Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and lack of legal interest regarding construction contract claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a construction company against a lower court's decision. The appellant argued that the lower court incorrectly rejected their claim for unjust enrichment regarding supplementary works, but the court found no legal interest in challenging the rejection of an invalid claim. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and the appellant was ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 7, 8 of Law 1418/1984; Art. 904 et seq. of the Civil Code: An appellant lacks legal interest to challenge a lower court's rejection of a claim for unjust enrichment when the underlying contract for supplementary works was invalid, as such rejection renders the appellant's position worse than if the claim had been dismissed as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 828 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 828/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Τ.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Γακίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος με την ως άνω δήλωση γνωστοποίησε στο δικαστήριο ότι η επωνυμία της αναιρεσείουσας εταιρίας έχει τροποποιηθεί σε "... Ι.Κ.ΤΕ.Β.Ε." και αποτελεί καθολική διάδοχο της εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Τ.Ε.Β.Ε.", όπως προκύπτει και από τις από 28-1-2019 προτάσεις της ενώπιον του Αρείου Πάγου. Της αναιρεσίβλητης: Δημοτικής Επιχείρησης ..., η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέργιο Γιαλάογλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πενταμελές Εφετείο Θράκης.
Εκδόθηκε η απόφαση 96/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-6-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο άρθρο 7 παρ. 1 του ανωτέρω ν. 1418/1984 (ΦΕΚ Α'23) ορίζεται ότι "ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να κατασκευάσει το έργο κατά τους όρους της σύμβασης και τις σύμφωνες προς αυτή και το νόμο έγγραφες εντολές του φορέα κατασκευής του έργου...", ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1418/1984, όπως ίσχυε κατά το χρόνο καταρτίσεως της ένδικης σύμβασης, "Το έργο εκτελείται σύμφωνα με τη σύμβαση και τα τεύχη και σχέδια που τη συνοδεύουν.
Αν προκύπτει ανάγκη εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών που δεν περιλαμβάνονται στο αρχικό ανατεθέν έργο ούτε στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν κατά την εκτέλεση του έργου αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην περίπτωση δ' της παραγρ. 3 του άρθρου 8 του π.δ/τος 334/2000 (ΦΕΚ Α` 279), συνάπτεται σύμβαση με τον ανάδοχο του έργου.
Για τον καθορισμό των νέων τιμών μονάδας των συμπληρωματικών εργασιών εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγρ. 3 και 4 του άρθρου 43 του ΠΔ 609/1985 (ΦΕΚ 223 Α'). Η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο του έργου και, προκειμένου να υπογραφεί η σύμβαση ανάθεσης των συμπληρωματικών εργασιών, απαιτείται γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου.
Το συνολικό ποσό των συμβάσεων αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού της αρχικής σύμβασης. Στο ως άνω ποσοστό του πενήντα τοις εκατό (50%) συμπεριλαμβάνεται και η αμοιβή συντάξεως τυχόν μελετών για τις συμπληρωματικές εργασίες του έργου. Οι συμπληρωματικές εργασίες παραλαμβάνονται μαζί με τις εργασίες της αρχικής σύμβασης".
Περαιτέρω, στο άρθρο 34 παρ. 2 του Π.Δ/τος 609/1985 (ΦΕΚ 223 Α') ορίζεται ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται αποζημίωση ή αύξηση τιμών για μεταβολές στα έργα, τα οποία έγιναν χωρίς έγγραφο διαταγή, έστω και αν αυτές βελτιώνουν το έργο, σε επείγουσες δε περιπτώσεις, η διαταγή για τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις δίνεται προφορικά στον τόπο των έργων και καταχωρίζεται στο ημερολόγιο.
Εξάλλου, στο άρθρο 43 του ίδιου ως άνω προεδρικού διατάγματος, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίζονται τα εξής: "1. Ο φορέας κατασκευής του έργου έχει το δικαίωμα, κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου, να αναθέτει την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 1418/1984 (ΦΕΚ Α'23), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου τέταρτου του Ν. 2372/1996 (ΦΕΚ Α'29)...
Για την εκτέλεση των ανωτέρω συμπληρωματικών εργασιών απαιτείται η σύναψη σύμβασης. 2. Κάθε σύμβαση επόμενη της αρχικής συνοδεύεται από "Ανακεφαλαιωτικό πίνακα εργασιών" που ιδίως περιλαμβάνει τις ενδείξεις των εργασιών, τις τιμές μονάδος των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων... (όπως οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο μόνο του π.δ. 402/1996).
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, όταν παρίσταται ανάγκη εκτελέσεως συμπληρωματικών εργασιών, δηλαδή εργασιών, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο ανατεθέν με την αρχική σύμβαση έργο ή στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες κατά την εκτέλεση του έργου λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, για την εκτέλεσή τους απαιτείται η σύναψη ιδιαίτερης, συμπληρωματικής, συμβάσεως με τον ανάδοχο του έργου.
Της συνάψεως της εν λόγω συμβάσεως προηγείται η σύνταξη εκ μέρους της διευθύνουσας το έργο υπηρεσίας ανακεφαλαιωτικού πίνακα εργασιών (Α.Π.Ε.), ο οποίος περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως, όπως τις προς εκτέλεση εργασίες, τις τιμές μονάδας των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων και την προβλεπόμενη δαπάνη για αναθεώρηση, καθώς και πρωτόκολλο κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.) στην περίπτωση που στον ανακεφαλαιωτικό πίνακα περιλαμβάνονται και εργασίες, για τις οποίες δεν υπάρχουν τιμές μονάδας.
Ακολουθεί η υπογραφή συμβάσεως για την ανάθεση των συμπληρωματικών αυτών εργασιών μετά από διαπραγματεύσεις με τον ανάδοχο του έργου και αφού ληφθεί και η γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου. Μετά την υπογραφή της συμπληρωματικής συμβάσεως, το ποσό της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50% του ποσού του αρχικού συμβατικού αντικειμένου, η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο (ΣτΕ 121/2018, ΣΤΕ 2638/2016, 1258/2013, 170/2013, 1768/2012, 1520/2011, 1475/2010).
Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται, και ούτε υποχρεούται, κατ' αρχήν, να προβεί σε τροποποιήσεις ως προς τη μορφή του έργου, την ποιότητα και το είδος ή την ποσότητα των εργασιών, κατ' απόκλιση από τη σύμβαση έργου, και, επίσης, ότι δεν δικαιούται αποζημιώσεως για μεταβολές στο έργο, χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή του κυρίου του έργου ή, σε επείγουσες περιπτώσεις, προφορική εντολή της υπηρεσίας, στον τόπο εκτελέσεως του έργου, που καταχωρίζεται στο ημερολόγιο αυτού, και χωρίς προηγούμενη σύνταξη και έγκριση Α.Π.Ε., αν δε συντρέχει περίπτωση, και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. (ΣτΕ 2243/2017, 45/2016, ΑΠ 178/2015, 1258/2013).
Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή ο ανάδοχος, δηλαδή, αν εκτελέσει εργασίες μη προβλεπόμενες από τη σύμβαση, χωρίς τις ανωτέρω προϋποθέσεις, δηλαδή χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή του κυρίου του έργου ή, σε επείγουσες περιπτώσεις, κατόπιν προφορικής εντολής της υπηρεσίας, δεν δικαιούται ούτε αποδόσεως της ωφέλειας του λήπτη με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.
ΑΚ περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (βλ. ΣτΕ 45/2016, 749/2016, 2387/2014). Κατ' εξαίρεση, όμως, από τον ανωτέρω κανόνα, και ανεξάρτητα από τη σύναψη τελικά συμπληρωματικής σύμβασης ο ανάδοχος δικαιούται αμοιβής για τις πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε, αποδεχόμενος σχετική έγγραφη εντολή του εργοδότη ή και μόνο προφορική εντολή καταχωρημένη στο ημερολόγιο του έργου, αν συντρέχει επείγουσα περίπτωση, έχει δε η αμοιβή αυτή συμβατικό χαρακτήρα, αφού η εντολή του εργοδότη και η αποδοχή της από τον ανάδοχο δημιουργούν το αναγκαίο συμβατικό πλαίσιο.
Μάλιστα δικαιούται τότε ο ανάδοχος αμοιβής ακόμη και αν η δαπάνη των πρόσθετων εργασιών υπερέβη το 50% του αρχικού συμβατικού κόστους, την οποία, αντίθετα, δεν δικαιούται ούτε κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αν ενήργησε χωρίς εντολή του εργοδότη (ΑΠ 711/2018, ΑΠ 178/2015, ΑΠ 1726/2014, ΣΤΕ 5117/2012). Πάντως, και στην περίπτωση αυτή, η συμβατική σχέση ολοκληρώνεται και οριστικοποιείται, κατά κανόνα, με τη σύναψη σχετικής σύμβασης, ύστερα από διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και γνώμη του τεχνικού συμβουλίου του εργοδότη, στο πλαίσιο είτε του εγκεκριμένου Α.Π.Ε.
είτε και αποκλίνοντας απ' αυτόν (ΑΠ 1726/2014). Περαιτέρω, όμως, από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι δεν αποκλείεται εργασίες, οι οποίες παρεκκλίνουν της συμβάσεως και εκτελέστηκαν χωρίς να τηρηθεί η προαναφερθείσα διαδικασία, χωρίς, δηλαδή, την κατάρτιση συμπληρωματικής σύμβασης και χωρίς έγγραφη ή προφορική, εντολή του κυρίου του έργου (ΑΠ 711/2018, ΑΠ 902/2011), να κριθούν στη συνέχεια από τα αρμόδια όργανα του κυρίου του έργου ή, σε περίπτωση διαφωνίας και άσκησης εκ μέρους του αναδόχου προσφυγής, από το αρμόδιο εφετείο, ως αναγκαίες, δηλαδή ως εργασίες οι οποίες επιβάλλονται για την ασφάλεια, την αρτιότητα ή τη λειτουργικότητα του έργου, οπότε οι εργασίες αυτές νομιμοποιούνται εκ των υστέρων με τη σύνταξη Α.Π.Ε.
και τη σύναψη νέας, συμπληρωματικής σύμβασης, οπότε το αντίστοιχο εργολαβικό αντάλλαγμα οφείλεται με βάση τη νέα σύμβαση μετά την σύναψή της (ΑΠ 711/2018, ΑΠ 178/2015, ΑΠ 1726/2014, ΑΠ 902/2011, ΣΤΕ 782/2018, ΣΤΕ 2253/2017, ΣΤΕ 45/2016, ΣτΕ 2256/2016, ΣτΕ 2638/2016). Επομένως, δεν αρκεί απλώς η κρίση ότι οι χωρίς εντολή πρόσθετες εργασίες υπήρξαν αναγκαίες και ότι, συνεπώς, η δαπάνη τους βαρύνει τον εργοδότη προκειμένου ο ανάδοχος να ζητήσει με αγωγή την επιδίκασή τους, αλλά απαιτείται για τον καθορισμό του οφειλόμενου σε αυτόν ανταλλάγματος η τήρηση, ακολούθως, της διαδικασίας κατάρτισης συμπληρωματικής σύμβασης με βάση Α.Π.Ε.
ή και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε., για δε την πληρωμή του η τήρηση της διαδικασίας καταρτίσεως και εγκρίσεως της σχετικής επιμετρήσεως, καθώς και συντάξεως και εγκρίσεως του λογαριασμού, που θα περιέχει την αμοιβή για τις συγκεκριμένες εργασίες, αποτελούντος την προς τούτο κατά το νόμο απαιτούμενη πιστοποίηση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 9 και 10 του ν. 1418/1984, 38 και 40 του π.δ/τος 609/1985, ήδη δε κατά τα άρθρ. 52 και 53 του ν. 3669/2008 (ΣτΕ 1459/2017, 1082/2016, 2086/2016, ΑΠ 46/2016, ΑΠ 1726/2014).
Συνεπώς, η κατάρτιση και έγκριση του Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών (ΑΠΕ) αποτελεί προϋπόθεση για την πιστοποίηση στη συνέχεια των εργασιών που πράγματι εκτέλεσε ο ανάδοχος και τη σύνταξη απ` αυτόν του λογαριασμού για την πληρωμή της αμοιβής του (ΟλΑΠ 15/2015). Αν υπάρξει άρνηση του εργοδότη να τηρήσει συνολικά την ως άνω διαδικασία, πρέπει πρώτα να ζητηθεί η συμμόρφωσή του με τις σχετικές υποχρεώσεις του (ΑΠ 1726/2014), δηλαδή πρέπει ο ανάδοχος να ζητήσει από τον κύριο του έργου να προβεί, τηρώντας την νόμιμη διαδικασία, στις απαραίτητες ενέργειες προς καθορισμό και πληρωμή του ανταλλάγματος για τις προαναφερόμενες συμπληρωματικές εργασίες, όπως στη σύνταξη Α.Π.Ε.
ή, αν αυτός έχει συνταχθεί χωρίς τις ανωτέρω εργασίες, στην ανασύνταξή του (πρβλ. ΑΠ 809/2013, ΣτΕ 1082/2016), ώστε να περιλαμβάνει και τις ως άνω ποσότητες των συμπληρωματικών εργασιών, καθώς επίσης και στην κατάρτιση και έγκριση των επιμετρήσεων κλπ. Σε περίπτωση που ο ανάδοχος υπογράψει τον Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Εργασιών και το πρωτόκολλο κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών χωρίς επιφύλαξη, θεωρείται ότι αποδέχεται την εκτέλεση αυτών με βάση τις καθορισθείσες από την υπηρεσία τιμές.
Αντίθετα, αν διαφωνεί με τις καθορισθείσες νέες εργασίες ή τις τιμές αυτών, πολύ περισσότερο δε, αν στον ανακεφαλαιωτικό πίνακα δεν συμπεριελήφθησαν οι συμπληρωματικές εργασίες, μπορεί να υπογράψει τις ως άνω πράξεις με επιφύλαξη και να ασκήσει κατ' αυτών ένσταση και, ακολούθως, αίτηση θεραπείας, ακολουθώντας τη διαγραφόμενη από τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 1418/1984 διοικητική διαδικασία, και τελικώς να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου Εφετείου, προκειμένου να επιλυθεί δικαστικώς η διαφορά, αφού, κατά το άρθρο 43 του π.δ. 609/1985, ο ανάδοχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει την παράλειψη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας να εντάξει σε Α.Π.Ε.
και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. νέες εργασίες, εφόσον υπογράψει με επιφύλαξη τις πράξεις αυτές (ΣτΕ 1613/2018). Το αίτημα της προσφυγής συνίσταται στην αναγνώριση της αναγκαιότητας εκτέλεσης των πρόσθετων εργασιών που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν στη σύμβαση, στην ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και στην υποχρέωση της αρμόδιας υπηρεσίας να τηρήσει την νόμιμη διαδικασία για την πληρωμή του αναδόχου και όχι στην καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος.
Βεβαίως, η δικαστική απόφαση, με την οποία αναγνωρίζονται, ως πραγματοποιηθείσες, οι περικοπείσες από την Διευθύνουσα Υπηρεσία εργασίες, εμπεριέχει, αναγκαίως, και την αναγνώριση της αξιώσεως του αναδόχου να πληρωθεί γι' αυτές, το ύψος όμως της αξιώσεως αυτής και η καταψήφισή της επέρχεται, όπως αναφέρθηκε, στο μεταγενέστερο στάδιο της εγκρίσεως του λογαριασμού, κατά της πράξεως δε, με την οποία διορθώνεται λογαριασμός, είναι δυνατή η άσκηση από τον ανάδοχο προσφυγής με καταψηφιστικό αίτημα, οπότε, σε περίπτωση αποδοχής της, θα χωρήσει καταψήφιση του ποσού που απετέλεσε αντικείμενο της διαφοράς (ΣΤΕ 1459/2017, 746/2016, 4316/2015).
Σημειωτέον ότι οι διατάξεις 5 παρ. 8 (ήδη παρ. 10) του ν. 1418/1984 και του άρθρου 40 παρ. 7 του π.δ. 609/1985 έχουν μεν την έννοια ότι με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας του ενός μηνός, που προβλέπεται για τον έλεγχο, την τυχόν απαιτούμενη διόρθωση και την έγκριση του λογαριασμού, ο λογαριασμός θεωρείται μεν εγκεκριμένος, πλην, όμως, η Διοίκηση διατηρεί την εξουσία, και μετά την παρέλευση της τασσόμενης προθεσμίας ελέγχου και έγκρισης του λογαριασμού, να προβεί σε έλεγχο αυτού, αρνούμενη ρητώς ή σιωπηρώς, να καταβάλει ποσά ή αναζητώντας κατά τις κείμενες διατάξεις (του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου) ως μη νομίμως ή αχρεωστήτως, ήδη καταβληθέντα ποσά του επίμαχου λογαριασμού, τα οποία δεν οφείλονται για οποιοδήποτε λόγο στον ανάδοχο, δεδομένου μάλιστα ότι ο έλεγχος αυτός επιβάλλεται για λόγους προστασίας του δημοσίου χρήματος εθνικού, ή κοινοτικού.
Τα ανωτέρω, όσον αφορά την άρνηση καταβολής μη οφειλομένων για οποιονδήποτε λόγο ή την αναζήτηση των αχρεωστήτως ή μη νομίμως καταβληθέντων χρηματικών ποσών, ισχύουν, για την ταυτότητα του λόγου και όταν δεν υπάρχει σιωπηρή αλλά ρητή έγκριση (ΣΤΕ 973/2018, 251/2017), ενώ οι αμφισβητήσεις σε σχέση με το ύψος των απαιτήσεων του αναδόχου εγείρονται με την άσκηση προσφυγής κατά των αποφάσεων έγκρισης ή διόρθωσης του λογαριασμού από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία (Δ.Υ) και όχι και κατά των εγκριτικών ή διορθωτικών των τμηματικών επιμετρήσεων αποφάσεων (ΣΤΕ 1459/2017, ΣτΕ 4845/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 256/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ιστορούνται σε αυτήν τα ακόλουθα: Η εναγομένη δημοτική επιχείρηση (αναιρεσίβλητη) προκήρυξε δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό για την εκτέλεση του έργου "Συμπλήρωση δικτύων ….
ακαθάρτων σε τμήμα της περιοχής ….. του οικισμού ….", κατά τον οποίο μειοδότρια αναδείχθηκε η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) με έκπτωση 38%, ακολούθως δε με την 4/18-1-2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης ο διαγωνισμός κατακυρώθηκε σε αυτήν και υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων η με αριθμό ….41/13-3-2008 σύμβαση έργου, ποσού 334.800 ευρώ, χωρίς τον ΦΠΑ.
Το έργο αυτό περατώθηκε και η εναγομένη εξέδωσε τη με αριθμό ….12/30-6-2009 έκθεση περαίωσης του έργου και τη με αριθμό …62/7-7-2009 βεβαίωση περαίωσης, από τις οποίες προκύπτει η εμπρόθεσμη εκτέλεση του έργου, το οποίο από 30-6-2009 χρησιμοποιείται από την εναγομένη, χωρίς να γίνει η τυπική παραλαβή του. Κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου ζητήθηκε από την εναγομένη και η ενάγουσα εκτέλεσε, με εντολές και υποδείξεις των επιβλεπόντων μηχανικών του έργου, προστηθέντων της εναγομένης, τις αναφερόμενες στην αγωγή εργασίες καθ' υπέρβαση του συμβατικού αντικειμένου, και ειδικότερα μεγαλύτερες ποσότητες από τις προβλεπόμενες στον προϋπολογισμό μελέτης και τους ανακεφαλαιωτικούς πίνακες, οι δε επιβλέποντες μηχανικοί, αφού έλεγξαν τις υπερσυμβατικές εργασίες, υπέγραψαν και ενέκριναν κατά τον τρόπο αυτό τις αναλυτικές ανακεφαλαιωτικές επιμετρήσεις, που συνοδεύουν τον 4ο και 5ο λογαριασμό, στις οποίες είναι επιμετρημένες και οι εν λόγω υπερσυμβατικές εργασίες, πλην, όμως, η οφειλόμενη γι' αυτές αμοιβή δεν καταβλήθηκε, διότι δεν υπογράφηκε ο προταθείς από την ίδια ΑΠΕ, στον οποίο θα περιλαμβάνονταν και οι εργασίες αυτές.
Οι υπερσυμβατικές αυτές εργασίες περιλαμβάνονται στον ενσωματωμένο στην αγωγή πίνακα, που αναφέρει το είδος της εργασίας, την ποσότητα που εκτελέστηκε και τη δαπάνη που αντιστοιχεί σε αυτές, η οποία υπολογίζεται με τις τιμές μονάδος των προβλεπόμενων στη σύμβαση εργασιών, αφού αφαιρεθεί η παρασχεθείσα έκπτωση, και προστεθεί το εργολαβικό όφελος και ο ΦΠΑ, αφορούν δε σε εκσκαφές ορυγμάτων, φορτοεκφορτώσεις προϊόντων εκσκαφών, αποκατάσταση ασφαλτικών οδοστρωμάτων, επιχώσεις ορυγμάτων με ιδιαίτερες απαιτήσεις συμπυκνώσεως, διάστρωση και εγκιβωτισμό σωλήνων, ξυλοτύπους, κατασκευές από σκυρόδεμα, σιδηρούν δομικό πλέγμα και χυτοσιδηρά καλύμματα φρεατίων, η δε αξία των ως άνω εργασιών, υπολογιζόμενη με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, ανέρχεται στο ποσό των 81.001,98 ευρώ.
Ειδικότερα, με τους 4ο και 5ο λογαριασμούς, που θεωρήθηκαν αυθημερόν, την 7-10-2010, από τη Διευθύντρια και τον Πρόεδρο της εναγομένης, η ενάγουσα υπέβαλε μεταξύ άλλων και αναλυτικές επιμετρήσεις και πιστοποιήσεις επιμετρήσεων των εργασιών που εκτελέστηκαν, οι οποίες ελέγχθηκαν και εγκρίθηκαν από τους επιβλέποντες μηχανικούς και στις οποίες περιλαμβάνονται και οι συμπληρωματικές εργασίες, ενώ στις 22-9-2011 υπέβαλε στην εναγομένη τον 6ο και τελικό λογαριασμό, στις συνοδευτικές επιμετρήσεις του οποίου αναφέρονται όλες οι εκτελεσθείσες εργασίες και οι υπερσυμβατικές, σύμφωνα δε με αυτόν το κόστος των εργασιών ανέρχεται σε 380.338,70 ευρώ, καταβλήθηκε το ποσό των 316.151,48 ευρώ και οφείλεται το υπόλοιπο ποσό των 64.187,22 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23%, δηλαδή το ποσό των 78.950,28 ευρώ, το οποίο η εναγομένη δεν κατέβαλε, καθόσον δεν ενέκρινε τον υποβληθέντα λογαριασμό.
Ακολούθως, στις 23-7-2012, η εναγομένη κοινοποίησε στην ενάγουσα τον 3ο Ανακεφαλαιωτικό και τακτοποιητικό πίνακα εργασιών, στον οποίο, όμως, δεν περιέλαβε τις εκτελεσθείσες υπερσυμβατικές εργασίες, γι' αυτό και η τελευταία τον υπέγραψε με επιφύλαξη. Κατόπιν αυτού, η ενάγουσα κατέθεσε ένσταση στο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, ως Προϊσταμένης Αρχής του Έργου, ζητώντας τη συμπλήρωση, άλλως την τροποποίηση του ανωτέρω ΑΠΕ, ώστε να συμπεριληφθούν σε αυτόν και οι υπερσυμβατικές εργασίες, πλην, όμως, η ένσταση αυτή απορρίφθηκε, όπως και η αίτηση θεραπείας που άσκησε κατά της απορριπτικής απόφασης ενώπιον του Υπουργού Περιβάλλοντος - Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, ακολούθως δε η ενάγουσα κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου Θράκης τη με αριθμό καταθέσεως 18/8-4-2013 προσφυγή της, ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου και την τροποποίηση του 3ου ΑΠΕ, η οποία απορρίφθηκε με την 353/2014 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι δεν προβλέπεται το ένδικο αυτό βοήθημα ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, αφού η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη και, επί πλέον, διότι δεν ζητήθηκε η αναγνώριση της υποχρεώσεως της καθής (ήδη αναιρεσίβλητης) να περιλάβει στον 3ο ΑΠ τις εκτελεσθείσες υπερσυμβατικές εργασίες (αλλά μόνον η συμπλήρωση αυτού, στην οποία δεν μπορούσε το Δικαστήριο να προβεί), σε κάθε δε περίπτωση, διότι, εφόσον είχαν υποβληθεί και εγκριθεί από την Διευθύνουσα/ Επιβλέπουσα το Έργο Υπηρεσία της καθής οι 4ος και 5ος λογαριασμοί, με τις συνοδεύουσες αυτούς αναλυτικές - ανακεφαλαιωτικές επιμετρήσεις, στις οποίες περιλαμβάνονταν οι υπερσυμβατικές ποσότητες και εργασίες, υπήρχε δικαίωμα της προσφεύγουσας να αξιώσει ευθέως την αμοιβή της για τις πρόσθετες εργασίες.
Ενόψει αυτών, εφόσον οι υπερσυμβατικές εργασίες ποσού 81.001,98 ευρώ, έχουν εγκριθεί και πιστοποιηθεί ως προς την εκτέλεσή τους από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία της εναγομένης, έχουν δε περιληφθεί στους 5ο και 6ο λογαριασμούς που υποβλήθηκαν στην εναγομένη, κατά το ποσό των 78.950,28 ευρώ, η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό του εργολαβικού ανταλλάγματος, αλλά αρνείται παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, εφόσον κριθεί ότι οι εκτελεσθείσες υπερσυμβατικές εργασίες παρασχέθηκαν με βάση μη έγκυρη σύμβαση, η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας χωρίς νόμιμη αιτία, κατά το ποσό των 81.001,98 ευρώ, το οποίο αυτή δαπάνησε για να εκτελέσει το έργο και εξοικονόμησε η εναγομένη, δεδομένου ότι θα έπρεπε να καταβάλει αυτό σε άλλον εργολάβο για να αποκτήσει το ίδιο έργο.
Με αυτό το ιστορικό η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 81.001,98 ευρώ, νομιμοτόκως από την όχληση και συγκεκριμένα από 10-4-2013, που επιδόθηκε στην εναγομένη η προαναφερόμενη προσφυγή της, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Με τις προτάσεις, που κατέθεσε κατά τη συζήτηση, η ενάγουσα συμπλήρωσε αφενός μεν το αίτημα καταβολής τόκων και ζήτησε κυρίως να της επιδικαστούν τόκοι από 4-2-2011, που όχλησε την εναγομένη με την υποβολή του 4ου και 5ου λογαριασμού, αφετέρου δε τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής ότι η εκτέλεση των υπερσυμβατικών εργασιών ήταν αναγκαία για να διασφαλιστεί η λειτουργικότητα και η πληρότητα του έργου, ενόψει των ειδικών συνθηκών της περιοχής (κατάπτωση των πρανών λόγω σαθρότητας του εδάφους συνεπεία αμμοχάλικου και της υπάρξεως πολλών υπογείων δικτύων που κατέστησαν δυσχερέστατες τις εργασίες) και δεν ήταν εξ αρχής εφικτή η επιμέτρησή τους.
Το Εφετείο απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της, καθό μέρος μεν θεμελιώνεται στην έγκριση των αναλυτικών επιμετρήσεων και τους επικαλούμενους ως άνω λογαριασμούς ως μη νόμιμη, καθό μέρος δε θεμελιώνεται στην εκτέλεση των υπερσυμβατικών εργασιών με βάση εντολές και υποδείξεις των επιβλεπόντων μηχανικών της εναγομένης, ως αόριστη.
Η ένδικη αγωγή έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο και εφόσον η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι για την εκτέλεση των ένδικων συμπληρωματικών εργασιών προέβη στην κατάρτιση ιδιαίτερης συμπληρωματικής σύμβασης με την εναγομένη, η οποία αποτελεί, κατ' αρχήν, απαραίτητη προϋπόθεση, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, όταν παρίσταται ανάγκη εκτελέσεως συμπληρωματικών εργασιών, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο ανατεθέν με την αρχική σύμβαση έργο και οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες κατά την εκτέλεση αυτού λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, θεμελιώνεται, κατά την κύρια βάση της στον ισχυρισμό ότι οι ανωτέρω συμπληρωματικές εργασίες περιελήφθησαν στις αναλυτικές ανακεφαλαιωτικές επιμετρήσεις των εργασιών που εκτελέστηκαν, οι οποίες ελέγχθηκαν και εγκρίθηκαν από τους επιβλέποντες μηχανικούς της εναγομένης και οι οποίες συνόδευαν τους υποβληθέντες από την ενάγουσα 4ο, 5ο και 6ο λογαριασμούς.
Όμως, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, στην περίπτωση που οι εκτελεσθείσες συμπληρωματικές εργασίες κριθούν αναγκαίες είτε από τα αρμόδια όργανα του κυρίου του έργου είτε, σε περίπτωση διαφωνίας, από το αρμόδιο Εφετείο, προκειμένου αυτές να νομιμοποιηθούν, να καθοριστεί το αντίστοιχο εργολαβικό αντάλλαγμα και να ζητήσει ο ανάδοχος με αγωγή την επιδίκασή του, απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας κατάρτισης συμπληρωματικής σύμβασης με βάση Α.Π.Ε.
ή και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. και, στη συνέχεια, η διενέργεια επιμέτρησης και η έγκριση του σχετικού λογαριασμού. Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ιδιαίτερη συμπληρωματική σύμβαση με βάση εγκριθέντα ΑΠΕ, που κατά νόμο συντάσσεται από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία, αφού ο 3ος ΑΠΕ, που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 23-7-2012, δεν περιελάμβανε τις ένδικες υπερσυμβατικές εργασίες και η σχετική ένσταση της ενάγουσας, με την οποία ζητήθηκε η συμπλήρωσή του, απορρίφθηκε, όπως και η επακολουθήσασα αίτηση θεραπείας, καθώς και η ασκηθείσα προσφυγή της ίδιας ενώπιον του Εφετείου, ενώ, εξάλλου, ούτε κατά την υποβολή του 4ου και 5ου λογαριασμού είχε καταρτιστεί ΑΠΕ με τις ένδικες εργασίες, αφού, όπως αναφέρεται στην αγωγή, "το τίμημα για τις εργασίες αυτές δεν εξοφλήθηκε, διότι δεν υπογράφηκε ο προταθείς από εμάς ΑΠΕ...
ήτοι η νέα σύμβαση και ως προς αυτές". Όσον αφορά τους επικαλούμενους λογαριασμούς, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο μεν 6ος λογαριασμός ουδέποτε εγκρίθηκε από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία της εναγομένης, οι δε 4ος και 5ος λογαριασμοί συνοδεύονταν μεν από επιμετρήσεις που περιελάμβαναν και τις υπερσυμβατικές εργασίες, πλην, όμως, δεν ζητήθηκε με αυτούς η πληρωμή των προσθέτων εργασιών, αλλά ούτε και εγκρίθηκαν οι ανωτέρω δύο λογαριασμοί ως προς τις εργασίες αυτές, αφού κατά την αγωγή δεν είχε καταρτιστεί ο αντίστοιχος ΑΠΕ από την Διευθύνουσα Υπηρεσια της εναγομένης, η κατάρτιση και έγκριση του οποίου αποτελεί προϋπόθεση για την πιστοποίηση εργασιών που πράγματι εκτέλεσε η ανάδοχος ενάγουσα και για τη σύνταξη από αυτήν του λογαριασμού για την πληρωμή της αμοιβής της.
Κατόπιν αυτών, εφόσον οι διάδικοι δεν συνήψαν για τις ένδικες υπερσυμβατικές εργασίες ιδιαίτερη συμπληρωματική σύμβαση με την κατάρτιση του προβλεπόμενου ΑΠΕ, ούτε και υπήρξε έγκριση αντίστοιχου για τις ως άνω εργασίες λογαριασμού, μόνη η επικαλούμενη στην αγωγή υπογραφή - έγκριση από τους επιβλέποντες μηχανικούς των αναλυτικών ανακεφαλαιωτικών επιμετρήσεων, που περιλαμβάνουν τις εν λόγω εργασίες και συνοδεύουν τους 4ο και 5ο λογαριασμούς, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί δεσμευτική (παρότι αφορά υπερσυμβατικές εργασίες, για τις οποίες δεν καταρτίστηκε ΑΠΕ και συμπληρωματική σύμβαση), δεν θεμελιώνει νόμιμη απαίτηση της ενάγουσας και αντίστοιχη υποχρέωση της εναγομένης προς καταβολή εργολαβικού ανταλλάγματος για την εκτέλεση των ένδικων συμπληρωματικών εργασιών.
Τα ως άνω ισχύουν και καθό μέρος επιχειρείται να θεμελιωθεί η αξίωση στη σύμβαση έργου, με την επίκληση της διενέργειας των υπερσυμβατικών εργασιών, κατόπιν εντολών και υποδείξεων των επιβλεπόντων μηχανικών της εναγομένης, αφού, και στην περίπτωση αυτή, απαιτείται για τη γένεση δικαιώματος πρόσθετης αμοιβής λόγω εκτέλεσης υπερσυμβατικών εργασιών, η σύνταξη Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών και η σύναψη νέας συμβάσεως.
Ενόψει των ανωτέρω, λοιπόν, η κύρια βάση της αγωγής είναι μη νόμιμη. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, έστω και με εν μέρει διαφορετικές αιτιολογίες, σε ορθό διατακτικό κατέληξε (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με το να απορρίψει την αγωγή κατά την κύρια βάση της, καθό μέρος θεμελιώνεται στην έγκριση των αναλυτικών επιμετρήσεων και τους επικαλούμενους ως άνω λογαριασμούς ως μη νόμιμη, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή α) τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1 του ν. 1418/1984, 34 παρ. 2, 38 παρ. 2, 3 και 43 του π.δ. 609/1985, τις οποίες εφάρμοσε, και β) τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 8 (10) και 40 παρ. 7 του π.δ. 609/1985, τις οποίες δεν εφάρμοσε και, συνεπώς, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης.
Εξάλλου, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Τέτοιο έννομο συμφέρον δεν έχει ο ενάγων, όταν το αίτημα που πρόβαλε με την αγωγή του ήταν μη νόμιμο, αλλά το δικαστήριο της ουσία το απέρριψε ως αόριστο, αφού η απόρριψη αγωγικού αιτήματος ως μη νόμιμου είναι δυσμενέστερη γι'αυτόν, από την απόρριψη του αιτήματος αυτού ως αορίστου (ΑΠ 419/2018, ΑΠ 1403/2017, ΑΠ 1464/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως ήδη αναφέρθηκε, η ένδικη αγωγή, καθό μέρος θεμελιώνεται κατά την κύρια βάση της στην εκτέλεση των υπερσυμβατικών εργασιών με βάση εντολές και υποδείξεις των επιβλεπόντων μηχανικών της εναγομένης, απορρίφθηκε από το Εφετείο ως αόριστη, μολονότι, κατά τα προεκτεθέντα, ήταν μη νόμιμη.
Ωστόσο, παρά το σφάλμα τούτο της προσβαλλόμενης, η ενάγουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόρριψη της ως άνω μη νόμιμης αγωγής, αφού έτσι η θέση της καθίσταται χειρότερη, ενόψει του δυσμενέστερου της απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης από την απόρριψη αυτής ως αόριστης. Επομένως, κατά το μέρος τούτο, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως (από άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, κατά τη νοηματική του εκτίμηση), που πλήττει την προσβαλλόμενη, γιατί παρά το νόμο απέρριψε την αγωγή, ως αόριστη, είναι απαράδεκτος.
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση το επικουρικό αίτημα της αναιρεσείουσας για απόδοση του αιτούμενου ποσού κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, εφόσον η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας χωρίς νόμιμη αιτία, κατά το ανωτέρω ποσό των 81.001,98 ευρώ, το οποίο αυτή δαπάνησε για να εκτελέσει το έργο και εξοικονόμησε η εναγομένη, δεδομένου ότι θα έπρεπε να καταβάλει αυτό σε άλλον εργολάβο για να αποκτήσει το ίδιο έργο.
Και ο λόγος, όμως, αυτός είναι αβάσιμος διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, σε περίπτωση εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών χωρίς την τήρηση των προβλεπόμενων προϋποθέσεων, ο ανάδοχος δεν δικαιούται αποδόσεως της ωφέλειας του λήπτη βάσει των διατάξεων των άρθρων 904 επ. ΑΚ για πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε χωρίς έγγραφη εντολή της Υπηρεσίας ή σε επείγουσες περιπτώσεις, χωρίς προφορική εντολή, η οποία να έχει δοθεί στον τόπο του έργου και να έχει κατοχυρωθεί στο ημερολόγιο αυτού (ΣτΕ 749/2016, 2387/14, 1230/13, 778/2011 κ.ά.).
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως την διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ και συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί αυτή λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν.1738/1987, όπως ορίζεται στο διατακτικό, διότι οι δημοτικές επιχειρήσεις, όπως η αναιρεσείουσα, απολαμβάνουν όλα τα δικαστικά, δικονομικά και φορολογικά προνόμια του Δημοσίου (άρθρο 276 παρ. 1 ν. 3463/2006 σε συνδυασμό με άρθρο 285 ν. 3852/2010).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-6-2017 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΤΕΒΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 96/2017 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ