Supreme Court dismisses appeal claiming lower court distorted a document regarding contractor liability for work defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the final appellate court decision rejecting her claim for damages due to work defects. The appellant argued the appellate court distorted an out-of-court letter by accepting a right to rectification when the letter actually demanded compensation. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court did not distort the document but simply rejected the claim as legally unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 688-690 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the distortion of a document is inadmissible if the court of first instance did not commit a diagnostic error in reading the document or omit a crucial part, but rather rejected the claim on substantive grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 729 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 729/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Χρονόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Αγγελόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/2/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 372/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 377/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/10/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 14-10-2019 (60/16-10-2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 377/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Με την απόφαση αυτή, αφού έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 372/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, εξαφανίστηκε η ως άνω εκκληθείσα απόφαση και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση, απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη η αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να της καταβάλει αποζημίωση, λόγω σοβαρών ελαττωμάτων του έργου που αυτή (αναιρεσίβλητη) εκτέλεσε και τα οποία οφείλονται σε υπαιτιότητά της. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), πρέπει δε να ερευνηθεί, περαιτέρω, το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 688-690 του Α.Κ. ρυθμίζεται η ευθύνη του εργολάβου μετά την αποπεράτωση του έργου και, ως εκ τούτου, η ενάσκηση των αξιώσεων, που πηγάζουν απ' αυτές, προϋποθέτουν έργο που εκτελέστηκε και παραδόθηκε. Η προστασία των άρθρων 688-690 του Α.Κ. είναι ειδική, έναντι αυτής των γενικών διατάξεων των άρθρων 374 επ.
του ίδιου Κώδικα. Σε περίπτωση επουσιώδους ελαττώματος του έργου, ο εργοδότης έχει το διαζευκτικό ή εκλεκτικό δικαίωμα να απαιτήσει διόρθωση του έργου ή μείωση της αμοιβής του εργολάβου. Αν το έργο έχει ουσιώδη ελαττώματα που το καθιστούν άχρηστο ή αν λείπουν οι συμφωνημένες ιδιότητες, ο εργοδότης έχει, πλέον των δικαιωμάτων, που προαναφέρθηκαν για τα επουσιώδη ελαττώματα και το δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση.
Αν τώρα, οι ελλείψεις του έργου, οι οποίες ανάγονται είτε σε ουσιώδη είτε σε επουσιώδη ελαττώματα είτε σε έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων, οφείλονται σε υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται, αντί των ανωτέρω δικαιωμάτων, να απαιτήσει κάθε ζημία, η οποία προήλθε από το γεγονός ότι ο εργολάβος δεν ανταποκρίθηκε υπαιτίως στις εκ της συμβάσεως υποχρεώσεις του να κατασκευάσει έργο, χωρίς ελαττώματα, το οποίο να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες.
Η αποζημίωση περιλαμβάνει, καταρχήν, τη δαπάνη, στην οποία πρέπει να υποβληθεί ή υποβλήθηκε ο εργοδότης για να αποκαταστήσει τις ελλείψεις του έργου, καθώς επίσης, το διαφυγόν κέρδος και κάθε περαιτέρω ζημία. Οι αξιώσεις του εργοδότη από τις ανωτέρω διατάξεις τελούν έναντι αλλήλων σε σχέση διαζευκτικής ή εκλεκτικής συρροής και το δικαίωμα επιλογής έχει ο εργοδότης, με την άσκηση δε τούτου, επέρχεται η συγκέντρωση της ενοχής, υπό την έννοια ότι, όταν αυτός επιλέξει οποιοδήποτε από τα παραπάνω παρεχόμενα σε αυτόν δικαιώματα, δεν μπορεί να παραιτηθεί από αυτό ή να μεταβάλλει γνώμη και να ασκήσει κάποιο άλλο, με οποιαδήποτε μορφή, είτε κυρίως είτε επικουρικώς (Ολ.Α.Π. 50/2005, Α.Π. 162/2020, Α.Π. 203/2019, Α.Π. 1281/2018).
Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 306 του Α.Κ., ο οποίος εφαρμόζεται και επί διαζευκτικής συρροής δικαιωμάτων, η ως άνω επιλογή, που μπορεί να είναι άτυπη, μονομερής και απευθυντέα δήλωση προς τον εργολάβο, είναι αμετάκλητη και αναλίσκεται με τη δήλωση του εργοδότη ότι ασκεί ένα από τα πιο πάνω δικαιώματα.
Η επιλογή αυτή είναι ανεπίδεκτη αιρέσεως και προθεσμίας, των οποίων η προσθήκη καθιστά άκυρη, κατ' άρθρο 174 του Α.Κ., την επιλογή, δηλαδή, θεωρείται ότι δεν έγινε. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η ύπαρξη των συρρεουσών αξιώσεων και η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος συνδέονται με συγκεκριμένα ελαττώματα και ελλείψεις του έργου σε συγκεκριμένο χρόνο καθώς και με τη φύση και την έκταση αυτών.
Αν όμως, διαπιστωθεί αργότερα και άλλη έλλειψη ή και άλλο ελάττωμα, που υφίσταντο μεν κατά το χρόνο παράδοσης του έργου, αποκαλύφθηκαν, όμως, αργότερα και επιφέρουν διαφορετικές και δυσμενέστερες συνέπειες στο έργο, ο εργοδότης δικαιούται να ασκήσει εκ νέου κάποιο από τα λοιπά δικαιώματα, που προβλέπονται από τις ανωτέρω διατάξεις.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 36/1988). Εξάλλου, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Με τον πρώτο των ως άνω λόγων (559 αριθμ.1) ελέγχεται η νομική βασιμότητα της αγωγής, με βάση τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας περί του περιεχομένου της, δηλαδή, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα.
Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυρία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ, στην αντίθετη περίπτωση, καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκούμενου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό, που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό ισχυρισμό, που προτάθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 3-2-2017 (352/17-2-2017) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, την οποία παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατά το μέρος, που η υπόθεση αυτή μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, ισχυρίστηκε τα ακόλουθα:
Ότι κατέστη κυρία, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου 6.991,00 τ.μ. εντός του οποίου υπάρχει οικοδομή, που αποτελείται από ισόγειο διαμέρισμα εμβαδού 152,28 τ.μ. και ένα διαμέρισμα του α' ορόφου εμβαδού 182,92 τ.μ. που βρίσκεται στο .... Ότι το Σεπτέμβριο του 2005 ανέθεσε στην εναγομένη τη μελέτη και την επίβλεψη της κατασκευής του α' ορόφου επάνω από την υπάρχουσα ισόγεια οικία.
Ότι προς τούτο εξεδόθη η …/…-3-2006 άδεια οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου Πατρών, σύμφωνα με την οποία εγκρίθηκαν οι προσθήκες κατ' επέκταση ισογείου και καθ' ύψος α' ορόφου σε υπάρχουσα ισόγεια οικοδομή, συνολικής επιφάνειας 233,26 τ.μ., ενώ όλες τις απαραίτητες μελέτες για την ανέγερση του κτιρίου καθώς και την επίβλεψη του φέροντος οργανισμού, θερμομόνωσης και πυροπροστασίας ανέλαβε εξ ολοκλήρου η εναγομένη με την προβλεπόμενη διαδικασία και αμοιβή.
Ότι η οικοδομή αποπερατώθηκε και παραδόθηκε σ' αυτήν (ενάγουσα), έτοιμη προς χρήση, το Νοέμβριο του 2007, οπότε και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της. Ότι από τα πρώτα έτη, η οικία της παρουσίαζε προβλήματα υγρασίας κυρίως κατά τη διάρκεια έντονων βροχοπτώσεων, τα οποία διογκώνονταν, με αποτέλεσμα, εντός μιας πενταετίας, να αντιμετωπίζει σοβαρά ζητήματα υγρασίας και έντονων ρηγματώσεων, που δεν δικαιολογούνταν από τη συνήθη χρήση και κυρίως την ηλικία του σπιτιού.
Ότι απηύθυνε στην εναγομένη την από 25-10-2013 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση και δήλωση, με την οποία της ζητούσε να αναλάβει την αποκατάσταση των αδικαιολόγητων ζημιών, που παρουσίαζε η νεόδμητη οικία της και αφορούσαν σε έντονες υγρασίες ακόμα και σε μεγάλες επιφάνειες των εσωτερικών τοίχων των υπνοδωματίων, γεγονός που καθιστούσε ανυπόφορη την παραμονή της σε αυτά, όπως επίσης και σε έντονες ρηγματώσεις, κυρίως σε σκάλες και ικριώματα, που της προκαλούσαν έντονη ανησυχία τυχόν αποκόλλησής τους.
Ότι, στη συνέχεια, απηύθυνε στην εναγομένη δεύτερη, από 11-4-2014 εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία, με την οποία την ενημέρωνε για τους λόγους που όφειλε και είχε υποχρέωση να αποκαταστήσει τις ζημίες στην οικία της, αφού εν τω μεταξύ είχε εκδοθεί και το πόρισμα επί της πραγματογνωμοσύνης που είχε εκπονήσει το ΤΕΕ, κατόπιν αιτήματός της.
Ότι από όλες τις επίσημες εκθέσεις που εκπόνησαν οι ειδικοί μελετητές προκύπτει ότι, κατά την κατασκευή της οικοδομής της, υπήρξε σωρεία σοβαρών λαθών και αστοχιών, που είχαν ως αποτέλεσμα να καταστήσουν αυτή άκρως προβληματική, δημιουργώντας ρήγματα στην τοιχοποιία και εκτεταμένες υγρασίες, οι οποίες, για να αποκατασταθούν, χρειάζονται επισκευές και τρόπους αποκατάστασης ιδιαίτερα δαπανηρούς και χρονοβόρους.
Ότι, από τα αποτελέσματα της πραγματογνωμοσύνης του ΤΕΕ, διαπιστώνεται το μέγεθος της υπαιτιότητας που βαρύνει την εναγομένη, η οποία απαξιούσε να καθοδηγήσει σωστά τα συνεργεία. Ότι, εξαιτίας της παραπάνω υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης, η ενάγουσα υπέστη ζημία, συνισταμένη στο κόστος αποκατάστασης των ζημιών, ύψους 50.916,65 ευρώ, το οποίο ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει νομιμοτόκως.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο τμήμα αυτής, προκύπτουν τα ακόλουθα: "... Από τα εκτιθέμενα στην από 3-2-2017... αγωγή είναι σαφές ότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη άσκησε μετά τη συνομολογούμενη εκτέλεση και παράδοση τον Νοέμβριο του έτους 2007 του έργου, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της έφερε τα προαναφερθέντα ελαττώματα, το παρεχόμενο σε αυτήν από το νόμο ως εργοδότρια...
εκ του άρθρου 688 ΑΚ δικαίωμα της διόρθωσης μετά την παράδοση του έργου και δη στις 25-10-2013 όταν... απηύθυνε στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα την επιδοθείσα στην τελευταία από 25-10-2013 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση και δήλωση, με την οποία της ζητούσε εγγράφως πλέον να αναλάβει την αποκατάσταση των αδικαιολόγητων ζημιών, που παρουσίαζε η νεόδμητη οικία της και επανέλαβε στις 11-4-2014, όταν, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, απηύθυνε στην εναγομένη και ήδη εκκαλούσα και τη δεύτερη από 11-4-2014 εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία με την οποία ουσιαστικά την ενημέρωνε για τους λόγους που οφείλει και έχει υποχρέωση να αποκαταστήσει τις ζημίες στην οικία της.
Ήδη, όμως, με την από 3-2-2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 352/17-2-2017) αγωγή της -την οποία σαφώς τιτλοφορεί ως 'αγωγή αποζημίωσης από σύμβαση έργου', η ενάγουσα ζητά αποζημίωση, που ερείδεται στις διατάξεις του άρθρου 690 ΑΚ, ενώ στις 25-10-2013 είχε ασκήσει την αξίωση διόρθωσης των ελαττωμάτων με άτυπη, μονομερή και απευθυντέα δήλωση προς την εναγομένη, η οποία [αξίωση] είναι αμετάκλητη και αναλίσκεται με τη δήλωση του εργοδότη ότι ασκεί ένα από τα πιο πάνω δικαιώματα.
Επομένως,... η ενάγουσα δεν μπορεί να ασκήσει την εκ του άρθρου 690 ΑΚ επίδικη αξίωση αποζημίωσης, διότι τα δικαιώματα που ο νόμος παρέχει στον εργοδότη κατά τις διατάξεις των άρθρων 688-690 ΑΚ τελούν μεταξύ τους σε διαζευκτική συρροή και εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα διόρθωσης των ελαττωμάτων, με άτυπη, μονομερή και απευθυντέα στην εναγομένη δήλωση (κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η ενάγουσα κάλεσε την εναγομένη να διορθώσει τα ελαττώματα στις 25-10-2013) δεν μπορεί να παραιτηθεί από αυτό και να ασκήσει άλλο δικαίωμα, εν προκειμένω το δικαίωμα αποζημίωσης κατά το άρθρο 690 ΑΚ.
Συνεπώς, με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η από 3-2-2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 352/17-2-2017) αγωγή ως προς τη βάση της συμβατικής ευθύνης της εναγομένης είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθότι η ενάγουσα είχε δικαίωμα να εκτελέσει αυτή τη διόρθωση των ελαττωμάτων σε βάρος της εναγομένης επί αποδόσει λογαριασμού για τις γενόμενες δαπάνες και όχι να ζητήσει αποζημίωση κατά τη διάταξη του άρθρου 690 ΑΚ...".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή ζητούσε την απόρριψη της αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και, χωρίς την ύπαρξη ειδικού παραπόνου ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, στα πλαίσια, όμως, του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της κατ' έφεση δίκης, ερεύνησε τη νομική βασιμότητα της επίδικης αξίωσης και την απέρριψε ως μη νόμιμη.
Συγκεκριμένα, το Εφετείο διέλαβε ότι, κατά τα στην ανωτέρω από 3-2-2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 352/17-2-2017) αγωγή της εκτιθέμενα, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα επικαλέστηκε την κατάρτιση της επίδικης μίσθωσης έργου, μεταξύ αυτής και της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης (αρχιτέκτονος - μηχανικού), το οποίο (έργο) παραδόθηκε σ' αυτήν (ενάγουσα - αναιρεσείουσα), το Νοέμβριο του 2007.
Ότι το έργο αυτό (οικοδομή) εμφάνισε σοβαρά ελαττώματα, από τα πρώτα έτη της λειτουργίας του και συγκεκριμένα σοβαρά προβλήματα υγρασίας σχεδόν παντού ακόμη και σε μεγάλες επιφάνειες των εσωτερικών τοίχων των υπνοδωματίων και έντονες ρηγματώσεις, κυρίως σε σκάλες και ικριώματα, τα οποία οφείλονται σε υπαιτιότητα της εναγομένης - αναιρεσίβλητης, για την αποκατάστασή τους δε απαιτείται η διενέργεια εκτεταμένων εργασιών, με συνέπεια η ενάγουσα να έχει υποστεί ζημία, η οποία τελεί σε λογική ακολουθία με το αιτούμενο ποσό της αποζημίωσης.
Ότι η ενάγουσα κοινοποίησε στην εναγομένη την από 25-10-2013 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση, με την οποία ζητούσε την αποκατάσταση (διόρθωση) των ως άνω ελαττωμάτων, που παρουσίαζε η οικία της, στη συνέχεια δε, μετά την εκπόνηση εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης από το Τ.Ε.Ε, κοινοποίησε στην εναγομένη - αναιρεσίβλητη δεύτερη, από 11-4-2014, εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση, με την οποία την ενημέρωνε για τους λόγους, για τους οποίους είχε υποχρέωση να αποκαταστήσει τις ζημίες στην οικία της, λόγω της εν τω μεταξύ εκδόσεως του σχετικού πορίσματος επί της πραγματογνωμοσύνης, που είχε εκπονήσει το Τ.Ε.Ε., πλην όμως και πάλι η εναγομένη την αγνόησε.
Συνεπώς, πριν από την άσκηση της ως άνω αγωγής της, η ενάγουσα - αναιρεσείουσα, με την προαναφερόμενη από 25-10-2013 μονομερή και απευθυντέα εξώδικη δήλωσή της, την οποία κοινοποίησε στην εναγομένη - αναιρεσίβλητη, άσκησε το δικαίωμα επιλογής, διώκοντας τη διόρθωση των επίδικων ελαττωμάτων, κατ' άρθρο 688 του Α.Κ.
Με τη δεύτερη από 11-4-2014 εξώδικη δήλωσή της, την οποία, επίσης, κοινοποίησε στην εναγομένη - αναιρεσίβλητη, κατά τα στην αγωγή της επικαλούμενα, δεν διαφοροποιείται ως προς το αρχικώς επιλεγέν απ' αυτήν δικαίωμα, ήτοι αυτό της διορθώσεως των ελαττωμάτων, διαφοροποίηση, άλλωστε, η οποία, ούτως ή άλλως, δεν θα ασκούσε έννομη συνέπεια, δεδομένου ότι με τη αρχικώς μονομερή απευθυντέα δήλωσή της προς την εναγομένη - αναιρεσίβλητη επέλεξε, αμετακλήτως, το δικαίωμα της διορθώσεως των ελαττωμάτων και δεν θα μπορούσε, πλέον, να μεταβάλει γνώμη, εκτός αν επικαλείτο εμφάνιση νέων σοβαρότερων ελαττωμάτων ή ελλείψεων του έργου, περιστατικά, τα οποία δεν επικαλείται με τη δεύτερη αυτή εξώδικη δήλωση, κατά τα στο αγωγικό δικόγραφο εκτιθέμενα.
Περαιτέρω, στο δικόγραφο της αγωγής της, η ενάγουσα δεν επικαλείται διαφορετικά των αρχικώς και, μετά την άσκηση του δικαιώματος επιλογής, εμφανισθέντων ελαττωμάτων ή και έτερες ελλείψεις του παραδοθέντος έργου, ώστε να δικαιολογείται η επιδίωξη άλλου δικαιώματος, ήτοι αυτού της αποζημίωσης, παρά μόνο τη διαπίστωση της έκτασης των δαπανών για τις απαιτούμενες εργασίες προς αποκατάστασή τους.
Συνεπώς, έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, κατά την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής και του πραγματικού περιεχομένου αυτής, έλαβε υπόψη τους υπό της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας θεμελιωτικούς της αγωγής της ισχυρισμούς, όπως αυτοί προτάθηκαν και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 681, 688 και 690 του Α.Κ., σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 306 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζεται αναλογικά.
Ως εκ τούτου, οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει υποπέσει στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμες. Πρέπει, λοιπόν, ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι ο πρώτος λόγος, ως προς το πρώτο και τρίτο σκέλος αυτού καθώς και ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια 339 και 432 επ.
του Κ.Πολ.Δ., εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη.
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, εξάλλου και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης.
Συνεπώς, για την ίδρυση της συγκεκριμένης αναιρετικής πλημμέλειας απαιτείται όπως το δικαστήριο της ουσίας έχει ερευνήσει κατ' ουσία το θεμελιωτικό της αγωγής, της ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξης ισχυρισμό. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος τούτου, προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 11-4-2014 εξώδικης πρόσκλησης - διαμαρτυρίας, που είχε απευθύνει στην αναιρεσίβλητη, αφού δέχθηκε ότι δι' αυτής ασκούσε το δικαίωμα διόρθωσης των ελαττωμάτων, ενώ, σύμφωνα με το πραγματικό περιεχόμενο του εγγράφου τούτου, αυτή, αφενός μεν απέκρουσε την από 29-10-2013 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης, αφετέρου δε της γνωστοποίησε τη …/…-12-2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης και άσκησε το δικαίωμά της περί αποζημιώσεώς της για κάθε θετική ή αποθετική ζημία της, υλική ή ηθική. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπεισήλθε στην ουσία της διαφοράς, αλλά απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας ως νόμω αβάσιμη.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.). Πρέπει, επίσης, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-10-2019 (60/16-10-2019) αίτηση της Χ. Π. του Α. για αναίρεση της 377/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ