Legislator Case Law & Legislation
724/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that it infringes on the trial court's uncontrollable substantive judgment.

Case Number 724/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a final judgment regarding the validity of a handwritten will. The appellant argued that the will was genuine based on handwriting analysis and common sense, claiming the lower court erred in its factual findings. The court rejected this appeal as inadmissible because it directly challenged the trial court's substantive decision on facts, which is beyond the scope of appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(b) and 577(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal infringing upon the trial court's uncontrollable substantive judgment on facts is inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal substantive judgment uncontrollable facts handwritten will appellate review limits

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 153/2019
Supreme Court Case 1192/2018
Supreme Court Case 1/1999

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 724 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 724/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, Ανθή Γκάμαρη, Μαρία Μουλιανιτάκη -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, την 19η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ζ. χήρας Φ. Χ., το γένος Ρ. Ε., κατοίκου πόλεως …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιπποκράτη Αλέξανδρο Μυλωνά.

Των αναιρεσίβλητων: Ι.Μ. Μ. Χ. Χ. Χ. του Α., κατοίκου ..., 20 Χ. του Ν., 3 Α. Χ. Χ. του Β., 4Τ. Τ. Χ. Χ. Χ. του Β., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Κατρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2011 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2014 ίδιου Δικαστηρίου, 1/2016 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική Έδρα Κω). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-12-2016 αίτησή του και τους από 8-1-2020 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Εισάγονται για συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου η από 28/12/2016 αίτηση και οι από 08/01/2020 πρόσθετοι λόγοι της Ζ. Χ. Χ. κατά των Μ. Χ. ,Ο. Χ., Α. Χ. και Τ. Χ., για αναίρεση της αριθμ. 1/2016 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Η εν λόγω αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 και 569 παρ.2 ΚΠολΔ, ΑΠ 153/2019,1192/2018), πρέπει, αφού συνεκδικαστούν (άρθρ. 573 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν ως προς το βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνετε η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ120/2017, 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, 651/2010), β) τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 121/2014).Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1265/2017, 674/2016).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνον, αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ. Β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης, Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο, αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευσή του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του αποδεικνύοντος, για να παραστεί κατά την εξέταση του μάρτυρος, αποτελεί στοιχείο του υποστατού των ένορκων βεβαιώσεων που λαμβάνονται ενόψει της δίκης, κατά τη διεξαγωγή της οποίας προσκομίζονται, και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά μέσα, αν λείπει το στοιχείο αυτό, του οποίου η έλλειψη λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.

Επίσης, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στην περίπτωση που οι αντίδικοι είναι πλείονες, ακόμη και αν μεταξύ τους υπάρχει απλή και όχι αναγκαστική ομοδικία, πρέπει να κλητευθούν όλοι, εκτός αν τα με την ένορκη βεβαίωση εκτιθέμενα αρμόζουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο ορισμένου από τους ομοδίκους.

Διαφορετικά η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε και έναντι εκείνου που τυχόν κλητεύθηκε να παραστεί (ΑΠ1201/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό , από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση επικαλούμενη κατά λέξη τα εξής : " η προσβαλλομένη παρακάμπτει δύο γεγονότα τα οποία συνάδουν στο ότι η ένδικη διαθήκη είναι γνήσια.

Το πρώτο είναι το γεγονός ότι αυτή είχε γραφεί εντός ενός ημερολογίου του κληρονομούμενου με προσωπικές του σημειώσεις για την γραφή δε των προσωπικών αυτών σημειώσεων δεν αναφέρεται αν είναι ιδιόχειρες ή μη του διαθέτη αφού η αναγνώριση της επίμαχης διαθήκης ως μη φέρουσας την γραφή του διαθέτη εξυπακούει και την μη γραφή του ημερολογίου από τον αποβιώσαντα διαθέτη.

Δεν είναι δηλαδή δυνατόν να θεωρείται η γραφή στο ημερολόγιο ως γραφή του διαθέτη το τμήμα όμως που αναφέρεται στην διαθήκη ως πλαστό αφού η γραφή είναι η ιδία σε ολόκληρο το σημειωματάριο αυτό του διαθέτη. Το δεύτερο γεγονός είναι ότι η εκκαλουμένη απόφαση απαριθμώντας τις γραφολογικές πραγματογνωμοσύνες καταλήγει με βάση το συμπέρασμα της τελευταίας συνταχθείσας πραγματογνωμοσύνης της γραφολόγου Β.

Α. ότι αυτή είναι άκυρη διότι δεν φέρει γνήσια υπογραφή του διαθέτη. Η σκέψη αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένη διότι δεν αιτιολογείται επαρκώς η μη παραδοχή της γνησιότητας της υπογραφής από τους άλλους πραγματογνώμονες ακόμα και αυτού του διορισθέντος από τους αναιρεσίβλητους Δ. Κ. ο οποίος κάνει λόγο αρχικά ότι η υπογραφή είναι η ίδια με αυτή του συντάκτη του κειμένου, του μετέπειτα διορισθέντος Κ.

Κ. ο οποίος αποφαίνεται ότι είναι αυτή γνήσια γραφή και υπογραφή του διαθέτη και αυτή που προσκομίσθηκε από τον Τούρκο Γραφολόγο Σ. Τ. . Η γραφολογική έκθεση της Β. Α. την οποία τελικά δέχεται το Δικαστήριο δεν αιτιολογεί επαρκώς τις παραδοχές των άλλων συναδέλφων της και επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση με ελλιπή αιτιολογία απέρριψε την έφεση μου αφού έκρινε με μοναδικό κριτήριο την σειρά χρονικής προτεραιότητας της σύνταξης της κάθε γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης αποδεχόμενη την τελευταία χρονικά συνταχθείσα", και με τον τρίτο πρόσθετο αναιρετικό λόγο, κατά ένα μέρος αυτού, μέμφεται την προσβαλλομένη για πλημμέλεια , επίσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Οι διαλαμβανόμενες στους ανωτέρω λόγους αναίρεσης αιτιάσεις, είναι αόριστες ,καθόσον δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο και, μάλιστα, ενάριθμα η διάταξη ή διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, ούτε διαλαμβάνονται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την αναγνώριση ως άκυρης της ένδικης διαθήκης, επειδή δεν έχει γραφεί, χpovoλoγηθεί και υπογραφεί με το χέρι του διαθέτη, ώστε να ερευνηθεί η ίδρυση ή μη του εκ του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Σε κάθε δε περίπτωση, ο πιο πάνω 1ος λόγος είναι απαράδεκτος , διότι, υπό την επίφαση συνδρομής της άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων( άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, ο ανωτέρω πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος. Επίσης, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων και κατά ένα μέρος του, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη τα εξής: "Η προσβαλλομένη ενώ αναφέρει γενικώς και αορίστως ότι έλαβε υπ' όψιν της τις καταθέσεις της μάρτυρος και τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας από την γενική αυτή συλλήβδην αναφορά στα αποδεικτικά μέσα δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι έλαβε, ούτε και έλαβε υπ' όψιν, όπως όφειλε για το σχηματισμό της δικανικής της πεποιθήσεως, όλα τα κρίσιμα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισα και επικαλέστηκα προς απόδειξη των λόγων της από 14-10-2015 εφέσεώς μου ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική Έδρα Κω).

Ειδικότερα δεν έλαβε υπ' όψιν της, ουσιωδώς, 1)την από 27-12-2010 Έκθεση του Εμπειρογνώμονα - Ειδικού Γραφολόγου Σ. Τ., 2) την από 21-06-2011 Έκθεση των Εμπειρογνωμώνων - Ειδικών γραφολόγων Γραφολόγων Φ. Β. και Σ. Τ., 3)την από 16-12- 011 Έκθεση του Εμπειρογνώμονα - Ειδικού Εγκληματολόγου - Γραφολόγου Μ. Έ. Ν., 4) την γραφολογική έκθεση του Κ.

Κ., ειδικού δικαστικού γραφολόγου, στις οποίες βεβαιώνεται ότι η από 11-4-1996 διαθήκη του αποβιώσαντος συζύγου μου Φ. Χ. Χ. έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από τον ίδιο και ότι η διαθήκη αυτή είναι έγκυρη". Ο ανωτέρω πρόσθετος λόγος, κατά το εν λόγω μέρος του, είναι αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, και " ...

όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με τις λοιπές παραδοχές και αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ακυρότητας της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω με στοιχεία 1, 2, 3 έγγραφα, παρά την μη ειδική μνεία των με στοιχεία 1 και 3 εγγράφων( εξώδικων γνωμοδοτήσεων), χωρίς ,ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, κάνοντας, ωστόσο, ειδική αναφορά και αξιολόγηση του με στοιχεία 2 εγγράφου (εξώδικης γνωμοδότησης) στη σελίδα 7 της προσβαλλομένης, καθώς και της έκθεσης δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Κ.

Κ., που διενεργήθηκε στο πλαίσιο της τακτικής ανάκρισης στη σελίδα 8 της προσβαλλομένης. Τέλος, ο ίδιος, άνω πρόσθετος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδοντας πλημμέλειες στην προσβαλλομένη, αναφέροντας συλλήβδην τους αριθμούς 1,4, 14, 16 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος , διότι δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 του ΚΠολΔ που τον προβλέπει, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση της καθεμιάς από τις αποδιδόμενες, αντίστοιχα, πλημμέλειες (ΑΠ402/2019).

Επομένως, ο τρίτος πρόσθετος αναιρετικός λόγος είναι, στο σύνολο του, απορριπτέος. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δύο ένορκες βεβαιώσεις, που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την αιτιολογία ότι: " οι με αριθμό …1-2015 και ...1-2015 ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κω, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα), δεν θα ληφθούν υπόψη, καθόσον η τελευταία δεν επικαλείται ούτε προκύπτει νομότυπη κλήτευση όλων των αντιδίκων της, εφεσιβλήτων, παρά μόνο του 1ου από αυτούς ".

Με τον πρώτο, πρόσθετο, αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο που την εξέδωσε "δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η αναιρεσείουσα -εκκαλούσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του ότι η ένδικη διαθήκη του διαθέτη, συζύγου της, έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί από τον ίδιο, είναι δηλαδή έγκυρη και, ειδικότερα, τις προαναφερόμενες ...-01-2015 και ...01-2015 ένορκες βεβαιώσεις , που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κω, κατόπιν κλητεύσεως του πρώτου εκ των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος , διότι με βάση όσα προεκτέθηκαν στην μείζονα πρόταση, το Εφετείο ορθά δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, ως αποδεικτικό μέσο, τις επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις, λόγω μη κλήτευσης όλων των αναιρεσιβλήτων, για παράστασή τους, κατά την εξέταση των μαρτύρων, αφού η κλήτευση αυτών είναι αναγκαία προϋπόθεση, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, ενόψει του ότι τα διαλαμβανόμενα σε αυτές (ένορκες βεβαιώσεις) αφορούν όλους τους εκκαλούντες -αναιρεσιβλήτους, καθόσον δεν ισχυρίζεται το αντίθετο η αναιρεσείουσα, ούτε, άλλωστε, προκύπτει το αντίθετο από την παραδεκτή επισκόπησή τους.

3. Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.

τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.

της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1/2018,1662/2010). Στην προκείμενη περίπτωση με τον 2ο πρόσθετο λόγο, η αναρεσείουσα προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδαφ.β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, διαλαμβάνοντας ότι: " η από 11-4-1996 επίδικη διαθήκη του συζύγου μου Φ. Χ. Χ. βρίσκεται εντός του ημερολογίου του, στο οποίο περιέχονται προσωπικές του σημειώσεις και η γραφή της στην τουρκική γλώσσα, είναι συντεταγμένη εξ ολοκλήρου χειρόγραφα με το γραφικό χαρακτήρα του συζύγου μου, έχει δε χρονολογηθεί και έχει υπογραφεί απ' αυτόν.

Με τον αυτό επίσης ιδιόχειρο χαρακτήρα του συζύγου μου έχει γραφεί στην τουρκική γλώσσα και το υπόλοιπο ημερολόγιο του, το οποίο φέρει το όνομά του. Το γεγονός ότι ολόκληρο το κείμενο της από 11-4-1996 διαθήκης, έχει χαραχθεί από το ίδιο άτομο (εν προκειμένω το σύζυγο μου) που έχει χαράξει και τα κείμενα και τις σημειώσεις που βρίσκονται στο ημερολόγιο του, ουδόλως αμφισβητείται απ' όλους τους πραγματογνώμονές γραφολόγους που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Τόσον η επίδικη διαθήκη όσον και οι σημειώσεις που υπάρχουν εντός του ημερολογίου έχουν γραφεί στην τουρκική γλώσσα από το ίδιο πρόσωπο, το σύζυγο μου. Εφόσον η γραφή των σημειώσεων στο ημερολόγιο του διαθέτη είναι η ίδια με τη γραφή της διαθήκης και έχει υπογραφεί και χρονολογηθεί από το διαθέτη είναι απολύτως λογικό και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι διαθήκη είναι γνήσια και δεν πάσχει από ακυρότητα".

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Γίνεται δε επίκληση των κατά την γνώμη της αναιρεσείουσας διδαγμάτων κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δεν έχουν γίνει δεκτά από το Εφετείο, δηλαδή, ότι η ένδικη διαθήκη ήταν γραμμένη εντός του ημερολογίου του διαθέτη, στο οποίο υπήρχαν και ιδιόχειρες σημειώσεις του, που είχαν γραφτεί στην τουρκική γλώσσα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).

Τέλος, η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 28/12/2016 αίτηση για αναίρεση της αριθμ. 1/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και τους από 08/01/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ