Legislator Case Law & Legislation
718/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal on main claim but remands case for recalculation of social security contributions.

Case Number 718/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Third Instance Court's decision regarding social security contributions. The appellants argued that the lower court erred in applying specific laws governing the collection of contributions by private contractors. The Court found the main legal arguments valid but determined that the specific calculation of owed amounts required further examination by a new panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Art. 89 of Law 2084/1992; Art. 6 of Law 2527/1997: The Supreme Court held that the assignment of social security collection to private entities must follow the lease of work model, and the appeal is partially allowed while the case is remanded for recalculation of specific benefits.

Keywords

AI generated
social security contributions private contractors lease of work social security benefits remand for recalculation appeal admissibility legal error

Cited Legislation

AI generated
Art. 89 of Law 2084/1992
Art. 6 of Law 2527/1997
Art. 78 of Law 2676/1999
Art. 216 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 718 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 718/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.

Των αναιρεσειόντων: 1) Λ. Β. του Ν., κατοίκου ..., 2) Μ. Β. του Ε., κατοίκου ..., 3) Ε. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 4) Κ. Ζ. του Φ., κατοίκου ..., 5) Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 6) Α. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 7) Μ. Σ. του Λ., κατοίκου ..., 8) Ι. Σ. του Κ., κατοίκου ... και 9) Ζ. Φ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Βασιλικής Σκορδάκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών" (ΟΑΕΕ), στη θέση του οποίου υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος, το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης" (ΕΦΚΑ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2 ΚΠολΔ) της πληρεξούσιας δικηγόρου Ιωάννας Ζωγράφου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2007 αγωγή των αρχικώς δεκατεσσάρων (14) εναγόντων, μεταξύ των οποίων και οι εννέα (9) ήδη αναιρεσείοντες, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2283/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ’ αυτής, η 3186/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-5-2015 και με αριθμό κατάθεσης ...5-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η από 29-5-2015 και με αριθμό κατάθεσης ...5-2015 αίτηση αναίρεσης κατά της 3186/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες έφεσης κατά της 2283/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 4-4-2007 (με αριθμό κατάθεσης .../4-4-2007) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

2. Με τη διάταξη του άρθρου 89 του ν. 2084/1992 παρασχέθηκε η δυνατότητα στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης να αναθέτουν σε ιδιώτες την είσπραξη των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών. Η ανάθεση γίνεται με σύμβαση μίσθωσης έργου, η δε αμοιβή του αναδόχου καθορίζεται σε ποσοστό επί των εισπράξεων. Η διαδικασία της ανάδειξης του αναδόχου, ο τύπος και το περιεχόμενο της σύμβασης έργου, ο τρόπος είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών, ο τρόπος και ο χρόνος απόδοσης των εισπραττομένων ποσών, ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής της αμοιβής του αναδόχου, ορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με συμπληρωματική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 681 επ.

ΑΚ και 15 παρ.1 εδ. β’ , 2 και 3 του ν. 1735/1987. Κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις, στη σύμβαση μίσθωσης έργου ορίζεται ότι ο ανάδοχος εισπράττει την αμοιβή του με βάση δελτίο παροχής υπηρεσιών, η εκτέλεση του έργου δεν συνδέεται με το ωράριο εργασίας της υπηρεσίας, η απασχόληση σε έργα ή καθήκοντα άσχετα με εκείνα που ανατίθενται κάθε φορά σε πρόσωπα με σύμβαση μίσθωσης έργου ή ξένα με την ειδικότητά τους απαγορεύεται και ότι τα πρόσωπα που απασχολούνται με σύμβαση μίσθωσης έργου, δεν δικαιούνται επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και άδεια και επίδομα άδειας.

Η τελευταία αυτή διάταξη τέθηκε εκ περισσού και προφανώς προς άρση κάθε αμφιβολίας, αφού στη σύμβαση μίσθωσης έργου δεν νοείται, πέραν της εργολαβικής αμοιβής, η καταβολή στον ανάδοχο των ανωτέρω επιδομάτων. Στη συνέχεια, μεταβλήθηκε το παραπάνω νομοθετικό καθεστώς και με τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 ορίσθηκε ότι, για τη σύναψη συμβάσεων μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.

ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται προηγούμενη έκδοση ΚΥΑ των εκεί αναφερομένων Υπουργών, στην οποία, πλην άλλων, πρέπει να καθορίζεται ο αριθμός των προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου και το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου.

Ακόμη, ορίσθηκε ότι για τη σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας του μετέχοντος νομικού προσώπου του δημοσίου τομέα ότι πρόκειται για "γνήσια" σύμβαση έργου, ήτοι τέτοια που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία και ότι σύμβαση, που κατ’ επίφαση χαρακτηρίζεται ως μίσθωση έργου, ενώ πράγματι καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του νομικού προσώπου, είναι αυτοδικαίως και καθ’ ολοκληρία άκυρη.

Επίσης, ορίσθηκε ότι ανανέωση ή παράταση της σύμβασης μίσθωσης έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη και ότι ρήτρα καταβολής της εργολαβικής αμοιβής τμηματικώς, κατά μήνα ή άλλο χρονικό όριο, χωρίς συνάρτηση με την πρόοδο του έργου, είναι αυτοδικαίως άκυρη. Ακολούθως, με το άρθρο 78 του ν. 2676/1999, ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 δεν έχουν εφαρμογή για την ανάθεση της είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών των φορέων κοινωνικής ασφάλισης σε ιδιώτες και ότι η είσπραξη των εισφορών αυτών εξακολουθεί να ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 89 του ν. 2084/1992 και να διενεργείται με την κατάρτιση συμβάσεων μίσθωσης έργου (ΑΠ 127/2015, ΑΠ 1335/2015). 3.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό, που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (στο εξής:

ΙΔΑΧ) κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου ή έργου. Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ’ επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Μοναδική εξαίρεση από την εν λόγω απόλυτη απαγόρευση προβλέφθηκε από τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του π.δ. 164/2004 (που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους), για περιπτώσεις απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατ’ αυτήν (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο αυτό [η συνδρομή των οποίων διαπιστώνεται είτε διοικητικά από τον οικείο φορέα, με αίτηση που ο εργαζόμενος υποβάλλει εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω διατάγματος, είτε δικαστικά, με την άσκηση της αντίστοιχης αγωγής].

Προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του ως άνω άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, επακολούθησε ο ν. 3320/2005, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι οι εργαζόμενοι, που εμπίπτουν στην εξαίρεση, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ΙΔΑΧ, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη με την οποία είχαν προσληφθεί.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", κατά δε την παρ.5 του ίδιου άρθρου, ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 15 παρ.1 περ. ι’ του ν. 3205/2003, συνάγεται ότι οι κατατασσόμενοι σε θέση εργασίας ΙΔΑΧ, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι οποίοι προηγουμένως παρείχαν υπηρεσίες στο Δημόσιο με σύμβαση μίσθωσης έργου, μόνο "από" και "με" την έκδοση της σχετικής πράξης κατάταξης δικαιούνται τις αποδοχές των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για τον καθορισμό των οποίων, καθώς και για την περαιτέρω μισθολογική τους εξέλιξη, συνυπολογίζεται ως χρόνος προϋπηρεσίας και ο χρόνος απασχόλησής τους με σύμβαση έργου, αφού και αυτός έχει χαρακτηρισθεί και λογίζεται με διάταξη νόμου (άρθρο 1 παρ.4 ν. 3320/2005) ότι διανύθηκε στο πλαίσιο σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως προς όλες τις συνέπειες (ήτοι, τη χορήγηση των επιδομάτων εορτών, των αποδοχών αδείας και του επιδόματος αδείας, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω), ενώ, αντιθέτως, δικαιούνται τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάσσονται μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.

Έτσι, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, ο νομοθέτης επέλεξε να καταταγούν μεν οι απασχοληθέντες σε οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ΙΔΑΧ, για το λόγο ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, να αρχίσουν όμως να αμείβονται με τις αποδοχές της θέσης, στην οποία εντάσσονται, από το χρόνο της κατάταξής τους, οπότε και ολοκληρώνεται πλέον η κατά νομοθετική παραχώρηση πρόσληψή τους, για δε το προγενέστερο χρονικό διάστημα να δικαιούνται αυτοί να αναζητήσουν μόνο εκείνες τις παροχές, τις οποίες δεν έλαβαν εξαιτίας του χαρακτηρισμού της απασχόλησής τους ως σύμβασης μίσθωσης έργου.

Η θέση αυτή, εξάλλου, δεν αντίκειται στις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, η οποία δεν καθορίζει το ύψος των αποδοχών των απασχολουμένων με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, αλλά επιτάσσει την αποφυγή δυσμενών διακρίσεων, εφόσον δεν οφείλονται σε αντικειμενικό λόγο και θέτει χρονικό όριο προσαρμογής της εσωτερικής έννομης τάξης των κρατών - μελών προς αυτήν (ΟλΑΠ 16/2017).

Επίσης, δεν αντίκειται ούτε στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β’ του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή έργου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ΙΔΑΧ, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις μισθολογικές παροχές για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1805/ 2017, ΑΠ 260/2012).

4. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

5. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 3186/2013 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τους εδώ αναιρεσείοντες: Ότι το εναγόμενο είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το οποίο συστήθηκε με το ν. 2676/1999 και σε αυτό υπήχθησαν υποχρεωτικά τα πρόσωπα που ασκούν επάγγελμα υπαγόμενο στην ασφάλιση των πρώην ΤΑΕ, ΤΕΒΕ και ΤΣΑ (άρθρο 3 του ν. 2676/ 1999), ήτοι φορέων κοινωνικής ασφάλισης οι οποίοι καταργήθηκαν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου και των οποίων το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας περιήλθε αυτοδικαίως στους κλάδους σύνταξης και υγείας του εναγομένου.

Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 89 του ν. 2084/ 1992, οι επτά πρώτοι εξ αυτών (με την αρίθμηση που αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης) Λ. Β., Μ. Β., Ε. Δ., Κ. Ζ., Ε. Κ., Α. Κ. και Μ. Σ. την 7-2-2010, ο όγδοος Ι. Σ. την 22-11-1999 και η ένατη Ζ. Φ. την 16-11-1998, με συμβάσεις μίσθωσης έργου, διάρκειας ενός έτους, που ανανεώθηκαν διαδοχικά μέχρι την 15-7-2006, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως εισπράκτορες ασφαλιστικών εισφορών από τους ασφαλισμένους στο εναγόμενο εμπόρους.

Ότι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους με συμβάσεις έργου μέχρι την 15-7-2006 (ορθότερα: ο τέταρτος μέχρι την 21-3-2006, ο όγδοος μέχρι την 2-3-2006 και οι λοιποί μέχρι την 24-2-2006), οπότε κατετάγησαν σε κενές οργανικές θέσεις αορίστου χρόνου του εναγομένου Ταμείου (ΟΑΕΕ-ΤΑΕ), κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004. Ότι ο τρόπος είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών και των προσθέτων τελών του Ταμείου γινόταν με τους παρακάτω όρους και προϋποθέσεις και ο επιμελητής εισπράξεων όφειλε να επισκέπτεται κάθε μήνα όλους του ασφαλισμένους της περιοχής του (τομέα) για την είσπραξη των μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών τους (τρεχουσών και καθυστερουμένων), της είσπραξής τους απαγορευμένης από άλλους τομείς, χωρίς προηγούμενη έγγραφη άδεια του εναγομένου.

Ότι για τη σύμφωνη με τη σύμβαση και τις σχετικές διατάξεις εκτέλεση του έργου, οι ανωτέρω ενάγοντες- επιμελητές υποχρεούνταν: α) να ενεργούν έγκαιρα και χωρίς καμία παράλειψη την είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών, καθώς και κάθε άλλου συναφούς με αυτές χρηματικού ποσού, σύμφωνα με τις υποδείξεις του εναγομένου, οι δε μηνιαίες εισπράξεις των εισφορών πραγματοποιούντο στην επαγγελματική κατοικία των ασφαλισμένων, σε ημέρες και ώρες που επέλεγε ο κάθε επιμελητής, ανεξάρτητα από το ωράριο εργασίας των υπηρεσιών του εναγομένου, β) να ενεργούν έγκαιρα την απογραφή των ανασφαλίστων ή των νέων εμπόρων που υπάγονται στην ασφάλιση του εναγομένου, σύμφωνα με τις εκάστοτε υποδείξεις και εντολές αυτού, γ) να συντάσσουν και να υποβάλλουν στο εναγόμενο λεπτομερείς εκθέσεις για κάθε θέμα που αφορά ασφαλισμένο ή ασφαλιστέο πρόσωπο της περιοχής τους σχετικά με τη διαγραφή, μετάταξη, διαχωρισμό μεταξύ ΟΑΕΕ και ΤΑΕ, ΤΕΒΕ ή ΤΣΑ, αλλαγή διεύθυνσης ή μεταφορά έδρας, επανεγγραφή και γενικά την τύχη της επιχείρησης του ασφαλισμένου που διέκοψε την εμπορία, δ) να τηρούν και να ενημερώνουν απόλυτα τα μητρώα των ασφαλισμένων, σύμφωνα με τις εγκρινόμενες νέες εγγραφές, διαγραφές και ανακατατάξεις αυτών και τις ατομικές μερίδες τους, με πίστωση των καταβολών των ασφαλισμένων του τομέα τους και γενικά να συμμορφώνονται προς τις εκάστοτε διδόμενες προς αυτούς οδηγίες για την εκτέλεση του έργου, ε) να εκτελούν κάθε συναφές προς τις εισπράξεις ασφαλιστικών εισφορών έργο, στ) να παραδίδουν στους ασφαλισμένους τις ανακοινώσεις, έγγραφα, εγκυκλίους και γενικά κάθε έντυπο του εναγομένου, που έχουν σχέση με την ασφάλισή τους σε αυτό, καθώς και τις εκδιδόμενες βεβαιώσεις για τις καταβολές τους προς φορολογική χρήση, ζ) να παραδίδουν στους ασφαλισμένους του τομέα τους τα ασφαλιστικά βιβλιάρια και τα βιβλιάρια ασθενείας, να παραλαμβάνουν τα απαραίτητα για την έκδοση των βιβλιαρίων ασθενείας δικαιολογητικά και να τα παραδίδουν στην αρμόδια υπηρεσία του εναγομένου, η) να ενεργούν, σύμφωνα με τις οδηγίες του εναγομένου, τη θεώρηση και την έγκαιρη αντικατάσταση των εξαντληθέντων ασφαλιστικών βιβλιαρίων των ασφαλισμένων του τομέα τους και θ) να καταθέτουν τις ημερήσιες εισπράξεις υποχρεωτικά την επομένη της είσπραξης στο επιτόπιο υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας.

Ότι συμφωνήθηκε ρητά ότι η αμοιβή των εναγόντων θα ανερχόταν σε ποσοστό 3% επί των εισπράξεων και, σε περίπτωση που η έδρα των ασφαλισμένων απείχε πέραν των είκοσι (20) χιλιομέτρων από την έδρα του Ταμείου, σε ποσοστό 4%, ενώ σε περίπτωση διενέργειας εισπράξεων στα γραφεία του Ταμείου, σε ποσοστό 1,20%, ότι για την είσπραξη της αμοιβής τους θα εξέδιδαν δελτίο παροχής υπηρεσιών, νομίμως θεωρημένο από την αρμόδια οικονομική εφορία, ότι οι συμβάσεις αυτών θα έληγαν το συμφωνημένο χρόνο, οπότε έπρεπε να παραδώσουν στο εναγόμενο κάθε έγγραφο, που τους είχε χορηγηθεί για την εκτέλεση του έργου, καθώς και ότι οι συμβάσεις τους φέρουν το χαρακτήρα σύμβασης έργου (άρθρα 89 ν. 2084/ 1992 και 681 ΑΚ) και δε υποκρύπτουν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Ότι με βάσει τα άνω αποδειχθέντα, οι επίμαχες συμβάσεις είναι πράγματι συμβάσεις έργου και όχι εξαρτημένης εργασίας, αφού, κατά την παροχή των υπηρεσιών τους οι ενάγοντες, δεν τελούσαν υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του εναγομένου, δεν ακολουθούσαν το ωράριο εργασίας των υπηρεσιών του, αλλά επέλεγαν οι ίδιοι τις ημέρες και τις ώρες της δραστηριότητάς τους, μη υποκείμενοι σε πειθαρχικό έλεγχο από τα αρμόδια όργανα αυτού.

Ότι η καθημερινή προσέλευσή τους στα γραφεία του εναγομένου οφειλόταν στο γεγονός ότι αυτή ήταν αναγκαία για την εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου (απόδοση εισπράξεων και αγορά ενσήμων ίσης αξίας, παράδοση ονομαστικών καταστάσεων αυτών που κατέβαλαν εισφορές κλπ). Ότι η συμφωνία, κατά την οποία οι ενάγοντες ήταν υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται προς ορισμένες οδηγίες και υποδείξεις του εναγομένου, δεν αναιρεί το χαρακτήρα των συμβάσεων αυτών ως συμβάσεων έργου, γιατί οι υποδείξεις και οι οδηγίες αυτές απέβλεπαν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος έργου, που ήταν η τακτική και έγκαιρη είσπραξη των εισφορών που οφείλονταν στο εναγόμενο.

Ότι οι ενάγοντες στις αιτήσεις- υπεύθυνες δηλώσεις, που υπέβαλαν στο εναγόμενο προκειμένου να προσληφθούν, δήλωσαν ότι η μελλοντική σύμβαση, που επρόκειτο να καταρτισθεί μεταξύ τους, θα ήταν μίσθωσης έργου. Ότι οι εν λόγω συμβάσεις, χαρακτηριζόμενες ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, διέπονταν από τις διατάξεις των άρθρων 89 του ν. 2084/1992 και 6 του ν. 2527/1997, που ίσχυαν κατά το χρόνο της κατάρτισής τους.

Ότι από τις διατάξεις αυτές η συμβατική τους σχέση χαρακτηρίζεται, κατά τρόπο δεσμευτικό για τους διαδίκους και το δικαστήριο, ως σύμβαση μίσθωσης έργου. Με βάση τις παραδοχές αυτές, έκρινε ότι οι ενάγοντες (-αναιρεσείοντες) δεν δικαιούνται, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από την πρόσληψή τους μέχρι και την κατάταξή τους από το εναγόμενο σε κενές οργανικές θέσεις (ΔΕ) επιμελητών εισπράξεων - βεβαιωτών, κατ’ εφαρμογή του π.δ. 164/2004, διαφορές αποδοχών, δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές και επίδομα αδείας, τα οποία θα δικαιούνταν μόνο σε περίπτωση που συνδέονταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, το οποίο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.

Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση ως προς τους δώδεκα από τους εκκαλούντες- ενάγοντες (ως προς τους λοιπούς δύο απορρίφθηκε), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς αυτούς, μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσείοντες, με την οποία η ένδικη αγωγή, ως προς την κυρία βάση της από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (κατά την πραγματική μορφή των συμβάσεων, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή), είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη (ενώ ως προς τη βάση της ίσης μεταχείρισης και την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού είχε απορριφθεί, αντίστοιχα, ως αόριστη και ως μη νόμιμη), στη συνέχεια δε, δικάζοντας εκ νέου την αγωγή ως προς την κυρία βάση της από τη σύμβαση, την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη.

6. Με την κρίση αυτή, το Εφετείο παραβίασε αφενός μεν τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα, αφετέρου δε τις διατάξεις των άρθρων 11 του π.δ. 164/2004 και 1 του ν. 3320/2005, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και ήσαν εφαρμοστέες, καθώς και αυτές των άρθρων 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, τις οποίες, επίσης, δεν εφάρμοσε, αν και ήσαν ευθέως εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με τις αιτούμενες αξιώσεις για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας.

Ειδικότερα, μετά την παραδοχή ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, επιμελητές εισπράξεων, κατετάγησαν σε κενές οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ) του εναγομένου ασφαλιστικού ταμείου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και ότι η ένταξη αυτή είχε ως λογικό προαπαιτούμενο, σύμφωνα με τις διατάξεις με τις οποίες έγινε, το ότι αυτοί προηγουμένως, ενώ απασχολούνταν με συμβάσεις μίσθωσης έργου, στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη τους, ήτοι προϋπόθεση της οποίας η συνδρομή επιβεβαιώθηκε κατά τη διοικητική διαδικασία που τηρήθηκε υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ, το Εφετείο δεν είχε άλλη επιλογή από το να καταλήξει στην κρίση ότι αυτοί δικαιούνται να λάβουν, για το πριν την κατάταξή τους χρονικό διάστημα, και τις παροχές εκείνες (δώρα εορτών, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας), που δεν είχαν λάβει υπό το καθεστώς της απασχόλησής τους με σύμβαση μίσθωσης έργου, ενώ στην πραγματικότητα ήταν εξαρτημένη εργασία.

Μετά δε την ένταξη των εναγόντων σε θέσεις ΙΔΑΧ, είχαν αποβεί εκ των πραγμάτων χωρίς ρυθμιστικό αντικείμενο στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις του άρθρου 89 του ν. 2084/1992, σύμφωνα με τις οποίες η απασχόληση επιμελητών είσπραξης ασφαλιστικών εισφορών έπρεπε να έχει το χαρακτήρα της μίσθωσης έργου, οι δε διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 2527/1997, σύμφωνα με το άρθρο 78 του ν. 2676/1999, δεν είχαν πλέον εφαρμογή για την ανάθεση της είσπραξης των εν λόγω εισφορών σε ιδιώτες.

Επομένως, οι τρεις πρώτοι λόγοι της αίτησης, όπως παραδεκτά συμπληρώνονται από τον Άρειο Πάγο (ΚΠολΔ 562 παρ.4), με τους οποίους επισημαίνονται οι ως άνω παραβιάσεις και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την αγωγή κατά την πρώτη επικουρική βάση της που θεμελιώνεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι η παραβίαση δικονομικής διάταξης δεν θεμελιώνει τον εκ του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ λόγο, ο οποίος ιδρύεται μόνο επί παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Σε κάθε περίπτωση, αν εκτιμηθεί ότι ο λόγος αυτός αναφέρεται στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι η αγωγή, ως προς την εν λόγω επικουρική βάση της, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις της δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, απορρίπτοντάς την ως αόριστη, μετά την αναίρεση της απόφασης, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων, ως προς το κεφάλαιο που αφορά την κυρία βάση της, παρέλκει η έρευνα του λόγου αυτού, που αναφέρεται στην επικουρική βάση.

7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες, μόνο κατά το μέρος που αφορά στην κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση (και δη υπολογισμό των οφειλομένων στους αναιρεσείοντες μισθολογικών παροχών για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας των ετών 2000 έως και 2005 και, επιπλέον, για τους 2η, 3η, 5η, 6η, 7η και 9η εξ αυτών, υπολογισμό των συμφωνημένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από Αύγουστο 2005 έως και Φεβρουάριο 2006, ήτοι πριν την κατάταξή τους σε οργανικές θέσεις), προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν υπήρξε δυσχερής (ΚΠολΔ 179, 183, 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3186/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους ήδη αναιρεσείοντες, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, προς περαιτέρω εκδίκαση.

Και

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής δίκης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Φεβρουαρίου 2018.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 17η Απριλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ