Legislator Case Law & Legislation
793/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership, ruling lower court correctly assessed evidence burden.

Case Number 793/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding property ownership and possession rights. The appellant argued procedural errors regarding evidence burden and admissibility, but the court found these claims baseless. The court determined the lower court correctly evaluated the evidence and rejected the appellant's arguments without issuing a preliminary ruling on burden of proof.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 561 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews appeals for procedural errors but dismisses them if the lower court correctly assessed evidence and the appellant's arguments regarding burden of proof were unfounded.

Keywords

AI generated
appeal admissibility burden of proof property ownership possession rights procedural error evidence assessment civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 793 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 793/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Μαρία Μουλιανιτάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευανθία Στεφανέα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσιβλήτου: Τ. συζ. Γ. Τ., το γένος Ε. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κυριακή Χελιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-11-2006 και 12-9-2007 αντίθετες αγωγές που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2902/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 677/2011 μη οριστική, 646/2017 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-7-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της παρακάτω διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 6-11-2006 αγωγή αναγνώρισης κυριότητας του περιγραφόμενου αναλυτικώς σ' αυτήν (αγωγή) ακινήτου, ισχυριζόμενος ότι κατέστη κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και ζητούσε να αναγνωριστεί το παραπάνω δικαίωμά του, καθώς η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη το αμφισβητεί από τον Μάρτιο του 1997.

Εξάλλου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του ίδιου παραπάνω δικαστηρίου την από 12-9-2007 αγωγή της ισχυριζόμενη ότι το φθινόπωρο του 2004, ως νομέας του ακινήτου που περιγράφεται αναλυτικά σ' αυτήν (αγωγή), παραχώρησε ατύπως και άνευ ανταλλάγματος την χρήση του στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, προκειμένου να το χρησιμοποιεί, για όσο καιρό του επιτραπεί, ως χώρο σταθμεύσεως των αυτοκινήτων του.

Πλην όμως, όταν τον Οκτώβριο του 2006, η ίδια, ως είχε δικαίωμα, κατήγγειλε την άνω σύμβαση χρησιδανείου, αυτός αρνήθηκε να αποχωρήσει, αντιποιούμενος μέχρι την άσκηση της αγωγής τη νομή της και ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της την αποδώσει, αφού προηγουμένως αφαιρέσει με δαπάνες του, όλα τα κινητά πράγματα, που είχε εναποθέσει στο επίδικο ακίνητο, σε περίπτωση δε αρνήσεώς του, να επιτραπεί αυτό στην ίδια, καταλογιζομένης κάθε δαπάνης της σε βάρος του και να παραλείπει ο εναγόμενος στο μέλλον τη διατάραξη της νομής της με την απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής 3000 ευρώ και προσωπικής κράτησης διάρκειας 6 μηνών, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις άνω αγωγές έκρινε ορισμένη και νόμιμη την πρώτη αγωγή και ομοίως ορισμένη και νόμιμη την δεύτερη, πλην των αιτημάτων της για απαγόρευση κάθε μελλοντικής διατάραξης της νομής της ενάγουσας, για καταδίκη του εναγομένου στην παραλαβή των πραγμάτων του από το επίδικο, άλλως την απομάκρυνσή τους από την ενάγουσα, με δαπάνες του, με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης σε βάρος του.

Ακολούθως, εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων, την 2902/2010 οριστική απόφαση του, με την οποία απέρριψε την πρώτη αγωγή, δέχθηκε εν μέρει την δεύτερη αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα να αποδώσει στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη τη νομή του επίδικου ακινήτου. Κατά της άνω απόφασης ο αναιρεσείων άσκησε την από 30-8-2010 έφεσή του, παραπονούμενος κατ' αυτής.

Επί της άνω εφέσεως εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων αρχικά η 677/2011 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης επί της έφεσης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία σε βάρος των αναφερόμενων στην απόφαση μαρτύρων της αναιρεσίβλητης για ψευδορκία μάρτυρα, κατόπιν σχετικών εγκλήσεων του αναιρεσείοντος.

Μετά την αμετάκλητη περάτωση της πιο πάνω ποινικής διαδικασίας η υπόθεση επαναφέρθηκε για συζήτηση με κλήση της αναιρεσίβλητης και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 646/2017 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος.

1. H νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠοΛΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται.

Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται αναιρετικά, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα (ΑΠ 668/2020). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠοΛΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ` αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της ένστασης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠοΛΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους. Το απαράδεκτο δε αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους, ενώ για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι η ακυρότητα προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα (ΑΠ 191/2019).

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 216 § 1 στοιχ. α, β ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτελέσεως. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπον ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκηση της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ενστάσεως, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. Για να δημιουργηθεί όμως λόγος αναίρεσης, από τους παραπάνω, πρέπει η αοριστία της αγωγής να προτείνεται στο Εφετείο και να αναγράφεται η πρόταση αυτή στο σχετικό λόγο αναίρεσης.

Εξάλλου, με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 974, 984 § 1 και 987 ΑΚ ορίζεται ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Επομένως, προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus).

Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής.

Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinion domini).

Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου. Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, ο καθαρισμός η οριοθέτηση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, και αν πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή κληρονομιάς, η μεταγραφή της και η καταβολή των οικείων φόρων (ΑΠ 401/2018).

Μόνη δε η σύνταξη συμβολαιογραφικών πράξεων ή άλλων νομικών πράξεων ή η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, δεν αποτελεί πράξη νομής, εάν δεν συνδυάζεται και με άλλες εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο. (ΑΠ 1079/2019). Η νομή προσβάλλεται και με την αποβολή του νομέα, εφόσον αυτή γίνεται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του.

Ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της απ` αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του. Από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 216 § 1 στοιχ. α`, προκύπτει ότι αναγκαία στοιχεία της αγωγής περί αποβολής από τη νομή ακινήτου, δηλαδή, της καθολικής προσβολής της νομής, αφού εξαιτίας αυτής στερείται ο νομέας ολοκληρωτικά της φυσικής εξουσίας σε όλο ή μέρος του ακινήτου, είναι η νομή του ενάγοντα κατά το χρόνο της αποβολής, δηλαδή, η φυσική εξουσία του τελευταίου με τη θέληση να είναι κύριος του ακινήτου, η περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, η παράνομη και χωρίς τη θέληση του νομέα αποβολή του από τη νομή και το αίτημα της αγωγής, για απόδοση της νομής.

Αντίθετα, δεν αποτελούν στοιχεία της βάσης της ίδιας αγωγής η χρονική διάρκεια που είχε ο ενάγων στη νομή του το ακίνητο και ο τρόπος κτήσης αυτής, ούτε αν ο ίδιος έγινε νομέας ανεξάρτητα από τη βούληση του τυχόν προηγούμενου νομέα (εκτός αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 988 ΑΚ), δηλαδή επιλήψιμα ή κατόπιν ειδικής συμφωνίας με τον προηγούμενο νομέα (ΑΠ 1622/2009).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 810, 816 και 817 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση χρησιδανείου έχει ως περιεχόμενο την εκ μέρους του χρήστη παραχώρηση της χρήσεως του κινητού ή ακινήτου πράγματος χωρίς αντάλλαγμα στον χρησάμενο, ο οποίος υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα στο χρήστη μετά τη λήξη της συμβάσεως, που μπορεί να συναφθεί είτε για αόριστο είτε για ορισμένο χρόνο (ΑΠ 449/2014). Μετά τη λήξη ή λύση της σύμβασης χρησιδανείου, αν ο χρήστης είναι κύριος του πράγματος που χρησιδανείστηκε, μπορεί να αναζητήσει αυτό είτε με την αγωγή από το χρησιδάνειο, είτε με διεκδικητική, που βασίζεται στο δικαίωμα κυριότητας, ενώ, αν είναι νομέας, μπορεί να προστατευθεί και με την αγωγή αποβολής από τη νομή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 810, 816 επ., 980, 982, 984 § 1, 987 και 998 ΑΚ, σε περίπτωση άρνησης του χρησαμένου ν' αποδώσει το πράγμα στον χρήστη - παραχωρητή κατά τη λήξη του χρησιδανείου ή όταν αντιποιείται τη νομή του. (ΑΠ 1358/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠοΛΔ) του δικογράφου της ένδικης αγωγής αποβολής από τη νομή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι είναι κυρία, νομέας και κάτοχος του επίδικου ακινήτου, έκτασης 552 τμ κατά νεώτερη καταμέτρηση, που βρίσκεται στο Δήμο ... της νήσου ...

με παράγωγο τρόπο δυνάμει των αναφερόμενων συμβολαίων αποδοχής κληρονομιάς το έτος 1996 του πατέρα της και γονικής παροχής το έτος 1997 από την μητέρα της, νόμιμα μεταγραμμένων και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, διενεργώντας η ίδια από το έτος 1994 οπότε εγκαταστάθηκε στην κληρονομία του πατέρα της, κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου, λόγω του θανάτου του τελευταίου και, στη συνέχεια, από το έτος 1997 οπότε απέκτησε την κυριότητα ολοκλήρου του ακινήτου, λόγω της γονικής παροχής της μητέρας της, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου τις αναφερόμενες σ'αυτή (αγωγή) πράξεις νομής (όπως, περιποίηση και χρήση του οικοτόπου, επισκευή και συντήρηση περίφραξης, πότισμα ελαιοδένδρων, εμβαδομέτρηση της επιφανείας του κλπ) και προσμετρώντας στον χρόνο χρησικτησίας της τη νομή του δικαιοπάροχου πατρός της Ε.

Γ. από το έτος 1950 (ο οποίος διενεργούσε τις προσιδιάζουσες στο επίδικο πράξεις νομής, ιδιοχρησιμοποιώντας το για κατοικία της οικογένειάς του, καθώς και για την καλλιέργεια και παραγωγή κηπευτικών προϊόντων, περιφράσσοντας το με σιδηροπασσάλους και φυτεύοντας σ'αυτό τρία ελαιόδενδρα τα οποία φρόντιζε ανελλιπώς, ποτίζοντάς τα, σκαλίζοντάς κλπ) και του παππού της Α.

Γ., τουλάχιστον από το έτος 1920. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι το φθινόπωρο του έτους 2004, λόγω των μεταξύ αυτής και του εναγομένου σχέσεων καλής γειτονίας, παραχώρησε ατύπως και άνευ ανταλλάγματος την χρήση του πιο πάνω ακινήτου στον τελευταίο, προκειμένου να το χρησιμοποιεί, για όσο καιρό θα του επιτραπεί, ως χώρο σταθμεύσεως των αυτοκινήτων του.

Όταν, όμως, στα τέλη Οκτωβρίου του 2006, η ίδια, όπως είχε δικαίωμα, κατήγγειλε την προπεριγραφόμενη σύμβαση χρησιδανείου, αυτός αρνήθηκε να αποχωρήσει, αντιποιούμενος μέχρι σήμερα τη νομή της στο επίδικο ακίνητο. Με βάση, λοιπόν, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, ζητούσε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να της αποδώσει τη νομή του εν λόγω ακινήτου της.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή αποβολής από τη νομή είναι πλήρως ορισμένη και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατ' εκτίμηση από τον αρ 14 του άρθρου 559ΚΠοΛΔ,με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την αγωγή αυτή ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, καθόσον δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της η διενέργεια πράξεων νομής της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της (πατέρα και πάππου της) στο επίδικο ακίνητο, καθώς και ότι, σχετικά με την δήθεν υφιστάμενη μεταξύ τους σύμβαση χρησιδανείου, κατά το χρονικό διάστημα από 2004 έως 2006, δεν αναφέρει σε τι συνίσταντο οι σχέσεις καλής γειτονίας, εξαιτίας των οποίων έλαβε χώρα το άνω χρησιδάνειο, είναι αβάσιμος.

2. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται αυτή, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει, ότι το δικαστήριο αποφάσισε για αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (άρθρο 106 ΚΠολΔ), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις, που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 585/2019).

Συνεπώς, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε αυτό που ζητήθηκε με την αγωγή. Εξάλλου, κατά την επικρατήσασα γνώμη, στην περίπτωση που το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν έννομο συμφέρον να προτείνει το σχετικό λόγο αναίρεσης έχει ο αντίδικος του διαδίκου που έχει υποβάλλει το σχετικό αίτημα, αφού αυτός βλάπτεται από το αντίστοιχο σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ στην περίπτωση της άφεσης αίτησης αδίκαστης το σφάλμα μπορεί να προτείνει μόνον ο διάδικος του οποίου έμεινε αδίκαστη η αίτηση και όχι ο αντίδικός του, ο οποίος δεν έχει έννομο προς τούτο συμφέρον.

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων - εναγόμενος προβάλλει την αιτίαση από τον αριθ 9α του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, δηλαδή, ενώ η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα ζήτησε με την αγωγή της την προστασία της παράγωγης νομής της, της αναγνωρίστηκε νομή με πρωτότυπο τρόπο και όχι με παράγωγο όπως είχε αιτηθεί.

Ο λόγος αυτός, κατά την επικρατήσασα γνώμη αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της βασιμότητας της αγωγής αποβολής από τη νομή ο τρόπος κτήσης, αλλά η ύπαρξη αυτής κατά το χρόνο της αποβολής, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, το στοιχείο δε αυτό διαλαμβάνεται τόσο στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής όσο και στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου τους (άρθ 561 παρ 2 ΚΠοΛΔ).

Σε κάθε όμως περίπτωση, ο πιο πάνω λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της κρινόμενης αγωγής που προπαρατέθηκε, η ενάγουσα ανέφερε ότι απέκτησε τη νομή του επίδικου ακινήτου με παράγωγο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο. Επομένως, το Εφετείο που δέχθηκε ότι η ενάγουσα απέκτησε τη νομή του εν λόγω ακινήτου με παράγωγο τρόπο μετά το έτος 2003 και, σε κάθε περίπτωση, με πρωτότυπο τρόπο από το έτος 2004 δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και, άρα δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον εξεταζόμενο λόγο αναιρετική πλημμέλεια.

Ένα μέλος όμως του δικαστηρίου, η Αρεοπαγίτης Αναστασία Περιστεράκη είχε την γνώμη ότι αυτός ο αναιρετικός λόγος έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ειδικότερα, προκειμένου να ιδρυθεί ο από τον αριθ 9α του άρθρου 559ΚΠοΛΔ αναιρετικός λόγος πρέπει το δικαστήριο να επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε από τον αναιρεσείοντα και όχι από τον αναιρεσίβλητο (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 582/2018).

Με τον άνω λόγο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, γιατί ενώ η αναιρεσίβλητη (και όχι ο αναιρεσείων) ζήτησε με την αγωγή της την προστασία της παράγωγης νομής της, της αναγνωρίστηκε νομή με πρωτότυπο τρόπο και όχι με παράγωγο όπως είχε αιτηθεί. Έτσι, όμως, προβαλλόμενος, ο λόγος αυτός αναίρεσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. 3.

Περαιτέρω, τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή, οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την, εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ. 4ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητάς τους, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (άρθρα 559 αρ. 1β, 560 αρ. 1β ΚΠολΔ, ΟλΑΠ 10/2005), μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναίρεσης μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 23/1988).

Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης, όταν χρησιμεύουν για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 586/2019), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 10/2005). Για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1ΚΠολΔ, να αναφέρονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, τα διδάγματα της κοινής πείρας, που παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και ο τρόπος παραβίασής τους (ΑΠ 286/2020,AΠ 402/2019).

Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε η δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999, 26/2004), Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία.

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή, για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου( ΑΠ 319/2017).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει τις αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ 1β και 19 ΚΠοΛΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι "ενώ λοιπόν και όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας ο αιτών έχω προβεί από το έτος 1976 σε μια σειρά ενεργειών, όπως εξομάλυνση της επικλινούς επιφάνειας αυτού, διάνοιξη δρόμου γεγονός το οποίο και δεν αμφισβητήθηκε, περίφραξη δια συρματοπλέγματος, εναποθέτηση αλιευτικών εργαλείων και στάθμευση αυτοκινήτων πέρα από τις όμοιες και ελάχιστες αναφερόμενες πράξεις νομής που επικαλείται και η αντίδικος όπως την δεντροφύτευση, καλλιέργεια και την περίφραξη, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι ο αναιρεσείων δεν αποδεικνύω αυτές τις πράξεις.

Αντιθέτως τις όμοιες πράξεις η αντίδικος, επικαλούμενη τα ίδια στοιχεία, δεντροφύτευση και καλλιέργεια, τις οποίες ούτε καν τις προσδιορίζει χρονικά, ούτε καν αναφέρει ποιες ήσαν οι γενόμενες από τον πατέρα της και ποιες από τον παππού της, και χωρίς να προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο για την καταβολή εξόδων για την περίφραξη αυτού σε αντίθεση με εμένα, ο οποίος και αναφέρω περισσότερες γενόμενες πράξεις η προσβαλλόμενη απόφαση τις αποδέχεται, χωρίς άλλα στοιχεία, ως γενόμενες εκ μέρους της.

Αποδέχεται, δηλαδή, ότι προέβαινε η αντίδικος σε καλλιέργεια και δεντροφύτευση του επίδικου η ίδια και οι προκάτοχοι της, ενώ άλως αντιφατικώς εν συνεχεία αποδέχεται απορρίπτοντας τους δικούς μου ισχυρισμούς ότι μέχρι το έτος 2007 το επίδικο είχε μόνο τσουκνίδες και αγκάθια. Ενώ η αντίδικος συνεπώς στηρίζει τις πράξεις νομής στην καλλιέργεια και φροντίδα αυτού τις οποίες και δεν προσδιορίζει χρονικά και μάλιστα το έτος 1993 ο πατέρας της προβαίνει και στην περίφραξη δήθεν αυτού, το έτος 2007 αποδέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι το επίδικο φέρει τσουκνίδες και αγκάθια.

Κατά τον τρόπο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση τα ίδια ακριβώς αποδεικτικά μέσα και στοιχεία, ενώ από την μία τα αποδέχεται ως αληθή προκειμένου να προστατεύσει η αντίδικος το δικαίωμα νομής της και ότι είναι πράγματι διενεργηθείσες εκ μέρους της πράξεις νομής όπως είναι η καλλιέργεια, η δεντροφύτευση και η περίφραξη αυτού, από την άλλη για το ίδιο επίδικο οικόπεδο προκειμένου μη νομίμως και παντελώς αβάσιμα να απορρίψει τους ισχυρισμούς μου αναφέρει εντελώς αντιφατικά ότι καμία καλλιέργεια δεν υφίσταται επί αυτού το οποίο και φέρει μόνο τσουκνίδες και αγκάθια.

Επίσης, αποδέχεται ότι η γενόμενη περίφραξη έγινε εκ μέρους της και ας μην προσκομίζεται το αντίστοιχο παραστατικό, ενώ δεν αποδέχεται ότι έγινε εκ μέρους μου η εξομάλυνση του εδάφους και η διάνοιξη του δρόμου (αναμφισβήτητα επίσης πραγματικά περιστατικά), διότι δήθεν δεν είχα εισόδημα στα δεκαεννέα μου χρόνια, ενώ δούλευα από 15 ετών στα καράβια μαζί με τον πατέρα μου, ο οποίος και ήταν ναυτικός και είχε πολύ καλό εισόδημα και ότι δήθεν η εξομάλυνση του εδάφους είναι ένα δαπανηρό έργο, σε αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας όπου με ένα απλό οικοδομικό μηχάνημα που χρησιμοποιείται για την ευθυγράμμιση του εδάφους και την τοπική μεταφορά του χώματος και των μπαζών, ήτοι την μπουλντόζα, μέσα σε λίγες ώρες δύναται να γίνει η διάνοιξη του αναφερόμενου δρόμου.

Εν συνεχεία, ενώ δεν αναγνωρίζει ότι ο αναιρεσείων προέβη στην διάνοιξη του δρόμου αποκλειστικά για λόγους διευκόλυνσης στην πρόσβαση μεταφοράς οικοδομικών υλικών για την ανέγερση της οικίας μου εντός του επίδικο ακινήτου, ωστόσο αποδέχεται ότι η αντίδικος ενώ το επίδικο ήταν όμορο με το δικό της ορθώς το περιέφραξε, το διαχώρισε και δεν το συνένωσε με το δικό της οικόπεδο ως ενιαίο, δηλαδή, ο αναιρεσείων για να αποδείξω το δικαίωμα μου επ' αυτού έπρεπε να μην το είχα διαμελίσει και χωρίσει, ενώ η αντίδικος η οποία όχι μόνο δεν το έχει διαμελίσει, αλλά το κατέχει παντελώς χωριστά και αυτόνομα ως όμορο με το δικό της έχοντας υψώσει και τοίχο αποδεικνύει το δικαίωμα νομής της επ' αυτού.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδεχόμενη ότι δεν μπορεί να έχει κάποιος οικονομικούς πόρους, ενώ είναι δεκαεννέα ετών, δηλαδή, δεν αναγνωρίζει ότι μπορεί να έχει ενδεχομένως η οικογένεια του πόρο αλλά και ο ίδιος από την προσωπική του εργασία αν εργάζεται από μικρό παιδί.

Επίσης, παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας θεωρώντας ότι αυτή η διάνοιξη του δρόμου των λίγων μέτρων με ένα απλό μηχάνημα αποτελεί ένα δαπανηρό έργο. Περαιτέρω παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας αποδεχόμενη το δήθεν επικαλούμενο χρησιδάνειο αορίστου χρόνου από το έτος 2004 δια προφορικής συμβάσεως, ενώ ο αναιρεσείων δεν είχα καμία απολύτως ανάγκη να προβώ στην σύναψη μιας τέτοιου είδους συμφωνίας, διότι αν ήθελα να τοποθετώ τα αυτοκίνητα μου και τα λοιπά εργαλεία μου είχα και τα λοιπά όμορα περιουσιακά μου στοιχεία τα οποία και ήταν επαρκή να μου καλύπτουν αυτές τις ανάγκες.

Αν είχε συναφθεί το αναφερόμενο χρησιδάνειο το έτος 2004 δεν θα επιθυμούσα μετά από μόλις δύο χρόνια το έτος 2006 διατηρώντας μάλιστα και φιλικές σχέσεις, ενώ μου έχει επιτρέψει προς διευκόλυνση μου να χρησιμοποιώ το επίδικο να προβώ σε ενέργειες επίστρωσης με σκυρόδεμα επί του επίδικου ακινήτου, γεγονός το οποίο και δεν αμφισβητείται και πραγματικό περιστατικό που αποδεικνύει ότι ο αναιρεσείων επιθυμούσα την περαιτέρω εκμετάλλευση και διαμόρφωση αυτού εφόσον το κατείχα αδιαλείπτως από το έτος 1976.

Φυσικό και επόμενο όταν η αντίδικος το έτος 2006 είπε στην σύζυγο μου να πάρει τα αυτοκίνητα από το επίδικο, ήταν λογικό να αναστατωθεί αφού η αντίδικος μέχρι τότε δεν είχε προβεί σε κάποια εμφανή πράξη νομής ώστε να δείχνει ιδιοκτήτρια αυτού. Αντιθέτως εκμεταλλεύτηκε την απουσία μου λόγω της εργασίας μου και ο οποίος όταν επέστρεψα αμέσως προέβη σε όλες τις ενέργειες ως πραγματικός κύριος δια μακροχρόνιας χρησικτησίας αυτού, έλεγξα για ενδεχόμενους τίτλους ιδιοκτησίας εφόσον η αντίδικος ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο και απέδειξα με όλα τα έγγραφα και στοιχεία ότι δεν υπήρχαν νόμιμοι τίτλοι.

Επιπροσθέτως, όπως προαναφέρθηκε το δικάσαν Εφετείο παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας όσον αφορά την υποθετική σκέψη ότι δεν θα διαμέλιζα ενιαίο ακίνητο με σχηματισμό δρόμου διαμέσου αυτού. Η οδός ... ήταν στα σχέδια εγκεκριμένη οδός και δεν την ήταν διανοιγμένη υποχρεωτικά έγινε διάνοιξη αυτής για να περάσουν τα μηχανήματα (φορτηγά) που μετέφεραν τα οικοδομικά υλικά για την ανέγερση οικίας επ' ονόματι της μητέρας μου.

Επίσης, η αναφορά ότι θα έπρεπε να έχω εγκαταστήσει κάποιο παράπηγμα για να φυλάσσω τα αλιευτικά εργαλεία δεν ευσταθεί, διότι αφενός δεν ήταν υποχρεωτικό, αλλά και αφετέρου δεν ήταν απαραίτητο διότι τα αλιευτικά εργαλεία μετακινούνταν (όπως τα βίντζια αλιείας και οι μηχανές εσωτερικής καύσης) μόνο με γερανούς και αυτός είναι ο λόγος που παρέμεινε επίσης χωρίς περίφραξη η βόρεια πλευρά του επιδίκου ακινήτου.

Ο αναιρεσείων μάλιστα αιτιολόγησα για ποιο λόγο δεν υπήρχε περίφραξη από την βόρεια πλευρά, ενώ αντιθέτως η αντίδικος μου για την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση αποδέχεται ότι η ίδια έχει προβεί στην περίφραξη αυτού με δικά της έξοδα τα οποία και δεν αποδεικνύει το έτος 1993 δεν αιτιολογεί η προσβαλλόμενη απόφαση για ποιο λόγο άφησε χωρίς περίφραξη αυτήν την πλευρά του επιδίκου, αφού η μόνη εκμετάλλευση που είχε επ' αυτού ήταν η καλλιέργεια και η δεντροφύτευση και δεν το χρησιμοποιούσε για κάποιο άλλο λόγο.

Επίσης, η προσβαλλόμενη, ενώ αποδέχεται την ύπαρξη του χρησιδανείου το έτος 2004 δεν αιτιολογεί κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα που εναπόθετα ο αναιρεσείων τα αυτοκίνητα και τα μηχανήματα μου τα οποία και σαφώς και δεν απέκτησα το έτος 2004, και ότι ξαφνικό το έτος 2004 αποφάσισα να τα σταθμεύσω στο επίδικο ακίνητο.

Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση όχι μόνο παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας, αλλά περιέχει και αντιφατικές αιτιολογίες όσον αφορά τα θέματα απόδειξης περί νομής και περί κυριότητας λόγω χρησικτησίας, όταν οι ίδιες πράξεις περί δεντροφύτευσης και καλλιέργειας γίνονται αποδεκτές ως γενόμενες εκ μέρους της αντιδίκου μου και άρα υφίστανται, ενώ οι ίδιες πράξεις όσον αφορά το πρόσωπο μου αναφέρονται ως μη γενόμενες και ότι δεν υφίστανται, διότι το ίδιο επίδικο ακίνητο που αναφέρεται σε άλλα σημεία της απόφασης ως καλλιεργημένο και φροντισμένο από την αντίδικο με κηπευτικά μάλιστα προϊόντα, το έτος 2007 αποδέχεται αντιφατικά η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει μόνο τσουκνίδες και αγκάθια. Τέλος, ενώ το τσιμέντο στρώθηκε κανονικά εκ μέρους μου στο επίδικο αναφέρεται πως η σύζυγος μου είπε στην αντίδικο πως δεν ήξερα ότι είναι δικό της. Θα τη ρωτούσα περί ιδιοκτησίας και με ποιο τρόπο την απέκτησε αν είχα συνάψει ως αναληθώς ισχυρίζεται χρησιδάνειο μαζί της? Η φράση αυτή ερμηνεύτηκε εσφαλμένα υπέρ της αντιδίκου, διότι τουλάχιστον αποδεικνύει ότι δεν υφίστατο οποιοδήποτε χρησιδάνειο. Όσον αφορά την αναφορά ότι δεν αντιτάχθηκα στην εμβαδομέτρηση του επίδικου, αυτή έγινε σκοπίμως κατά το χρόνο απουσίας μου και ήταν αδύνατο να εμφανιστώ. Επίσης όταν ο ίδιος προέβη σε εμβαδομέτρηση το έτος 2006 ούτε η αντίδικος εμφανίστηκε να με εμποδίσει".

Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ 1βτου άρθρου 559 ΚΠοΛΔ είναι απαράδεκτος, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστούν διδάγματα κοινής πείρας, κατά την έννοια που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, αλλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντα που αντλεί από τις αποδείξεις για την υποστήριξη των απόψεών του. Ομοίως, απαράδεκτος είναι και ο λόγος αναίρεσης από τον αρθ 19 του ίδιου άρθρου, δεδομένου ότι οι αιτιάσεις που αποδίδονται με αυτόν ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, υπό την έννοια της άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.ΑΠ 2/1989). Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 2166/2009, ΑΠ 2176/2009). Για την πληρότητα δε του συγκεκριμένου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη υπόψη πραγμάτων, που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα, τα οποία, παρά το νόμο, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά και ποια επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2005).

5.Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Η χρησιμότητα της τελευταίας περίπτωσης του λόγου αυτού εκμηδενίστηκε μετά την κατάργηση της προδικαστικής από το ν 2915/2001, αφού ήδη η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει, ενώ η φράση <<ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά> διαγράφηκε από την παραπάνω διάταξη με το άρθ 17 παρ 2 του ν 2915/2001 και ισχύει από 1-1-2002.

Επίσης, ο λόγος, αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης με βάση τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σε αυτή (ΑΠ 76/2013). Εξάλλου, ως "πράγματα", κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση και όχι οι ισχυρισμοί που συνιστούν άρνηση της αγωγής ή της ένστασης, ούτε εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 247/2012).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιο "πράγμα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποια η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ 138/2010). ). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015).

6. Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς, όμως, να απαιτείται και ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1633/09).

Αντίθετα, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 2/08).

Σύμφωνα δε με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β, 240, 453, 524 παρ. 1 και 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του, όσα αποδεικτικά μέσα προσκομίστηκαν νόμιμα, εφ` όσον, παράλληλα, υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, ώστε, να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητα τους (AΠ 363/2017).

Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων σε προηγούμενη συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 14/2005). Γενική αναφορά στις προτάσεις του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία προσκομίζονται εκ νέου, όσα έγγραφα προσκομίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις, όπου γίνεται σαφής επίκληση των εγγράφων αυτών, που ενσωματώθηκαν στις προτάσεις του Εφετείου δεν αρκεί (ΟλΑΠ 9/2000).

Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 374/2012).

7.Έτι, περαιτέρω, κατ` αρ. 13 του ίδιου άρθρου θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, όπως αυτό ορίζεται από την διάταξη του αρθρ. 338 § 1 KΠολΔ, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφασης θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό, απόδειξης των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς την συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναιρέσεως. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει, όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κ.ο.κ.

και που οφείλει να αποδείξει οι υποβαλών το αίτημα διάδικος οπότε, το δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αγωγικός ισχυρισμός έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη (αντ)αποδείξεως του αντιθέτου (αρνητικού ισχυρισμού) του αναιρεσείοντος, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες αποδείξεις από τον αναιρεσίβλητο (ΑΠ 319/2019).

8. Τέλος με τον αριθ 1 του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ ελέγχεται αναιρετικά η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ με τον αριθ 19 του ίδιου άρθρου η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας ομοίως ουσιαστικού κανόνα δικαίου. Για το ορισμένο των λόγων αυτών αναίρεσης θα πρέπει να αναφέρονται οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν ευθέως και εκ πλαγίου και οι παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΟΛΑΠ 1/2016 και ΟΛΑΠ 20/2005 αντίστοιχα).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στο Εφετείο οι πλημμέλειες: 1)από τον αριθ 8 του άρθρ 559 ΚΠοΛΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τα συμπεράσματα που προέκυψαν από την ποινική διαδικασία ενώπιον του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, σύμφωνα με τα οποία η αναιρεσίβλητη και ο πατέρας της δεν είχαν κάνει ποτέ πράξεις νομής στο επίδικο, όπως κατέθεσε σχετικά η μάρτυς Δ.

Κ. στο ακροατήριο του πιο πάνω δικαστηρίου, 2) από τον αριθ 11γ του ίδιου άρθρου, ότι δεν έλαβε υπόψη τα …./1971, …/1980 και …/2003 αγοραπωλητήρια συμβόλαια και το …/1971 πληρεξούσιο των αναφερομένων στο αναιρετήριο συμβολαιογράφων, στα οποία το επίδικο ακίνητο χαρακτηρίζεται τόσον εκ μέρους της αναιρεσίβλητης όσο και των δήθεν προκατόχων της ως ιδιοκτησία <αγνώστου>, 3)από τον αριθ 10 του ίδιου άρθρου, ότι δέχθηκε <πράγματα> που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, 4) από τον αριθ 13 του ίδιου άρθρου, ότι <μεταβίβασε, τόσο το βάρος της απόδειξης της δικής του αγωγής περί προστασίας της κυριότητάς του λόγω χρησικτησίας, όσο και το βάρος απόδειξης της αγωγής της αντιδίκου (αναιρεσίβλητης) περί προστασίας της νομής της, αποκλειστικά στον αναιρεσείοντα> και 5)από τους αριθ 1 και 19 του ίδιου άρθρου, ότι <αποδέχθηκε μη νόμιμα, εσφαλμένα και αναιτιολόγητα ότι ο τελευταίος δεν είχε δικαίωμα χρησικτησίας στο επίδικο, ενώ αντίθετα ,η αναιρεσίβλητη έχει τη νομή του πιο πάνω ακινήτου και, μάλιστα, όχι παράγωγη, αλλά πρωτότυπη>.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως προς όλες τις αποδιδόμενες πλημμέλειες και, ειδικότερα, αναφορικά: 1)με την από το άρθρ 559 αρ 8 ΚΠοΛΔπλημμέλεια, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αποτελούν <πράγματα> κατά την έννοια του παραπάνω άρθρου, αλλά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων προς απόκρουση των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, 2)με την από το άρθρ 559 αριθ 11 γ ΚποΛΔ πλημμέλεια, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο αν τα αναφερόμενα έγγραφα προσκομίστηκαν με νόμιμη επίκληση ενώπιον του Εφετείου και ποια ήταν η ουσιώδη επιρροή που είχαν στην έκβαση της δίκης ,δηλαδή, στο διατακτικό της απόφασης, 3)με την από το άρθρ 559 αριθ 10 ΚΠοΛΔ πλημμέλεια, διότι δεν αναφέρονται ποια είναι τα <πράγματα>, με την έννοια που εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, που έγιναν δεκτά ως αληθινά χωρίς απόδειξη, 4) με την από το άρθρ. 559 αριθ 13 ΚΠοΛΔ πλημμέλεια, διότι αναφέρεται στο <υποκειμενικό> βάρος απόδειξης, που προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει την ευθύνη απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Αυτό όμως προϋποθέτει την έκδοση προδικαστικής απόφασης, περίπτωση που δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ 2 ΚΠοΛΔ επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή περί αποβολής της νομής της αναιρεσίβλητης, όχι εξαιτίας μη (αντ)αποδείξεως του αντίθετου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι αποδείξεις που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη και 5) με τις από το αρθρ 559 αρ 1 και 19 ΚΠοΛΔ πλημμέλειες, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο ποιες είναι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ούτε οι ουσιαστικές διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν ευθέως και εκ πλαγίου.

Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθ. 495 παρ 3 ΚΠοΛΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας του (αρθ 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠοΛΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-7-2018 αίτηση αναίρεσης του Χ. Α. κατά της 646/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ