Supreme Court allows appeal against debt restructuring order due to insufficient evidence of permanent insolvency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a final debt restructuring order issued under the insolvency law. The lower court found the debtor insolvent based on income versus living expenses but failed to verify the total monthly debt obligations. Consequently, the court ruled that the evidence was insufficient to prove permanent insolvency and remanded the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739-741 of the Civil Procedure Code; Article 15 of Law 3869/2010: In debt restructuring proceedings, the court must verify the total monthly debt obligations against the debtor's net income to determine permanent insolvency; a finding of insolvency is invalid if the total debt exceeds the debtor's income, rendering the restructuring order void.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1712 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1712/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ") και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2015 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ναυπάκτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-6-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 20-6-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2/2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 83/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias A.E." και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης.
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 815/2024, ΑΠ 596/2024).
Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τη προσκομιζόμενη, από το αναιρεσείον με αριθ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος Χ. Μ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 20-6-2022, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" (και χάριν συντομίας ΤΠΔ), νομότυπα και εμπρόθεσμα, στο πρώτο των αναιρεσίβλητων. Επομένως, αφού ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) και εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση (άρθρ. 2 ΥΠΟΠΑΡ. Α4 άρθρ. 2 παρ. 5 του ίδιου νόμου 4336/2015), ως εκ του χρόνου υποβολής - κατάθεσης, στις 12-11-2015, της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής", ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του ως άνω νόμου 3869/2010 (όπως η παρ. 2 ισχύει μετά τη τροποποίησή της με το ν. 4336/2015), " αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη.
Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για τη κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου".
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 1036/2024, ΑΠ 550/2023, ΑΠ 1162/2021, ΑΠ 552/2020).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για το προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για το καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για το προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας.
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 691/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1036/2024, ΑΠ 144/2023, ΑΠ 550/2023, ΑΠ 811/2023, ΑΠ 978/2023).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 1544/2023).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρ. 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 130/2020, ΑΠ 509/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, που επιτρεπτά ερευνάται αρχικά, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 595/2020), το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., παραθέτοντας τις συνοπτικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που ενδιαφέρουν στη παρούσα αναιρετική δίκη, προσάπτει στην απόφαση αυτή την αιτίαση ότι, εντελώς αναιτιολόγητα, άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον ισχυρισμό του αιτούντος (ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου) ότι αυτός περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς την πιστώτρια ανώνυμη τραπεζική εταιρία-πρώτη των καθών η από 11-11-2015 αίτησή του και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη και προς το αναιρεσείον ΤΠΔ, καθόσον, στην προσβαλλόμενη ουδόλως εκτίθεται, άλλως δεν προσδιορίζεται με πληρότητα και σαφήνεια, το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεών του για την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων προς τους ως άνω πιστωτές, ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο χρόνο συνομολόγησης των δανείων του, ώστε το δικαστήριο συγκρίνοντας την μηνιαία δόση που θα έπρεπε να καταβάλλει ο αιτών προς αυτούς (πιστωτές) με τα εισοδήματά του και το ποσό των βιοτικών του αναγκών να καταλήξει με πλήρη αιτιολογία στο συμπέρασμα κατά πόσο τα εισοδήματα αυτά ήταν ή όχι επαρκή για την εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεών του και, έτσι, παραβιάστηκε η διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010.
Σχετικά με τον ως άνω αναιρετικό λόγο, από τη προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρ. 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, αναφορικά με το ζήτημα αυτό δηλ. αναφορικά με τη περιέλευση του αιτούντος σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του, στη συνέχεια δε για την ουσιαστική απόρριψη της με αριθ. 2/30-1-2020 έφεσης του αναιρεσείοντος ΤΠΔ, δέχτηκε τα ακόλουθα: "......
Ο αιτών είναι ... ετών, έγγαμος με δύο ενήλικα τέκνα, τα οποία σήμερα είναι φοιτητές στην Πάτρα στη Φιλοσοφική και στο Τμήμα νοσηλευτικής του ΤΕΙ, αντίστοιχα. Ο αιτών είναι δημοτικός υπάλληλος που αποκερδαίνει περί τα 1237,50 ευρώ μηνιαίως Η σύζυγος του αιτούντος είναι άνεργη, προηγουμένως δε εργαζόταν ως καθηγήτρια Αγγλικών.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται, ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησης, ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη: 1) Στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "EUROBANK ΕRGASIAS ΑΕ" (ήδη δεύτερη εφεσίβλητη), από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού 62.834,01 ευρώ, 2) Στο νπδδ με την επωνυμία ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (εκκαλών), από τη με αριθμό ...
σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού 31.563,65 ευρώ.
Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι ο αιτών, λόγω της υπερχρέωσης του από τον μεγάλο αριθμό των δανείων, που έχει λάβει και το ύψος των μηνιαίων δόσεων που απαιτούνται για την εξυπηρέτησή τους, σε συνδυασμό με τις ανάγκες διαβίωσης της οικογενείας του, έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ανωτέρω ληξιπρόθεσμων οφειλών του, η οποία δεν προέκυψε ότι οφείλεται σε δόλο, καθόσον στη περιέλευσή του στην ως άνω κατάσταση συνετέλεσε και η ανεργία της συζύγου του αλλά και οι ανάγκες των τέκνων του που σπουδάζουν.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθώς εκτίμησε τις ενώπιον του αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο και αιτιολογημένα απεφάνθη και ο σχετικός τρίτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος. Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι ο αιτών είναι αποκλειστικός κύριος μιας μονοκατοικίας αποτελούμενης από ισόγειο εμβαδού 96,20 τ.μ.
με ημιτελή υπόγεια αποθήκη εμβαδού 60 τ.μ. στη θέση ΑΝΤΡΙΑ του Μολύκρειου Ναυπακτίας, η οποία (οικία) αποτελεί την κύρια κατοικία του αιτούντος και της οικογένειάς του, για την οποία υποβάλλεται αίτημα υπαγωγής της στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 ρύθμιση για εξαίρεση από την εκποίηση.
Η αντικειμενική αξία της ανωτέρω οικίας ανέρχεται στο ποσό των 41.958 ευρώ. Επιπλέον, ο αιτών έχει στη κυριότητά του σε ποσοστό 100%, ένα οικόπεδο, εκτάσεως 408 τ.μ. στη θέση ΑΧΥΡΓΙΩΝΑ του Μολύκρειου Ναυπακτίας, αξίας 5000 ευρώ, ένα ξηρικό αγροτεμάχιο εκτάσεως 14 στρεμμάτων, στη θέση ΛΙΓΟΥΛΑ του Μολύκρειου Ναυπακτίας, αξίας 7000 ευρώ και ένα ξηρικό αγροτεμάχιο, εκτάσεως 10 στρεμμάτων, στη θέση ΚΟΚΚΙΝΟΠΥΛΙΑ του Μολύκρειου Ναυπακτίας, αξίας 5000 ευρώ, καθώς και σε ποσοστό 50% από κοινού με τη σύζυγο του ένα διαμέρισμα εμβαδού 91 τ.μ., που βρίσκεται στο τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας επί της οδού ..., στη Πάτρα, κατασκευής 1975 και στο οποίο διαμέρισμα διαμένουν τα τέκνα του.
Τα περιουσιακά στοιχεία αυτά δεν κρίνονται πρόσφορα προς εκποίηση καθώς δεν πρόκειται να αποφέρουν αξιόλογο τίμημα, (απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου διατεινόμενου έβδομου λόγου εφέσεως). Με βάση τα προαναφερόμενα συντρέχουν στο πρόσωπο του ανωτέρω οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010 και ειδικότερα σε αυτή των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 του νόμου, καθώς, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο πρώτος εφεσίβλητος έχει περιέλθει σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του, η δε αδυναμία του αυτή δεν οφείλεται σε δόλο.
Οι εν γένει βιοτικές ανάγκες της οικογένειας του ανωτέρω ανέρχονται σε 1.000 ευρώ μηνιαίως (συνυπολογιζομένων και των αναγκών κάλυψης μέρους της διατροφής των ενήλικων τέκνων του, που δύνανται να εργαστούν για να καλύψουν και με τη δική τους εργασία μέρος των αναγκών διατροφής τους) προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα για τη διατροφή, ένδυση, ηλεκτροφωτισμό, ύδρευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, αντιμετώπιση έκτακτων δαπανών, λαμβανομένου υπόψη ότι ο αιτών - πρώτος εφεσίβλητος και η σύζυγος του διαμένουν σε ιδιόκτητη οικία του τελευταίου, ενώ η σύζυγος του αιτούντος, όπως προαναφέρθηκε, δεν εργάζεται, ούτε αποδείχθηκε ότι έχει άλλη περιουσία ή εισοδήματα Όσον αφορά, λοιπόν, το ειδικότερο περιεχόμενο της ρύθμισης των επίδικων χρεών, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, λαμβανομένων υπόψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογένειάς του, το προς διάθεση στους πιστωτές του ποσό πρέπει να οριστεί στο ποσό των 50 ευρώ μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών, ποσό το οποίο έχει τη δυνατότητα να καταβάλει.
Το πρωτόδικο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη, όρισε το ίδιο ως άνω ποσό, ορθώς έκρινε και συνεπώς ο σχετικός πέμπτος λόγος έφεσης κατά το πρώτο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος....''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο έκρινε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτή του άρθρου 8 παρ. 2 και αυτή του άρθρου 9 παρ. 2.
και απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την με αριθ. 2/30-1-2020 έφεση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος ΤΠΔ κατά της πρωτόδικης 15/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ναυπάκτου, που είχε κρίνει ομοίως. Από το προεκτεθέν και αυτολεξεί παρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με τις ανωτέρω παραδοχές του το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο υπέπεσε στη πλημμέλεια του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και αυτό διότι, ενώ προσδιορίζεται στη προσβαλλόμενη απόφαση το ύψος του μηνιαίου εισοδήματος του αιτούντος (χωρίς να αναφέρεται ο χρόνος κατά τον οποίο ενυπάρχει το εν λόγω εισόδημα), ωστόσο, δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων του αιτούντος για την εξυπηρέτηση όλων των δανειακών του υποχρεώσεων προς τους ως άνω πιστωτές του, ούτε άλλωστε προσδιορίζεται το ύψος στο οποίο ανέρχονταν αυτές κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης, αλλά αναγράφονται μόνο τα ποσά των στεγαστικών δανείων που του καταβλήθηκαν, χωρίς να προσδιορίζεται ο χρόνος καταβολής τους, με επακόλουθο να μη δικαιολογείται η κρίση του δικαστηρίου για το ότι αυτός έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του, παραβιάζοντας έτσι την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 3869/2010.
Κρίνοντας, όμως, έτσι, το εν λόγω δικαστήριο, για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, διέλαβε στις αποφάσεις του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών του αιτούντος-πρώτου αναιρεσίβλητου που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, που προπαρατέθηκε, την οποία εκ πλαγίου παραβίασε, στερώντας, με το τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Και αυτό, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων του αιτούντος για την εξυπηρέτηση (όλων) των δανειακών του υποχρεώσεων, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων του (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του (αιτούντος), δηλ.
για την αξιοπρεπή διαβίωσή του, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (ΑΠ 691/2024), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παράλληλα, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν ο ως άνω αιτών-οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά του δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Με άλλα λόγια, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται ότι οι (καθαρές) μηνιαίες αποδοχές του πρώτου αναιρεσίβλητου, ανέρχονταν, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, στο ποσό των 1.237,50 ευρώ (ο χρόνος δεν προσδιορίζεται) και ότι οι βιοτικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του ανέρχονται στο ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως, δεν προσδιορίζει ωστόσο το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων του για την εξυπηρέτηση των ως άνω δανειακών του υποχρεώσεων, ούτε το ύψος στο οποίο ανέρχονταν αυτές κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης, με επακόλουθο να μη δικαιολογείται η κρίση του δικαστηρίου για το ότι ο αιτών έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 144/2023).
Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Σε ακολουθία των παραπάνω, παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών αναιρετικών λόγων οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του κριθέντος ως βάσιμου ως άνω λόγου, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στην αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β`του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 597/2024, ΑΠ 1225/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθ. 83/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ