Legislator Case Law & Legislation
617/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal against inadmissibility ruling, remands case for retrial on merits due to procedural error.

Case Number 617/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the Court of Appeals' decision declaring the appeal inadmissible and remanded the case for retrial. The appellant, a bank, sought to recover unpaid salary differences and court costs from deceased employees' heirs, who had already paid the salary claim but contested the costs. The lower court incorrectly declared the appeal inadmissible under Article 532 of the Code of Civil Procedure because the first-instance judgment was not final, despite the appellant having no legal interest in challenging the merits. The Court ruled that the appeal was admissible and the case must be heard on its substance.

Legislator headnote

AI generated

Articles 193, 532 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment declaring inadmissibility is admissible if the first-instance judgment is not final, and the appellant has a legal interest in the outcome.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal finality of judgment legal interest requirement remittal for retrial court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 193 of the Code of Civil Procedure
Article 532 of the Code of Civil Procedure
Article 568 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 617 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 617/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κοκύρη-Χρηστίδη, με δήλωση του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/6/2002 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος και ήδη θανόντος Κυριάκου Πετσάλη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1634/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9130/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/3/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, ανέγνωσε την από 8/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα ..... και .... εκθέσεις επιδόσεων του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ...... ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σε καθεμία των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφες δηλώσεις κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 193 ΚΠολΔ δεν επιτρέπεται προσβολή της αποφάσεως με ένδικο μέσο ως προς τα έξοδα, αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υποθέσεως. Σκοπός της διατάξεως αυτής είναι ο αποκλεισμός της δυνατότητας αυτοτελούς ασκήσεως ενδίκων μέσων, και επομένως και εκείνου της εφέσεως, μόνο για το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων χωρίς ταυτόχρονη προσβολή της αποφάσεως και ως προς το κεφάλαιο αυτής επί της ουσίας της υποθέσεως και η αποτροπή εξαναγκασμού του ανώτερου δικαστηρίου για έρευνα της ουσίας της υποθέσεως από την προσβολή και μόνο της αποφάσεως για τα έξοδα, η κρίση για την επιδίκαση των οποίων συνάπτεται με την ουσία της υποθέσεως.

Ο περιορισμός αυτός ισχύει και όταν ο διάδικος που ηττήθηκε ως προς το έξοδα δεν έχει έννομο συμφέρον να προσβάλει την απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως επειδή, μετά από προηγούμενη έρευνά της από το δικαστήριο, νίκησε ως προς αυτήν. Εάν όμως, εξαιτίας παραιτήσεως του ενάγοντος από τα κύρια αγωγικά αιτήματά του, ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν απεφάνθη επί της ουσίας της υποθέσεως, αλλά, κατά σχετική αίτηση του ενάγοντος, απεφάνθη μόνο επί του παρεπομένου αιτήματος της αγωγής για τα έξοδα, τα οποία επιδίκασε σε βάρος του εναγομένου ως υπαιτίου για την άσκηση της αγωγής και την πρόκληση των εξόδων, το κεφάλαιο αυτό των δικαστικών εξόδων αποτελεί αυτοτελές επίδικο αντικείμενο της δίκης και συνεπώς είναι επιτρεπτή η προσβολή της πρωτόδικης αποφάσεως με έφεση, χωρίς να προσκρούει η άσκησή της στην ως άνω απαγόρευση του άρθρου 193 ΚΠολΔ και να είναι απαράδεκτη, κατά το άρθρο 532 του ίδιου Κώδικα.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Ο αρχικός ενάγων Ψ, που απεβίωσε την 24.7.2006 και στη θέση του συνεχίζουν τη δίκη οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αναιρεσίβλητες αδελφές του Ψ1 και Ψ2, με την από 5.6.2002 αγωγή του, εκθέτοντας ότι με την 1054/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με βάση άλλη, προηγούμενη, αγωγή του, αναγνωρίσθηκε ότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα, στην οποία εργαζόταν ως υπάλληλος, έπρεπε να τον προαγάγει από το βαθμό του Τμηματάρχη στο βαθμό του Υποδιευθυντή από 1.4.1995, ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές του της χρονικής περιόδου από 1.4.1994 έως 31.5.2003, που ανέρχονταν σε 70.007,03 ευρώ.

Κατά τη συζήτηση της ως άνω αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ο ενάγων αυτός, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα οικεία πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις του, δήλωσε ότι η αναιρεσίβλητη, μετά την έγερση της αγωγής, του κατέβαλε το ανωτέρω ποσό των 70.007,03 ευρώ, όχι όμως και την, από την άσκησή της προκληθείσα, δικαστική δαπάνη του, για την οποία και μόνο ζήτησε τη συνέχιση της δίκης.

Κατόπιν αυτού, το Μονομελές Πρωτοδικείο, χωρίς να αποφανθεί επί της ουσίας της υποθέσεως, δηλαδή επί του ως άνω κυρίου αγωγικού αιτήματος, από το οποίο ο αρχικώς ενάγων παραιτήθηκε, δέχθηκε την παρεπόμενη για δικαστικά έξοδα αίτηση του τελευταίου και αφού προσδιόρισε αυτά στο ποσό των 534,80 ευρώ τα επέβαλε σε βάρος της αναιρεσίβλητης, ως υπαίτιος για την άσκηση της αγωγής και την πρόκληση των εξόδων.

Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 28.9.2005 έφεση, την οποία το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη, απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 532 ΚΠολΔ, δεχθέν ότι εστρέφετο κατά αποφάσεως μη υποκειμένης σε έφεση, ως υπαγομένης στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 193 ΚΠολΔ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου, αφού η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ήταν εκκλητή.

Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ απορρέων μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος, γι' αυτό και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η σωρευόμενη στο αναιρετήριο αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι δεν προαποδεικνύεται η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα εκούσια εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρείται (άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 9130/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει ό,τι στο σκεπτικό κρίθηκε ότι πρέπει να απορριφθεί.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια (1000) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2008. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ