Supreme Court allows appeal against default judgment due to insufficient income verification in debt collection case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a default judgment in a debt collection case, remanding the matter for retrial. The court found that the lower court failed to verify the appellant's monthly debt obligations, which were necessary to determine if his income was insufficient for repayment. Relying on the principle of inquisitorial procedure, the court held that the trial judge must independently investigate facts crucial to the outcome, even if not raised by the parties.
Legislator headnote
AI generatedArt. 560(6) C.P.C.; Art. 744, 759(3) C.P.C.: In inquisitorial proceedings, the court has the freedom to investigate facts affecting the outcome, and failure to verify essential financial data renders a default judgment voidable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 688 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 688/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Ζ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Κεσεσίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2015 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Διδυμοτείχου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 80/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 38/661/220-637/212/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-6-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020(A` 104) ορίζεται ότι "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ κατά την παρ.1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), δηλ.
η 6-4-2021" (ΑΠ 811/2023, ΑΠ 1232/2023, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 987/2022). Στην ερευνώμενη υπόθεση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η υπό κρίση, από 10-6-2021(αριθ. έκθ. κατάθ. 2/24-6-2021), αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων της παρούσας δίκης, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ.
του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), με αριθ. 38/661/220-637/212/2019 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσής της (23-2-2019) άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε 23-2-2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδ.
α' του ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ. α' του ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, στις 24-6-2021. Συνακόλουθα, η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ), επισημαινόμενου περαιτέρω και του ότι στη θέση της αρχικώς (τρίτης) καθής η αίτηση-εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank-Ergasias AE" υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχός της, η αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank ΑΕ", λόγω διάσπασης της πρώτης με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητάς της και σύσταση της δεύτερης τραπεζικής εταιρίας (άρθρ. 16 του ν. 2515/1997 και άρθρ.57 παρ.
και 59-74 του ν. 4601/2019) (ΑΠ 183/2022). Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει o νόμος κάποιος από τους διαδίκους. ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος o οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, o Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, από την αναιρεσείουσα, με αριθ. 8198Η'/15-12-2023 και 10176Α'/15-12-2023 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στο Εφετείο Αθηνών Μ. Ι. και Ο. Σ., αντίστοιχα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 10-6-2021, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών, αντίστοιχα.
Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Διδυμοτείχου, την, από 16-2-2015 (αριθ.
έκθ. κατάθ. 28Ε/16-2-2015 ), αίτηση, με την οποία, επικαλούμενος ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών προς τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές του, καθώς και έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας, ζήτησε τη διευθέτηση των οφειλών του από το δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών του έναντι των πιστωτών του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχε υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή του κατάσταση, όπως αναλυτικά την περιέγραφε στην αίτησή του, καθώς επίσης, να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της οικογένειας αυτού.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο οι παριστάμενες-καθών η αίτηση πιστωτές του αιτούντος ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες, προέβαλαν, μεταξύ άλλων ισχυρισμών που δεν αφορούν την παρούσα αναιρετική δίκη και την ένσταση της δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, ισχυριζόμενοι ότι περιήλθε από δόλο (ενδεχόμενο) σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, καθόσον αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και φρόνηση, προέβη στη λήψη των φερόμενων για ρύθμιση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων από πολλά πιστωτικά ιδρύματα, ενώ γνώριζε ότι δεν διέθετε την οικονομική δυνατότητα εξυπηρέτησης των δανείων που του χορηγήθηκαν, προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που του επέτρεπαν τα εισοδήματά του, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή.
Επί της αίτησης εκδόθηκε η με αριθ. 80/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Διδυμοτείχου, η οποία, αφού απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, δέχθηκε την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσία, ρύθμισε τα χρέη του, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, ενώ εξαίρεσε από την εκποίηση τη κύρια κατοικία του και επέβαλε τη καταβολή των μηνιαίων δόσεων, που καθόρισε προς διάσωση της κύριας κατοικίας του.
Κατά της απόφασης αυτής, η δεύτερη και τρίτη των καθών άσκησαν, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας, τις από 23-11-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. ../2017) και (αριθ. έκθ. κατάθ. ../2017), εφέσεις, με τις οποίες επικαλέστηκαν εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3869/2010 και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ειδικότερα, η τρίτη των καθών ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank-Ergasias AE", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, όπως προαναφέρθηκε, η αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank ΑΕ", προέβαλλε, στην από 23-11-2017 (αριθ.
έκθ. κατάθ. …/2017) έφεσή της, ως λόγο (έφεσης), μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, την ένσταση της δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του (άρθρ. 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010), ισχυριζόμενη ότι περιήλθε από δόλο (ενδεχόμενο) σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του, καθόσον αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και σύνεση, προέβη στη λήψη των φερόμενων για ρύθμιση τραπεζικών προϊόντων που υπερβαίνουν τις 233.104,10 ευρώ, από περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα, ενώ γνώριζε, τόσο κατά το χρόνο λήψης των δανείων αλλά και μεταγενέστερα, ότι δεν διέθετε την οικονομική δυνατότητα εξυπηρέτησης των δανείων που του χορηγήθηκαν, προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που του επέτρεπαν τα εισοδήματά του, υπερβαίνοντας το μέτρο και τη σύνεση του μέσου καταναλωτή και ζήτησε την εξαφάνιση της ως άνω απόφασης και την απόρριψη της αίτησης.
Το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις 21-1-2014, της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 1508/2022).
Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κλπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στη περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στη "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι, κατά τα προαναφερόμενα, η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021).
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από τη πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ.
με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 156/2018). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 609/2023, ΑΠ 808/2023, ΑΠ 539/2022, ΑΠ 758/2020, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 1544/2023).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).
Ο προβλεπόμενος από το άρθ. 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 130/2020, ΑΠ 509/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το πρώτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος-αιτών την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010 δεν έχει περιέλθει από δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τις καθών πιστώτριες, απορρίπτοντας την παραδεκτά από τους μετέχοντας στη δίκη πιστωτές προταθείσα σχετική ένσταση δόλου, λόγω του υπέρμετρου δανεισμού του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ.
α` του ν. 3869/2010 και του άρθρου 330 του ΑΚ, αν και γνώριζε ότι το μηνιαίο εισόδημά του, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν υπερέβαινε το ποσό των 1.350 ευρώ, δεν του επέτρεπε να εξυπηρετήσει τις υπέρμετρες δανειακές του υποχρεώσεις, 13 τραπεζικών προϊόντων, συνολικού ποσού 274.000 ευρώ, αδιαφορώντας για τις δυσμενείς συνέπειες προς τους πιστωτές του.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρ. 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, αναφορικά με τα ζητήματα αυτά δηλ. αναφορικά με την μη κατάγνωση δόλιας συμπεριφοράς στο πρώτο αναιρεσίβλητο-αιτούντα και τη περιέλευσή του σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του, στη συνέχεια δε για την ουσιαστική απόρριψη της έφεσής της, δέχτηκε τα ακόλουθα: "......
ο αιτών είναι 58 περίπου ετών, γεννηθείς στις 29-07-1960, παντρεμένος με την Κ. Σ., ηλικίας 50 περίπου ετών κατά την συζήτηση της έφεσης, γεννηθείσα στις 06-04-1968 και από τον γάμο του αυτό, έχει αποκτήσει δύο τέκνα, ενήλικα, το Ζ…., που γεννήθηκε στις 09-11-1987 και το Χ…, που γεννήθηκε στις 03-11-1989 (...). Εργάζεται ως αγρότης και ασχολείται με γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες, από τις οποίες μαζί με τις αγροτικές ενισχύσεις, αποκομίζει εισόδημα περίπου 1.350 ευρώ μηνιαίως.
Εκμεταλλεύεται υπό την ως άνω ιδιότητά του, περίπου 90 στρέμματα ιδιοκτησίας του, ενώ μισθώνει επιπλέον περίπου 50 στρέμματα, τα οποία καλλιεργεί ο ίδιος με την προσωπική του εργασία, χωρίς ιδιαίτερες εγκαταστάσεις, εξοπλισμό και οργάνωση, χωρίς επένδυση μεγάλου κεφαλαίου και χωρίς προσληφθέν προσωπικό.
Επίσης διατηρεί στη … Διδυμοτείχου, στην οικία του, εκτροφείο αιγοπροβάτων........ Η σύζυγος του αιτούντος δεν εργάζεται καθώς αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας και συγκεκριμένα χρόνια ψυχωσική κατάθλιψη, ευρισκόμενη σε συνεχή φαρμακευτική αγωγή (....). Τα μόνα δε εισοδήματά της, προέρχονται από την εκμίσθωση αγρών, ανερχόμενα στο μέσο ποσό των 214,66 ευρώ ετησίως, ήτοι 17,88 μηνιαίως.
Το εισόδημα του αιτούντος (που αποτελεί στην ουσία και το μόνο οικογενειακό εισόδημα) έχει υποστεί μείωση τα τελευταία χρόνια. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη συγκριτική επισκόπηση των προσκομιζομένων φορολογικών δηλώσεων των τελευταίων ετών, που προσκομίζει ο αιτών, το οικονομικό έτος 2011 (χρήση 2010) το ετήσιο εισόδημά του ανερχόταν, από τις γεωργικές εργασίες και τις αγροτικές ενισχύσεις, στο ποσό των 41.321,05 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2012 (χρήση 2011) το ετήσιο εισόδημα του ανερχόταν, από τις γεωργικές εργασίες και τις αγροτικές ενισχύσεις, στο ποσό των 22.883,66 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2013 (χρήση 2012) το ετήσιο εισόδημα του ανερχόταν, από τις γεωργικές εργασίες και τις αγροτικές ενισχύσεις, στο ποσό των 22.445,97 ευρώ, το οικονομικό έτος 2014 (χρήση 2013) το ετήσιο εισόδημα του ανερχόταν, από τις γεωργικές εργασίες και τις αγροτικές ενισχύσεις, στο ποσό των 21.358,56 ευρώ, το φορολογικό έτος 2014 το ετήσιο εισόδημά του ανέρχονταν, από τις γεωργικές εργασίες και τις αγροτικές ενισχύσεις, στο ποσό των 13.413,75 ευρώ και τέλος το φορολογικό έτος 2015 το ετήσιο εισόδημα του ανερχόταν, από τις γεωργικές εργασίες και τις αγροτικές ενισχύσεις, στο ποσό των 18.972,60 ευρώ, χωρίς αντίθετα να έχει μειωθεί, αναλογικά, το μηνιαίο κόστος διαβίωσης τους, το οποίο συνεχώς αυξάνεται, με βάση την παρούσα οικονομική συγκυρία και τα διδάγματα κοινής πείρας (έκτακτη φορολογία, αύξηση τιμών ειδών πρώτης ανάγκης, πετρελαίου, επιβολή ΕΝ.Φ.Ι.Α.
κλπ.). Αντίστοιχα, τα ετήσια εισοδήματα της συζύγου του αιτούντος για τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, ανερχόταν, για το οικονομικό έτος 2011, στο ποσό των 457,88 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2012, στο ποσό των 167,20 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2013 ήταν μηδενικά, για το οικονομικό έτος 2014 ανερχόταν στο ποσό των 214,66 ευρώ, για το οικονομικό έτος 2015 στο ποσό των 1,09 ευρώ και για το οικονομικό έτος 2016 στο ποσό των 1,02 ευρώ.
Από τα ανωτέρω, προκύπτει ότι στο οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος επήλθε σταθερή και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό μείωση, σταδιακά με το πέρασμα των ετών. Σε προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης, ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω δάνεια, για τα οποία δεν υπάρχει εμπράγματη ασφάλεια, πέραν της πρώτης και της δεύτερης οφειλής της πρώτης καθ' ης, της πρώτης οφειλής της δεύτερης καθ' ης η αίτηση και της δεύτερης οφειλής της τρίτης καθ' ης, τα οποία θεωρούνται, κατά πλάσμα του νόμου σύμφωνα με το αριθ. 6 παρ. 3 ν. 3869/10, με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα, υπολογίζονται δε με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο αυτό με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης της εκκαλουμένης σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ.3 ν. 3869/2010 (...).
Συγκεκριμένα στον αιτούντα έχουν χορηγηθεί: Α) από τη ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε: α) το με αριθμ. συμβάσεως ………….. στεγαστικό δάνειο, από το οποίο στις 10-02-2016 εξακολουθούσε να οφείλει το ποσό των 33.710,08 ευρώ, για το οποίο υπάρχει εμπράγματη ασφάλεια, β) το με αριθμ. σύμβασης …./…-2010 δάνειο επιχειρηματικής πίστης, από το οποίο στις 10-02-2016 εξακολουθούσε να οφείλει το ποσό των 29.002,28 ευρώ, για το οποίο υπάρχει εμπράγματη ασφάλεια (..).
Β) Από την ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. ΥΠΟ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ: α) το με αριθμ. συμβάσεως …../2003 δάνειο, από το οποίο οφείλει το ποσό των 30.104,42 ευρώ, για το οποίο υπάρχει εμπράγματη ασφάλεια, β) το με αριθμ. συμβάσεως……/2011 δάνειο, από το οποίο οφείλει 1.376,83 ευρώ, γ) από τον υπ' αριθμ. συμβάσεως ……/2011 δάνειο, από το οποίο οφείλει το ποσό των 344,24 ευρώ, υπολογιζόμενες άπασες οι οφειλές στις 30-12-2015 (...), Γ) από την τράπεζα Eurobank-Ergasias Α.Ε:
α) το με αριθμ. συμβάσεως 1………. καταναλωτικό δάνειο, από το οποίο οφείλει το ποσό των 6.537,37 ευρώ, β) το με αριθμ. συμβάσεως ……… δάνειο, από το οποίο οφείλει το ποσό των 33.844,98 ευρώ, γ) το με αριθμ. συμβάσεως …………….. καταναλωτικό δάνειο στο οποίο ενέχεται ως εγγυητής και οφείλει το ποσό των 44.756,07 ευρώ και δ) το υπ' αριθμ.
συμβάσεως ………….. καταναλωτικό δάνειο, στο οποίο είχε συμβληθεί ομοίως ως εγγυητής και εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των 62,28 ευρώ, άπαντα τα ανωτέρω ποσά, υπολογιζόμενα στις 13-01-2016 (..), Δ) από την ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε: α) το με αριθμ. συμβάσεως …………./.2004 δάνειο από το οποίο οφείλει το ποσό των 37.268,78 ευρώ, β) το με αριθμ.
συμβάσεως …………/.2004 δάνειο, από το οποίο οφείλει το ποσό των 16.002,53 ευρώ γ) το με αριθμ. συμβάσεως ………..δάνειο, από το οποίο οφείλει το ποσό των 6.947,98 ευρώ, άπαντα υπολογιζόμενα στις 19-02-2016 (...) και τέλος Ε) από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. το με αριθμ. συμβάσεως ………….. δάνειο καταναλωτικής πίστης, από το οποίο εξακολουθούσε στις 15-01-2016 να οφείλει το ποσό των 34.240,19 ευρώ (..).
Συνεπώς, οι συνολικές οφειλές του αιτούντος ανέρχονται στο ποσό των 274.198,03 ευρώ. Επισημαίνεται ότι τα οφειλόμενα ανωτέρω ποσά έχουν υπολογιστεί κατά τις ως άνω εκτιθέμενες ημερομηνίες, καθόσον κανείς εκ των διαδίκων δεν προσκόμισε στο παρόν δικονομικό στάδιο επικαιροποιημένες καταστάσεις οφειλών. Επίσης, αποδεικνύεται ότι ο αιτών ανέλαβε τις ανωτέρω αναφερόμενες δανειακές υποχρεώσεις για την επισκευή της κατοικίας του και επιπλέον για τις ανάγκες της αξιοποίησης των αγροτικών και κτηνοτροφικών του εργασιών, ενώ σε κάποιες εξ' αυτών είχε συμβληθεί ως εγγυητής.
Στην ανωτέρω κατάσταση, οδηγήθηκε ο αιτών ελλείψει δόλου, καθόσον δεν συντρέχει δολιότητα με την ανάληψη των δανειακών υποχρεώσεων των οποίων η εξυπηρέτηση είναι εκ των πραγμάτων επισφαλής. Συγκεκριμένα, ο ίδιος θεωρούσε ότι με βάση τα εισοδήματα που αποκόμιζε κατά τον κρίσιμο χρόνο λήψης των δανείων, εκ των οποίων μερικά ξεπερνούν το χρονικό διάστημα των 10 ετών από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, μπορούσε να ανταποκριθεί σ' αυτές του τις υποχρεώσεις, ενώ δεν ήταν σε θέση να προβλέψει την οικονομική κρίση, που τον οδήγησε σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του.
Από κανένα δε στοιχείο της υπό κρίση υποθέσεως δεν προκύπτει πως ο ίδιος είτε ανέλαβε τα ανωτέρω δάνεια με σκοπό να μην αποπληρώσει αυτά, καθιστώντας δυσμενέστερη την οικονομική κατάσταση των μετεχουσών πιστωτριών του, είτε προέβλεψε ως ενδεχόμενη την αδυναμία πληρωμής στην οποία εν τέλει περιήλθε και παρόλα αυτά αποδέχτηκε αυτή.
Εξάλλου, ουδέν διαφορετικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτουν τα αντίθετα προσκομίζουν οι μετέχουσες πιστώτριες.
Συνεπώς, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι δεν ευθύνεται ο ίδιος για την υπερχρέωσή του. Η κρίση αυτή συνάγεται από την σχέση της ρευστότητας του αιτούντος προς τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του. Δηλαδή η σχέση αυτή είναι αρνητική υπό την έννοια ότι, μετά από την αφαίρεση των δαπανών για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του (κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα), η υπολειπόμενη ρευστότητα δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του ή τουλάχιστον σε ουσιώδες μέρος του. Με βάση τα ανωτέρω, ο σχετικός λόγος εφέσεως των εκκαλουσών, με τον οποίο παραδεκτά επαναφέρουν την και πρωτοδίκως προταθείσα ένσταση περί δόλιας περιέλευσης σε αδυναμία πληρωμών από την πλευρά του αιτούντος κρίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Με βάση της υπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες, τον τόπο κατοικίας του αιτούντος και της οικογενείας του και τον τρόπο διαβίωσης αυτού, εκτιμάται από το παρόν Δικαστήριο, πως το ποσό, που είναι αναγκαίο να δαπανάται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, ανέρχεται στο ποσό των 910 ευρώ, δίχως να ικανοποιούνται παράλογες αξιώσεις και δαπάνες.
Συνεπώς, το διαθέσιμο εισόδημα αυτού, λαμβανομένου υπόψη και του προαναφερθέντος μηνιαίου εισοδήματος του, από το οποίο ικανοποιούνται οι ανωτέρω βιοτικές οικογενειακές ανάγκες, ανέρχεται σε 440 ευρώ, δεδομένου ότι ο οφειλέτης, ο οποίος ζητά να υπαχθεί στις ευεργετικές γι' αυτόν διατάξεις του νόμου, πρέπει από την πλευρά του να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του, περιορίζοντας αυτές μόνο στις απολύτως απαραίτητες, για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα των τριών έως πέντε ετών.
Άλλη πηγή εισοδήματος δεν αποδεικνύεται πως διαθέτει ο αιτών, ενώ ομοίως δεν προβλέπεται αύξηση των εισοδημάτων του, λόγω και της παρούσας οικονομικής κατάστασης της χώρας, αλλά και του γεγονότος ότι δεν προβλέπεται βελτίωση της κατάστασης της υγείας της συζύγου του, τέτοια ώστε η τελευταία να δύναται να συνεισφέρει με δικά της εισοδήματα και προσωπική εργασία στις οικογενειακές ανάγκες....''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 23-11-2017 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης 80/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Διδυμοτείχου, που είχε κρίνει ομοίως. Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι συντρέχουν στο πρόσωπο του πρώτου αναιρεσίβλητου, αιτούντος την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010, οι νόμιμες προϋποθέσεις για τις ευεργετικές διατάξεις του ανωτέρω νόμου και ακολούθως να μη καταγνώσει σε βάρος του (ενδεχόμενο) δόλο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρ. 1 παρ. 1 περ.
α` του ν. 3869/2010, διότι τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ήταν αρκετά για να πληρωθεί το πραγματικό της ανωτέρω διάταξης ως προς τη θεμελίωση ενδεχόμενου δόλου και έτσι αξίωσε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή της, από όσα ο νόμος απαιτεί, παραβιάζοντας ευθέως τον ανωτέρω κανόνα δικαίου με τη μη εφαρμογή του.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις ανέλεγκτα αναιρετικά παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο δέχτηκε αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ανυπαρξίας δόλιας συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσίβλητου: 1] ότι, το κατά μήνα εισόδημά του, ως αγρότη, εκμεταλλευόμενος περίπου 90 στρέμματα ιδιοκτησίας του και μισθώνοντας για καλλιέργεια αλλά 50 στρέμματα, συμπεριλαμβανόμενων και των αγροτικών ενισχύσεων, ανέρχεται στο ποσό των 1.350 ευρώ, ενώ τα ετήσια εισοδήματά του, ανέρχονταν, από τις γεωργικές εργασίες και τις αγροτικές ενισχύσεις, κατά τα οικονομικά έτη: 1) 2011 (χρήση 2010), στο ποσό των 41.321,05 ευρώ, 2) 2012 (χρήση 2011), στο ποσό των 22.883,66 ευρώ, 3) 2013 (χρήση 2012), στο ποσό των 22.445,97 ευρώ, 4) 2014 (χρήση 2013), στο ποσό των 21.358,56 ευρώ, 5) 2014, στο ποσό των 13.413,75 ευρώ και 6) 2015, στο ποσό των 18.972,60 ευρώ, ενώ τα αντίστοιχα δηλωθέντα συνολικά ετήσια εισοδήματα της συζύγου του, η οποία ήταν άνεργη και το ελάχιστο εισόδημά της προέρχεται από εκμίσθωση αγρών, ανέρχονταν κατά τα οικονομικά έτη: 1) 2011, στο ποσό των 457,88 ευρώ, 2) 2012, στο ποσό των 167,20 ευρώ, 3) 2013 ήταν μηδενικά, 4) 2014, στο ποσό των 214,66 ευρώ, 5) 2015, στο ποσό των 1,09 ευρώ και 6) 2016 στο ποσό των 1,02 ευρώ, 2] ότι αυτός βαρύνεται με τη διατροφή της συζύγου του (τα δύο τέκνα του είναι ενήλικα), ενώ οι απαιτούμενες δαπάνες για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών αυτού και της οικογενείας του ανέρχονται στο ποσό των 910,00 ευρώ κατά μήνα, 3] ότι σε προγενέστερο του έτους από την υποβολή της αίτησής του χρονικό διάστημα, είχε αναλάβει δεκατρία τραπεζικά προϊόντα, από πέντε πιστωτικά ιδρύματα, δηλ.
σημαντικού ύψους δανειακές υποχρεώσεις για την κάλυψη στεγαστικών και καταναλωτικών αναγκών, οφείλοντας: Α) στη "Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ", από δύο τραπεζικά προϊόντα (στεγαστικό δάνειο και δάνειο επιχειρηματικής πίστης), τα ποσά των 33.710,08 και 29.002,28 ευρώ, αντίστοιχα, Β) στην "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" (τελούσα υπό ειδική εκκαθάριση), από τρία τραπεζικά προϊόντα (δάνεια), τα ποσά των 30.104,42, 1.376,83 και 344,24 ευρώ, αντίστοιχα, Γ) στη "Τράπεζα Eurobank-Ergasias ΑΕ", από τέσσερα τραπεζικά προϊόντα (δάνεια καταναλωτικά ως δανειολήπτης και ως εγγυητής), τα ποσά των 6.537,37, 33.844,98, 44.756,07 και 62,28 ευρώ, αντίστοιχα, Δ) στη "Τράπεζα Alpha Bank", από τρία τραπεζικά προϊόντα (δάνεια), τα ποσά των 37.268,78, 16.002,53 και 6.947,98 ευρώ, αντίστοιχα και Ε) στην "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", από δάνειο καταναλωτικής πίστης, το ποσό των 34.240,19 ευρώ και ότι συνολικά οι ληξιπρόθεσμες δανειακές υποχρεώσεις του πρώτου αναιρεσίβλητου ανέρχονταν, κατά το χρονικό διάστημα από Δεκέμβριο του έτους 2015 έως τον Φεβρουάριο του έτους 2016, στο ιδιαίτερα σημαντικό ποσό των 274.198,03 ευρώ, 4] ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος τελεί σε μόνιμη και διαρκή αδυναμία να εξυπηρετήσει τα χρέη του ενόψει του εισοδήματος και των οικογενειακών του υποχρεώσεων και τέλος 5] ότι δεν αναμένεται αύξηση του οικογενειακού του εισοδήματος κατά το προσεχές μέλλον.
Με τις ως άνω όμως παραδοχές του, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, απαίτησε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί η ουσιαστική διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. α` του ν. 3869/2010, ως προς την περιέλευση του πρώτου αναιρεσίβλητου από (ενδεχόμενο) δόλο σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων υποχρεώσεών του, διότι τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που η προσβαλλόμενη απόφαση ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής ως άνω διάταξης αναφορικά τουλάχιστον με τον ενδεχόμενο δόλο.
Και αυτό διότι η έννοια του ενδεχόμενου δόλου περιορίζεται στη πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς την ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων. Στην ένδικη υπόθεση, σύμφωνα με τις παραδοχές, ο πρώτος αναιρεσίβλητος μπορούσε να προβλέψει κατά την ανάληψη των ιδιαίτερα υψηλών δανειακών του υποχρεώσεων, αλλά και μεταγενέστερα, αφού κάποιες (δανειακές υποχρεώσεις) ανατρέχουν και σε χρόνο μεγαλύτερο της δεκαετίας από την υποβολή της αίτησης, ενώ κάποιες κατά τα έτη 2010, 2011, ότι τα μηνιαία εισοδήματά του και η μικρής αξίας, κατ` αντικειμενικό προσδιορισμό ακίνητη περιουσία του, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης [δηλαδή 15.321 ευρώ η αξία της κύριας κατοικίας, 17.745 ευρώ η αξία ενός στάβλου και 15.327 ευρώ η αξία μιας αποθήκης με το οικόπεδο, που βρίσκονται στη Σ…..Διδυμοτείχου και συνολικής αντικειμενικής αξίας 48.393,60 ευρώ, ενώ η υπόλοιπη ακίνητη περιουσία του (αγροτεμάχια) είναι ιδιαίτερα χαμηλής αξίας], βρίσκονταν σε πρόδηλη αναντιστοιχία προς τα χρέη, που ανέλαβε και ότι είναι ενδεχόμενο, κατ` αντικειμενική κρίση μέσου συνετού δανειολήπτη, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή τις ευλόγως αναμενόμενες οικονομικές μελλοντικές του δυνατότητες, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό συνεχίζοντας τον αλόγιστο υπέρμετρο δανεισμό του με πολλαπλά καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια και συνολικά, σύμφωνα με τις παραδοχές δεκατριών τραπεζικών προϊόντων, με ιδία αυτού πρωτοβουλία, αδιαφορώντας συγχρόνως για τις επιζήμιες συνέπειες προς τους πιστωτές του.
Τα περιστατικά αυτά αρκούσαν για να θεμελιωθεί η νομική έννοια του ενδεχόμενου δόλου κατά την ανάληψη, αλλά και μεταγενέστερα, των δανειακών υποχρεώσεων του πρώτου αναιρεσίβλητου (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 681/2020, ΑΠ 684/2019, ΑΠ 1779/2017). Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, που δέχτηκε τα αντίθετα, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ.
α`του ν. 3869/2010, την οποία παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία και μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην έννοια του ενδεχόμενου δόλου.
Συνεπώς ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθ. 1 και 6 του ΚΠολΔ και ο πρώτος σχετικός αναιρετικός λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του ως άνω νόμου 3869/2010 (όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το ν. 4336/2015), "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές...
το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη. Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου".
Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία, πάντως, δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Η εξόφληση των χρηματικών απαιτήσεων των πιστωτών πραγματοποιείται κατά βάση με τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2 για το αναφερόμενο εκεί χρονικό διάστημα που ορίζονται από το δικαστήριο. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για το προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή σύνταξης, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 144/2023, ΑΠ 811/2023, ΑΠ 978/2023, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα, παραθέτοντας συνοπτικά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που ενδιαφέρουν στη παρούσα αναιρετική δίκη, προσάπτει στην απόφαση αυτή την αιτίαση ότι, σχετικά με την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου για το ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος - αιτών περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του, ναι μεν αναφέρονται τα ετήσια και μηνιαία (καθαρά) εισοδήματά του και οι βασικές, τουλάχιστον, βιοτικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του (προστατευόμενων μελών της), όχι, όμως, και το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεών του για την εξυπηρέτηση των δανειακών του υποχρεώσεων και, έτσι, παραβιάστηκε η διάταξη, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010.
Σχετικά με το δεύτερο αυτόν αναιρετικό λόγο, από το προεκτεθέν και αυτολεξεί παρατεθέν (κατά το μέρος που αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη) περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το εν λόγω δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών του πρώτου αναιρεσίβλητου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Και αυτό, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων του πρώτου αναιρεσίβλητου - αιτούντος για την εξυπηρέτηση των δανείων του, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί. από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων του (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, δηλ.
για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (ΑΠ 144/2023, ΑΠ 978/2023, ΑΠ 1913/2022, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παράλληλα, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν ο αναιρεσίβλητος - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά του δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της σχετικής σκέψης.
Με άλλα λόγια, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται ότι τα αναγραφόμενα καθαρά εισοδήματα του πρώτου αναιρεσίβλητου, που ανέρχονταν, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης, σε 1.350 ευρώ ανά μήνα και της συζύγου του σε 214,66 ετησίως και 17,88 ευρώ ανά μήνα, επαρκούσαν για τη κάλυψη, αφενός μεν, των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, δεν επαρκούσαν όμως για την εξόφληση των μηνιαίων δόσεων προς τις πέντε πιστώτριες, ώστε να εξοφληθεί η συνολική οφειλή των 274.198,03 ευρώ, δεν προσδιορίζει το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων του πρώτου αναιρεσίβλητου - αιτούντος για την εξυπηρέτηση των δανείων του με επακόλουθο να μην μπορεί να κριθεί αν αυτός έχει περιέλθει ή όχι σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του.
Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες, είτε μη γνήσιες) εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ` άρθρ. 3 εδ. β` του ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του ΚΠολΔ το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 636/2017).
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν, για την άσκηση της αναίρεσης, παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα).
Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδ.
β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 38/661/220-637/212/2019 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ