Supreme Court allows appeal against civil court decisions on debt collection due to insufficient evidence of permanent insolvency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against final civil court decisions regarding debt collection proceedings initiated by a savings bank. The appellants argued they faced permanent insolvency due to high monthly debts exceeding their income, but the lower court failed to verify the specific amounts of monthly obligations and living expenses. The Court ruled that the mere existence of debts and income figures does not prove permanent insolvency without a detailed calculation of monthly liabilities and needs, thus overturning the lower court's findings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(6) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The court cannot establish permanent insolvency based solely on income figures and total debt amounts without determining the specific monthly obligations and living expenses of the debtor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 691 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 691/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και της αρχαιοτέρας της συνθέσεως Αρεοπαγίτου Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη), Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Φ. του Ι., 2) Ι….. συζ. Α. Φ., το γένος Γ., κατοίκων ..., 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 7) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK DINERS ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 8) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Καβουρίνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ οι 4η, 5η, 6η, 7η και 8η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18-7-2012 (αρ. εκθ. καταθ. ../2012 και …/2012) αιτήσεις των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200/2016 εν μέρει οριστική και 15/2018 οριστική του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, την αναίρεση των οποίων ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-1-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1ος, 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 3ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 του ΚΠολΔ "το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης" (παρ. 1). Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 321 του ίδιου Κώδικα "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (πολιτικού), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη. Η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει π.χ.
διότι έχει παρέλθει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί, από την έφεση που επρόκειτο να γίνει ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της γενόμενης έφεσης, εφόσον στη τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της. Ο διάδικος, έτσι, δεν υποχρεούται να διέλθει η υπόθεσή του και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να προσβάλει απευθείας με αναίρεση την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη, κατά τους άνω τρόπους (Ολ.ΑΠ 1113/1986, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1103/2023, ΑΠ 648/2023, ΑΠ 460/2022, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 788/2021).
Κατά το άρθρο 518 παρ. 1του ΚΠολΔ, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα ημέρες, αν διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη εξήντα ημέρες και στις δύο περιπτώσεις η προθεσμία αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, ενώ κατά τη παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως ισχύει μετά τη τροποποίησή της με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.
Κατά συνέπεια, εφ` όσον πρόκειται για απόφαση που δημοσιεύτηκε μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015, αν αυτή δεν επιδοθεί, η προθεσμία της έφεσης, σύμφωνα με το άρθρο 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι δύο χρόνια, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, τελειώνει δε η προθεσμία αυτή όταν παρέλθουν τα δύο χρόνια, οπότε η απόφαση, εφ` όσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.
Η προθεσμία, εξ άλλου, της αναίρεσης, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αυτή αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στη περίπτωση που επιδόθηκε η απόφαση, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της (πρωτόδικης) απόφασης, ενώ στη περίπτωση που δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, δύο χρόνια και αρχίζει, όπως ορίζει το άρθρο αυτό, από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά τέσσερα (4) χρόνια, δύο για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα δύο χρόνια από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη, για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση και συνολικά τέσσερα χρόνια (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 460/2022, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 397/2018, ΑΠ 810/2018).
Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 553 παρ. 1 β' και παρ. 2 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη.
Αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση, θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές που έχουν εκδοθεί προηγουμένως και αν δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους η αναίρεση.. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι, σε περίπτωση απόφασης εν μέρει οριστικής και εν μέρει μη οριστικής, εφόσον αφορά τα κεφάλαια της ίδιας αγωγής, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά της οριστικής διάταξης, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη και επιπλέον η αναίρεση αυτή, κατά το μέρος που αφορά την οριστική διάταξη της εν μέρει οριστικής απόφασης, πρέπει να απευθύνεται κατά της εν μέρει οριστικής αυτής απόφασης, γιατί η οριστική αυτή διάταξη δεν θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται, αν δεν απευθύνεται και κατ` αυτής η αναίρεση (ΑΠ 1054/2019, ΑΠ 1188/2003).
Με την υπό κρίση, από 21-1-2022 (αριθ. εκθ. κατάθ. ../….-2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 15/2018 τελεσίδικη, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, απόφαση του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), με την οποία έγιναν δεκτές κατ' ουσία οι από 18-7-2012 (αριθ.
έκθ. κατάθ. .. και ../2012) αιτήσεις των αιτούντων. Εφόσον δε η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε στις 22-1-2018, η διετής καταχρηστική προθεσμία της έφεσης (άρθρ. 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ) άρχισε (άρθρ. 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ) την επομένη (23-1-2018) και έληγε στις 23-1-2020. Την επομένη άρχισε η διετής καταχρηστική προθεσμία της αναίρεσης (άρθρ. 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ), που λήγει στις 23-1-2022).
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί, με την κατάθεσή της στο δικαστήριο που εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ), στις 24-1-2022 δηλαδή εμπρόθεσμα, πριν τη πάροδο της (καταχρηστικής) διετούς προθεσμίας από την ως άνω ημερομηνία που κατέστη τελεσίδικη η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον κατά την αδιάστικτη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι αυτή, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνει, εφαρμόζεται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα, όπως εν προκειμένω Κυριακή ή Σάββατο, αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα, 7 μ.μ., της επόμενης εργάσιμης ημέρας, όπως εν προκειμένω (Ολ.ΑΠ 33/1996, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 400/2022), απορριπτομένου του ισχυρισμού του πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων περί εκπρόθεσμης άσκησης της αίτησης αναίρεσης.
Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι, παρά την ανωτέρω ερημοδικία της δεύτερης των καθών στην από 18-7-2012 αίτηση και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", της πέμπτης και έκτης των καθών στην από 18-7-2012 αίτηση και ήδη έβδομης και όγδοης των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών με την επωνυμία "CITIBANK DINERS A.E." και "CITIBANK A.E.", αντίστοιχα, η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς αυτές και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, η ως άνω απόφαση δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, ΑΠ 67/2020, ΑΠ 508/2020).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ), επισημαινόμενου ότι η αίτηση αναίρεσης στρέφεται ρητώς και κατά της με αριθ. 200/2016 εν μέρει οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, η οποία μπορεί να προσβληθεί και αυτοτελώς, μετά τη δημοσίευση της εν όλω τελεσίδικης ως άνω απόφασης, η δε προθεσμία προσβολής της αρχίζει μαζί με τη προθεσμία προσβολής της εν όλω τελεσίδικης, όπως εν προκειμένω (ΑΠ 623/2017).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει o νόμος κάποιος από τους διαδίκους. ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος o οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, o Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ` άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", με αριθ. …., ….., ….., …. και …../….-2022 εκθέσεις επίδοσης της εταιρίας δικαστικών επιμελητών με την επωνυμία "Δ……. ΑΕΕΔΕ", προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 21-1-2022, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις τέταρτη, πέμπτη, έκτη, έβδομη και όγδοη των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών, αντίστοιχα.
Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά την διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Οι αιτούντες και ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσίβλητων, άσκησαν, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, τις από 18-7-2012 (αριθ.
έκθ. κατάθ. .. και …./2012) αιτήσεις με τις οποίες, επικαλούμενοι ότι έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών προς τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές τους, καθώς και έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας, ζήτησαν τη διευθέτηση των οφειλών τους από το δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή τους από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών τους έναντι των πιστωτών τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχαν υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή τους κατάσταση, όπως αναλυτικά την περιέγραφαν στις αιτήσεις τους, καθώς επίσης, να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία τους.
Επί των αιτήσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε αρχικά η με αριθ. 200/2016, εν μέρει οριστική, απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία δεν έκρινε οριστικά το ζήτημα της απαλλαγής των αιτούντων από τα χρέη τους, καθόσον δέχθηκε εν μέρει ως κατ' ουσία βάσιμες τις αιτήσεις τους και ρύθμισε τα χρέη αυτών με μηνιαίες καταβολές προς τις πιστώτριες τράπεζες και προς το καθού και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" (χάριν συντόμευσης ΤΠΔ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό, μέχρι τη δημοσίευση της νέας απόφασης του δικαστηρίου που θα επαναπροσδιορίσει, στα πλαίσια του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3869/2010, τις μηνιαίες καταβολές τους, ενώ εξαίρεσε της εκποίησης το ακίνητο των αιτούντων που χρησιμοποιείται ως κατοικία τους και όρισε και για τις δύο αιτήσεις ως νέα δικάσιμο αυτή της 20-9-2017, προκειμένου να διερευνηθεί η περίπτωση επαναπροσδιορισμού των μηνιαίων καταβολών τους (αιτούντων) και ορισμού μηνιαίων καταβολών για διάσωση της κατοικίας τους, καθώς και της δυνατότητας ρευστοποίησης της ρευστοποιήσιμης λοιπής ακίνητης περιουσίας τους.
Στη συνέχεια, μετά από την επανασυζήτηση των ως άνω αιτήσεων, εκδόθηκε η με αριθ. 15/2018 (ήδη τελεσίδικη) προσβαλλόμενη απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, η οποία έκανε δεκτές τις αιτήσεις και: α) ενέμεινε για την αιτούσα-δεύτερη αναιρεσίβλητη στη προηγούμενη με αριθ. 200/2016 εν μέρει οριστική απόφαση αναφορικά με το ύψος των καταβολών του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 και με την εξαίρεση από την εκποίηση της αναφερόμενης σε αυτή και στην υπό κρίση αίτηση κύριας κατοικίας των αιτούντων και β) τροποποίησε-ανακάλεσε τη με αριθ. 200/2016 εν μέρει οριστική απόφαση για τον αιτούντα-πρώτο αναιρεσίβλητο, μόνο αναφορικά με το ύψος των καταβολών του άρθρου 8 του ν. 3869/2010, κατά τις αναλυτικά στο σκεπτικό της απόφασης διακρίσεις.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ.1 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για το προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 811/2023, ΑΠ 1103/2023, ΑΠ 978/2023, ΑΠ 983/2023, ΑΠ 1173/2022, ΑΠ 1173/2022, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 641/2019).
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 1103/2023, ΑΠ 811/2023, ΑΠ 144/2023, ΑΠ 978/2023, ΑΠ 983/2023, ΑΠ 1162/2022, ΑΠ 1173/2022, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 640/2020, ΑΠ 1379/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2020 οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρ. 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 130/2020, ΑΠ 509/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον, παραθέτοντας τις συνοπτικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που ενδιαφέρουν στη παρούσα αναιρετική δίκη, προσάπτει στην απόφαση αυτή την αιτίαση ότι, σχετικά με τη κρίση του (πρωτοβάθμιου) δικαστηρίου για το ότι οι αιτούντες και ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσίβλητων περιήλθαν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς τις πιστώτριες τράπεζες-καθών οι αιτήσεις και το αναιρεσείον ΤΠΔ, δεν αναφέρονται οι βασικές, τουλάχιστον, βιοτικές ανάγκες των ιδίων και, έτσι, παραβιάστηκε η διάταξη, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο χρόνο συνομολόγησης των δανείων τους, ούτε στο ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεών τους για την εξυπηρέτηση των δανειακών τους υποχρεώσεων.
Ειδικότερα, το πιο πάνω δικαστήριο δέχθηκε, με τη με αριθ. 200/2016, εν μέρει οριστική απόφαση, ως προς το ζήτημα αυτό, τα εξής, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται: '' ..... Οι αιτούντες είναι σύζυγοι. Ο σύζυγος ηλικίας, κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης, 68 ετών και ηλικίας 58 ετών η σύζυγος, είναι συνταξιούχοι δημόσιοι υπάλληλοι με μηνιαίο εισόδημα συνολικά, ο μεν σύζυγος ποσό 1.139 ευρώ από το οποίο ποσό παρακρατείται ποσό 275,01 ευρώ από το τελευταίο καθών για την αποπληρωμή αντίστοιχου δανείου ήτοι το εναπομείναν υπόλοιπο που λαμβάνει μηνιαία είναι ποσό 863,99, ενώ κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης λάμβανε και ποσό 800 ευρώ ετησίως ως δώρο, η δε σύζυγός του ποσό 671 ευρώ από το οποίο ποσό επίσης παρακρατείται από την τελευταία καθής ποσό 236,18 ευρώ για τον ίδιο ως άνω λόγο, ήτοι το εναπομείναν υπόλοιπο που λαμβάνει μηνιαία είναι ποσό 434,82 ευρώ.
Ήτοι συνολικά οι αιτούντες λαμβάνουν μηνιαία το ποσό των 1.810,00 ευρώ αφαιρουμένων των ως άνω παρακρατούμενων ποσών από την τελευταία καθής. Οι αιτούντες είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε ένα διαμέρισμα στο τρίτο όροφο μιας οικοδομής που βρίσκεται στη θέση "Κ. Τ. ή Α. Θ." στο Ναύπλιο, εμβαδού 89,60 τ.μ (...).
Επιπλέον ο αιτών σύζυγος έχει τη πλήρη κυριότητα: α) δεκαεπτά (17) ακίνητα (αγροτεμάχια) που βρίσκονται στη περιοχή Λ. Ά. Α. και έκταση αντίστοιχα 3 1/2, 1, 1, 1, 1/2, 1 1/2, 1/2, 1/2, 1 1/2 1, 1/2, 1/2, 1 1/2, 1, 1/2, 1/2,5 στρεμμάτων, β)το δικαίωμα εμφύτευσης αφενός 10 ελαιοδέντρων στη θέση "Μ. Π." στην ιδία ως άνω περιοχή τα οποία έχουν περιέλθει μόνο κατά ψιλή κυριότητα σύμφωνα με το υπ.
αριθμ. …../1997 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άργους Στ. Μποζιονέλου, νόμιμα μεταγεγραμμένου, αφετέρου επίσης το δικαίωμα εμφύτευσης 3 ελαιοδέντρων στη θέση "Σ…" της ιδίας ως άνω περιοχής και γ) ένα οικόπεδο εμβαδού 161,70 τ.μ που βρίσκεται στην ίδια ως άνω περιοχή (...). Είναι επίσης συγκύριος, σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ενός ακινήτου (βοσκοτόπου), συνολικής έκτασης 501.232,09 τ.μ., που βρίσκεται στη περιοχή "Χ….", στην Κ.
Ι. Α.. Τέλος, είναι κύριος ενός οχήματος Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μοντέλο 2001, 1400cc, μάρκας AUDI (...). H αιτούσα σύζυγος: α) Είναι συγκυρία σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του προπεριγραφόμενου διαμερίσματος που βρίσκεται στο Ναύπλιο Αργολίδας και αποτελεί τη κύρια κατοικία των αιτούντων. Έχει επίσης στη πλήρη κυριότητά της:
α) δυο (2) ακίνητα (αγροτεμάχια) που βρίσκονται στη περιοχή Λ. Ά. Α., συνολικής εκτάσεως αντίστοιχα 3 και 1 στρεμμάτων, β) ένα οικόπεδο στην ίδια ως άνω περιοχή, εκτάσεως 188,30 τ.μ. Είναι επίσης συγκυρία σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου με τον ως άνω σύζυγο της του προπεριγραφόμενου ακινήτου (βοσκοτόπου), που βρίσκεται στη θέση "Χ…", της περιφέρειας Κ.-Ι.
Α., εκτάσεως συνολικής 501.232,09 τ.μ και τέλος γ) είναι κυρία ενός οχήματος, μοντέλο 1996, 1600cc, μάρκας L. N. (...). Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την άσκηση των αιτήσεων, οι αιτούντες είχαν αναλάβει τα ακόλουθα χρέη ήδη ληξιπρόθεσμα: Ο αιτών σύζυγος: Α) Στη πρώτη καθής, έξι (6) συμβάσεις, δύο (2) από αυτές καταναλωτικών δανείων και τέσσερις (4) πιστωτικών καρτών, με συνολική οφειλή ποσό 29.564,22 ευρώ, Β) Στη δεύτερη καθής, δυο (2) συμβάσεις καταναλωτικής πίστης συνολική οφειλή ποσό 16.237,19 ευρώ, Γ) Στη τρίτη καθής, τρεις συμβάσεις, δυο από αυτές στεγαστικού δανείου εκ των οποίων η μια έχει προσημείωση και μια πιστωτικής κάρτας με συνολική οφειλή ποσό 18.396,76 ευρώ, Δ) Στη τέταρτη καθής, πέντε (5) συμβάσεις δανείου μεταξύ των οποίων μια πιστωτικής κάρτας και καταναλωτικού δανείου, με συνολική οφειλή ποσό 18.286,32 ευρώ, Ε) Στη πέμπτη καθής, δυο (2) συμβάσεις με συνολική οφειλή ποσό 12.646,71 ευρώ, ΣΤ) Στην έκτη καθής, δύο (2) συμβάσεις με συνολική οφειλή ποσό 3.955,95 ευρώ και Ζ) Στο έβδομο καθόν, μια σύμβαση δανείου μικροεπισκευών, με οφειλή ποσό 18.325,39 ευρώ.
Ήτοι συνολικά οφείλει ποσό 117.392,54 ευρώ. Η αιτούσα σύζυγος: Α) Στη πρώτη καθής, επτά (7) συμβάσεις δανείου, οι έξι από αυτές πιστωτικών καρτών και μια καταναλωτικού δανείου, με συνολική οφειλή ποσό 33.503,29 ευρώ, Β) Στη δεύτερη καθής, τρεις (3) συμβάσεις, μια στεγαστικού δανείου με προσημείωση, μια καταναλωτικού δανείου και μια πιστωτικής κάρτας, με οφειλή ποσό 22.020,50 ευρώ, Γ) Στη τρίτη καθής, τρεις (3) συμβάσεις, μια απ' αυτές πιστωτικής κάρτας και μια καταναλωτικού δανείου, με οφειλή ποσό 10.580,93 ευρώ, Δ) Στη τέταρτη καθής, δύο (2) συμβάσεις με συνολική οφειλή ποσό 10.676,65 ευρώ και Ε) Στο πέμπτο καθόν, μια σύμβαση μικροεπισκευών, με συνολική οφειλή ποσό 19.855,58 ευρώ.
Ήτοι συνολικά οφείλει ποσό 96.636,95 ευρώ. Οι αιτούντες λόγω των αναγκών τους (στεγαστικών και οικογενειακών) αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε προσωπικό δανεισμό, η αποπληρωμή των οποίων κατέστη αδύνατη λόγω των επιγενομένων μειώσεων στο εισόδημά τους και της γενικότερης οικονομικής κρίσης στη χώρα. Επομένως με βάση τις ανωτέρω πηγές τα εισοδήματα των αιτούντων δεν είναι επαρκή για την ικανοποίηση των πιστωτριών τους.
Με βάση τα προλεχθέντα συντρέχουν στο πρόσωπό τους οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του ως άνω νόμου και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι αντίθετοι ισχυρισμοί των πιστωτριών των αιτούντων καθόσον ως προς το τελευταίο καθόν ο Ν. 3869/2010 δεν έχει καμία επιφύλαξη ισχύος του σε άλλες περιπτώσεις πλην των ρητώς σ' αυτόν αναφερομένων, ενώ μόνο στα πλαίσια αυτού του νόμου δίνεται η δυνατότητα στον υπερχρεωμένο οφειλέτη να προβεί στη ρύθμιση του συνόλου των χρεών του αποβλέποντας στη συνολική ικανοποίηση των πιστωτών του κάτι που δεν προβλέπεται στις διατάξεις στις οποίες αναφέρεται ο ανωτέρω πιστωτής οι ισχυρισμού του οποίου συνεπώς κρίνονται απορριπτέοι όπως και των λοιπών πιστωτών.
Γι' αυτό θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές, συγχρόνως δε να οριστεί νέα δικάσιμος η 20-09-2017 προκειμένου να ελεγχθεί η τυχόν μεταβολή της περιουσιακής τους κατάστασης και των εισοδημάτων τους σε σχέση μάλιστα με το μεγάλο όγκο των ακινήτων που διαθέτουν και να προσδιοριστούν ενδεχομένως νέες μηνιαίες καταβολές.
Εφόσον δε υποβάλλεται σχετικό αίτημα θα πρέπει να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση το ακίνητο των αιτούντων συνιδιοκτησίας τους που χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία τους. Όμως ενόψει του ορισμού νέας δικασίμου για τη διερεύνηση της περιπτώσεως επαναπροσδιορισμού των δόσεων, η διαδικασία των μηνιαίων καταβολών για τη διάσωση της ως άνω κατοικίας τους, καθώς και η ρύθμιση δυνατότητας ρευστοποίησης της στο ιστορικό της παρούσας προπεριγραφομένης λοιπής ακίνητης περιουσίας των αιτούντων, εξαιρουμένων τόσο των οχημάτων των αιτούντων λόγω της μεγάλης παλαιότητας και της μικρής εμπορικής τους αξίας σε σχέση με τα έξοδα που θα απαιτηθούν για τη ρευστοποίησή τους, θα πρέπει να ξεκινήσει και να ρυθμιστεί με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου προκειμένου να συγκεκριμενοποιηθεί εάν οι πιστώτριες θα ικανοποιηθούν μόνον από το προϊόν των μηνιαίων καταβολών ή θα πρέπει να συμπεριληφθεί και το προϊόν από την αμέσως πιο πάνω ρευστοποίηση της λοιπής ακίνητης περιουσίας των αιτούντων ώστε να είναι εφικτός και ο περαιτέρω προσδιορισμός του ποσού που έκαστη των πιστωτριών θα δικαιούται να λάβει από την εκκαθάριση, αφού εάν καταβληθεί ένα μέρος των οφειλομένων σε δόσεις, τούτο θα πρέπει να απομειώσει ανάλογα το ποσό που θα δικαιούται να εισπράξει κάθε πιστώτρια από την εκποίηση.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές οι κρινόμενες αιτήσεις ως κατ' ουσία βάσιμες, αφού ορισθούν μηνιαίες καταβολές και εξαιρεθεί η κύρια κατοικία των συγκυρίων, να οριστεί νέα δικάσιμος για τη διερεύνηση περιπτώσεως επαναπροσδιορισμού των μηνιαίων καταβολών καθώς και ορισμού μηνιαίων καταβολών για τη διάσωση της ως άνω κύριας κατοικίας μετά το πέρας των ως άνω μηνιαίων καταβολών και επανεξέτασης της δυνατότητας ρευστοποίησης της λοιπής ακίνητης περιουσίας των αιτούντων κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό ......''.
Μετά δε την επανασυζήτηση της υπόθεσης, κατά τα οριζόμενα, με την ως άνω απόφαση, το πιο πάνω δικαστήριο δέχθηκε, με την με αριθ. 15/2018 οριστική (ήδη τελεσίδικη) απόφαση, ως προς το ζήτημα αυτό, τα εξής, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται: '' ..... Με οριστική διάταξη της προρρηθείσας με αριθμό 200/2016 εν μέρει οριστικής απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία έγιναν δεκτές οι εν λόγω αιτήσεις, ρυθμίσθηκαν προσωρινά τα χρέη τους με τον ορισμό καταβολών ύψους 450 ευρώ για τον μεν αιτούντα συμμέτρως προς τις καθ' ων η αίτηση πιστώτριές του μέχρι τη δημοσίευση της παρούσας και 350 ευρώ για την αιτούσα, εξαίρεσε της εκποίησης την αναφερόμενη στις υπό κρίση αιτήσεις δυνητική κύρια κατοικία των αιτούντων και όρισε νέα δικάσιμο για επανασυζήτηση της προρρηθείσας αίτησης την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο για την επανεξέταση της οικονομικής κατάστασης των αιτούντων, ώστε να καθορισθούν οριστικά οι καταβολές των άρθρων 8 και 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010.
Οι αιτούντες είναι συνταξιούχοι δημόσιοι υπάλληλοι, ο μεν αιτών με μηνιαία σύνταξη ποσού 960 ευρώ και η δε αιτούσα με μηνιαία σύνταξη ποσού 665,48 ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες καρτέλες συντάξεών τους. Ο αιτών το τελευταίο χρονικό διάστημα από τη συζήτηση της αρχικής αιτήσεως διεγνώσθη με ασθένεια των οφθαλμών του, ωχρά κηλίδα, η οποία τον υποχρεώνει σε μια σειρά ιατρικών εξόδων και επανειλημμένων επισκέψεων σε γιατρούς, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα ιατρικά σημειώματα.
Κατόπιν τούτων προκύπτει ότι για τη μεν αιτούσα δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε σκέψη για αναπροσαρμογή των μηνιαίων της καταβολών προς τις καθ' ων η αίτηση πιστώτριές της, αφής στιγμής, η μείωση που υπέστη η σύνταξή της από το χρόνο συζήτησης της αιτήσεως μέχρι σήμερα είναι μηδαμινή και συνεπώς εμμένει το παρόν Δικαστήριο στον καθορισμό μηνιαίας δόσης ποσού 350€ συμμέτρως προς τις καθ' ων η αίτηση πιστώτριές της, ως ακριβώς διανέμεται και στην υπ' αριθμ. 200/2016 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ενώ για τον αιτούντα το Δικαστήριο κρίνει όχι πρέπει να αναπροσαρμοστεί η μηνιαία δόση του και ειδικότερα να μειωθεί στο ποσό των 270 ευρώ, λόγω της περικοπής του εισοδήματός του, η μείωση του οποίου απεικονίζεται και στα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα.
Το ανωτέρω ποσό θα καταβάλλεται μέχρι συμπληρώσεως τριετίας από τη δημοσίευση της υπ' αριθμ. 200/2016 μη οριστικής απόφασης Δικαστηρίου τούτου προς μερική εξόφληση των οφειλών τους, σύμφωνα με το διατακτικό της παρούσας, τηρουμένων των άρθρων 21 του Συντάγματος περί της υποχρέωσης ειδικής μέριμνας του Κράτους για τη προστασία της οικογένειας, του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος που καθορίζει ως πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας τον σεβασμό και τη προστασία της αξίας του ανθρώπου, του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος περί ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας, συμμετοχής στη κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας υπό συνθήκες απόλυτης προστασίας της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας και του άρθρου 25 του Συντάγματος που καθιερώνει την αρχή του κοινωνικού κράτους.
Ειδικότερα, ο αιτών στη πρώτη των καθών για όλα τα δάνεια θα καταβάλλει το ποσό των 67,99 ευρώ μηνιαίως, στη δεύτερη των καθών το ποσό των 37,34 ευρώ μηνιαίως, στη τρίτη των καθών το ποσό των 42,31 ευρώ μηνιαίως, στη τέταρτη των καθών το ποσό των 42,05 ευρώ μηνιαίως, στη πέμπτη των καθών το ποσό των 29,08 μηνιαίως, στην έκτη των καθών το ποσό των 9,10 ευρώ μηνιαίως και στην έβδομη των καθών το ποσό των 42,14 ευρώ μηνιαίως.
Για την αιτούσα ισχύει η δόση των 450 ευρώ μηνιαίως, ως αυτή κατανέμεται στην υπ' αριθ. 200/2016 μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Περαιτέρω, με οριστική διάταξη της προρρηθείσας με αριθμό 200/2016 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου ορίσθηκε η εξαίρεση από την εκποίηση των αναφερόμενων σε αυτές και στις υπό κρίση αιτήσεις του δυνητικής κύριας κατοικίας τους, η αντικειμενική αξία της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 27.564,65 ευρώ για έκαστο εκ των αιτούντων, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες δηλώσεις ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων έτους 2016.
Στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 θα πρέπει να ορισθούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της δυνητικής κύριας κατοικίας των αιτούντων. Η λοιπή ακίνητη περιουσία των αιτούντων δεν δύναται να ρευστοποιηθεί λόγω της έως μηδαμινής της αξίας, όπως προκύπτει ομοίως από τα προσκομιζόμενα ΕΝΦΙΑ έτους 2016.
Η παραπάνω ρύθμιση θα συνδυαστεί με τη προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, εφόσον με τις ως άνω καταβολές επί πενταετία δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων των πιστωτών της αιτούσης και προβάλλεται αίτημα εξαίρεσης της κύριας κατοικίας της από την εκποίηση, η οποία είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο (...).
Έτσι θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας τους, για την οποία θα πρέπει να καταβάλουν έκαστος εξ' αυτών το 80% της αντικειμενικής αξίας της, δηλαδή το ποσό των 22.203,2 ευρώ (27754,65 Χ 80%)...''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο έκρινε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο των αιτούντων οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτή του άρθρου 8 παρ. 2 και αυτή του άρθρου 9 παρ. 2.
Από το προεκτεθέν και αυτολεξεί παρατεθέν (κατά το μέρος που αφορά την παρούσα αναιρετική δίκη) περιεχόμενο των προσβαλλόμενων αποφάσεων προκύπτει ότι με τις ανωτέρω παραδοχές του το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο υπέπεσε στη πλημμέλεια του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και τούτο διότι, ενώ προσδιορίζεται στις προσβαλλόμενες αποφάσεις το ύψος των μηνιαίων εισοδημάτων των αιτούντων κατά το χρόνο άσκησης των αιτήσεων το έτος 2012 και το έτος 2017, ωστόσο, αφενός δεν προσδιορίζεται το ύψος των βιοτικών αναγκών καθενός των αιτούντων (ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων), αφετέρου δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων καθενός από τους αιτούντες (ήδη πρώτο και δεύτερη των αναιρεσίβλητων) για την εξυπηρέτηση όλων των δανειακών τους υποχρεώσεων προς τους πιστωτές τους, ούτε άλλωστε προσδιορίζεται το ύψος των κοινών μηνιαίων υποχρεώσεών τους για την εξυπηρέτηση όλων των δανειακών τους υποχρεώσεων, αλλά αναγράφεται μόνο ότι οι δανειακές τους υποχρεώσεις προς το αναιρεσείον ΤΠΔ ανέρχονται, κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης, στο ποσό των 275,01 ευρώ όσον αφορά το πρώτο αναιρεσίβλητο και στο ποσό των 236,18 ευρώ, όσον αφορά τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, με επακόλουθο να μη δικαιολογείται η κρίση του δικαστηρίου για το ότι αυτοί έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών τους, παραβιάζοντας έτσι την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 3869/2010.
Κρίνοντας, όμως, έτσι, το εν λόγω δικαστήριο, για να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, διέλαβε στις αποφάσεις του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών του πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων-αιτούντων, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με το τρόπο αυτόν, τις αποφάσεις του από νόμιμη βάση.
Και τούτο, διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων των αιτούντων για την εξυπηρέτηση όλων των δανειακών τους υποχρεώσεων, ούτε άλλωστε προσδιορίζεται το ύψος των βιοτικών αναγκών καθενός από αυτούς (αιτούντων), δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων τους (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους (αιτούντων), δηλ.
για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (ΑΠ 144/2023, ΑΠ 978/2023, ΑΠ 983/2023, ΑΠ 1913/2022, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 1379/2019), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παράλληλα, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν οι ως άνω αναιρεσίβλητοι-οφειλέτες μπορούν να ικανοποιήσουν όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά τους δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Με άλλα λόγια, ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχεται ότι οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του πρώτου και της δεύτερης των αναιρεσίβλητων, ανέρχονταν, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές των αποφάσεων, αντιστοίχως όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο στο ποσό των 1.139 ευρώ, κατά το έτος 2012 (χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης) και στο ποσό των 960,00 κατά το έτος 2017, όσον δε αφορά τη δεύτερη αιτούσα στο ποσό των 671,00 ευρώ, κατά το έτος 2012 (χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης) και στο ποσό των 665,48 ευρώ, κατά το έτος 2017 και ότι δεν επαρκούσαν για τη κάλυψη, αφενός μεν, των βιοτικών αναγκών των ιδίων, αφετέρου δε, των χρηματικών οφειλών τους που ανέρχονταν, επίσης κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές των αποφάσεων, στο ποσό των 117.392,54 ευρώ, από επτά πιστωτές, για τραπεζικά προϊόντα (δάνειο στεγαστικό, καταναλωτικά, πιστωτικές κάρτες) για το πρώτο των αιτούντων (ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο) και στο ποσό των 96.636,95 ευρώ, από πέντε πιστωτές, για τραπεζικά προϊόντα (δάνειο στεγαστικό, καταναλωτικά, πιστωτικές κάρτες) για τη δεύτερη των αιτούντων (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), δεν προσδιορίζει ωστόσο το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων των αναιρεσίβλητων - αιτούντων για την εξυπηρέτηση των ως άνω δανειακών τους υποχρεώσεων, ούτε το ύψος των βιοτικών αναγκών αυτών (αιτούντων), με επακόλουθο να μη δικαιολογείται η κρίση του δικαστηρίου για το ότι οι αιτούντες έχουν περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών τους (ΑΠ 144/2023, ΑΠ 811/2023, ΑΠ 978/2023, ΑΠ 1678/2022, ΑΠ 1913/2022, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1208/2017).
Συνεπώς, ο σχετικός, από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρώτος αναιρετικός λόγος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθούν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις. Σε ακολουθία των παραπάνω, παρελκούσης της εξέτασης του δεύτερου αναιρετικού λόγου, ο οποίος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του κριθέντος ως βάσιμου ως άνω λόγου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στην αναίρεση των προσβαλλόμενων αποφάσεων, πρέπει να αναιρεθούν αυτές, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλο Δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσίβλητων κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β` του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδ. β` του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 1513/2022 ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη με αριθ. 15/2018 τελεσίδικη απόφαση (και τη με αριθ. 200/2016 εν μέρει οριστική απόφαση) του Ειρηνοδικείου Ναυπλίου, οι οποίες εκδόθηκαν, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Απριλίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαΐου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ