ανάπτυξη των ισχυρισμών του που περιλήφθηκαν στις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του. Επιπλέον, σε κάθε περίπτωση, οι ίδιοι αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι γιατί στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο ασχολήθηκε με την εφαρμογή των άνω διατάξεων.
Όπως, όμως, προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο, για το οποίο δεν υπάρχει παραδοχή ότι υπήρξε ποτέ δασική έκταση, ναι μεν ανήκε κάποτε στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσείοντος, πλην όμως το τελευταίο, δυνάμει της ....1975 απόφασης της Νομαρχίας Θεσπρωτίας, το παραχώρησε στην άλλοτε Κοινότητα Σμέρτου Φιλιατών, άμεση δικαιοπάροχο των αδελφών Μ., η οποία, στη συνέχεια, με αιτία την πώληση το έτος 1980, το μεταβίβασε, με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, στον ενάγοντα και τον αδελφό του, οι οποίοι κατέστησαν, κατά τον τρόπο αυτό (παράγωγο τρόπο) (συγ)κύριοι αυτού, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, και ότι το επίδικο, στη συνέχεια, το έτος 1981 μετά από άτυπη διανομή μεταξύ τους, περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα του ενάγοντα - αναιρεσιβλήτου ο οποίος χρησιδέσποζε σε αυτό με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα πέραν των είκοσι ετών, και ότι έτσι ο ενάγων κατέστη κύριος αυτού και με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ο χρόνος της οποίας είχε ήδη συμπληρωθεί κατά το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή (10.1.2005).
Συνεπώς, οι φερόμενες ως παραβιασθείσες, ανωτέρω, διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, δεν ήταν εφαρμοστέες με βάση τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου. Έτι περαιτέρω, οι ίδιοι λόγοι, κατά το λοιπά, είναι απαράδεκτοι και επειδή με αυτούς, υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις διατάξεις των αριθμ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο "πράγμα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 138/2010). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015).
Με τον τρίτο, κατ' εκτίμηση, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δέχθηκε "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως, απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα "πράγματα", με την έννοια που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, που έγιναν δεκτά ως αληθινά από το Εφετείο, χωρίς απόδειξη.
Επιπλέον είναι και αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο διαμόρφωσε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, και το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση και επομένως, δεν δέχθηκε, παρά τον νόμο, "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Κατά το άρθρ. 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι στην δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας και, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου, που ο νόμος υπήγαγε σ' αυτά.
Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου κώδικα, κάθε επέμβαση των πολιτικών δικαστηρίων σε διοικητικές διαφορές, που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές απαγορεύεται. Επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων, που προκύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και, επομένως, ιδρύεται ο, από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, όταν η υπόθεση, που κρίθηκε από το δικαστήριο, δεν υπάγεται σε καμία από τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 1 ΚΠοΔ, καθώς και όταν το δικαστήριο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία, κατά το άρθρο 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 910/2023, ΑΠ 140/2008, ΑΠ 36/2005). Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 475/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αγωγή έχει ως ιστορική βάση την κτήση κυριότητας του επιδίκου από τον ενάγοντα με παράγωγο (συμβόλαιο και μεταγραφή) και πρωτότυπο τρόπο (20ετής νομή με διάνοια κυρίου) και την κατά την διαδικασία της κτηματογράφησης, εσφαλμένη πρώτη κτηματολογική εγγραφή ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και αίτημα την αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος επ' αυτού και την διόρθωση της πρώτης κτηματολογικής εγγραφής.
Κατόπιν των ανωτέρω, το Εφετείο όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είχε την σχετική δικαιοδοσία, εφόσον πρόκειται για ιδιωτική διαφορά (άρθρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα για αναγνωριστική κτηματολογική αγωγή και αγωγή διόρθωσης πρώτης κτηματολογικής εγγραφής, των άρθρων 6 παρ.2α' του ν. 2664/1998, 974, 1045, 1051 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ, να την εξετάσει όπως και έπραξε και έτσι δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια της υπέρβασης της δικαιοδοσίας. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο σχετικός τέταρτος, κατ' εκτίμηση, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και ο οποίος νομίμως και παραδεκτώς προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, καθόσον εμπίπτει στις εξαιρέσεις απαγόρευσης προβολής κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι η φερομένη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 1 ΚΠολΔ, είναι διάταξη δημοσίας τάξεως, είναι αβάσιμος (ΑΠ 475/2016) διότι τα υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον δεν καταλαμβάνουν την προκείμενη υπόθεση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, τα συγκροτούντα τον συγκεκριμένο υπό κρίση ισχυρισμό πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά προβλήθηκαν και να καθορίζεται ο νομότυπος τρόπος προβολής τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και της επαναφοράς τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (ΑΠ 555/2019, ΑΠ 275/2017), καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 793/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση η, από το αναιρείον γενική αναφορά στην αίτηση αναίρεσης (σελ. 16), ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των άρθρων .........559 αρ.8 ΚΠολΔ", χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού για τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, είναι αόριστη και δεν ιδρύει τον αναφερόμενο στην διάταξη αυτή λόγο (Α.Π.582/2023, Α.Π.724/2020, Α.Π.402/2019, Α.Π. 2073/2014), καθώς δεν αρκεί η απλή αναφορά του αριθμού, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς την μνεία και της σχετικής πλημμέλειας που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π.582/2023, Α.Π. 2073/2014). Κατόπιν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, (άρθρα 176, 183 και 191παρ.2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝ ΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει, μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-6-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 112/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, Αθανάσιος Θεοφάνης Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ