Supreme Court remands bank damages claim for retrial after annulling lower court judgment on interest calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the final judgment of the Athens Court of Appeal regarding the bank's liability for lost profits. The court held that the case required a new substantive hearing to properly address the claim. Consequently, the matter is remanded for retrial with the Supreme Court acting as the court of first instance.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580, 581, 583 of the Code of Civil Procedure; When a Supreme Court annuls a judgment on substantive grounds, the case must be remanded for a new substantive hearing before the same appellate chamber.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 755 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 755/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", ως καθολικής διαδόχου λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." με την "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Διαμαντόπουλο και Θεοφάνη Σαξώνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ά.-Μ. Φ. του Γ., κατοίκου ... Γαλλίας, υπό την ιδιότητα της μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του πατρός της Γ. Φ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Μυταλούλη και Μαρία Νάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/4/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2894/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2940/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15/12/2011 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 2044/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 2940/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2451/2015 μη οριστική και 855/2018 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 23/3/2018 αίτησή της και τους από 7/5/2018 και 11/2/2019 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 258/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως η αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στο σκεπτικό αυτής. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 5/8/2020 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπάγγελτα ή με αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 5-8-2020 κλήση της αναιρεσείουσας επαναφέρονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου στην αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, η από 23-3-2018 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 3076/2018, ΕΑΚ 261/2018), καθώς και οι από 7-5-2018 (Αριθ. Καταθ. 48/2018) και από 11-2-2019 (Αριθ. Καταθ. 21/2019) πρόσθετοι λόγοι αυτής, που στρέφονται κατά της 855/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 31-5-2010 έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 2894/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1). Επίσης είναι παραδεκτοί και οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερα δικόγραφα, που κατατέθηκαν στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου και επιδόθηκαν νόμιμα στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από την 1-4-2019, που ορίστηκε αρχικά για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (βλ.
τις με αριθμούς 2491/31-5-2018 και 3518/22-2-2019 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Χ. Π., για την επίδοσή τους στην αναιρεσίβλητη), απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης περί απαραδέκτου των από 11-2-2019 πρόσθετων λόγων, κατ' άρθρο 28 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), διότι κατατέθηκαν από τον δικηγόρο Γεώργιο Τάκη, ο οποίος είναι διορισμένος στο Εφετείο, τον οποίο (ισχυρισμό) πρότεινε με τις εμπροθέσμως, στις 7-10-2021 (βλ.
σχετική επ' αυτών επισημείωση του γραμματέα) κατατεθείσες στο Δικαστήριο τούτο προτάσεις της, ήτοι είκοσι και πλέον ημέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (1-11-2021). Τούτο, διότι, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 28 του ν. 4194/2013, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 6 του Ν. 4205/2013, ο δικηγόρος που είναι διορισμένος σε κατώτερο δικαστήριο, όπως ο προαναφερόμενος, δύναται να συντάσσει, υπογράφει και καταθέτει ένδικα βοηθήματα και ένδικα μέσα που απευθύνονται ενώπιον ανώτερων δικαστηρίων, συνεπώς και δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού είναι συναφείς, αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση (ΑΠ 304/2020, ΑΠ 894/2018) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", προκύπτει ότι οι αποφάσεις της Ολομέλειας και των Τμημάτων του Αρείου Πάγου είναι δεσμευτικές για όλα τα δικαστήρια, που επιλαμβάνονται της ίδιας υπόθεσης, δηλαδή, και για τον ίδιο τον Άρειο Πάγο, αν επανέλθει σ` αυτόν η υπόθεση ύστερα από νέα αναίρεση κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου της παραπομπής (ΟλΑΠ 15/2011).
Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ` ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 534/2015, ΑΠ 1708/2014).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με τον λόγο αυτόν προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο, με το οποίο συμμορφώθηκε με την αναιρετική (ΑΠ 387/2021, ΑΠ 1743/2017, ΑΠ 921/2015 ΑΠ 128/2013, ΑΠ 199/2012, ΑΠ 411/2010). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο των από 11-2-2019 πρόσθετων λόγων αυτής, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 8, 9 και 14 του ίδιου άρθρου που αναφέρει η αναιρεσείουσα), με την επίκληση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε στην επίδικη διαφορά ανάλογη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, ενώ έπρεπε να εφαρμόσει αναλόγως τη διάταξη της παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα (και ήδη αναιρεσίβλητη), με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 16-4-2008, αγωγή, επικαλούμενη την αναγκαστική εκτέλεση των αναφερόμενων σ' αυτήν, διαταγής πληρωμής και της επιταγής προς εκτέλεση, αντίστοιχα, οι οποίες στη συνέχεια ακυρώθηκαν αμετακλήτως, ζήτησε, κατ' άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας), καθώς και να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει ως αποζημίωση για θετική ζημία και διαφυγόν κέρδος τα αναφερόμενα αναλυτικά σ' αυτή χρηματικά ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 2894/2010 οριστική απόφαση απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι δεν αναφερόταν σ' αυτήν το αναγκαίο στοιχείο της κατ' άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ ασκούμενης αξίωσης αποζημίωσης, ήτοι η αμετάκλητη ακύρωση των ανωτέρω εκτελεστών τίτλων, με βάση τους οποίους επισπεύσθηκε η αναγκαστική εκτέλεση.
Κατά της ανωτέρω απόφασης η ενάγουσα άσκησε την από 31-5-2010 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 2940/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, με την ίδια αιτιολογία. Η ενάγουσα προσέβαλε την απόφαση αυτή με την από 15-12-2011 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 2044/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία έγιναν δεκτά τα εξής: "Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από τη δέουσα επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, ..., η ενάγουσα - αναιρεσείουσα εξέθεσε, πλην άλλων, τα ακόλουθα:
α) ότι η ... Τράπεζα (της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσίβλητη) εξέδωσε σε βάρος του δικαιοπαρόχου πατέρα της δύο διαταγές πληρωμής..., στη συνέχεια δε, προέβη σε κατάσχεση, με βάση αυτές, των ακινήτων, που, ωσαύτως προσδιορίζει, τα οποία και, τελικά, εκπλειστηριάστηκαν, β) ότι, όμως, τόσον οι διαταγές πληρωμής, όσο και οι μετέπειτα επιταγές από το ΝΔ 17-7/13-8-1923 ήταν άκυρες και ακυρώθηκαν αμετάκλητα, γ) συνακόλουθα, η κατάσχεση η οποία επακολούθησε, ήταν άκυρη, γιατί στηριζόταν σε άκυρους τίτλους, δ) πάντα ταύτα τα γνώριζε η ...
Τράπεζα, η οποία επέσπευσε τον πλειστηριασμό σε ακίνητα του πατέρα της. Ζήτησε δε, μετά ταύτα, και ύστερα από περιορισμό των αγωγικών αιτημάτων, να της επιδικασθεί αποζημίωση λόγω απώλειας των πλειστηριασθέντων ακινήτων και λόγω διαφυγόντων κερδών (μισθωμάτων), εφόσον η ... Τράπεζα είχε "παράνομη ωφέλεια ...
από τις παραπάνω αδικοπραξίες (σαν σύνολο, αλλά και από κάθε μία μεμονωμένα...)". Το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφαση, υπό την επίκληση των προϋποθέσεων του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ έκρινε, πως η αγωγή αυτή ήταν αόριστη, γιατί "δεν αναφέρεται σ' αυτήν, ότι έχει ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση...". Όμως, όπως προκύπτει από το αγωγικό δικόγραφο, σ' αυτό αναφέρεται ρητά πως οι διαταγές πληρωμής, καθώς και οι εκ του ν.δ. 17-7/13-8-1923 επιταγές, με βάση τις οποίες χώρησε, στη συνέχεια, η αναγκαστική εκτέλεση, ακυρώθηκαν αμετάκλητα ...
Ο μόνος λόγος αναίρεσης, που προβάλλει την από το άρθρο 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι βάσιμος...". Κατόπιν αυτών, η αίτηση αναίρεσης έγινε δεκτή, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Ακολούθως, και μετά την έκδοση της 2451/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνων, που διέταξε επανάληψη της συζήτησης της από 31-5-2010 έφεσης, η ενάγουσα - εκκαλούσα, με την από 14-10-2015 κλήση της, επανέφερε προς περαιτέρω συζήτηση την ανωτέρω έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 855/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με αυτήν, το Δικαστήριο της ουσίας, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση (2940/2011), δίκασε την ένδικη αγωγή, την οποία, συμμορφούμενο προς την αναιρετική απόφαση (άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ), έκρινε νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε συνδ. με άρθρα 914, 297, 298, 330 ΑΚ και, στη συνέχεια την δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αφενός μεν αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης - ήδη αναιρεσείουσας να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη το ποσό των 11.391.215 ευρώ, αφετέρου δε υποχρέωσε αυτήν να της καταβάλει το ποσό των 78.553 ευρώ, αμφότερα δε τα ποσά αυτά νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ενώ επέβαλε σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, ποσού 600.000 ευρώ.
Ενόψει αυτών, οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι (πρώτος λόγος αναίρεσης και δεύτερος πρόσθετος λόγος των από 11-2-2019 πρόσθετων λόγων) είναι απαράδεκτοι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι το ως άνω (νομικό) ζήτημα, ήτοι της εφαρμογής στην επίδικη περίπτωση της διάταξης του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, κρίθηκε με την 2044/2014 αναιρετική απόφαση, κατά τρόπο δεσμευτικό, τόσο για το δικαστήριο της παραπομπής, ήτοι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (855/2018), όσο και για τον Άρειο Πάγο, στον οποίο επανέρχεται η υπόθεση με νέα αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω απόφασης.
Σημειώνεται, ότι η αναιρεσείουσα, με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της επικαλείται την έκδοση της 5/2020 απόφασης της Ολομέλειας του ΑΠ, που έκρινε επί του παραπεμφθέντος με την 844/2019 απόφαση του Α2 Τμήματος λόγου αναίρεσης (προς έκδοση της οποίας είχε αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής με την 258/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου).
Ειδικότερα, με την ανωτέρω απόφαση παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου το ζήτημα αν η ασκούμενη αξίωση αποζημίωσης από την εκτέλεση μη τελεσίδικης διαταγής πληρωμής, η οποία μετέπειτα ακυρώθηκε αμετακλήτως (χωρίς ακύρωση και της αναγκαστικής εκτέλεσης), ορθώς υπήχθη στην παράγραφο 2 του άρθρου 940 ΚΠολΔ ή έπρεπε να υπαχθεί στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου ή, ενδεχομένως, στην παράγραφο 3 αυτού.
Με την 5/2020 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι στην ανωτέρω επίδικη περίπτωση είναι εφαρμοστέα η παράγραφος 1 του άρθρου 940 του ΚΠολΔ. Ωστόσο, η απόφαση αυτή, η οποία, άλλωστε, αφορά άλλη υπόθεση μεταξύ άλλων διαδίκων, δεν είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, δεσμεύεται από την 2044/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι στην επίδικη περίπτωση είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, η οποία έχει χαρακτηριστεί ως ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1470/2011), αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του Αστικού Κώδικα.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία έχει εφαρμογή επί εκτελέσεως οιουδήποτε εκτελεστού τίτλου (ενώ οι δύο πρώτες παράγραφοι του ίδιου άρθρου εφαρμόζονται μόνο επί εκτελέσεως δικαστικής απόφασης) προκύπτει ότι όμοια, κατ' αναλογία, ρύθμιση ισχύει αν, αντί εξαφανίσεως τελεσίδικης απόφασης ή εκείνης που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, ή ακυρώσεως αμετακλήτως αναγκαστικής εκτέλεσης, ακυρωθεί αμετάκλητα, ύστερα από άσκηση ένδικου βοηθήματος, διαφορετικού από την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, εκτελεστός τίτλος (διαφορετικός της απόφασης που εκτελέστηκε) και ειδικότερα αν ακυρωθεί αμετάκλητα διαταγή πληρωμής που εκτελέστηκε, ύστερα από άσκηση του ένδικου βοηθήματος της ανακοπής των άρθρων 632 και 633 ΚΠολΔ.
Έτσι και σ' αυτή την περίπτωση, κατ' αναλογία, εκείνος κατά του οποίου είχε στραφεί η εκτέλεση, έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που επέσπευσε την εκτέλεση, με βάση τον εκτελεστό τίτλο που εκ των υστέρων ακυρώθηκε αμετάκλητα, αποζημίωση για τις ζημίες που προήλθαν από την εκτέλεση, εφόσον συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ, ήτοι σε συνδυασμό με το άρθρο 330 ΑΚ, εφόσον η κατά τα ανωτέρω ζημιογόνος συμπεριφορά αυτού ήταν υπαίτια, είτε από πρόθεση, είτε από αμέλεια (ΑΠ 475/2017, ΑΠ 2044/2014).
Δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, παρέχεται στον ζημιωθέντα γνήσια ουσιαστικού δικαίου αξίωση αποζημίωσης, αναγνωριστική ή καταψηφιστική, στηριζόμενη σε ειδική αδικοπραξία, τα στοιχεία της οποίας ορίζονται σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 ή 919 ΑΚ (ΟλΑΠ 9/2010, ΑΠ 475/2017, ΑΠ 1468/2010). Εξάλλου, από τις πιο πάνω διατάξεις, το άρθρο 914 του ΑΚ ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.
Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης για τη θεμελίωση αξίωσης από αδικοπραξία για αποζημίωση απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις: α) πράξη ή παράλειψη του δράστη που είναι παράνομη δηλαδή να αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου που απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, β) η πράξη ή παράλειψη να είναι υπαίτια, δηλαδή να οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του δράστη, ακόμη και ελαφρά, γ) ζημία περιουσιακή ή μη (ηθική βλάβη) και δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης, που κρίνεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 του ΑΚ, και υφίσταται όταν η υπαίτια συμπεριφορά ήταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ικανή, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε δε πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας (δόλου ή αμέλειας) που στη συγκεκριμένη αδικοπραξία αρκεί να είναι και ελαφρά και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, και γι' αυτό η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 273/2008).
Επίσης, ως ζημία αποκαταστατέα στο πλαίσιο της ανωτέρω αποζημιωτικής αγωγής του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ νοείται, τόσο η θετική, όσο και η αποθετική ζημία, δηλαδή το διαφυγόν κέρδος (ΑΠ 1470/2011). Περαιτέρω, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, το άδικο, ως στοιχείο της καθιερούμενης αδικοπραξίας, εντοπίζεται στην επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης βάσει οποιουδήποτε άλλου τίτλου εκτελεστού, εκτός από τελεσίδικη απόφαση ή προσωρινά εκτελεστή και μπορεί να συνίσταται σε λόγους ακυρότητας τόσο ουσιαστικούς, όπως η έλλειψη δικαιώματος, όσο και τυπικούς, όπως η αοριστία της επιταγής του ν.δ. 17-7/13-8-1923, συνεπεία των οποίων κρίθηκε αμετακλήτως παράνομη η αναγκαστική εκτέλεση (ΑΠ 955/2019, ΑΠ 418/2013, ΑΠ 273/2008).
Επίσης, η διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και στην περίπτωση αμετάκλητης ακύρωσης όχι μόνο του συνόλου των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλά και επιμέρους πράξεων, οπότε μπορεί να ζητηθεί η αποκατάσταση των ζημιών, που συνδέονται αιτιωδώς με τις πράξεις αυτές (ΟλΑΠ 49/2005, ΑΠ 955/2019, ΑΠ 206/2015, ΑΠ 792/2015).
Περαιτέρω, η επίδοση επιταγής προς εκτέλεση, ως διαδικαστική πράξη, έχει δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες, οι οποίες επέρχονται και στην περίπτωση της επίδοσης άκυρης επιταγής προς εκτέλεση και δεν αίρονται εκτός αν ακυρωθούν από το Δικαστήριο. Επομένως, ο καθού η εκτέλεση έχει έννομο συμφέρον να επιδιώξει την ακύρωση ελαττωματικής επιταγής προς εκτέλεση και μπορεί, μετά την αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης να ζητήσει αποζημίωση από τον επισπεύδοντα για τις ζημιές που προκλήθηκαν από την εκτέλεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ και κυρίως αν μετά την επιταγή προς εκτέλεση επακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας, που έχουν ως βάση την επιταγή αυτή και από τις οποίες δεν παραιτήθηκε ο επισπεύδων δανειστής (ΑΠ 955/2019, ΑΠ 1559/2009).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Η παραβίαση του κανόνα δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1275/2019, ΑΠ 1/2019). Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πατέρας της ενάγουσας, Γ. Φ., δανείστηκε από την αλλοδαπή τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "..." το ποσό των 1.500.000 δολαρίων ΗΠΑ, δυνάμει της από 25-3-1976 σύμβασης δανείου, σε εκτέλεση της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε το ποσό του δανείου στις 6-4-1976.
Προκειμένου, όμως, να συναινέσει η ανωτέρω αλλοδαπή τράπεζα στην εκταμίευση του δανείου, αλλά και για να εισαχθεί το ανωτέρω συνάλλαγμα στην Ελλάδα, η ... Τράπεζα της Ελλάδος, στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική της διάδοχος η εναγομένη τραπεζική εταιρεία λόγω συγχώνευσης δι' απορροφήσεως ..., εξέδωσε την υπ' αρ. ...
ισόποση του δανείου εγγυητική επιστολή προς την ανωτέρω δανείστρια τράπεζα, κατόπιν της από 30-3-1976 αίτησης - εντολής του πατέρα της ενάγουσας. Για την εξασφάλιση των απαιτήσεων της εγγυήτριας τράπεζας ενεγράφη υποθήκη επί ακινήτων του τελευταίου ..., δυνάμει του υπ' αρ. ... συμβολαίου παροχής υποθήκης του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Θανόπουλου.
Στη συνέχεια, κατόπιν αιτήσεως της ... Τράπεζας, εκδόθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ της 17-7-13-8-1923, η από ... επιταγή προς πληρωμή για το ποσό των 3.701.436.475 δραχμών πλέον τόκων και εξόδων κατά του Γ. Φ.. Ο τελευταίος άσκησε εμπρόθεσμα την από 23-11-1995 και με αρ. εκθεσ. Καταθ. 14474/1995 ανακοπή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η ανακοπή αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 3471/1996 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου. Συνεπεία του θανάτου του αρχικώς ανακόπτοντος Γ. Φ. στις 29-7-1997, στη θέση του υπεισήλθε η νυν ενάγουσα Ά. - Μ. Φ., ως μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του επ' ωφελεία απογραφής του παραπάνω αποβιώσαντος πατρός της, η οποία προσέβαλε την παραπάνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την από 26-5-1999 έφεσή της, καθώς και με τους από 5-12-2002 πρόσθετους λόγους αυτής (εφέσεως) προς το Δικαστήριο τούτο, που έχουν κατατεθεί με αριθμούς 4795/2000 και 1354/2002, αντίστοιχα.
Επ' αυτών εξεδόθη η υπ' αρ. 1354/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής και επεκύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Η ενάγουσα άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 10-5-2005 αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αρ. 909/2006 απόφαση του Ζ' πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, εξαφανίστηκε η τελευταία δευτεροβάθμια απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο σύνολό της για περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο τούτο, με άλλη, όμως, σύνθεση.
Αφού επαναφέρθηκε η υπόθεση προς συζήτηση, η ενάγουσα άσκησε και τους από 27-6-2006 πρόσθετους λόγους έφεσης. Τελικά, επ' αυτών εκδόθηκε η υπ' αρ. 546/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση (υπ' αρ. 3471/1996 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και δεχόμενη την ανακοπή, ακύρωσε την από ...
επιταγή προς πληρωμή της δικαιοπαρόχου της εναγομένης. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην εναγομένη στις 29-3-2007 (βλ. την υπ' αρ. 7091/2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Α. Μ.), η οποία άσκησε την από 19-4-2007 και με αρ. εκθεσ. καταθ. 515/2007 αίτηση αναίρεσης της τελευταίας απόφασης, από την οποία, όμως, παραιτήθηκε με την από 9-11-2009 δήλωση παραιτήσεως από δικογράφου που επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο της ενάγουσας στις 11-11-2009, καταστάσα έτσι αμετάκλητη η απόφαση, με την οποία ακυρώθηκε η ανωτέρω επιταγή προς πληρωμή...
Περαιτέρω, όπως αναφέρεται αυτολεξεί στο σκεπτικό της υπ' αρ. 546/2007 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, η από ... επιταγή προς πληρωμή ακυρώθηκε, διότι: "... Κατά την έκδοση της εγγυητικής επιστολής οι συμβληθέντες δεν συμφώνησαν να τηρηθεί αλληλόχρεος λογαριασμός, στον οποίο θα καταχωρούνταν οι εκατέρωθεν απαιτήσεις, με σκοπό να εκκαθαρίζονται κατά το κλείσιμο τούτου.
Απλά η καθής τραπεζική εταιρία ... ΤΡΑΠΕΖΑ") τήρησε λογαριασμούς πιστοχρεώσεων, κατά την ακολουθούμενη στην περίπτωση αυτή τραπεζική πρακτική, για τους οποίους δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις για τον αλληλόχρεο λογαριασμό. Στην επιταγή του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 που επέδωσε η καθής (ανωτέρω τράπεζα) στον ανακόπτοντα κατά τα ανωτέρω, περιέλαβε:
α) τη σύμβαση που τη συνέδεε με τον ανακόπτοντα, ήτοι τους όρους και την τροποποίηση της ως άνω εγγυητικής επιστολής (ποσόν, διάρκεια, τρόπο εξόφλησης σε καθορισμένες χρονικά τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ποσοστό προμήθειας κλπ), σε συνδυασμό με την από 30-3-1976 εντολή - επιστολή του ανακόπτοντος προς την ίδια (καθής), β) περίληψη του συμβολαίου παροχής υποθήκης και λεπτομερή περιγραφή των ενυπόθηκων ακινήτων.
Όσον αφορά το οφειλόμενο ποσόν, συμπεριέλαβε στην επιταγή αντίγραφα από τις καρτέλες του λογαριασμού πιστοχρεώσεων που είχε μονομερώς τηρήσει, τα οποία δεν συνιστούσαν έγγραφα κατά τους όρους του νόμου, καθόσον δεν υπήρχε σχετική οικονομικού χαρακτήρα συμφωνία μεταξύ των συμβληθέντων ότι η απαίτηση της καθής θα αποδεικνυόταν από αποσπάσματα των βιβλίων της και δεν υπήρχε σύμβαση λειτουργίας αλληλόχρεου λογαριασμού.
Για να ήταν λοιπόν έγκυρη η επιταγή, αφού η απαίτηση δεν αφορούσε κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού και δεν αποδεικνυόταν από τα περιλαμβανόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά στοιχεία, έπρεπε να συγκοινοποιηθούν με την επιταγή και τα έγγραφα που αποδείκνυαν την πλήρωση της αίρεσης υπό την οποία τελούσε η απαίτηση της καθής, δηλαδή την πληρωμή του ποσού της εγγυητικής επιστολής μετά την κατάπτωσή της, γεγονός το οποίο δεν έγινε.
Παρόλα αυτά, δυνάμει της ανωτέρω άκυρης επιταγής η δικαιοπάροχος της εναγομένης ενέγραψε στο υποθηκοφυλακείο Νέας Σμύρνης και κατάσχεσε τα παρακάτω ακίνητα - οριζόντιες ιδιοκτησίες της επί της Λεωφόρου Συγγρού αρ. 137 κειμένης πολυκατοικίας, για χρέος από την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής ποσού 3.600.000.000 δραχμών: 1) Τη με στοιχ. (Ε L - 4) οριζόντια ιδιοκτησία του πέμπτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ως άνω πολυκατοικίας, επιφάνειας 200,39 τμ., 2) Τη με στοιχ. (Ε L - 6) οριζόντια ιδιοκτησία του πέμπτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, επιφάνειας 92,12 τμ., 3) Τη με στοιχ. (Ε L - 7) οριζόντια ιδιοκτησία του πέμπτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, επιφάνειας 106,53 τμ., 4) Τη με στοιχ. (Ε R - 3) οριζόντια ιδιοκτησία του πέμπτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, επιφάνειας 230,29 τμ., 5) Τη με στοιχ. (Ε R - 4) οριζόντια ιδιοκτησία του πέμπτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, επιφάνειας 94,39 τμ., 6) Τη με στοιχ. (Ε R - 5) οριζόντια ιδιοκτησία του πέμπτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, επιφάνειας 78,79 τμ., 7) Τη με στοιχ. (Ε R - 6) οριζόντια ιδιοκτησία του πέμπτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας, επιφάνειας 136,97 τμ.
Τα παραπάνω γραφεία εκπλειστηριάσθηκαν από την επισπεύδουσα ανωτέρω τράπεζα την 30-10-1996 συνταγείσης της υπ' αριθμόν ... εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Σταθοπούλου και εν συνεχεία της υπ' αριθμόν 6836/29-11-1996 περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως της ιδίας συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νομίμως την 29-11-1996 στο υποθηκοφυλακείο Νέας Σμύρνης (τόμος 21 και αριθμός 490), κατακυρώθηκαν στην επισπεύδουσα τράπεζα, αντί του ποσού των 118.000.000 δραχμών, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η ενάγουσα, ως κληρονόμος του καθού η αναγκαστική εκτέλεση πατέρα της, αιτιωδώς από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου της εναγομένης, αφού, εάν αυτή δεν προχωρούσε, μετά από την προσβολή της άκυρης επιταγής προς πληρωμή με την ως άνω ανακοπή, όπως είχε τη δυνατότητα και την ευχέρεια να πράξει τούτο, στις μεταγενέστερες ενέργειες, ήτοι σε κατάσχεση και επίσπευση του πλειστηριασμού, δεν θα επέρχονταν οι παραπάνω ζημιογόνες συνέπειες στην ενάγουσα.
Και ναι μεν η ακυρότητα της επιταγής δεν επιφέρει αυτομάτως την ακυρότητα των υπόλοιπων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που στηρίχθηκαν σε αυτήν, ώστε να μην ανατρέπονται οι μεταβιβάσεις κυριότητας των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων, πλην, όμως, θεμελιώνεται εκ της ακυρότητας αυτής δικαίωμα αποζημίωσης της ενάγουσας κατ' άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε συνδ.
με τα άρθρα 914, 297, 298 ΑΚ, όπως στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη εκτέθηκε. Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η ζημία της ενάγουσας οφείλεται σε αδικοπρακτική συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου της εναγομένης, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με αυτήν. Συγκεκριμένα, τα αρμόδια όργανα της ... Τράπεζας, που έχει οργανωμένη νομική υπηρεσία (όπως προκύπτει εξάλλου από όλες τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε και από την ένορκη επ' ακροατηρίω κατάθεση του μάρτυρά της), παρέλειψαν να διαπιστώσουν την έλλειψη των στοιχείων κατά την έκδοση και επίδοση της ακυρωθείσας επιταγής προς πληρωμή, ώστε να μην προχωρήσουν σε περαιτέρω πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης βασιζόμενοι σε άκυρη επιταγή, αν και μπορούσαν ευχερώς να διαγνώσουν την ακυρότητα και να πράξουν τούτο ή να περιμένουν την έκβαση της ανοιγείσας με την ανακοπή του Γ.
Φ. δίκης, που ενήργησε εμπροθέσμως και αμέσως, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, δεδομένης της πολύ μεγάλης αξίας της εκπλειστηριαζομένης περιουσίας. Αποτέλεσμα δε της αμελούς αυτής συμπεριφοράς τους ήταν να εκπλειστηριασθούν τα ανωτέρω ακίνητα και να υποστεί η ενάγουσα άμεση ζημία, ίση με την αξία των απολεσθέντων ακινήτων...
Επίσης, η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά τα μισθώματα που ο δικαιοπάροχός της και αυτή θα εισέπρατταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με πιθανότητα, λαμβανομένων υπόψη των λοιπών συνθηκών (της κατάστασης των ακινήτων, της καλής κατασκευής τους, της επιφάνειάς τους, της τοποθεσίας τους, των συναλλακτικών ηθών) από την 1-11-1996 έως 1-2-2008 (κατά το αγωγικό αίτημα) ...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατόπιν αιτήσεως της ιδίας ως άνω εγγυήτριας Τράπεζας με την επωνυμία "... Τράπεζα", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη, όπως προειπώθηκε, εκδόθηκε η υπ' αρ. 3221/1990 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε βάρος του πατέρα της ενάγουσας, Γ.
Φ., που τον υποχρέωσε να καταβάλει στην ανωτέρω τράπεζα το ποσό των 39.371.016 δρχ. ως κεφάλαιο, το ποσό των 14.784.206 δρχ. για τόκους υπερημερίας μέχρι τις 31-3-1982 και επιπλέον το ποσό των 2.824.454 δρχ. για περαιτέρω τόκους, πλέον προμήθειας και εξόδων. Κατά της διαταγής πληρωμής, ο Γ. Φ., άσκησε την από 19-1-1991 και με αρ. εκθεσ.
καταθ. 679/1992 ανακοπή και τους από 19-2-1992 και με αρ. εκθεσ. καταθ. 2213/1992 προσθέτους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε τελικά η 4892/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε εν μέρει αυτές. Κατ' αυτής της απόφασης η νυν ενάγουσα, που είχε εν τω μεταξύ, όπως προεκτέθηκε, κληρονομήσει τον πατέρα της - αρχικό διάδικο, άσκησε την από 5-9-2005 έφεσή της και τους από 30-6-2006 πρόσθετους λόγους αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με αρ.
εκθεσ. καταθ. 563/2006 και 837/2006, αντίστοιχα. Επίσης, η νυν εναγομένη άσκησε την από 14-3-2006 και με αρ. εκθεσ. Καταθ. 2554/2006 έφεση. Επ' αυτών εκδόθηκε η υπ' αρ. 545/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της ενάγουσας, απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ακύρωσε, τελικώς, την ως άνω 3221/1990 διαταγή πληρωμής.
Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, η νυν εναγομένη άσκησε την από 22-4-2007 αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 2206/2009 απόφαση του Α1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου. Έτσι ακυρώθηκε αμετάκλητα η ανωτέρω διαταγή πληρωμής με τη δημοσίευση της ανωτέρω αρεοπαγιτικής απόφασης στις 3-11-2009... Περαιτέρω, σύμφωνα με το σκεπτικό της ανωτέρω 545/2007 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, που παρατίθεται αυτολεξεί, η διαταγή πληρωμής ήταν άκυρη διότι: "...Για την έκδοση της διαταγής πληρωμής τέθηκαν υπόψη του Δικαστή που την εξέδωσε:
α) η από 30-3-1976 αίτηση - εντολή του ανακόπτοντος (Γ. Φ.) προς την καθής (... ΤΡΑΠΕΖΑ), δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η ... εγγυητική επιστολή ποσού 1.500.000 δολαρίων ΗΠΑ προς την αλλοδαπή τράπεζα "...", β) η ... εγγυητική επιστολή, γ) η από 11-5-1978 τροποποιητική της ως άνω εγγυητικής επιστολής και η αίτηση για την έκδοση αυτής, δ) η 84/1976 απόφαση της Υποεπιτροπής Δανείων της Νομισματικής Επιτροπής, με την οποία επιτράπηκε η έκδοση της εγγυητικής επιστολής, ε) επτά εντολές - επιστολές της αιτούσας προς την Τράπεζα "..." για χρέωση της αιτούσας με τις καταπεσούσες δόσεις του δανείου (που έλαβε ο ανακόπτων, για την εξασφάλιση της πληρωμής του οποίου δόθηκε η εγγυητική επιστολή) με τους δεδουλευμένους τόκους για λογαριασμό και υπέρ της δικαιούχου Τράπεζας, στ) επτά επιστολές της Τράπεζας "..." για τη χρέωση της αιτούσας με τις αντίστοιχες δόσεις και τους τόκους αυτών υπέρ και για λογαριασμό της δικαιούχου τράπεζας "...", ζ) επτά πινάκια πωλήσεως συναλλάγματος που αντιστοιχούσαν σε κάθε μια δόση για δραχμοποίηση και η) τρία φωτοτυπικά αντίγραφα εξηγμένα από τα εμπορικά βιβλία της αιτούσας (καρτέλες) με τους τίτλους "καταπεσούσες εγγυήσεις", "δεδουλευμένοι τόκοι" και "διάφοροι χρεωστικοί λογαριασμοί", για τη γενόμενη χρέωση σε δραχμές του καθού από την αιτούσα κατά την υπ' αυτής πληρωμή των δόσεων του δανείου και την κίνηση του λογαριασμού του καθού κατά κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες και λοιπά έξοδα.
Από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται μόνο η εντολή του ανακόπτοντος προς την καθής για έκδοση της εγγυητικής επιστολής και η χορήγηση αυτής με τους αναφερόμενους όρους. Δεν αποδεικνύεται, όμως, η πληρωμή του ποσού της εγγυητικής επιστολής στους συγκεκριμένους χρόνους, αφού τα μεν τέλεξ - εντολές και τα πινάκια πώλησης συναλλάγματος είναι έγγραφα που προέρχονται από την ίδια την καθής Τράπεζα, δεν αποδεικνύουν υπέρ αυτής (447 ΚΠολΔ) και στερούνται, ως ιδιωτικά έγγραφα, αποδεικτικής δύναμης έναντι τρίτων, οι δε επιστολές της μεσολαβήτριας Τράπεζας "...", εκτός του ότι δεν φέρουν υπογραφή, αποτελούν έγγραφα μαρτυρίας τρίτου και δεν έχουν αποδεικτική δύναμη έναντι τρίτων.
Τέλος, τα αποσπάσματα από τα βιβλία της καθής ("καρτέλες") δεν αποτελούν έγγραφα που αποδεικνύουν το ύψος της απαίτησης (τόκους, προμήθειες, έξοδα), καθόσον ούτε έγγραφα θεωρούνται από το νόμο, ούτε σχετική δικονομικού χαρακτήρα συμφωνία υπήρχε μεταξύ των συμβληθέντων που θα ανήγαγε αυτά σε αποδεικτικό μέσον".
Παρόλα αυτά, όμως, με βάση την ανωτέρω άκυρη διαταγή πληρωμής, η ... Τράπεζα της Ελλάδος κατέσχε αναγκαστικά με την 3695/8-1-1992 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτων του δικαστικού επιμελητή Προκοπίου Κούκη και προχώρησε στον πλειστηριασμό των με στοιχεία G2 και G3 χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων, που απαρτίζουν αντίστοιχα ολόκληρους τους 2ο και 3ο ορόφους οικοδομής, που βρίσκεται στη θέση "Άγιος Σώστης" επί της Λεωφ.
Συγγρού αρ. 137 και Αιγαίου αρ. 1, επιφανείας 2.000,5 τ.μ. το καθένα. Κατόπιν της υπ' αρ. ... περιλήψεως κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβ/φου Αθηνών Ειρήνης Σταθοπούλου - Μπάχλα, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ν. Σμύρνης, στον τ. 21 με α.α. 489, την 1-2-1994 τα ανωτέρω ακίνητα περιήλθαν στην κυριότητα της επισπεύδουσας τράπεζας αντί τιμήματος 151.000.000 δραχμών, με αποτέλεσμα να ζημιωθεί η ενάγουσα ως κληρονόμος του καθού η αναγκαστική εκτέλεση πατέρα της αιτιωδώς από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου της εναγομένης, αφού, εάν αυτή δεν προχωρούσε, μετά από την προσβολή της άκυρης διαταγής πληρωμής προς πληρωμή με την ως άνω ανακοπή, όπως είχε τη δυνατότητα και την ευχέρεια να πράξει τούτο, στις μεταγενέστερες ενέργειες, ήτοι σε κατάσχεση και επίσπευση του πλειστηριασμού, δεν θα επέρχονταν οι παραπάνω ζημιογόνες συνέπειες στην ενάγουσα.
Και ναι μεν η ακυρότητα της διαταγής πληρωμής δεν επιφέρει αυτομάτως την ακυρότητα των υπόλοιπων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που στηρίχθηκαν σε αυτήν, ώστε να μην ανατρέπονται οι μεταβιβάσεις κυριότητας των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων, πλην, όμως, θεμελιώνεται εκ της ακυρότητας αυτής δικαίωμα αποζημίωσης της ενάγουσας κατ' άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε συνδ.
με τα άρθρα 914, 297, 298 ΑΚ, όπως στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη εκτέθηκε. Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η ζημία της ενάγουσας οφείλεται σε αδικοπρακτική συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου της εναγομένης, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με αυτήν. Συγκεκριμένα, τα αρμόδια όργανα της ... Τράπεζας, που έχει οργανωμένη νομική υπηρεσία (όπως προκύπτει εξάλλου από όλες τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισε και από την ένορκη επ' ακροατηρίω κατάθεση του μάρτυρά της), παρέλειψαν να διαπιστώσουν την έλλειψη των στοιχείων κατά την έκδοση της ακυρωθείσας διαταγής πληρωμής, ώστε να μην προχωρήσουν σε περαιτέρω πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης βασιζόμενοι σε άκυρο εκτελεστό τίτλο, αν και μπορούσαν ευχερώς να διαγνώσουν την ακυρότητα και να πράξουν τούτο ή να περιμένουν την έκβαση της ανοιγείσας με την ανακοπή του Γ.
Φ. δίκης, που ενήργησε εμπροθέσμως και αμέσως, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, δεδομένης της πολύ μεγάλης αξίας της εκπλειστηριαζομένης περιουσίας. Αποτέλεσμα δε της αμελούς αυτής συμπεριφοράς τους ήταν να εκπλειστηριασθούν τα ανωτέρω ακίνητα και να υποστεί η ενάγουσα άμεση ζημία, ίση με την αξία των απολεσθέντων ακινήτων...
Επίσης, η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά τα μισθώματα που ο δικαιοπάροχός της και αυτή θα εισέπρατταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με πιθανότητα, λαμβανομένων υπόψη των λοιπών συνθηκών (της κατάστασης των ακινήτων, της καλής κατασκευής τους, της επιφάνειάς τους, της τοποθεσίας τους, των συναλλακτικών ηθών) από 1-2-1994 έως 1-2-2008 (κατά το αγωγικό αίτημα)...".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330 εδ. β, 914 ΑΚ και 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι, υπό τα ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, ήτοι: (α) ότι η 3221/1990 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η από ...
επιταγή προς εκτέλεση, δυνάμει των οποίων η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση και τον πλειστηριασμό των αναφερόμενων ακινήτων του πατέρα της αναιρεσίβλητης, Γ. Φ., ήταν άκυρες και ακυρώθηκαν αμετακλήτως με τις 545/2007 και 546/2007 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, κατόπιν ασκήσεως ανακοπών από τον Γ.
Φ., (β) ότι παρά την ακυρότητα των ανωτέρω τίτλων και την κατά τα άνω άμεση προσβολή τους με ανακοπές από τον Γ. Φ., η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας, με βάση τους άκυρους αυτούς τίτλους προχώρησε στην αναγκαστική κατάσχεση των αναφερόμενων ακινήτων του πατέρα της αναιρεσίβλητης και, ακολούθως, την 1-4-1994 και στις 30-10-1996, αντίστοιχα, στον πλειστηριασμό αυτών, με συνέπεια να απωλέσει η αναιρεσίβλητη τα εν λόγω ακίνητα και, (γ) ότι η ανωτέρω ζημία της αναιρεσίβλητης οφείλεται στην προαναφερόμενη συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, η οποία είναι παράνομη και υπαίτια, καθόσον τα αρμόδια όργανα της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, που είχε οργανωμένη νομική υπηρεσία, παρέλειψαν να διαπιστώσουν την έλλειψη των στοιχείων κατά την έκδοση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής και των στοιχείων κατά την έκδοση και επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση, που ακυρώθηκαν αμετακλήτως, ώστε να μην προχωρήσουν σε περαιτέρω πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, βασιζόμενοι στους ανωτέρω άκυρους τίτλους, αν και μπορούσαν ευχερώς να διαγνώσουν την ακυρότητα και να πράξουν τούτο ή να περιμένουν την έκβαση των δικών που είχαν ανοίξει με τις ανακοπές, που άσκησε κατ' αυτών (των τίτλων) εμπροθέσμως και αμέσως ο Γ.
Φ.ς και, (δ) ότι η ανωτέρω ζημία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας, καθόσον αυτή (ζημία) δεν θα επερχόταν αν αυτά (αρμόδια όργανα της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας) δεν προχωρούσαν, μετά την προσβολή των ανωτέρω άκυρων τίτλων, στις μεταγενέστερες ενέργειες, δηλαδή στην κατάσχεση των ακινήτων του πατέρα της αναιρεσίβλητης και στον πλειστηριασμό τους, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 914 σε συνδ.
με άρθρο 330 ΑΚ και συγκεκριμένα η υπαίτια (αμελής) ζημιογόνος συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας και η εξ αυτής πρόκληση ζημίας στην αναιρεσίβλητη και, συνεπώς, θεμελιώνεται το στηριζόμενο στη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ δικαίωμά της προς αποζημίωση. Εξάλλου, ναι μεν η ακυρότητα της διαταγής πληρωμής και της επιταγής δεν επέφεραν αυτόματα την ακυρότητα των μεταγενέστερων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι της αναγκαστικής κατάσχεσης των ακινήτων του Γ.
Φ. και του πλειστηριασμού αυτών, ωστόσο οι μεταγενέστερες αυτές πράξεις στηρίχθηκαν στην άκυρη διαταγή πληρωμής και στην άκυρη επιταγή προς εκτέλεση, αντίστοιχα, και, συνεπώς, οι τελευταίες συνδέονται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα (τον πλειστηριασμό) και την προκληθείσα εξ αυτού ζημία της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη του άρθρου 330 εδαφ. β ΑΚ (αναφορικά με την έννοια της αμέλειας) και σε εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 940 παρ. 3 και 914 ΑΚ, και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του, με τον οποίο προσάπτει στο Εφετείο ότι έσφαλε ως προς την ερμηνεία της έννοιας της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των άκυρων πράξεων εκτέλεσης και της ζημίας, διότι οι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης που επισπεύσθηκαν σε βάρος του Γ.
Φ., προσβλήθηκαν μόνο μεμονωμένα (με ανακοπές κατά της ΔΠ και της επιταγής προς εκτέλεση) και, συνεπώς, οι μεταγενέστερες πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, δηλαδή η κατάσχεση και ο πλειστηριασμός, οι οποίες δεν προσβλήθηκαν, δεν συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση της δυσμενούς περιουσιακής μεταβολής σε βάρος του, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα (της υπαιτιότητας - αμέλειας στα πρόσωπα των αρμοδίων οργάνων της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς αυτών και της ζημίας της αναιρεσίβλητης), οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 330 εδαφ β ΑΚ και 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, τις οποίες (η προσβαλλόμενη απόφαση) δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων περιστατικών.
Επομένως, ο έβδομος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την ύπαρξη υπαιτιότητας - αμέλειας των αρμόδιων οργάνων της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας και τον παράνομο χαρακτήρα των επισπευδόμενων πράξεων εκτέλεσης και ως προς το μέγεθος της ζημίας στην περιουσία του πατέρα της αναιρεσίβλητης, που προκλήθηκε από τη μερική ακύρωση πράξεων της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και λόγω αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μερικής ακύρωσης των επίδικων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης και του συνολικού ύψους της προκληθείσας ζημίας στην περιουσία του πατέρα της αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με το επικουρικό σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, αναφορικά με τον καθορισμό της έννοιας της αποκαταστατέας ζημίας, με συνέπεια να επιδικάσει σε βάρος της πολλαπλάσιο χρηματικό ποσό αποζημίωσης σε σχέση με την πραγματική ζημία της αναιρεσείουσας.
Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τη ζημία της αναιρεσίβλητης από την εκτέλεση της επιταγής και της διαταγής πληρωμής, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη από τον πλειστηριασμό των ακινήτων, που επέσπευσε η δικαιοπάροχος της εναγομένης παράνομα και υπαίτια, υπέστη αιτιωδώς άμεση ζημία ίση με την αξία των απολεσθέντων ακινήτων, ανερχόμενη κατά τον κρίσιμο χρόνο συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στο συνολικό ποσό των 7.758.920 ευρώ και ότι από τον πλειστηριασμό όλων των ακινήτων προέκυψε πλειστηρίασμα συνολικού ποσού 269.000.000 δραχμών.
Ενόψει αυτών, όπως ισχυρίζεται, ναι μεν μειώθηκε το ενεργητικό της περιουσίας του πατέρα της αναιρεσίβλητης, συγχρόνως, όμως, μειώθηκε και το παθητικό της λόγω απόσβεσης ισόποσου ληξιπρόθεσμου και απαιτητού χρέους του προς την δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης με την κατάταξή της κατά το συνολικό ποσό των 257.290.016 δραχμών και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να προσδιορίσει το ύψος της ζημίας κατόπιν σύγκρισης των ανωτέρω δύο μεγεθών.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνονται παραδοχές σχετικά με υπαρκτό χρέος του πατέρα της αναιρεσίβλητης προς την δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας, το οποίο να εξοφλήθηκε από το εκπλειστηρίασμα. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 914 και 298 ΑΚ συνάγεται ότι όποιος παρανόμως και υπαιτίως καταστρέφει ολοσχερώς ξένο κινητό πράγμα υποχρεούται να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα, ο οποίος δικαιούται να απαιτήσει:
α) την αξία του ολοσχερώς καταστραφέντος ή απολεσθέντος πράγματος (θετική ζημία) και β) το διαφυγόν κέρδος, από τη στέρηση της εκμεταλλεύσεώς του, τόσο για το διάστημα που μεσολάβησε από την καταστροφή ή απώλεια μέχρι την πρώτη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και για τον μεταγενέστερο χρόνο μέχρι την πληρωμή της αξίας του καταστραφέντος ή απολεσθέντος πράγματος.
Δικαιούται επίσης, κατά το άρθρο 346 ΑΚ, να απαιτήσει τόκους επί του ποσού του διαφυγόντος κέρδους, από την επίδοση μεν της αγωγής για το διαφυγόν κέρδος, που ανάγεται στο πριν από την επίδοση της αγωγής χρονικό διάστημα, από την ημέρα δε που ακολούθως ανακύπτει για το μετά την επίδοσή της χρονικό διάστημα.
Δεν δικαιούται, όμως, να ζητήσει και τόκους επί της αξίας του καταστραφέντος ή απολεσθέντος πράγματος (θετικής ζημίας) για όσο χρόνο, μέχρι την πληρωμή της, ζητεί και διαφυγόν κέρδος. Τούτο διότι ο τόκος αποτελεί το εκ του νόμου κατ` αποκοπήν οφειλόμενο, επί καθυστερήσεως χρηματικής παροχής, ποσό διαφυγόντος κέρδους, το οποίο υπό την αντίθετη εκδοχή θα επιδικαζόταν για την ίδια αιτία δύο φορές και θα ήταν αντίθετο προς την έννοια και τον σκοπό της αποζημίωσης.
Ωστόσο, δεν αποκλείεται ο ζημιωθείς να ζητήσει τόκους και επί της αξίας του καταστραφέντος ή απολεσθέντος πράγματος από την όχληση του oφειλέτη ή από την επίδοση της αγωγής (ΑΚ 345, 346), για όσο χρονικό διάστημα δεν ζητεί διαφυγόντα κέρδη (ΟλΑΠ 1/1997, ΑΠ 909/2009, ΑΠ 1528/2007, ΑΠ 645/2004). Με τον τέταρτο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθμούς 8 και 14, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 914 και 298 ΑΚ επιδικάζοντας τόκους επί του ποσού της θετικής ζημίας.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα αναιρετικό λόγο μέρος, δέχθηκε ότι η ενάγουσα, από την απώλεια των ακινήτων που εκπλειστηριάστηκαν, υπέστη, (α) άμεση ζημία ίση με την αξία των απολεσθέντων ακινήτων (θετική ζημία) ανερχόμενη, κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στο συνολικό ποσό των 7.758.920 ευρώ (ήτοι, ποσό 3.757.920 ευρώ από τα ακίνητα που εκπλειστηριάστηκαν στις 30-10-1996, με βάση την επίδικη επιταγή προς πληρωμή και ποσό των 4.001.000 ευρώ από τα ακίνητα που εκπλειστηριάστηκαν την 1-2-1994, με βάση την επίδικη διαταγή πληρωμής) και (β) διαφυγόντα κέρδη από την απώλεια μισθωμάτων, συνολικού ποσού 3.710.848 ευρώ, ήτοι, ποσό 1.022.176 ευρώ, για το χρονικό διάσημα από 1-11-1996 έως 1-2-2008, από τα ακίνητα που εκπλειστηριάστηκαν στις 30-10-1996 και ποσό 2.688.672 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-2-1994 έως 1-2-1996, από τα ακίνητα που εκπλειστηριάστηκαν την 1-2-1994, δηλαδή, και στις δύο περιπτώσεις για χρονικό διάστημα που εκτείνεται από την επομένη του κάθε πλειστηριασμού μέχρι δύο (2) μήνες πριν από την κατάθεση της ένδικης αγωγής και κατόπιν αυτού, αφενός μεν υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα ποσό 78.553 ευρώ (για διαφυγόντα κέρδη), αφετέρου δε αναγνώρισε την υποχρέωση αυτής να της καταβάλει το ποσό των 11.391.215 ευρώ (από το οποίο το επιμέρους ποσό των 7.758.920 ευρώ αφορά την αποζημίωση για τη θετική ζημία και το υπόλοιπο ποσό των 3.632.295 ευρώ αφορά την αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη), αμφότερα δε τα ανωτέρω ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 298 ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη, η ενάγουσα δικαιούτο να ζητήσει τόκους και επί της αξίας των απολεσθέντων ακινήτων (θετική ζημία) από την επίδοση της αγωγής (που, όπως εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε χώρα στις 9-6-2008), αφού ο χρόνος αυτός είναι μεταγενέστερος των χρονικών διαστημάτων (από 1-2-1994 έως 1-2-2008 και από 1-11-1996 έως 1-2-2008, αντίστοιχα), για τα οποία ζήτησε αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Εξάλλου, στην περίπτωση της ειδικής αδικοπραξίας του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ πρέπει πρώτα να ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση και μετέπειτα να εγερθεί η αγωγή για τις ζημιές που επήλθαν από την εκτέλεση, με την απαραίτητη βέβαια προϋπόθεση της συνδρομής των όρων της 914 ΑΚ.
Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή ο χρόνος της παραγραφής της σχετικής αξίωσης αρχίζει από την αμετάκλητη ακύρωση των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, από την οποία και μόνο είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΟλΑΠ 15/2011, ΑΠ 475/2017). Με τον πέμπτο (επικουρικό) λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 937 και 251 ΑΚ, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης, την οποία αυτή (αναιρεσείουσα) πρότεινε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε νομότυπα, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, ως εφεσίβλητη, με τις προτάσεις της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα αναιρετικό λόγο μέρος της, δέχθηκε τα εξής: "...Τελικά, επ' αυτών (ήτοι, της έφεσης και των πρόσθετων λόγων κατά της 3471/1996 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την ανακοπή κατά της επίδικης από ...
επιταγής) εκδόθηκε η υπ' αρ. 546/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση (υπ' αρ. 3471/1996 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) και δεχόμενη την ανακοπή, ακύρωσε την από ... επιταγή προς πληρωμή της δικαιοπαρόχου της εναγομένης.
Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στην εναγομένη στις 29-3-2007 (βλ. την υπ' αρ. 7091/2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Α. Μ.), η οποία άσκησε την από 19-4-2007 και με αρ. εκθεσ. καταθ. 515/2007 αίτηση αναίρεσης της τελευταίας απόφασης, από την οποία, όμως, παραιτήθηκε με την από 9-11-2009 δήλωση παραιτήσεως από δικογράφου που επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο της ενάγουσας στις 11-11-2009, καταστάσα έτσι αμετάκλητη η απόφαση, με την οποία ακυρώθηκε η ανωτέρω επιταγή προς πληρωμή.
Από την ανωτέρω ημερομηνία άρχισε και ο χρόνος παραγραφής της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας προς αποζημίωση ένεκα της ως άνω άκυρης επιταγής, όπως στην προεκτεθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκε και όχι από την προγενέστερη διενέργεια του πλειστηριασμού των ακινήτων του πατρός της ενάγουσας, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει στην αντίστοιχη ένσταση περί παραγραφής η εναγομένη.
Δεδομένου δε, ότι η ένδικη αγωγή είχε ασκηθεί ήδη στις 9-6-2008 (κατάθεση στις 18-4-2008 και επίδοση στην εναγομένη στις 9-6-2008, όπως προκύπτει από την με αρ. 8729Β/9-6-2008 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Α.), η προταθείσα εκ της εναγομένης ένσταση παραγραφής είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη...
Επ' αυτών (ήτοι, επί της έφεσης της ενάγουσας και των πρόσθετων λόγων αυτής και της έφεσης της εναγομένης κατά της 4892/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή της ενάγουσας κατά της επίδικης 3221/1990 διαταγής πληρωμής) εκδόθηκε η υπ' αρ. 545/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της ενάγουσας, απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ακύρωσε, τελικώς, την ως άνω 3221/1990 διαταγή πληρωμής.
Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, η νυν εναγομένη άσκησε την από 22-4-2007 αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 2206/2009 απόφαση του Α1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου. Έτσι ακυρώθηκε αμετάκλητα η ανωτέρω διαταγή πληρωμής με τη δημοσίευση της ανωτέρω αρεοπαγιτικής απόφασης στις 3-11-2009, αφότου άρχισε και ο χρόνος παραγραφής της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας, όπως στην προεκτεθείσα νομική σκέψη αναφέρθηκε και όχι από την προγενέστερη διενέργεια του πλειστηριασμού των ακινήτων του πατρός της ενάγουσας, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει στην αντίστοιχη ένσταση περί παραγραφής η εναγομένη.
Δεδομένου δε, ότι η ένδικη αγωγή είχε ασκηθεί ήδη στις 9-6-2008 (κατάθεση στις 18-4-2008 και επίδοση στην εναγομένη στις 9-6-2008, όπως προκύπτει από την με αρ. 8729Β/9-6-2008 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Α.), η προταθείσα εκ της εναγομένης ένσταση παραγραφής είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη...".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 937 και 251 ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, επί της ένδικης ειδικής αγωγής αδικοπραξίας, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, ο χρόνος της πενταετούς παραγραφής αρχίζει μετά την αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης, από την οποία είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη και όχι από τους προγενέστερους χρόνους ολοκλήρωσης των πλειστηριασμών των ακινήτων του πατέρα της αναιρεσίβλητης, που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, από το χρόνο δε που οι ανωτέρω τίτλοι εκτέλεσης ακυρώθηκαν αμετάκλητα, ήτοι 11-11-2009 (η επιταγή εκτέλεσης) και 3-11-2009 (η διαταγή πληρωμής) δεν συμπληρώθηκε πενταετία, αφού η αγωγή ασκήθηκε με επίδοση στην αναιρεσείουσα στις 9-6-2008, ήτοι πριν από την αμετάκλητη ακύρωση.
Επομένως, ο πέμπτος (επικουρικός) λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επίσης, με τον έκτο (επικουρικό) λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση, κατ' εκτίμηση, ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέστηκε για τη θεμελίωση της ένστασής της περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής, την οποία είχε προβάλει πρωτοδίκως και επανέφερε νομίμως με τις προτάσεις της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ και ειδικότερα, το ουσιώδες πραγματικό περιστατικό ότι οι ενέργειες και η εν γένει συμπεριφορά του Γ.
Φ. και πρωτίστως η παράλειψή του να ασκήσει ανακοπή κατά του πλειστηριασμού της ακίνητης περιουσίας του, συνιστούν συμπεριφορά αντικείμενη στην 281 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (φύλλο 13ο αυτής), το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα περιστατικά, που πρότεινε η αναιρεσίβλητη για τη θεμελίωση της ανωτέρω ένστασης, όπως λεπτομερώς περιγράφονταν στις υπό στοιχεία 6, 7 και 10.12 παραγράφους των από 9-1-2017 προτάσεών της ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, συνεπώς και το προαναφερόμενο περιστατικό και έκρινε αυτήν νόμιμη, στην συνέχεια, όμως, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με βάση τα προκύψαντα ανελέγκτως από τις αποδείξεις πραγματικά περιστατικά.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 176 εδ. α, 178, 183 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η κρίση του δικαστηρίου, πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου, περί της εκτάσεως της καταδίκης του ηττώμενου διαδίκου στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και γι` αυτό είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Επίσης, η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη του διαδίκου που νικήθηκε, δεν έχει ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού είναι απόρροια της αρχής της ήττας της πιο πάνω διάταξης, ούτε έχει ανάγκη αιτιολόγησης η σχετική δικανική κρίση (ΑΠ 461/2021, ΑΠ 453/2020, ΑΠ 264/2019, ΑΠ 718/2018, ΑΠ 192/2016). Με τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους των από 7-8-2018 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, όπως συμπληρώνονται με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο των από 11-2-2019 πρόσθετων λόγων, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και χωρίς αιτιολογία, επέβαλε σε βάρος της μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας - εκκαλούσας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, την οποία προσδιόρισε στο υπερβολικό ποσό των 600.000 ευρώ, χωρίς να έχει υποβληθεί από την ενάγουσα κατάλογος εξόδων και παρότι το καταψηφιστικό κονδύλιο της αγωγής, ανερχόταν σε 400.000 ευρώ, οπότε συνυπολογιζομένων, μαζί με το δικαστικό ένσημο και των λοιπών εξόδων, η δικαστική δαπάνη δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει το ποσό των 20.000 ευρώ.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την κατ' ουσίαν παραδοχή της έφεσης της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση καθ` όλες τις διατάξεις της, μεταξύ των οποίων και εκείνη περί δικαστικών εξόδων και, ακολούθως, αφού κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή, δέχθηκε αυτήν κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη και επέβαλε σε βάρος της εναγομένης (αναιρεσείουσας), λόγω της μερικής ήττας της, μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 106, 176, 178, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία προσδιόρισε στο ποσό των 600.000 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, που έχουν χαρακτήρα ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε επιβάλλοντας σε βάρος της αναιρεσείουσας το προαναφερόμενο ποσό δικαστικής δαπάνης, μολονότι δεν υποβλήθηκε από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη ο κατάλογος εξόδων του άρθρου 190 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι και χωρίς την υποβολή καταλόγου το Δικαστήριο προχωρεί κατά το άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ στην εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, εφόσον για την επιδίκασή τους υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, όπως δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα ότι υποβλήθηκε στην προκείμενη περίπτωση και προκύπτει, άλλωστε, από την παραδεκτή επισκόπηση των, από 18-5-2015, κατ' έφεση προτάσεων της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης των από 7-8-2018 πρόσθετων λόγων, όπως συμπληρώνεται με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο των από 11-2-2019 πρόσθετων λόγων, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, εφόσον το Δικαστήριο της ουσίας βεβαιώνει στην απόφασή του ότι συνέτρεχε η προϋπόθεση του άρθρου 178 ΚΠολΔ και κατένειμε τα έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας κάθε διαδίκου, η περί αυτού κρίση του είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ και, συνεπώς, οι ίδιοι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλουν ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, με το να κρίνει ως επιδικαστέο το ανωτέρω ποσό δικαστικής δαπάνης, το οποίο, ενόψει του καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματος και των λοιπών εξόδων (τα οποία δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο), είναι υπερβολικό, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 77/2014, ΑΠ 218/2003).
Τέλος, η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για την κατά τα άνω μερική καταψήφιση της δικαστικής δαπάνης σε βάρος της αναιρεσείουσας που νικήθηκε, δεν είχε ανάγκη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού είναι απόρροια της αρχής της ήττας και, συνεπώς, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνεται με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο των από 11-2-2019 πρόσθετων λόγων, με τον οποίο η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει αιτιολογίες για την επιδίκαση του ανωτέρω ποσού δικαστικής δαπάνης, είναι αβάσιμος.
Ακόμη, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως, όχι δε και τα γενεσιουργά ή αποσβεστικά των τελεσιδίκως κριθέντων εννόμων συνεπειών περιστατικά.
Δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή τέμνει την διαφορά, όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, η έκταση δε αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνθηκε προς το δικαστήριο (ΑΠ 488/2020).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων προς εξακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους.
Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Ολ. ΑΠ 7/2013, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 1058/2019). Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο των από 11-2-2019 πρόσθετων λόγων, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση δεδικασμένου, που πρόβαλε τόσο με τις πρωτόδικες, όσο και με τις κατ' έφεση προτάσεις της, συνιστάμενη στο ότι η ιστορική και νομική αιτία της γένεσης της οφειλής του Γ.
Φ. (κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής) έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την 4320/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε επί ανακοπής κατά της πρώτης διαταγής πληρωμής και με την 1354/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε επί ανακοπής κατά της επισπευδομένης με την επίδικη από ...
επιταγή εκτέλεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα εξής: Η ανωτέρω με αριθμό 4320/1994 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδόθηκε επί ανακοπής και πρόσθετων λόγων ανακοπής του πατέρα της αναιρεσίβλητης, Γ.
Φ., κατά της 7195/1983 διαταγής πληρωμής, η οποία δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης. Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 901/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών), το οποίο με την 1824/2011 οριστική του απόφαση δέχθηκε την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους και ακύρωσε την ανωτέρω διαταγή πληρωμής.
Η αναιρεσείουσα Τράπεζα άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η 5956/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Κατ' αυτής της απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε την από 27-2-2013 αίτηση αναίρεσης, από την οποία, στη συνέχεια, παραιτήθηκε, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 26-11-2013 βεβαίωση του γραμματέα του Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου.
Όσον αφορά την 1354/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκρινε επί της ανακοπής του Γ. Φ. κατά της επίδικης, από ..., επιταγής προς εκτέλεση, όπως προαναφέρθηκε, η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 909/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου και μετά την παραπομπή της υπόθεσης προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο, εκδόθηκε η 546/2007 απόφασή του, με την οποία ακυρώθηκε η προσβαλλόμενη από ...
επιταγή προς εκτέλεση, η απόφαση αυτή δε έχει καταστεί αμετάκλητη μετά την παραίτηση της αναιρεσείουσας, στις 11-11-2009, από την ασκηθείσα κατ' αυτής, από 19-4-2007, αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η ανωτέρω περί δεδικασμένου ένσταση της αναιρεσείουσας, με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 322 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η μεν πρώτη απόφαση (4320/1994 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) έκρινε επί ανακοπής του πατέρα της ενάγουσας κατά της 7195/1983 διαταγής πληρωμής, που δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, η δε δεύτερη, που αφορά ανακοπή του κατά της από ...
επιταγής εκτέλεσης, η ακυρότητα της οποίας αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, διότι αναιρέθηκε με την 900/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας της ανωτέρω διατάξεις, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από τις ανωτέρω αποφάσεις και, συνεπώς, ο παραπάνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επίσης, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο των από 11-2-2019 πρόσθετων λόγων αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο με την παραδοχή ότι "Επιπλέον όλες οι προγενέστερες της ακύρωσης πράξεις του πατρός της ενάγουσας που επικαλείται η εναγομένη και σχετίζονται με την συναίνεσή του στην έκδοση της εγγυητικής επιστολής, δεν ασκούν έννομη επιρροή στην ένδικη διαφορά, που στηρίζεται αμιγώς στην μεταγενέστερη ακυρότητα της άνω επιταγής και στην εξ αυτής ζημία της ενάγουσας.
Συνεπώς και η αντίστοιχη ένσταση της εναγομένης στηριζόμενη στο άρθρο 300 ΑΚ, καθόσον αφορά την συγκεκριμένη αιτία, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη", περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη των προβαλλόμενων ισχυρισμών της περί έγκρισης (ΑΚ 236) εκ μέρους του Γ. Φ. όλων των πράξεων της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Τράπεζας σχετικά με τη λειτουργία της ένδικης εγγυητικής επιστολής και επικουρικά περί συντρέχοντος πταίσματος αυτού (ΑΚ 300) στην επέλευση της ζημίας του κατά ποσοστό 98%, τους οποίους είχε προτείνει πρωτοδίκως και επανέφερε με τις προτάσεις της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν εξειδικεύεται στο αναιρετήριο η ανεπάρκεια που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ποια επιπλέον πραγματικά περιστατικά έπρεπε να περιλαμβάνει αυτή και τα οποία παρέλειψε να διαλάβει για την πληρότητα της απόρριψης των παραπάνω ισχυρισμών (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ510/2021, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 144/2019).
Εξάλλου, κατά το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" θεωρούνται, οι ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Κατά την ανωτέρω έννοια, δεν είναι "πράγμα" η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ 29/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 415/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο πρόσθετο λόγο των από 11-2-2019 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι δεν έλαβε υπόψη τις ομολογίες του πατέρα της αναιρεσίβλητης Γ.
Φ. και της αναιρεσίβλητης, που προκύπτουν από το περιεχόμενο των ακόλουθων εγγράφων, ήτοι από: το δικόγραφο της αγωγής, το κείμενο της εγγυητικής επιστολής, την από 28-1-1995 ανακοπή, την από 18-10-2001 επιστολή της ενάγουσας προς την ... Τράπεζα, τις από 29-6-1994 και 20-3-1995 επιστολές του Γ. Φ. και τις προτάσεις της ενάγουσας, σχετικά με την συνομολόγηση του δανείου με την αλλοδαπή Τράπεζα, την έκδοση της εγγυητικής επιστολής και της συμπληρωματικής της, την μη καταβολή των συνομολογηθεισών δόσεων αυτού από τον Γ.
Φ., την καταβολή των δόσεων από την ... Τράπεζα προς την αλλοδαπή Τράπεζα, την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, το άνοιγμα της πίστωσης και την τήρηση του σχετικού λογαριασμού, την υποχρέωση του Γ. Φ. από τη σύμβαση πιστώσεως, την απαίτησή της και το δικαίωμα να κινήσει την αναγκαστική εκτέλεση, την μη εναντίωση του Γ.
Φ. στις ενέργειες της Τράπεζας, την μη προσβολή των γενόμενων σε βάρος του πράξεων εκτέλεσης και την ιδιότητά του ως δικηγόρου. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τα παραπάνω, καθόσον η επίκληση των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών, από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, συνάγεται ομολογία, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αρ. 8 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο της ουσίας, παραλείποντας να λάβει υπόψη τη δικαστική ομολογία, κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το συναγόμενο απ' αυτή (ΑΠ 1025/2019, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 325/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον έβδομο πρόσθετο λόγο των από 11-2-2019 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, προβάλλοντας πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλείται ότι τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις της, όσο και με τις κατ' έφεση (κεφ. 7 παραγρ. 7.1 και 7.2) πρόβαλε ότι ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας και η ίδια ομολόγησαν την κατάρτιση του δανείου με την αλλοδαπή Τράπεζα, την έκδοση της εγγυητικής επιστολής και της συμπληρωματικής αυτής από την ...
Τράπεζα, την μη καταβολή των συνομολογηθεισών δόσεων από τον Γ. Φ., την καταβολή των δόσεων του δανείου από την ... Τράπεζα, την κατάπτωση της εγγυητικής επιστολής, το άνοιγμα στη συνέχεια πιστώσεως και την τήρηση σχετικού λογαριασμού, την υποχρέωση του Γ. Φ. από τη σύμβαση πιστώσεως, την απαίτηση της αναιρεσείουσας και το δικαίωμά της να κινήσει αναγκαστική εκτέλεση, την μη εναντίωση του Γ.
Φ. στις ενέργειες της ... Τράπεζας, την μη προσβολή των γενόμενων σε βάρος του πράξεων εκτέλεσης και την ιδιότητά του ως δικηγόρου, πλην όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο της ομολογίας (ΑΚ 352). Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος. Τούτο, διότι τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρεσείουσα, ομολόγησαν η αναιρεσίβλητη και ο δικαιοπάροχος πατέρας της, δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκείμενης δίκης, ούτε επηρέασαν το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον το αντικείμενο αυτής (δίκης) αφορά αξίωση αποζημίωσης της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) λόγω της ζημίας που προκλήθηκε σ' αυτήν, συνεπεία της αμετάκλητης ακύρωσης των προαναφερόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι, της 3221/1990 διαταγής πληρωμής και της από ...
επιταγής προς εκτέλεση, δυνάμει των οποίων επισπεύσθηκε σε βάρος του δικαιοπαρόχου της ο πλειστηριασμός των ακινήτων του και στο πλαίσιο της δίκης αυτής δεν ήταν κρίσιμες ούτε η κατάρτιση της σύμβασης δανείου με την αλλοδαπή Τράπεζα, ούτε η έκδοση της εγγυητικής επιστολής από την δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας, ούτε η κατάπτωσή της, ούτε τα υπόλοιπα αναφερόμενα περιστατικά, τα οποία, άλλωστε, δεν κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Εξάλλου, στο πλαίσιο της καθιερούμενης από το άρθρο 106 ΚΠολΔ θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς, παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου, αν δε παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 953/2020, ΑΠ 537/2016).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, όπως συμπληρώνεται με τον πρώτο πρόσθετο λόγο των από 11-2-2019 πρόσθετων λόγων, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην από τον αριθμό 9 του 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, διότι επιδίκασε για διαφυγόντα κέρδη ποσό 3.710.848 ευρώ, που είναι πλέον του αιτηθέντος για την αιτία αυτή ποσού του 1.820.000 ευρώ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ επισκόπηση της ένδικης αγωγής, αλλά και της προσβαλλόμενης απόφασης, η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) με την αγωγή της, όπως περιορίστηκε με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναλήφθηκε και στις προτάσεις της, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει ποσό 1.554.000 ευρώ και να υποχρεωθεί να της καταβάλει ποσό 100.000 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη, ήτοι συνολικό ποσό 1.664.000 ευρώ (και όχι ποσό 1.820.000 ευρώ που αναφέρεται στο αναιρετήριο).
Όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο δέχθηκε ότι η συνολική ζημία της ενάγουσας από διαφυγόντα κέρδη ανήλθε στο συνολικό ποσό των 3.710.848 ευρώ και από το ποσό αυτό, αφενός μεν υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 78.553 ευρώ, αφετέρου δε αναγνώρισε την υποχρέωσή της να της καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 3.632.295 ευρώ, που αποτελεί μέρος του ποσού των 11.391.215 ευρώ, που αναφέρεται στο διατακτικό.
Συνεπώς, αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα για διαφυγόντα κέρδη ποσό 1.968.295 ευρώ περισσότερο του αιτηθέντος [ήτοι, αιτούμενο ποσό 1.664.000 ευρώ, γενόμενο δεκτό ποσό 3.710.848 ευρώ, από το οποίο επιδίκασε ποσό 78.553 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωση καταβολής ποσού 3.632.295 ευρώ]. Με τον τρόπο αυτό το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 9 του 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, όπως βάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα με τους παραπάνω λόγους αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί κατά το παραπάνω κεφάλαιο η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι κατά το μέρος, με το οποίο αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης (αναιρεσείουσας) να καταβάλει στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ποσό 1.968.295 ευρώ, που είναι επιπλέον του αιτηθέντος.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις, του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, "αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης.
Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα", της παραγράφου 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία, "νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας" και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία "η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις, κατά το άρθρο 524 παράγραφος 1 εδάφιο β' ΚΠολΔ", προκύπτουν τα εξής:
Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί όμως αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης, αλλά στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα.
Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 του ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παράγραφος 1 εδάφιο β' ΚΠολΔ και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Μπορεί, δηλαδή, να προβληθούν από τους διαδίκους στον Άρειο Πάγο, με κρίσιμη χρονική αφετηρία τη, μετά την αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης, κατ' ουσία νέοι ισχυρισμοί, υπό τους περιορισμούς των άρθρων 527 και 269 παρ.2 ΚΠολΔ, ή και να ασκηθούν από τον εκκαλούντα πρόσθετοι λόγοι έφεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 520 παρ.2 ΚΠολΔ.
Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 1196/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 2225/2014).
Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη, εφόσον στην κρινόμενη υπόθεση αναιρείται, κατά το προεκτεθέν κεφάλαιο, η 855/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε μετά από αναίρεση της προηγούμενης με αριθμό 2940/2011 απόφασής του, πρέπει η υπόθεση να διακρατηθεί και να δικασθεί, από το Τμήμα τούτο, σε νέα συζήτηση, που θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Δικαστικά έξοδα θα επιδικαστούν από το παρόν Δικαστήριο με την απόφαση που θα εκδοθεί μετά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 23-3-2018 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 3076/2018, ΕΑΚ 261/2018) και τους από 7-5-2018 (Αριθ. Καταθ. 48/2018) και από 11-2-2019 (Αριθ. Καταθ. 21/2019) πρόσθετους λόγους αυτής κατά της 855/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΑΝΑΙΡΕΙ την 855/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο, με το οποίο αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης (αναιρεσείουσας) να καταβάλει στην ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) για διαφυγόντα κέρδη το επιπλέον του ενός εκατομμυρίου εννιακοσίων εξήντα οκτώ χιλιάδων διακοσίων ενενήντα πέντε (1.968.295) ευρώ ποσό. ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση κατά το κεφάλαιο αυτό, προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο, η οποία θα λάβει χώρα σε νέα συζήτηση της υπόθεσης, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ