Supreme Court dismisses appeal against water utility's rejection of tenants' lease termination claim due to lack of admissible grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's decision rejecting their lawsuit against the water utility. The appellants argued that the utility's refusal to terminate the lease was arbitrary and lacked legal basis, but the court found the appeal inadmissible because the lower court had already rejected the original claim as legally unfounded. Consequently, the Supreme Court ruled that the appeal raised no substantive issues warranting review and ordered the appellants to pay the water utility's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible when the lower court rejects a claim as legally unfounded without entering into the substance of the dispute, thereby precluding the identification of grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 173 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 173/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Π. του Α.-Ν. κατοίκου ..., 2) Δ. Μ. του Ε., κατοίκου ... και 3) Β. Μ. συζύγου Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Αποστολάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης Χανίων (Δ.Ε.Υ.Α.Χ.), που εδρεύει στα Χανιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βροντάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-3-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 529/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 225/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-2-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την υπό κρίση από 3-2-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 225/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων το οποίο, δικάζοντας ως εφετείο κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 529/2016 απόφασης του Ειρηνοδικείου Χανίων, η οποία είχε απορρίψει την από 27-3-2015 αγωγή τους.
Συνεπώς η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2. Κατά το άρθρο 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, η οποία είναι ειδική και συμπληρώνει εκείνη του άρθρου 914 ΑΚ, αφού επεκτείνει την αδικοπρακτική ευθύνη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν προσβλήθηκε ευθέως ορισμένο δικαίωμα ή προστατευόμενο συμφέρον, σαφώς προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: (1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) αντικείμενη στα χρηστά ήθη, τέτοια δε συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου, στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. (2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, πρόκλησης ζημίας, χωρίς να είναι απαραίτητο ο υπαίτιος να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημία του άλλου, αλλά αρκεί να γνώριζε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν δυνατή η επέλευση ζημίας στον άλλο και, παρά ταύτα, δεν θέλησε να αποστεί από αυτήν. (3) Να προκλήθηκε όντως ζημία σε άλλον (περιουσιακή ή ηθική βλάβη). (4) Να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας (ΑΠ 476/2021,ΑΠ 294/2018,AΠ 1664/2014, ΑΠ 43/2013).
Ειδικότερα, προκειμένου να κριθεί αν ορισμένη συμπεριφορά έρχεται αντικειμενικώς σε αντίθεση προς τα χρηστά ήθη υπό την ανωτέρω έννοια (την οποία δεν αποκλείει η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος), συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός αυτού που την επέδειξε, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν και όλες οι λοιπές περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή η συμπεριφορά εκδηλώθηκε (ΑΠ 1121/2019).
Εάν δε η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.
Στην αναζήτηση δε του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται - σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ - και τα επιβαλλόμενα από αυτήν όρια (ΑΠ 212/2018,ΑΠ 900/2011). Αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, υφίσταται εάν η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα μετά διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς, η οποία συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία πρόκλησής της.
Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συγκεκριμένη συμπεριφορά αντίκειται στα χρηστά ήθη, καθώς και η κρίση του για την ύπαρξη μεταξύ ορισμένης συμπεριφοράς και ζημίας αιτιώδους - υπό την έννοια πρόσφορης αιτιότητας - συνδέσμου, που αποτελεί συμπέρασμα υπαγωγής περιστατικών στις νομικές έννοιες των χρηστών ηθών και του ως άνω αιτιώδους συνδέσμου, αντιστοίχως, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για παραβίαση, ευθεία ή εκ πλαγίου, των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που περιέχονται στο προαναφερόμενο άρθρο του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 601/2022, ΑΠ 212/2018, ΑΠ 864/2014, ΑΠ 1652/2006).
Περαιτέρω, με το ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (Α' 191), όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το ν.4483/2017, προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο, λειτουργούν με τη μορφή δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης και διέπονται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους καθώς και τις πηγές της χρηματοδότησής τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα.
Aπό τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η δομή και η οργάνωση, καθώς και η χρηματοδότηση των ΔΕΥΑ ταυτίζεται με την έννοια της δημόσιας επιχείρησης, δηλαδή εκείνης για την οποία νόμος, είτε ιδρυτικός της είτε άλλος, προβλέπει ότι λειτουργεί χάριν του δημόσιου συμφέροντος και η οποία, περαιτέρω, οργανωμένη σε νομικό πρόσωπο, επί του οποίου το κράτος ασκεί αποφασιστική επιρροή (μέσω χρηματοδοτήσεων και οικονομικών ελέγχων), λειτουργεί με κριτήρια επιδιώξεως οικονομικού αποτελέσματος, με την έννοια όχι της κερδοσκοπίας, αλλά της δημιουργίας των οικονομικών δυνατοτήτων για την επίτευξη των βασικών σκοπών της.
Σκοπός των ΔΕΥΑ είναι, όπως προαναφέρθηκε, να μεριμνούν για τον συνεχή εφοδιασμό όσων κατοικούν ή διαμένουν στην περιφέρειά τους με επαρκή για τις προσωπικές και οικογενειακές τους ανάγκες ποσότητα πόσιμου ύδατος, το οποίο πληροί τους απαραίτητους όρους υγιεινής και διατίθεται σε προσιτή τιμή, ταυτοχρόνως δε για την κρίσιμη για την δημόσια υγεία παροχέτευση των ακάθαρτων υδάτων και των λυμάτων.
Οι Υπηρεσίες αυτές παρέχονται μονοπωλιακώς σε πληθυσμό διαβιούντα σε συγκεκριμένο νομό από δίκτυα που είναι μοναδικά και ανήκουν στα πάγια περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης (ΟλΑΠ 5/2022, ΑΠ 740/2021, ΑΠ 113/2017). Επομένως οι ΔΕΥΑ, αν και εξοπλίζονται από το νόμο με αρμοδιότητες που προσιδιάζουν σε δημόσια αρχή (βλ.
λ.χ. άρθρα 11, 24. 27 του ν.1069/1980), είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. Επιπλέον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.3 του Ν. 1069/1908, "Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης, που εγκρίνεται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο του δήμου ή κοινότητας στον οποίο ανήκει η επιχείρηση, καθορίζονται όλα τα σχετικά με τη λειτουργία του δικτύου υδρεύσεως και ιδίως ο τρόπος του καθορισμού κάθε φορά της τιμής του ύδατος, της διανομής αυτού, τα σχετικά με τη διαδικασία σύνδεσης με το δίκτυο υδρεύσεως, τη διακοπή των συνδέσεων, την εγγύηση χρήσεως υδρομετρητών, τις διακλαδώσεις του δικτύου, τα υπόχρεα για σύνδεση ακίνητα, οι υπόχρεοι καταβολής των τελών υδρεύσεως πάσης φύσεως και οι υποχρεώσεις τους, καθώς και οι αντίστοιχες από αυτά κυρώσεις και γενικά κάθε λεπτομέρεια για τη λειτουργία, συντήρηση και εκμετάλλευση των έργων ύδρευσης της επιχείρησης".
Λόγω του κοινωφελούς χαρακτήρα τους, αφού εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και παρέχουν δημόσιο αυτοδιοικητικό σκοπό (ύδρευση - αποχέτευση), έπεται ότι έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας και οφείλουν να μεριμνούν για την ομαλή λειτουργία του προς όφελος των καταναλωτών και για το λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών (άρθρ. 178, 200, 288 ΑΚ) και να αποφεύγεται κάθε καταχρηστική συμπεριφορά τους.
Περαιτέρω, από το άρθρο 574 ΑΚ συνάγεται ότι μίσθωση είναι η σύμβαση με την οποία ο μεν εκμισθωτής έχει την υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του μισθίου για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και να διατηρεί το πράγμα κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση, ο δε μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα.
Σε περίπτωση σύμβασης μίσθωσης, στην οποία κατά την ενδοτικού δικαίου ρύθμιση του άρθρου 590 ΑΚ, "ο εκμισθωτής φέρει τα βάρη του μισθίου και τους φόρους που το βαρύνουν", η επιβάρυνση του μισθωτή έναντι του εκμισθωτή με τις δαπάνες ηλεκτροδότησης και ύδρευσης, προϋποθέτει σχετική συμφωνία μεταξύ των συμβαλλόμενων, εκμισθωτή και μισθωτή.
Συνεπώς, ο εκμισθωτής, εφόσον ο μισθωτής αποφεύγει την εκπλήρωση της συμβατικής αυτής υποχρέωσης, δικαιούται να επιδιώξει την καταβολή του ποσού της δαπάνης από τον δεύτερο και επομένως σύμφωνα με το άρθρο 590 ΑΚ οι λογαριασμοί ύδρευσης ως βάρη/φόροι του μισθίου αποτελούν δική του επιβάρυνση, οι δε συμφωνίες που έχει συνάψει με τον μισθωτή κατά τη μίσθωση δεν αντιτάσσονται κατά των τρίτων που είναι δικαιούχοι των βαρών/φόρων του μισθίου, όπως τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου του δημοσίου τομέα.
Τέλος, το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ...
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018). Από το ανωτέρω άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει κύριες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της, και πλεοναστικές που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό, εφόσον οι πρώτες δεν πλήττονται τελεσφόρως και λυσιτελώς, με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατά τα άρθρα 566 παρ 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που πλήττει τις πλεοναστικές αιτιολογίες, εφόσον η μη πληττόμενη ή μη πληττόμενη επιτυχώς κύρια αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.
Πλεοναστικές είναι οι αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή, αυτές που εκφέρθηκαν εκ περισσού και, ως εκ τούτου, στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 του ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (Ολ ΑΠ 13/1995, Ολ.
ΑΠ 25/1994, ΑΠ 613/2022, ΑΠ 295/2022).
3. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι σ' αυτή οι ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι "δυνάμει του από 21-03-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μίσθωσης ο πρώτος ενάγων ως επικαρπωτής κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, η δεύτερη ενάγουσα ως πλήρης κυρία του 25% εξ αδιαιρέτου και η τρίτη ενάγουσα ως επικαρπώτρια του 25% εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου, εκμίσθωσαν στην τελούσα σήμερα υπό εκκαθάριση ομόρρυθμη εταιρεία, με την επωνυμία "...." δύο αυτοτελείς διηρημένες οριζόντιες ιδιοκτησίες διώροφης οικοδομής που κείται στην πόλη των Χανίων, στον ...
και στη συμβολή των οδών ..., και ειδικότερα τον ισόγειο όροφο αυτής, εμβαδού 149,36τ.μ. και τον πρώτο πάνω απ' το ισόγειο όροφο, εμβαδού 149,36 τ.μ., προκειμένου να χρησιμοποιηθούν απ' τους εκμισθωτές, για την άσκηση επιχείρησης υγειονομικού ενδιαφέροντος "cafe - snack bar - restaurant". Ότι χρόνος έναρξης της μίσθωσης συμφωνήθηκε η 01.04.2011 η δε μισθώτρια παρέμεινε στο μίσθιο μέχρι και την 11.06.2014, οπότε και απεβλήθη αναγκαστικώς από αυτό, ενόψει των διογκούμενων ανεξόφλητων προ εμάς οφειλών της.
Ότι κατά τη διάρκεια της εκτελεστικής διαδικασίας ανευρέθη εντός του μισθίου ανεξόφλητος λογαριασμός ύδρευσης της μισθώτριας με ημερομηνία λήξης πληρωμής την 11-06-2014 και με τελικό ποσό πληρωμής το ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα οκτώ ευρώ και πενήντα λεπτών (19.468,50€), που είχε προκύψει μετά από επανειλημμένες ρυθμίσεις ληξιπρόθεσμων οφειλών της μισθώτριας και για το οποίο, σύμφωνα με τον ως άνω λογαριασμό, φέρονταν ως συνυπεύθυνοι ως ιδιοκτήτες.
Ότι η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη, απέρριψε σχετικό αίτημά τους, για μεταφορά της προαναφερόμενης οφειλής της πρώην μισθώτριάς τους, στα υδρόμετρα των ομόρρυθμων εταίρων αυτής, τα οποία έχουν εγκατασταθεί και λειτουργούν σε ακίνητα της ιδιοκτησίας τους, και απαλλαγή τους από το ποσό της σχετικής οφειλής.
Ότι κατόπιν της ανωτέρω εξέλιξης και ενόψει του κινδύνου διακοπής του νερού και αφαίρεσης του μετρητή από το ακίνητό τους, αναγκάστηκαν να προβούν σε ρύθμιση "με επιφύλαξη" της οφειλής της άλλοτε μισθώτριάς τους εκ ποσού των είκοσι χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα ενός ευρώ (20.561,00€). Ότι μέχρι το χρόνο κατάθεσης της αγωγής είχαν ήδη καταβάλει στην εναγομένη, κατά το λόγο του ποσοστού συνιδιοκτησίας τους στο ακίνητο, το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα τεσσάρων ευρώ (2.544,00€), ενώ μέχρι την 19-01-2016 θα είχαν καταβάλει και κατέβαλαν επιπλέον το ποσό των πέντε χιλιάδων εκατό τριών ευρώ και πενήντα λεπτών (5.103,50€) και συνολικά το ποσό των επτά χιλιάδων σαράντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτών (7.647,50€).
Ότι στην πορεία ενημερώθηκαν από υπαλλήλους της εναγομένης, ότι η τελευταία δίχως να τους ενημερώσει και χωρίς την εξασφάλιση της έγγραφης συναίνεσης τους, προέβαινε με την πρώην μισθώτριά τους σε επανειλημμένους διακανονισμούς του υπέρογκου και διαρκώς περαιτέρω διογκούμενου χρεωστικού υπολοίπου αυτής, οι οποίοι ουδέποτε τηρήθηκαν.
Τέλος, ότι ενώ ο λογαριασμός του υδροδοτούμενου μισθίου πλησίαζε τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (20.000,00€), η εναγομένη, δεν διέκοψε τη σχετική σύνδεση υδροδότησης, σε απόκλιση των όσων ορίζονται στον Κανονισμό Λειτουργίας της, σε αντίθεση στα χρηστά ήθη και με πρόθεση επαγωγής ζημίας στους ίδιους (ενάγοντες), καθώς γνώριζε ότι, ενόψει της μονοπωλιακής της θέσης στην αγορά, θα τους ανάγκαζε να ρυθμίσουν την προαναφερθείσα οφειλή της άλλοτε μισθώτριάς τους και να την εξοφλήσουν.
Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγόμενη, Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευση Αποχέτευσης Χανίων (Δ.Ε.Υ.Α.Χ.), να τους καταβάλλει, νομιμοτόκως, από την επομένη της επιδόσεως σε αυτήν της ως άνω εξώδικης δηλώσεως τους, ήτοι από 13.11.2014, άλλως από την επίδοση της αγωγής και ως την εξόφληση, το ποσό των (7.647,50 €), εκ του οποίου, το μεν ποσό των 2.544€, είχαν καταβάλει στην εναγομένη την ημέρα κατάθεση της εν λόγω αγωγής, το δε υπολειπόμενο ποσό των 5.103,50€, θα κατέβαλαν, όπως και συνέβη, στα πλαίσια διακανονισμών με την εναγόμενη, μέχρι την 19.01.2016, πιθανή ημέρα εκδίκασης της παρούσας αγωγής τους...καθώς και το ποσό των (1.500€) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν".
Το Ειρηνοδικείο με την υπ'αριθμ.529/2015 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη. Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατ' αυτής έφεση και το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, κρίνοντας μη νόμιμη την αγωγή, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Με τα επικαλούμενα στο δικόγραφο της αγωγής περιστατικά, επιχειρείται η θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης εταιρείας στις διατάξεις του άρθρου 919 του ΑΚ, πλην όμως η αγωγή κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, ενόψει του ότι, τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν..., το πραγματικό της νομικής έννοιας του άρθρου 919 ΑΚ, ήτοι της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς από την οποία προκλήθηκε ζημία ηθελημένη στους ενάγοντες- εκμισθωτές, κατά τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, ώστε να θεμελιώσουν το αγωγικό αίτημα για αναγνώριση αξιώσεως αποζημίωσης από την αδικοπρακτική συμπεριφορά (με βάση την ΑΚ 919) των οργάνων και προστηθέντων της εναγομένης εταιρείας.
Ειδικότερα, η περιγραφόμενη στην αγωγή συμπεριφορά της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης να παραλείψει να ενημερώσει τους εκμισθωτές-ενάγοντες και να μην εξασφαλίσει τη γραπτή συναίνεσή τους για τις επανειλημμένες ρυθμίσεις του χρεωστικού υπολοίπου κατανάλωσης ύδατος τις οποίες συμφώνησε με την τότε μισθώτριά τους, καθώς και να παραλείψει να διακόψει τη σχετική σύνδεση υδροδότησης σύμφωνα και με όσα ορίζονται στον Κανονισμό λειτουργίας της ουδόλως αντίκειται στα χρηστά ήθη.
Η ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών αποτελεί σε κάθε περίπτωση δικαίωμα του μισθωτή που έχει τη χρήση του μισθίου. Ούτε αρκεί για τη θεμελίωση της ανηθικότητας της συμπεριφοράς της εφεσίβλητης η μονοπωλιακή της θέση στην αγορά, καθώς κατάχρηση της θέσης της θα αποτελούσε πολύ περισσότερο, το να διακόψει την υδροδότηση, τη δημόσια δηλαδή προσφορά ενός αγαθού και υπηρεσίας ζωτικής σημασίας, αναγκαίας για τη λειτουργία μιας επιχείρησης υγειονομικού ενδιαφέροντος.
Εξάλλου, οι εκκαλούντες είχαν τη δυνατότητα καθ' όλη τη διάρκεια της μισθωτικής σχέσης να ενημερώνονται ανά πόσα στιγμή σχετικά με το αν λαμβάνει χώρα εμπρόθεσμη και ολοσχερής εξόφληση των εκάστοτε λογαριασμών ύδατος από τη μισθώτρια εταιρία, δικαίωμα που ουδέποτε άσκησαν. Περαιτέρω, δεν πληρούται και η προϋπόθεση της ύπαρξης ζημίας των εκμισθωτών-εκκαλούντων στο μέτρο που αυτοί διατηρούν σχετική αξίωση έναντι της άλλοτε μισθώτριάς τους, καθότι τα τέλη ύδρευσης αποτελούν βάρη του μισθίου κατ' άρθρο 590 ΑΚ που βαρύνουν το μισθωτή και συμπεριλαμβάνονται στο μίσθωμα.
Τέλος, δεν υφίσταται και ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς της εφεσίβλητης και της ζημίας που τελικώς υπέστησαν οι εκκαλούντες-εκμισθωτές του ακινήτου, δηλαδή η ζημία δεν προέρχεται από την συμπεριφορά της εφεσίβλητης. Και τούτο διότι με το να προβούν οι ενάγοντες-εκκαλούντες σε νέο διακανονισμό των ληξιπροθέσμων οφειλών της άλλοτε μισθώτριάς τους πληρώνοντας τις σχετικές δόσεις, μεσολαβεί οικειοθελής ζημιογόνος ενέργεια των ιδιοκτητών του μισθίου που διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς της εφεσίβλητης και της ζημίας που τελικώς υφίστανται οι εκκαλούντες, αποπληρώνοντας την οφειλή.
Επομένως, η ζημία των εκκαλούντων προέρχεται όχι από ανήθικη συμπεριφορά της εφεσίβλητης, αλλά από οικειοθελή ενέργειά τους".
4.Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 919, 932, 281 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών και δη παράνομη, υπαίτια και αντίθετη στα χρηστά ήθη, γενομένη με πρόθεση βλάβης, συμπεριφορά εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, με συνέπεια, να μη θεμελιώνεται αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής και να μην καταφάσκεται υποχρέωσή της προς αποζημίωση των αναιρεσειόντων.
Ειδικότερα, ενόψει του ότι με βάση τον Κανονισμό λειτουργίας της αναιρεσίβλητης "τα χρέη βαρύνουν το ακίνητο και υπεύθυνος για την πληρωμή τους είναι ο εκάστοτε ιδιοκτήτης του ακινήτου", η επικαλούμενη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, ήτοι η παράλειψή τους να ενημερώσουν τους αναιρεσείοντες ως εκμισθωτές και να εξασφαλίσουν τη γραπτή συναίνεσή τους για τις επανειλημμένες ρυθμίσεις του χρεωστικού υπολοίπου κατανάλωσης ύδατος, τις οποίες συμφώνησαν με την τότε μισθώτρια του ακινήτου τους, καθώς και η παράλειψή τους να διακόψουν τη σχετική σύνδεση υδροδότησης, δεν ήταν αντίθετη στις επιταγές της εννόμου τάξεως ούτε προσκρούει στα χρηστά ήθη, ως αντικειμενικά αντίθετη προς την αντίληψη του υγιώς σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού η ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών αποτελεί σε κάθε περίπτωση δικαίωμα του μισθωτή που έχει τη χρήση του μισθίου και δεν απαγορεύεται από τον Κανονισμό λειτουργίας της αναιρεσίβλητης, ενώ και η διακοπή της υδροδότησης λόγω ανεξόφλητων λογαριασμών δεν είναι υποχρεωτική, αφού με βάση τον εν λόγω Κανονισμό, η αναιρεσίβλητη "διατηρεί το δικαίωμα διακοπής του νερού και αφαίρεσης του μετρητή για κάθε οφειλή του καταναλωτή προς αυτή" και, συνεπώς, η πρόβλεψη αυτή παρείχε στην αναιρεσίβλητη τη δυνατότητα να ενεργήσει κατά τον εκτιθέμενο τρόπο, σύμφωνο με την ακολουθούμενη πρακτική και το σκοπό αυτής, συνιστάμενο στην προσφορά ενός αγαθού και υπηρεσίας ζωτικής σημασίας, αναγκαίας για τη λειτουργία μιας επιχείρησης υγειονομικού ενδιαφέροντος, οι δε αναιρεσείοντες, είχαν καθ' όλη τη διάρκεια της μισθωτικής σχέσης τη δυνατότητα να ενημερώνονται ανά πάσα στιγμή σχετικά με το αν λαμβάνει χώρα εμπρόθεσμη και ολοσχερής εξόφληση των εκάστοτε λογαριασμών ύδατος από τη μισθώτρια εταιρία, με αποτέλεσμα, με βάση και τις εκτιθέμενες περιστάσεις πραγματώσεως της ανωτέρω συμπεριφοράς (κίνητρα, επιδιωκόμενο σκοπό των προστηθέντων υπαλλήλων, μέσα που χρησιμοποίησαν), να μην καταφάσκεται συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη, που έγινε με πρόθεση βλάβης των αναιρεσειόντων, ήτοι συμπεριφορά αντίθετη, κατ? αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο.
Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι περαιτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι "δεν πληρούται και η προϋπόθεση της ύπαρξης ζημίας των εκμισθωτών-εκκαλούντων στο μέτρο που αυτοί διατηρούν σχετική αξίωση έναντι της άλλοτε μισθώτριάς τους, καθότι τα τέλη ύδρευσης αποτελούν βάρη του μισθίου κατ' άρθρο 590 ΑΚ που βαρύνουν το μισθωτή και συμπεριλαμβάνονται στο μίσθωμα" και ότι "δεν υφίσταται και ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς της εφεσίβλητης και της ζημίας που τελικώς υπέστησαν οι εκκαλούντες-εκμισθωτές του ακινήτου, δηλαδή η ζημία δεν προέρχεται από την συμπεριφορά της εφεσίβλητης..." είναι πλεοναστικές, καθόσον ως εκ περισσού διατυπώθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση και δεν ήταν απαραίτητες για την πιο πάνω κρίση του Εφετείου.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττονται αποκλειστικά οι προαναφερόμενες πλεοναστικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, από τις οποίες δεν δημιουργείται δεδικασμένο κατά τις διατάξεις των άρθρων 321 επ.
του ίδιου Κώδικα, ώστε να τίθεται ζήτημα ανατροπής του, είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος.
.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 (αντίστοιχο άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.
Επομένως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (Ολ ΑΠ 9/2011, Ολ. ΑΠ 3/1997,ΑΠ 729/2021,ΑΠ 1284/2017,ΑΠ 295/2017, ΑΠ 70/2011,ΑΠ 121/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης και ειδικότερα για ασαφή, ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς την απόρριψη της αγωγής.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπεισήλθε στην ουσία της διαφοράς, αλλά απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως νόμω αβάσιμη. 6.Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν` απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ.
δ του ΚΠολΔ). Πρέπει, επίσης, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν.3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό, διότι οι δημοτικές επιχειρήσεις απολαμβάνουν όλα τα δικαστικά, δικονομικά και φορολογικά προνόμια του Δημοσίου (άρθρα 276 παρ. 1 ν.3463/2006 και 285 ν. 3852/10) (ΑΠ 1572/2021, ΑΠ 828/2019, ΑΠ 256/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-2-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ.225/2020 απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ