Legislator Case Law & Legislation
1737/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on costs only, ruling costs are non-appealable without substantive review.

Case Number 1737/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Second Instance Court's decision on litigation costs. The appellants argued the costs were excessive, but the court held that cost awards are based on the losing party's status and do not require specific justification. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because it sought to challenge only the costs without addressing the substantive merits of the case.

Legislator headnote

AI generated

Art. 193 C.Pol.D.; Art. 176, 178, 183, 561 C.Pol.D.: An appeal against a judgment on litigation costs is inadmissible unless it includes a challenge to the substance of the case, as cost awards are based on the outcome of the litigation and are not subject to separate review.

Keywords

AI generated
litigation costs appeal admissibility substance of the case losing party non-appealable costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 193 C.Pol.D.
Art. 176 C.Pol.D.
Art. 178 C.Pol.D.
Art. 183 C.Pol.D.
Art. 561 C.Pol.D.
Art. 495 C.Pol.D.
Art. 106 C.Pol.D.
Art. 191 C.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
AP 226/2020
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for challenging only costs without the case substance under Article 193 of the Civil Procedure Code.
AP 207/2020
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for challenging only costs while ignoring substantive law violation.
AP 1688/2017
Greece Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to missing State Council approval and limited scope.
AP 1818/2014
Supreme Court dismisses appeal against appellate court ruling on appeal admissibility and legal costs allocation.
AP 2193/2013
Supreme Court dismisses appeal on will invalidity and costs, ruling procedural defects do not justify overturning the will.
AP 617/2008
Supreme Court allows appeal against inadmissibility ruling, remands case for retrial on merits due to procedural error.
AP 755/2022
Supreme Court remands bank damages claim for retrial after annulling lower court judgment on interest calculation.
AP 461/2021
Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on property sale validity and legal costs allocation.
AP 453/2020
Supreme Court dismisses appeal on lawyer fees but refers first ground to Full Bench regarding statutory calculation method.
AP 264/2019
Supreme Court dismisses appeal against absent insurer but partially allows it against supplementary insurer regarding joint liability.
AP 718/2018
Supreme Court allows appeal on main claim but remands case for recalculation of social security contributions.
AP 192/2016
Supreme Court dismisses appeal against final appeal judgment regarding unclear claim rejection and cost allocation.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1737 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1737/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Ν. του Χ., 2) Μ. Π. του Η., συζύγου Ε.Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Στυλιανή - Λίνα Καντεράκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ο. του Α., κατοίκου ..., εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Κασιμάτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/9/2016 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4922/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/2/2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με αριθμό 4922/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της 59/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί την ανακοπή των αναιρεσειόντων και είχε ακυρώσει την ανακοπτόμενη με αριθμό 2518/2016 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε την έφεση ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο (ανακόπτοντα) και δέχθηκε αυτή ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη (ανακόπτουσα) και αφού εξαφάνισε την απόφαση ως προς την τελευταία, απέρριψε την ανακοπή της.

Κατά το άρθρο 193 του ΚΠολΔ, δεν επιτρέπεται προσβολή της απόφασης με ένδικο μέσο ως προς τα έξοδα, αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υπόθεσης. Ως ουσία της υπόθεσης κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης νοείται καθετί που κρίθηκε και δεν υπάγεται στην έννοια των δικαστικών εξόδων, ανεξάρτητα αν αφορά σε ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα.

Σκοπός της διάταξης αυτής είναι να περιορίσει τη δυνατότητα αυτοτελούς άσκησης ένδικων μέσων μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, στα οποία περιλαμβάνεται κατ' άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ και η αμοιβή του δικηγόρου, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 226/2020, ΑΠ 207/2020, ΑΠ 1688/2017, ΑΠ 1818/2014, ΑΠ 2193/2013) και η αποτροπή εξαναγκασμού του ανώτερου δικαστηρίου για έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, από την προσβολή και μόνο της απόφασης για τα έξοδα, η κρίση για την επιδίκαση των οποίων συνάπτεται με την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 617/2008).

Η ρύθμιση ισχύει για όλα τα ένδικα μέσα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το έκτακτο ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1004/2023, ΑΠ 226/2020, ΑΠ 207/2020, ΑΠ 1276/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΑΠ 1004/2023, ΑΠ 630/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου και τους αναιρετικούς λόγους που παρατίθενται σ' αυτό και πλήττουν την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, προκύπτει ότι, ο μόνος λόγος αναίρεσης που αφορά τον πρώτο αναιρεσείοντα είναι ο τρίτος λόγος αυτής, με τον οποίο ο τελευταίος αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες και αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό της, ως προς τα δικαστικά έξοδα.

Επομένως, αφού από τον πρώτο αναιρεσείοντα προσβάλλεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αποκλειστικά και μόνον ως προς το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, χωρίς ταυτόχρονη προσβολή αυτής και ως προς το κεφάλαιο της ουσίας της υπόθεσης, πρέπει, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη να απορριφθεί αυτή (αναίρεση) αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη.

Κατά τα λοιπά η ένδικη αναίρεση, κατά το μέρος που αφορά τη δεύτερη αναιρεσείουσα ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 32 εδ.

α και β του ν. 5325/1932, περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν, ''ο τριτεγγυητής ενέχεται καθ' ον τρόπον και ο υπέρ ού η τριτεγγύησις. Η υποχρέωσις αυτού είναι ισχυρά και όταν η ενοχή υπέρ ής τριτεγγυήθη είναι άκυρος λόγω πάσης άλλης αιτίας, εκτός ελαττώματος περί τον τύπον''. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ενοχή από την τριτεγγύηση είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη της ενοχής του προσώπου υπέρ του οποίου δόθηκε η τριτεγγύηση και συνεπώς, ο τριτεγγυητής συναλλαγματικής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του κομιστή ενστάσεις που αφορούν το πρόσωπο υπέρ του οποίου τριτεγγυήθηκε, ή ελαττώματα της βασικής αιτιώδους σχέσης που οδήγησε στην αποδοχή της συναλλαγματικής, και ειδικότερα την ακυρότητα ή ανυπαρξία της κατά το ουσιαστικό δίκαιο.

Όταν, όμως, η βασική σχέση, η οποία οδήγησε στην αποδοχή της συναλλαγματικής, αφορά και στο πρόσωπο του τριτεγγυητή, όπως συμβαίνει όταν ο τελευταίος αναμείχθηκε στη σχέση αυτή, κατόπιν κοινής εξαρχής συμφωνίας μεταξύ αυτού και των, αποδέκτη και κομιστή, τότε όπως συνάγεται από το συνδυασμό της προδιαληφθείσας διάταξης του άρθρου 32, με εκείνες των άρθρων, 17, 47 και 71 του ν. 5325/1932, ο τριτεγγυητής μπορεί να προτείνει κατά του συγκεκριμένου κομιστή τις ενστάσεις από τη βασική σχέση που μπορούσε να προτείνει και ο υπερού η τριτεγγύηση αποδέκτης, καθ' οιουδήποτε δε άλλου κομιστή μπορεί να προτείνει τις ίδιες ενστάσεις, αλλά μόνο υπό τους όρους του άρθρου 17 ν. 5325/1932 (ΑΠ 693/2022, ΑΠ 1397/2015, ΑΠ 1325/2003, ΑΠ 1566/2001).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό αναίρεσης (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ανακοπή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 29/1998, ΑΠ 625/2022, ΑΠ 1115/2019). Η ως άνω παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή (ή η ανακοπή), επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, μολονότι, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, έπρεπε να κριθεί νόμιμη (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 434/2021).

Ο λόγος αυτός μπορεί να δημιουργηθεί και από την εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, ανακοπής κλπ, το οποίο παραδεκτά ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι αν το δικαστήριο της ουσίας ζήτησε περισσότερα ή αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, τα οποία περιέχονταν στην αγωγή (ΑΠ 167/2023, ΑΠ 381/2021, ΑΠ 678/2018, ΑΠ 1734/2009).

Αν, όμως, το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα περιστατικά που στηρίζουν το δικαίωμα και εκτίθενται στην αγωγή, και, συνεπεία αυτής της παράλειψής του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, τότε ιδρύεται ο, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1811/2022, ΑΠ 1767/2022, ΑΠ 381/2021), εφόσον, με τη λήψη αυτών, θα κρινόταν ότι η αγωγή θεμελιώνεται στη συγκεκριμένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη, στην οποία στηρίζεται η ένδικη αξίωση (ΑΠ 434/2021).

Κατά την τελευταία διάταξη, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται και οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή άλλη αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων για παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 173/2017).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 527/2023, ΑΠ 47/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, η δεύτερη αναιρεσείουσα με το δεύτερο και τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγους της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με τις αιτιάσεις ότι απορρίπτοντας την ανακοπή κατά το μέρος που αφορούσε αυτή, ως τριτεγγυήτρια των ένδικων συναλλαγματικών, για τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ως μη νόμιμη, δεχόμενη ότι δεν νομιμοποιείται η ίδια στην προβολή ένστασης από τη βασική σχέση μεταξύ του πρώτου ανακόπτοντος (συζύγου της) και του καθού η ανακοπή, αποδέκτη και εκδότη, αντίστοιχα, των συναλλαγματικών, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 32 εδ.

α και β του ν. 5325/1932, ''περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν'', χωρίς να λάβει υπόψη τους κρίσιμους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς της, που πρόβαλε με την ανακοπή και τις προτάσεις της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, περί ενεργούς ανάμειξής της στην κατάρτιση της εικονικής σύμβασης δανείου και στην όλη συναλλαγή μεταξύ του αποδέκτη των συναλλαγματικών, υπέρ του οποίου τριτεγγυήθηκε και του εκδότη αυτών.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της ένδικης από 8-9-2016 ανακοπής κατά της υπ' αριθμ. 2518/2016 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες, ήδη αναιρεσείοντες, ως αποδέκτης ο πρώτος και ως τριτεγγυήτρια η δεύτερη, των ένδικων συναλλαγματικών, βάσει των οποίων εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, πρόβαλαν για την θεμελίωση της ένδικης ανακοπής, τα εξής: "Με την ανακοπτόµενη διαταγή πληρωμής υποχρεωθήκαμε ευθυνόµενοι εις ολόκληρον να καταβάλλουμε στον καθού (αναιρεσίβλητο) το ποσό των 192.000 ευρώ νομιµοτόκως για κάθε επιµέρους ποσό, ως εξής:

α) ποσό 47.000 ευρώ από 01.09.2015, ποσό 75.000 ευρώ από 16.12.2014 και ποσό 70.000 ευρώ από 16.12.2015, καθώς και 2.460 ευρώ, ως δικαστική δαπάνη. Τα ανωτέρω επιµέρους ποσά προέκυψαν από συναλλαγµατικές τις οποίες εξέδωσε ο καθού, αποδέχθηκε ο 1ος από εµάς και τριτεγγυήθηκε η 2η από εμάς. Ακριβώς επειδή ο καθού είναι και ο εκδότης των συναλλαγματικών μπορούμε να του αντιτάξουµε αντιρρήσεις και ενστάσεις από την υποκείµενη αιτία.

Ο καθού είναι στο επάγγελµα εργολάβος οικοδοµών. Αφενός ως οικοπεδούχος, αφετέρου µέσω της εργοληπτικής του εταιρίας .....'' κατασκεύασε πολυκατοικία στο ..., στην οποία βρίσκονται και οι κρίσιμες οριζόντιες ιδιοκτησίες. Ο καθού, από κοινού µε τον αδελφό του Β. Ο., πώλησαν και µεταβίβασαν στον 1ο από εµάς δυνάµει του υπ' αριθµό ...../2011 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου ....., Δ.

Α., µια οριζόντια ιδιοκτησία - μεζονέτα του 4ου και 5ου ορόφου πάνω από την πυλωτή µε στοιχεία Δ-2 και Ε-2 στην οποία ανήκουν κατ αποκλειστική χρήση η ανοικτή θέση στάθµευσης αυτοκινήτου µε στοιχεία ΘΣΤ-1 και ο χώρος δώµατος. Επιπλέον πώλησαν δυο οριζόντιες ιδιοκτησίες αποθηκών υπογείου, µε τα στοιχεία ......

Οι ανωτέρω ιδιοκτησίες βρίσκονται στο ..., οδός Πίνδου 59 και είναι πλέον η κύρια κατοικία µας.... Η πολυκατοικία στην οποία βρίσκονταν οι ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες µας δεν είχε ακόµα αποπερατωθεί. Υπήρχε σειρά ακόµα οικοδομικών εργασιών να γίνουν και η συγκυρία αυτή µας έδινε τη δυνατότητα να αποπερατωθεί η οικοδοµή σύμφωνα µε τις υποδείξεις και προτιμήσεις µας.....

Το συνολικό τίµηµα συμφωνήθηκε κατά το ανωτέρω συμβόλαιο στο ποσό των 258.908,96 ευρώ που, αντιστοιχούσε ακριβώς στην τότε αντικειμενική αξία του. Το ποσό αυτό θα πληρωνόταν από δάνειο της τράπεζας ... και το ποσό αυτό πράγματι πληρώθηκε στους πωλητές. Πέρα όµως από το ανωτέρω, εμφανές τίµηµα, ο 1ος από εµάς συμφώνησε µε τον καθού να του καταβάλλει και αφανές (μαύρο) τίµηµα που ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 314.322,94 ευρώ.

Το ποσό αυτό θα εξοφλούσε ο 1ος από εμάς τμηματικά, και δη ως εξής: ...... Εις εξασφάλιση του καθού ο 1ος από εµάς αποδέχθηκε 5 συναλλαγµατικές που εξέδωσε ο καθού και αντιστοιχούσαν στα ανωτέρω ποσά και ημερομηνίες και τριτεγγυήθηκε η 2η από εμάς. Στο ανωτέρω αφανές τίµηµα συμπεριλαμβανόταν και το κόστος κατασκευών για την αποπεράτωση της κατοικίας μας.

Ο καθού προς πρόσθετη εξασφάλισή του, μας ζήτησε και εμείς υποκύψαμε και καταρτίσαμε ένα εικονικό συμφωνητικό δανείου, όπου τάχα ο καθού μας δάνειζε 314.322,94 ευρώ και οι ανωτέρω συναλλαγματικές αφορούσαν την εξασφάλιση του εικονικού αυτού δανείου. Το συμφωνητικό αυτό φέρει ημερομηνία 15.04.2011, στην πραγματικότητα καταρτίστηκε στις 14.04.2011, ημερομηνία κατάρτισης του αγοραπωλητήριου συμβολαίου.

Μάλιστα στο συμφωνητικό αυτό αναφέρεται: "Το δάνειο αυτό δόθηκε προκειµένου ο αφετέρου συμβαλλόμενος να προβεί στην αποκατάσταση των ελλείψεων, κακοτεχνιών, ατελειών, ως επίσης και επιπλέον εργασιών που ο ίδιος επιθυμεί, πέρα των αναφεροµένων στη γενική και ειδική συγγραφή υποχρεώσεων που αφορά στην εν λόγω οικοδομή, ώστε το αγορασθέν από εκείνον ακίνητο να τελειοποιηθεί σύµφωνα µε τις επιθυμίες του και προκειµένου να διευκολυνθεί. (...) Το ποσό αυτό ο αφετέρου συμβαλλόμενος, Ε.

Ν. συνοµολογεί ότι το έλαβε σε μετρητά κατά την υπογραφή του παρόντος". Η εικονικότητα του δανείου είναι πρόδηλη.... Τάχα χορηγείται για αποκατάσταση των πραγματικών ελαττωµάτων, για τα οποία ευθύνεται ως πωλητής ο ίδιος ο καθού, καθώς επίσης για αποπεράτωση των εργασιών βάσει της γενικής και ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων για την οποία επίσης ευθύνεται ο καθ' ου ως εργολάβος της ανωτέρω οικοδομής .....

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό δεν αναφέρεται λέξη για το τυχόν ύψος του εργολαβικού ανταλλάγματος. Ούτε υπάρχει και κάποιο πρόσθετο συμφωνητικό στο οποίο να προσδιορίζονται οι τυχόν πρόσθετες εργασίες και η αμοιβή του εργολάβου..... Ως εκ τούτου ο καθένας αντιλαμβάνεται, ότι το δάνειο είναι τελείως εικονικό και το µόνο που µπορεί να υποκρύπτει είναι το αφανές τίµηµα της κρίσιμης πώλησης, µε ό,τι ποινικές και φορολογικές κυρώσεις αυτό µπορεί να συνεπάγεται.

Ο 1ος από εμάς εξόφλησε τις δυο πρώτες συναλλαγµατικές, στην 3η συναλλαγματική µε λήξη 15.12.2013 κατέβαλλε 25.000 ευρώ και για το λόγο αυτό η ανακοπτόµενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε για - υπολειπόμενο ποσό 47.000 ευρώ..... Συνοπτικώς, κάθε ποσό εκ των συναλλαγµατικών αυτών αφορά παράνομη αιτία, το υποτιθέμενο δάνειο είναι άκυρο ως εικονικό, ουδέν οφείλουμε στον καθού εκ των συναλλαγµατικών αυτών και επιφυλασσόµαστε παντός δικαιώµατός µας .....".

Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτό της ανακοπής, κατά τη δέουσα εκτίμησή του, οι ανακόπτοντες, με τις άνω ιδιότητές τους, επεδίωξαν την ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, προβάλλοντας την ένσταση της μη νόμιμης αιτίας έκδοσης των επίδικων συναλλαγματικών, επικαλούμενοι ότι αντιπροσωπεύουν επιπλέον τίμημα αγοραπωλησίας ακινήτου κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ του πρώτου ανακόπτοντος, αποδέκτη των συναλλαγματικών και του καθού η ανακοπή εκδότη αυτών, για το οποίο δεν τηρήθηκε ο συμβολαιογραφικός τύπος.

Έτσι, με βάση τα εκτιθέμενα στην ανακοπή πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση του σχετικού λόγου ανακοπής, το ελάττωμα αφορά τη βασική σχέση μεταξύ των, εκδότη και αποδέκτη των συναλλαγματικών, πωλητή και αγοραστή των άνω ακινήτων, αντίστοιχα και συγκεκριμένα το επιπλέον του αναφερόμενου στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο τίμημα, για την κάλυψη του οποίου καταρτίστηκε η επικαλούμενη (εικονική) κατά τους ανακόπτοντες σύμβαση δανείου, με λήπτη του δανείου και οφειλέτη τον πρώτο ανακόπτοντα και ακολούθως οι ένδικες συναλλαγματικές, με τριτεγγυήτρια υπέρ του αποδέκτη αυτών, τη δεύτερη ανακόπτουσα - αναιρεσείουσα, χωρίς, όμως, σχετικά με αυτή, να γίνεται αναφορά στην ανακοπή ότι αναμείχθηκε δικαιοπρακτικά στη βασική σχέση, κατόπιν κοινής εξαρχής συμφωνίας, μεταξύ αυτής και των, αποδέκτη και κομιστή των συναλλαγματικών.

Τέτοια δε ανάμειξη δεν συνιστά η αναφορά στην ανακοπή ότι η ίδια είναι σύζυγος του πρώτου ανακόπτοντος, αποδέκτη των συναλλαγματικών και διαμένει μαζί του στο ακίνητο και ότι αυτή συμμετείχε στην κατάρτιση της (εικονικής) δανειακής σύμβασης, με την απόδοση του προϊόντος της οποίας, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, βαρύνεται ο πρώτος ανακόπτων, ο οποίος φέρεται ότι έλαβε το δάνειο.

Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η δεύτερη αναιρεσείουσα, ως μη αναμειχθείσα δικαιοπρακτικά στη βασική σχέση μεταξύ των, εκδότη και αποδέκτη των συναλλαγματικών, δεν δικαιούται λόγω της αυτοτέλειας της από την τριτεγγύηση ενοχής της, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 32 εδ.

α και β του ν. 5325/1932, να προτείνει την του υπερού η τριτεγγύηση και αποδέκτη των επιδίκων συν/κών ένσταση της παράνομης αιτίας έκδοσής τους, καθόσον το επικαλούμενο ελάττωμα αφορά προσωπικά τον υπερού, η τριτεγγύηση αποδέκτη των επίδικων συναλλαγματικών και όχι την ανακόπτουσα τριτεγγυήτρια, χωρίς να αρκεί το γεγονός ότι η ίδια είναι σύζυγος του αποδέκτη και κατοικεί μαζί με αυτόν στα πωληθέντα ακίνητα.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, επιλαμβανόμενο σχετικού λόγου έφεσης του ήδη αναιρεσίβλητου για την παρά το νόμο παραδοχή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως νόμιμης της ανακοπής, ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα, απέρριψε την ανακοπή ως προς την τελευταία, κρίνοντας όμοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 32 του ν. 5325/1932, αφού, από τα εκτιθέμενα στην ανακοπή δεν προκύπτει ότι η βασική σχέση που οδήγησε στην αποδοχή των συναλλαγματικών αφορά και στο πρόσωπο της δεύτερης ανακόπτουσας - αναιρεσείουσας ως τριτεγγυήτριας των συναλλαγματικών, ούτε ανάμειξη της τελευταίας με οποιοδήποτε τρόπο στη βασική σχέση κατόπιν σχετικής συμφωνίας, ώστε να μπορεί να προτείνει τις από τη σχέση αυτή ενστάσεις κατά του εκδότη των συναλλαγματικών αυτών.

Επομένως, είναι αβάσιμοι οι άνω λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξης και όχι να την έχει απορρίψει ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1048/2023, ΑΠ 346/2022, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 1409/2018).

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο η δεύτερη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του, τη με αριθμό 2264/2017 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα του καθού η ανακοπή, στον Ειρηνοδίκη Αθηνών και το από 15-4-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους, στο οποίο η αναιρεσείουσα εμφανίζεται ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη, είναι απαράδεκτος, καθόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η ανακοπή ως προς τη δεύτερη αναιρεσείουσα ως μη νόμιμη, χωρίς το Εφετείο να εισέλθει στην ουσία της διαφοράς.

Από τις διατάξεις των άρθρων, 176 και 183 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, ως προς την τελική κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων καθιερώνεται η αρχή της ήττας, η οποία ισχύει και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, δηλαδή σε περίπτωση παραδοχής του ένδικου μέσου της έφεσης, οπότε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικάζει την υποβληθείσα αίτηση παροχής έννομης προστασίας, ως ηττηθείς διάδικος, που βαρύνεται με την πληρωμή των εξόδων του αντιδίκου του αμφοτέρων των βαθμών, λογίζεται εκείνος ως προς τον οποίο αποβαίνει δυσμενής η κατάληξη της δίκης με την παραδοχή ή την απόρριψη της αίτησης, αδιαφόρως αν αυτός άσκησε το ένδικο μέσο ή ο αντίδικος του.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων, 176 εδ. α, 178, 183 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η κρίση του δικαστηρίου, πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου, περί της έκτασης της καταδίκης του ηττώμενου διαδίκου στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και γι' αυτό είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Επίσης, η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού είναι απόρροια της αρχής της ήττας, ούτε έχει ανάγκη αιτιολόγησης η σχετική δικανική κρίση (ΑΠ 755/2022, ΑΠ 461/2021, ΑΠ 453/2020, ΑΠ 264/2019, ΑΠ 718/2018, ΑΠ 192/2016). Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την απόρριψη της ανακοπής ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα, επέβαλε σε βάρος της, λόγω της ήττας της, τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, κατόπιν σχετικού αιτήματός του, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία όρισε στο ποσό των 11.500 ευρώ.

Η δεύτερη αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, επικαλούμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραπονείται, ότι, το Εφετείο, με την πιο πάνω διάταξη της απόφασής του περί δικαστικής δαπάνης, επιδίκασε υπέρμετρα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσίβλητο, δεδομένου ότι επιστρέφεται το παράβολο και δεν έχει καταβληθεί δικαστικό ένσημο, χωρίς αιτιολογία ως προς την έκταση αυτής.

Ο λόγος, όμως αυτός, είναι απαράδεκτος, καθόσον σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, το δικαστήριο, κατά την επιβολή των εξόδων εις βάρος του ηττηθέντος διαδίκου, δεν απαιτείται να αιτιολογήσει ειδικά την κρίση του, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημά του (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-2-2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 4922/2020 τελεσίδικης απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ