Legislator Case Law & Legislation
740/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding admissibility of witness affidavits exceeding statutory limits per article 270 of Civil Procedure Code.

Case Number 740/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision on procedural grounds. The appellant argued that the lower court erred by rejecting additional witness affidavits submitted after the initial three were admitted. The court found the appellant's right to submit further affidavits had already expired, and the lower court correctly applied the statutory limit of three per claim. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 270(2)(c) and 110 of the Civil Procedure Code; The right to submit additional witness affidavits expires upon the admission of the statutory limit, and failure to comply results in the inadmissibility of subsequent submissions.

Keywords

AI generated
witness affidavits statutory limits admissibility Civil Procedure Code procedural expiration legal costs appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 270(2)(c) of the Civil Procedure Code
Article 110 of the Civil Procedure Code
Article 576(1) and (2) of the Civil Procedure Code
Article 62 of the Civil Procedure Code
Article 73 of the Civil Procedure Code
Article 286 et seq. of the Civil Procedure Code
Article 313 of the Civil Procedure Code
Article 495(3) of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 345, 346/2009
Supreme Court Case 9, 23, 24/2004
Supreme Court Case 2/2008

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 740 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 740/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη ΓιΑ.κόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. θυγ. Ε. Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Κωνσταντίνου Παπασπύρου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. Μ. του Β., ο οποίος δεν παραστάθηκε, 2)Ν. Π. του Γ., κατοίκου ..., 3)Ν. Π. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 4)Μ. συζ. Η. Π. , κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Κατερίνα Ζερβομπεάκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ο 1ος των αναιρεσιβλήτων απεβίωσε την …-8-2014 σύμφωνα με την υπ'αριθμ. πρωτ. …/1/2014 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου ... και κληρονομήθηκε από την :A. Μ. χα Δ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Κατερίνα Ζερβομπεάκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1) 30-9-2004 αγωγή του 1ου των αναιρεσίβλητων, την από 2) 7-10-2004 αγωγή των 2ου και 3ου των αναιρεσίβλητων, την από 3) 30-9-2004 αγωγή της 4ης των αναιρεσίβλητων, την από 4) 21-2-2005 αγωγή της αναιρεσείουσας, οι οποίες κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 58/2009, 151/2011 μη οριστικές και 194/2014 οριστική του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-2-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 2-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται, ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προσχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.

Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔικ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ' αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.

Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.

ΑΠ 31/2009), ενώ αν ο θάνατος επέλθει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης στο ακροατήριο η απόφαση νόμιμα εκδίδεται στο όνομα του αποβιώσαντος, ούσα υποστατή. Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο πρώτος αναιρεσίβλητος Δ. Μ. του Β. απεβίωσε στις …-8-2014, δηλαδή μετά το πέρας της προφορικής, στο ακροατήριο του Εφετείου, συζητήσεως της υπόθεσης, που έλαβε χώρα στις 14-5-2014 και συνακόλουθα παραδεκτά εκδόθηκε και δημοσιεύθηκε και στο όνομά του η υπ' αριθμ. 194/16-9-2014 απόφαση του Εφετείου.

Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα επειδή δεν είχε λάβει γνώση του θανάτου αυτού, με κάποιον από τους αναφερομένους στο άρθρ. 287 ΚΠολΔικ τρόπους, άσκησε, στις 20-2-2015, την ένδικη αναίρεση, την οποία απηύθυνε και κατά του αποβιώσαντος, πλην όμως πληροφορηθείσα εν τω μεταξύ τον θάνατο αυτό, την επέδωσε μαζί με κλήση για συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 18-11-2015, στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι τη σύζυγό του Α.

και τα τέσσερα παιδιά του Β., Α., Ι. και Μ., από τους οποίους εμφανίστηκε στο ακροατήριο η σύζυγός του Α., το γένος Α. Π., η οποία δήλωσε ότι συνεχίζει, μόνη αυτή, την κατά του συζύγου της δίκη ως κληρονόμος του ενδίκου ακινήτου, με τη νόμιμα δημοσιευθείσα από 28-5-2014 ιδιόγραφη διαθήκη του. Ενόψει τούτων νόμιμα συνεχίζεται η δίκη ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, από τη υποκατασταθείσα στη θέση του και συνεχίζουσα τη δίκη εξ ιδιογράφου διαθήκης, ως προς το ένδικο ακίνητο, κληρονόμο του (βλ.

το από 5-9-2014 πιστοπ. πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου …, το από 18-8-2004 απόσπασμα της υπ' αριθμ. …/1/2014 ληξιαρχικής πράξης θανάτου Ληξιαρχείου …, το υπ' αριθμ. 767/27-2-2015 πρακτικό δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης, τις υπ' αριθμ. 7166δ-7167δ-7168δ-7169δ-7170δ/7-9-2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Α. Τ.). Περαιτέρω όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 8284/15-6-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας … Β.

Α., καθώς και την από 18-6-2015 έκθεση επιδόσεως του, ορισθέντος από τον οικείο Ειρηνοδίκη, γραμματέα του Δήμου … Ι. Π., ως αρμόδιο για την επίδοση δικογράφων στον οικείο Δήμο (άρθρ. 122 παρ. 3 ΚΠολΔικ), ακριβές αντίγραφο της αναίρεσης, με κλήση για συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 18-11-2015, κατά την οποία νόμιμα αναβλήθηκε η συζήτηση (άρθρ. 575 εδ.

α ΚΠολΔικ) για τη δικάσιμο της 17-2-2016 και στη συνέχεια λόγω αποχής των δικηγόρων για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσιβλήτων. Νέα κλήτευση για τις μετ' αναβολή δικασίμους δεν χρειαζόταν, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 575 και 226 παρ. 4 εδ.

γ ΚΠολΔικ). Εφόσον όμως, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας μετ' αναβολή δικάσιμο, οι διάδικοι αυτοί, δεν παραστάθηκαν, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δεν θα παραστούν, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔικ, πρέπει, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ, να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία τους.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ και δ ΚΠολΔικ (όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν.2915/2001 και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 28 του ν.3994/2011) και έχει εφαρμογή στην προκειμένη υπόθεση της οποίας ο χρόνος συζητήσεως στο πρωτοβάθμιο ήταν η 23-5-2006 και εφαρμόζεται κατά το άρθρο 524 παρ. 1 εδ.

α ΚΠολΔικ και στην κατ' έφεση δίκη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, λαμβάνονται υπόψη, το πολύ τρείς για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή, για δε την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 237, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις προσκομιζόμενες.

Με τη διάταξη αυτή εισήχθη στην τακτική διαδικασία, ενώπιον κάθε πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η χρήση από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου (ενώ πλέον κατά το άρθρο 36 του Ν.3994/13-7-2011 περιλαμβάνονται στα κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔικ περιοριστικά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα), εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκε η οριζόμενη από τη διάταξη αυτή προϋπόθεση, για την έγκυρη λήψη τους, δηλαδή η προηγούμενη, πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου (ή οκτώ αν πρόκειται για την αλλοδαπή), που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, παράλληλα δε τέθηκε όριο, ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη.

Το όριο των τριών ενόρκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αποκρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (άρθρ. 218 ΚΠολΔικ) ή της ανταγωγής (άρθρ. 268 ΚΠολΔικ), δηλαδή και στις περιπτώσεις αυτές τρεις συνολικά ένορκες βεβαιώσεις επιτρέπεται σε κάθε διάδικο μέρος να επικαλεσθεί και να προσκομίσει.

Αν προσκομισθούν από κάποιο διάδικο περισσότερες από τρεις ένορκες βεβαιώσεις λαμβάνονται υπόψη οι τρεις πρώτες, κατά τη σειρά της επικλήσεώς τους. Ο περιορισμός αυτός δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (κύρωση με Ν.Δ. 53/1974), που κατοχυρώνουν μεν το δικαίωμα έννομης προστασίας στο πλαίσιο δίκαιης δίκης, δεν αποκλείουν όμως τη θέσπιση περιορισμών στην απόδειξη, εφόσον αυτοί δεν καταστρατηγούν, αλλά διασφαλίζουν τις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον περιορισμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που στόχο έχει, εξαιτίας του επισφαλούς χαρακτήρα του αποδεικτικού αυτού μέσου, τη μεγαλύτερη δικαιϊκή ασφάλεια στις σοβαρές, κατά κανόνα, υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας.

Αν όμως εισάγονται στο δικαστήριο δύο ή περισσότερα εισαγωγικά της δίκης δικόγραφα, όπως αγωγές, κάθε διάδικο μέρος έχει δικαίωμα να επικαλεσθεί και να προσκομίσει μέχρι τρεις ένορκες βεβαιώσεις για την απόδειξη της κάθε αγωγής του και μέχρι τρεις προς ανταπόδειξη κατά της κάθε αγωγής του αντιδίκου του.

Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που οι περισσότερες αγωγές συνεκδικασθούν, αφού η συνεκδίκαση η οποία εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (άρθρο 246 ΚΠολΔικ) και η οποία άλλωστε δεν είναι γνωστή στους διαδίκους, δεν ανατρέπει την αυτοτέλεια των αγωγών και δεν βλάπτει τα δικονομικά δικαιώματα των διαδίκων. 'Ετσι αν στην ίδια δικάσιμο εισάγονται προς εκδίκαση περισσότερες αγωγές, είτε με τους ίδιους, είτε πολύ περισσότερο με διαφορετικούς εν όλω ή εν μέρει διαδίκους, το όριο των τριών ενόρκων βεβαιώσεων ισχύει βέβαια και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας για κάθε διάδικη πλευρά, αλλά για κάθε αγωγή ξεχωριστά.

Διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος και μάλιστα προσδιορισμός του επιτρεπτού αριθμού των ενόρκων βεβαιώσεων, όχι με βάση τον αριθμό των ξεχωριστών αγωγών, αλλά με βάση την ταυτότητα των διαδίκων, οδηγεί σε άνιση μεταχείριση των διαδίκων μερών, αφού με τη λογική αυτή ο ίδιος διάδικος, ως ενάγων ή ως εναγόμενος σε διαφορετικές αγωγές, με διαφορετικούς αντιδίκους, αποτελεί ένα διάδικο μέρος για όλες τις αγωγές και μπορεί να προσκομίσει τρεις μόνο ένορκες βεβαιώσεις για όλες τις αγωγές, σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, ενώ οι αντίδικοι του αποτελούν ξεχωριστό μέρος σε κάθε αγωγή και μπορεί να προσκομίσουν τρεις ένορκες βεβαιώσεις για κάθε αγωγή. 'Ετσι όμως παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων, που καθιερώνεται ρητά με το άρθρο 110 ΚΠολΔικ και αξιώνει την παροχή της δυνατότητας σε κάθε διάδικο να υπερασπίζεται την υπόθεση, υπό συνθήκες που δεν θα τον οδηγούν σε μειονεκτική θέση έναντι των αντιδίκων του.

Παραβιάζονται επίσης οι διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (κύρωση με ΝΔ 53/1974) και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν.2462/1997) με τις οποίες (διατάξεις) καθιερώνεται μεταξύ άλλων στα πλαίσια του δικαιώματος για δίκαιη δίκη η αρχή της ισότητας των δικονομικών όπλων σε αστικές υποθέσεις, η οποία επιβάλλει να δίνεται και στα δύο διάδικα μέρη ίση δυνατότητα υποστηρίξεως των απόψεών τους και προσαγωγής των αποδείξεών τους, ώστε να εξασφαλίζεται μια ισόρροπη ακρόαση.

Τέλος, παραβιάζονται και οι διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνουν το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας υπό συνθήκες ισότητας των διαδίκων. Ενόψει τούτων επί συνεκδικάσεως περισσοτέρων αγωγών αν το δικαστήριο της ουσίας δεν λάβει υπόψη του μέχρι τρείς ένορκες βεβαιώσεις για κάθε συνεκδικαζομένη αγωγή και για κάθε διάδικο μέρος, υποπίπτει στις πλημμέλειες των αριθμών 11γ και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, δηλαδή δεν λαμβάνει υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και παρά το νόμο τα κηρύσσει απαράδεκτα, καθώς επίσης και στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου ως παραβιάζων τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου καθώς και εκείνες των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος που περιέχουν διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

ΑΠ 345, 346/2009, 9, 23, 24/2004, 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δύο λόγους της αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες των άρθρων 14, 11γ και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά τις οποίες το Εφετείο, παρά το νόμο και κατά παραβίαση των προπαρατεθεισών διατάξεων (110, 270 παρ. 2 εδ. γ και δ ΚΠολΔικ, 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου, 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος), κήρυξε απαράδεκτες και δεν έλαβε υπόψη τρεις προσκομισθείσες το πρώτο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από την αναιρεσείουσα, ένορκες βεβαιώσεις προς απόδειξη και ανταπόδειξη των προσδιοριζομένων θεμάτων των ενδίκων αγωγών, ως υπεράριθμες και πέραν του επιτρεπομένου, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.

γ ΚΠολΔικ αριθμού των τριών, μολονότι η υπόθεση αφορούσε σε τέσσερεις συνεκδικασθείσες αγωγές, στις τρεις από τις οποίες η αναιρεσείουσα ήταν εναγομένη, ενώ σε μία ήταν ενάγουσα. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 194/2014 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου και των προσκομιζομένων εγγράφων (ενόρκων βεβαιώσεων) - άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ - προκύπτει ότι το Εφετείο επικυρώνοντας των πρωτόδικη υπ' αριθμ. 3/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου δέχθηκε α) ότι είναι ουσιαστικά βάσιμες οι εναντίον της αναιρεσείουσας, ως εναγομένης, τρεις διακεκριμένες διεκδικητικές αγωγές και ειδικότερα: i) η από 30-9-2000 αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου, στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει λόγω θανάτου του η εκ διαθήκης κληρονόμος του σύζυγός του, ii) η από 7-10-2004 αγωγή των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσιβλήτων και iii) η από 30-9-2004 αγωγή της τέταρτης αναιρεσίβλητης, οι οποίες αφορούσαν σε κτηθείσα από έκτακτη χρησικτησία κυριότητα αυτών σε διακριτά εδαφικά τμήματα και β) ότι είναι ουσιαστικά αβάσιμη η από 21-2-2005 εναντίον των τριών τελευταίων αναιρεσιβλήτων αναγνωριστική, από τακτική και έκτακτη χρησικτησία, αγωγή της αναιρεσείουσας, επί ακινήτου κειμένου στην ίδια περιοχή.

Για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος το Εφετείο έλαβε υπόψη μεταξύ άλλων νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων α) τις προσκομισθείσες από τους αναιρεσίβλητους έξι ένορκες βεβαιώσεις (εμφανίζονται ως οκτώ γιατί η υπ' αριθμ. 201/1-9-2005 αναγράφεται τρεις φορές - από προφανή παραδρομή δεν αναφέρονται οι υπ' αριθμ. 197/1-9-2005 και 199/1-9-2005 -) και δη τις υπ'αριθμ. 196/1-9-2005, 201/1-9-2005, 198/1-9-2005, 200/1-9-2005, 205/1-9-2005 και 4253/15-9-2005, που λήφθηκαν νομότυπα ενώπιον της συμβ/φου … Ζ.

Ρ. οι πέντε πρώτες και ενώπιον της συμβ/φου … η έκτη και β) τις προσκομισθείσες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 87/22-6-2005, 88/22-6-2005 και 89/22-6-2005 ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν νομότυπα ενώπιον της προαναφερθείσας συμβ/φου Ζ. Ρ., ενώ τις προσκομισθείσες το πρώτον ενώπιον του Εφετείου (άρθρ. 529 ΚΠολΔικ) υπ' αριθμ. 1004 και 1005/4-3-2008 και 456/2008 ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν ενώπιον της ίδιας συμβ/φου οι δύο πρώτες και ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου η τρίτη, δεν τις έλαβε υπόψη γιατί τις θεώρησε ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα, ως πέραν του αριθμού των επιτρεπομένων, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ.

γ του ΚΠολΔικ τριών ενόρκων βεβαιώσεων. Δηλαδή το Εφετείο ρητά απέκρουσε τις τρεις τελευταίες ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν νομότυπα και προσκομίσθηκαν, με επίκληση στο Εφετείο πλην όμως όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή τους οι προσκομισθείσες από την αναιρεσείουσα τρεις ένορκες βεβαιώσεις καλύπτουν τα θέματα τόσο των τεσσάρων συνεκδικασθεισών αγωγών, όσο και κάθε μίας ξεχωριστά και γιαυτό θεωρείται, ενόψει και του ότι η συνεκδίκαση δεν ήταν γνωστή στην αναιρεσείουσα πριν από την εκδίκαση των υποθέσεων, ότι αυτή προσκόμισε τις τρεις επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις για κάθε μία, εισαχθείσα προς συζήτηση και τελικά συνεκδικασθείσα, αγωγή ξεχωριστά. 'Αλλωστε στη γνωστοποίηση εξέτασης μαρτύρων αναφέρεται ότι η εξέτασή τους θα καλύπτει τα θέματα και των τεσσάρων προς συζήτηση αγωγών, άρα και κάθε μιάς ξεχωριστά, όπως τούτο προκύπτει από τις από 8-6-2005 κλήσεις της αναιρεσείουσας για εξέταση μαρτύρων, που επιδόθηκαν εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους (βλ.

υπ' αριθμ. 353/16-6-2005, 354/16-6-2005 και 4054Γ/10-6-2005 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών Αθηνών και Ρόδου Π. Ρ. και Χ. Κ., αντίστοιχα). Εξ ετέρου τούτο επιβεβαιώνεται και από την παραδεκτή επισκόπηση των από 17-5-2006 πρωτόδικων προτάσεων της αναιρεσείουσας, που κατατέθησαν ξεχωριστά για κάθε εναντίον της αγωγή (σελ. 27, 29 και 30), αλλά και των προτάσεων που κατέθεσε για τη δική της αγωγή, ήτοι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις προσκομίστηκαν με επίκληση, με τις ξεχωριστές για κάθε αγωγή προτάσεις και για απόδειξη των θεμάτων της κάθε αγωγής, επαναπροσκομίστηκαν δε παραδεκτά κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔικ στο Εφετείο για τα θέματα και των τεσσάρων πλέον συνεκδικασθεισών αγωγών, αλλά και κάθε μίας ξεχωριστά (σελ. 18 των προτάσεων).

Επομένως το Εφετείο που δεν έλαβε υπόψη τις πέραν των τριών αυτών ενόρκων βεβαιώσεων προσκομισθείσες, δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 270 παρ. 2 εδ. γ και ε και 110 ΚΠολΔικ και δεν υπέπεσε στις επικαλούμενες και αναλυόμενες στην νομική σκέψη αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 14 και 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αφού το οικείο για την προσκομιδή ενόρκων βεβαιώσεων δικαίωμα της αναιρεσείουσας είχε αναλωθεί και ορθά έκρινε ως απαράδεκτες τις πέραν των τριών αυτών ενόρκων βεβαιώσεων το πρώτον από αυτήν (αναιρεσείουσα) προσκομισθείσες στο Εφετείο ένορκες βεβαιώσεις, αφού κατά τα προαναφερθέντα ήταν πέραν του αριθμού των επιτρεπομένων τριών ενόρκων βεβαιώσεων για κάθε αγωγή, ενώ προσέτι δεν παραβίασε τις επικαλούμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Συντάγματος (Ολ.

ΑΠ 345, 346/2009, 9, 23, 24/2004) και των Διεθνών Συμβάσεων (Ολ. ΑΠ 2/2008), που κατοχυρώνουν το δικαίωμα της έννομης προστασίας, υπό συνθήκες ισότητας των διαδίκων, μη στοιχειοθετουμένου εντεύθεν του αναιρετικού λόγου του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου. Ενόψει τούτων είναι αβάσιμοι οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα δύο λόγοι της αναιρέσεως, οι οποίοι, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔικ, ενώ η τελευταία, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔικ.), πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-2-2015 αίτηση της Ε. θυγ. Ε. Δ. κατά της υπεισελθούσας στη θέση του πρώτου αναιρεσιβλήτου (Δ. Μ. του Β.) A. χας Δ. Μ., Ν. Π. του Γ. κλπ, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 194/2014 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ