Legislator Case Law & Legislation
596/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment, ruling procedural admissibility and factual findings valid.

Case Number 596/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final judgment regarding debt restructuring under Law 3869/2010. The appellant argued that the defendants were ineligible for the favorable regime due to lack of overdue debts and alleged fraud, while the court found the lower court's factual findings on asset valuation and debt status legally sound. The decision emphasized that the appeal was procedurally admissible despite the lower court's absence of the third party and that the specific provisions of the restructuring law preclude the award of legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 739-741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010; Article 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal against a final judgment rendered in the voluntary jurisdiction procedure for debt restructuring is admissible even if the lower court acted in absentia, provided the specific law does not require prior annulment of the default judgment.

Keywords

AI generated
debt restructuring voluntary jurisdiction appeal admissibility default judgment legal costs asset valuation Law 3869/2010

Cited Legislation

AI generated
Articles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 596 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 596/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη-Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "..." (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Ε. του Δ., 2) Χ. Ε. του Θ., κατοίκων … και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και ήδη "... AE" και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Δρακούδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 3η δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16-7-2012 και 31-5-2012 αιτήσεις των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 493/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 199/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 26-8-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1ος και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 26-8-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 8/30-8-2021), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 199/2019 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της τρίτης εφεσίβλητης και ήδη τρίτης των αναιρεσίβλητων ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "... ...

AE". Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, ΑΠ 811/2023, ΑΠ 67/2020).

Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α' 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε το αναιρεσείoν Ν.Π.Δ.Δ.

επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει o νόμος κάποιος από τους διαδίκους. ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος o οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, o Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, o δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσκομιζόμενη, από το αναιρεσείον, με αριθ. …έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ε. Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 26-8-2021, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στη τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία.

Επομένως, αφού η τελευταία δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Οι αιτούντες και ήδη πρώτος και δεύτερη των αναιρεσίβλητων, με τις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, από 16-7-2012 (αριθ.

έκθ. κατάθ. …) και από 31-5-2012 (αριθ. έκθ. κατάθ…) αιτήσεις τους κατά των καθών πιστωτών τους, επικαλούμενοι έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους προς τους πιστωτές τους, ζήτησαν τη ρύθμιση των χρεών τους, με βάση την περιουσιακή και οικογενειακή τους κατάσταση με την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της περιγραφόμενης σ' αυτήν κύριας κατοικίας συγκυριότητάς τους και λοιπής περιουσίας τους, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλαν, άλλως τη δικαστική ρύθμιση των χρεών τους, με τον καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3869/2010, καθώς και τον καθορισμό μηνιαίων δόσεων στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, προς το σκοπό διάσωσης της κύριας κατοικίας τους, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και εν γένει οικονομικής τους κατάστασης, με σκοπό την εν μέρει απαλλαγή τους από αυτά.

Επί των αιτήσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθ. 493/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία δέχτηκε εν μέρει τις αιτήσεις και ρύθμισε δικαστικά, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3869/2010, τα χρέη των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων και προς το αναιρεσείον ΤΠΔ, ενώ εξαίρεσε από την ρευστοποίηση τη κύρια κατοικία τους.

Ακολούθως, το ηττηθέν αναιρεσείον ΤΠΔ άσκησε κατά της ως άνω απόφασης, την από 8-3-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 38/2018) έφεση, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της ως άνω απόφασης, προκειμένου να απορριφθούν οι αιτήσεις των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων-οφειλετών. Επί της έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εξαφάνισε την ως άνω απόφαση μόνο κατά το μέρος εκείνο που αφορούσε τον τόκο στις καταβολές των αιτούντων για τη διάσωση της κύριας κατοικίας τους και απέρριψε κατά τα λοιπά αυτή κατ' ουσία.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από τη δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ' άρθρ. 323 και 340 ΑΚ), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Δεν χρειάζεται να είναι όλες οι απαιτήσεις ληξιπρόθεσμες κατά τη στιγμή της αδυναμίας των πληρωμών. Αρκεί να είναι έστω και μία, ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας του ν. 3869/2010, με την εξαίρεση που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, εφόσον, βέβαια, συντρέχει και η άλλη πιο πάνω προϋπόθεση της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμών, αλλιώς, ο οφειλέτης ασκεί πρόωρα το δικαίωμά του και η αίτησή του θα απορριφθεί.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στη κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017).

Έτσι το όλο πνεύμα του νόμου 3869/2010 κινείται προς την κατεύθυνση να υπαχθούν στην ρύθμιση και μη ληξιπρόθεσμες οφειλές. Απλώς το ληξιπρόθεσμο των οφειλών απαιτείται κατά τον νόμο ως στοιχείο για την συγκρότηση της μόνιμης αδυναμίας και νομιμοποιεί τον αιτούντα για την υποβολή της αίτησης προς υπαγωγή στις ρυθμίσεις του νόμου, με συνέπεια η σχετική προϋπόθεση της αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών να δύναται να πληρούται και όταν ο οφειλέτης, με βάση τα εισοδήματά του, δύναται μεν να εξοφλεί ακόμη και το σύνολο των χρεών του (και μη ληξιπρόθεσμων), αλλά σε βάρος των βασικών βιοτικών αναγκών του, ερμηνεία που καθίσταται ιδιαίτερα επιβεβλημένη όταν υφίσταται αναγκαστική εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη με παρακράτηση της δόσης του δανείου, εφόσον, η παρακράτηση αυτή που γίνεται παρά τη βούλησή του, στερεί από αυτόν τη δυνατότητα να ανταποκριθεί σε βασικές του ανάγκες.

Σημειωτέον ότι η άποψη αυτή ενισχύεται από την διατύπωση της ως άνω διάταξης μετά την τροποποίησή της με το ν. 4336/2015, καθ' όσον η νέα διατύπωση δεν παραπέμπει πλέον μόνον στις ληξιπρόθεσμες οφειλές του αιτούντος, αλλά στις εν γένει οφειλές του, ληξιπρόθεσμες και μη, οι δε τελευταίες κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 3869/2010.

Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι στην περίπτωση οφειλών από στεγαστικά δάνεια που το ΤΠΔ χορήγησε σε υπαλλήλους και που οι δανειολήπτες εξοφλούν με εκχώρηση υπέρ του δανειστή ποσοστού των μηνιαίων απολαβών τους, η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη δεν αναιρείται, όταν η εξόφληση του εν λόγω πιστωτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του (ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 883/2020).

Και τούτο, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηριστεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτόν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσής του.

Και το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του ν. 3869/2010 (ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 458/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019).

Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της οφειλής προς το ΤΠΔ από παροχή στεγαστικού δανείου με την παράλληλη, από το νόμο, υποχρέωση του δανειολήπτη να συνάψει με το ΤΠΔ σύμβαση εκχώρησης, ανακύπτει ανάγκη ο τελευταίος, έστω και αν το δάνειό του φέρεται να εξυπηρετείται κανονικά, λόγω της εκχώρησης του μισθού του κλπ, να επιδιώξει και επιτύχει ένταξη και υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, αν έχει υποστεί σημαντική μείωση του μισθού ή της σύνταξής του, καθόσον η εκχώρηση που έγινε στο παρελθόν παραμένει, αναλογικά, σε υψηλό ποσό, αφού αυτή υπολογίστηκε στο αρχικό αυξημένο ποσό του μισθού ή της σύνταξης του δανειολήπτη - οφειλέτη (ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 458/2022, ΑΠ 658/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1031/2015).

Περαιτέρω, κατά τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' και β' και 2 περ. α' του ν. 3869/2010, όπως προαναφέρθηκε, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του.

Ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 1446/2018). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 681/2020).

Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στη "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 810/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).

Η τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν ο οφειλέτης, εν γνώσει του, χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και τη γενικότερη θέση του και συγκεκριμένα όταν δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείρισή του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση του εισοδήματός του ή των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μειώνει τη δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει.

Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του. Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ.

με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 90/2020, ΑΠ 755/2018). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 810/2023, ΑΠ 1508/2022).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 59/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1120/2020, ΑΠ 90/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των συναφών αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: ''.... Ο αιτών (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος), ηλικίας 61 ετών κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, είναι συνταξιούχος αξιωματικός του ελληνικού στρατού, λαμβάνει μηνιαία σύνταξη ύψους (καθαρά) 1.261,40 ευρώ, πλέον οικονομική ενίσχυση και μηνιαίο μέρισμα από το Μετοχικό Ταμείο Στρατού ποσού 139,56 ευρώ και 118,99 ευρώ αντίστοιχα, δηλαδή έχει συνολικό μηνιαίο εισόδημα ποσού 1.519,95 ευρώ, είναι έγγαμος με την αιτούσα (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), ηλικίας 55 ετών κατά το ίδιο χρονικό σημείο, που είναι άνεργη και στερείται εισοδημάτων.

Από τον γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο τέκνα, τον Δ. και τον Θ., που γεννήθηκαν τα έτη … και το … αντίστοιχα και είναι ενήλικα, εργάζονται ο πρώτος, από το έτος 2017 ως υπάλληλος σε γεωπονική εταιρία στις …, έναντι μηνιαίου μισθού 600 ευρώ και ο δεύτερος από το ίδιο έτος προέβη σε έναρξη εργασιών ως δικηγόρος και δεν έχει ακόμη σταθερό εισόδημα προς κάλυψη των αναγκών του.

Τα ετήσια εισοδήματα του αιτούντος το οικονομικό έτος 2007 (χρήση 2006) ανήλθαν στο ποσό των 30.750,33 ευρώ, το 2008 (χρήση 2007) σε 32.990,23 ευρώ, το 2009 (χρήση 2008) σε 36.235,62 ευρώ, το 2010 (χρήση 2009) σε 37.445,67 ευρώ. Από τη συνταξιοδότησή του το έτος 2010 και εφεξής μειώθηκαν τα εισοδήματα του ως άνω διαδίκου και συγκεκριμένα το οικονομικό έτος 2011 (χρήση 2010) αντιστοιχούσαν σε 30.495,50 ευρώ, το 2012 (χρήση 2011) σε 28.787,66 ευρώ, το 2013 (χρήση 2012) σε 25.553,62 ευρώ, το 2014 (χρήση 2013) σε 20.006,78 ευρώ, το 2014 (χρήση 2013) σε 20.545,58 ευρώ, το 2015 (χρήση 2014) σε 20.485,07 ευρώ και το 2016 (χρήση 2015) σε 20.235,06 ευρώ, ενώ η σύζυγός του για όλα τα παραπάνω έτη ουδέποτε εργάστηκε και δεν είχε γενικότερα κάποιο εισόδημα.

Σημειώνεται ακόμη, ότι ο αιτών έλαβε προκαταβολικά το εφάπαξ χρηματικό ποσό που δικαιούταν να λάβει κατά τη συνταξιοδότησή του (το έτος 2010) από τον Ειδικό Λογαριασμό Αλληλοβοήθειας, το έτος 2007 και ανάλωσε στην απόκτηση της κύριας κατοικίας και της αναγκαίας οικοσκευής για αυτή. Οι αιτούντες κατοικούν μαζί με τα τέκνα τους, όπως ήδη λέχθηκε, σε διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, κατασκευής του έτους 2006, κείμενο επί της οδού ...

αριθ. … στην …, καθαρού εμβαδού 97,50 τμ, με παρακολούθημα αποθήκη εμβαδού 26 τμ, που περιήλθε στην κυριότητα εκάστου των διαδίκων κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, βάσει πώλησης και μεταβίβασής του σε αυτούς με το υπ' αριθμό … συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Σ.. Κ., που νόμιμα μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης (τ.

…, α/α …), η αντικειμενική αξία του οποίου αντιστοιχεί συνολικά σε 62.112,96 ευρώ και δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολόγητου ποσού για απόκτηση πρώτης κατοικίας (όπως καθορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 21 του ν. 3482/2010 και κωδ. με το ν. 4141/2013), την εξαίρεση του οποίου από την εκποίηση ζήτησαν και είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο.

Περαιτέρω, η αιτούσα δεν έχει κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο, ενώ ο αιτών, εκτός του δικαιώματος συγκυριότητας στο διαμέρισμα που προεκτέθηκε, έχει ακόμη α] δικαίωμα ψιλής κυριότητας επί αποθήκης εμβαδού 50 τμ κατασκευής του 1963 κτισμένη επί οικοπέδου συνολικής έκτασης 824 τμ, εντός οικισμού του Δήμου …, β] δικαίωμα ψιλής κυριότητας επί αγροτεμαχίου μονοετούς καλλιέργειας 1400 τμ κείμενου εντός του οικισμού … του Δήμου …, γ] δικαίωμα ψιλής κυριότητας επί αγροτεμαχίου μονοετούς καλλιέργειας 4037 τμ κείμενου του οικισμού … του Δήμου …, δ] δικαίωμα ψιλής κυριότητας ποσοστού 37% εξ αδιαιρέτου επί αγροτεμαχίου μονοετούς καλλιέργειας έκτασης 11.700 τμ κείμενου στο ….

του Δήμου …, ε] δικαίωμα ψιλής κυριότητας ποσοστού 50% εξ αδιαιρέτου επί αγροτεμαχίου μονοετούς καλλιέργειας 5.456 τμ κείμενου στη … του Δήμου …, στ] δικαίωμα ψιλής κυριότητας επί αγροτεμαχίου μονοετούς καλλιέργειας έκτασης 387 τμ κείμενου εντός του οικιομού … του Δήμου … και ζ] του με αριθμό κυκλοφορίας … αυτοκινήτου, εργοστασίου κατασκευής …, κυβισμού … κυβικών εκατοστών, έτους πρώτης κυκλοφορίας το ….

Άλλα στοιχεία ή έσοδα των διαδίκων δεν αποδείχθηκαν. Τα παραπάνω ακίνητα εκμεταλλεύεται ο επικαρπωτής τους και δεν επιφέρουν κανένα έσοδο στον διάδικο, ενώ με δεδομένο το δικαίωμα μη πλήρους αλλά ψιλής κυριότητας και της συγκυριότητας κάποιων από αυτά, όπως προεκτέθηκε, της θέσης και του είδους τους, που μόνο προς αγροτική εκμετάλλευση προορίζονται, δεν προέκυψε πως παρουσιάζουν άλλο ενδιαφέρον (εκτός σχεδίου πόλης και οικιστικού ιστού και σε θέση δίχως άλλη δυνατή χρήση όπως οικιστική, τουριστική, εμπορική κλπ) και δεν αναμένεται η εκποίησή τους να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον και να αποφέρει αξιόλογο αντάλλαγμα σε σχέση και με τα έξοδα εκποίησης (δημοσιεύσεων, αμοιβών εκκαθαριστών κλπ), προς ικανοποίηση των πιστωτών του αιτούντος, λαμβάνοντας υπόψη και της εκ του νόμου υποχρέωσής του να ενημερώσει σχετικά το φάκελό του για κάθε μεταβολή, δηλαδή σε περίπτωση που αποκτήσει πλήρη κυριότητα (ή συγκυριότητα αντίστοιχα) σε αυτά, παρέχοντας δυνατότητα στους πιστωτές του να ζητήσουν μεταβολή των καταβαλλόμενων προς κάλυψη των οφειλών του σε αυτούς.

Αναφορικά με το όχημα που προεκτέθηκε και χρησιμοποιεί ο αιτών για τις ανάγκες μετακίνησης αυτού και της οικογένειάς του, είναι πολύ παλιό (πρώτης κυκλοφορίας του …) και παρωχημένης τεχνολογίας και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, όπως και τις συνήθειες του οικείου τομέα δραστηριότητας (πώληση μεταχειρισμένων οχημάτων), δημιουργεί εύλογες υπόνοιες για την καλή λειτουργία του, τα κρυμμένα ελαττώματα και τις βλάβες που ενδεχομένως υπέστη λόγω της πολυετούς χρήσης του και δεν αναμένεται να προκαλέσει κανένα αγοραστικό ενδιαφέρον (ως όχημα), συνεπώς και να επιτευχθεί αντάλλαγμα από την εκποίησή του.

Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της αίτησής τους οι αιτούντες έχοντας υψηλότερα εισοδήματα, ανέλαβαν τα ακόλουθα χρέη που κατά πλάσμα του νόμου θεωρούνται ληξιπρόθεσμα με την κοινοποίηση της ένδικης αίτησης και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, εξαιρουμένων των παρακάτω εμπραγμάτως εξασφαλισμένων στεγαστικών δανείων (των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής):

ο αιτών με συμβαλλόμενη και τη σύζυγο του ως εγγυήτρια ανέλαβε [1] έναντι του νομικού προσώπου "..." δυνάμει σύμβασης (με αριθμό λογαριασμού …), τον μήνα Ιούλιο του έτους …, στεγαστικό δάνειο, ποσού 130.000 ευρώ, με διάρκεια αποπληρωμής 25 έτη, συμφωνηθείσα μηνιαία δόση προς εξυπηρέτηση του δανείου ποσού 720,20 ευρώ, που παρακρατείται από τον μισθό αρχικά και ακολούθως από την σύνταξη του αιτούντα, ενώ για την εξασφάλιση της απαίτησης του δανειστή έχει εγγραφεί γι' αυτό προσημείωση υποθήκης νόμιμα μετεγγραμμένη στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης (τ.

…, αριθ. …), και το ύψος της οφειλής τον … του … αντιστοιχούσε σε 120.708,54 ευρώ, ενώ τον Απρίλιο του 2017 (καθώς κατά τα ανωτέρω εξακολουθούσε ο εκτοκισμός) ανήλθε σε 134.462,11 ευρώ, [2] Έναντι της τραπεζικής εταιρίας "... ΑΕ", καθολική διάδοχος του οποίου κατέστη η καθ' ης-εφεσίβλητη τραπεζική εταιρία, σύναψε ο αιτών την με αριθμό ...

σύμβαση καταναλωτικού δανείου, από το οποίο η οφειλή του στις … ανερχόταν σε 15.112,43 ευρώ. Δηλαδή, οι συνολικές οφειλές του αιτούντος στους μετέχοντες πιστωτές του προέκυψε πως ανέρχονταν σε 149.574,54 ευρώ και της αιτούσας σε 134.462,11 ευρώ. Περαιτέρω, κατά την ανάληψη των παραπάνω υποχρεώσεών του, ο αιτών αποκόμιζε σημαντικά υψηλότερα ετήσια εισοδήματα που ακολουθούσαν αυξητική πορεία και ενδεικτικά το έτος … (χρήση …) 30.750,33 ευρώ έως το έτος … (χρήση …) 37.445,67 ευρώ, ενώ η αναμενόμενη φυσιολογικά μείωση λόγω της συνταξιοδότησής του (το οικονομικό έτος …-χρήση … ποσό 30.495,50 ευρώ), λόγω της πασίδηλης οικονομικής κρίσης που μεσολάβησε και των αλλεπάλληλων μειώσεων μισθών και συντάξεων που εξαιτίας της αυτής ακολούθησε, συρρικνώθηκε κατά πολύ περισσότερο από το λογικά αναμενόμενο (ενδεικτικά το …-χρήση … σε 28.787,66 ευρώ έως και το …-χρήση … στο ποσό των 20.235,06 ευρώ), ενώ απότοκο της κρίσης, εκτός από την άμεση μείωση των εισοδημάτων του αιτούντος, ήταν και η μείωση της αγοραστικής αξίας αυτών, με την αύξηση άμεσης και έμμεσης φορολογίας (όπως η επιβολή ΕΝΦΙΑ και ΦΠΑ) και των ανελαστικών δαπανών (θέρμανση, ρευμστοδότηση κλπ).

Πλέον, για την κάλυψη των βασικών βιοτικών αναγκών των αιτούντων, με δεδομένο ότι η δεύτερη από αυτούς δεν εργάζεται, δεν έχει κάποια ειδικότητα ή επαγγελματική εμπειρία καθώς ουδέποτε εργάστηκε και είναι δύσκολη πλέον η ανεύρεση εργασίας στην ηλικία της (55 ετών κατά τη συζήτηση της αίτησής της στο πρώτο βαθμό) και δεν έχει εισοδήματα, αλλά και ότι τα δύο τέκνα τους μένουν μαζί τους, έχουν κάποια περιορισμένα έστω εισοδήματα αλλά και ανάγκη της αρωγής τους (το πρώτο έχει σταθερό εισόδημα 600 ευρώ που θεωρείται ότι καλύπτει τις ανάγκες του, όμως το δεύτερο λαμβάνοντας υπόψη τα ποσά που συστηματικά πρέπει να καταβάλλει στα ασφαλιστικά ταμεία και για δαπάνες έχει ανάγκη αρωγής των γονιών του για τη διαβίωσή του), όπως προεκτέθηκε, απαιτείται το ποσό των 1.120 ευρώ και απομένει εκείνο των 400 ευρώ προς ικανοποίηση των πιστωτών τους.

Από όσα προεκτέθηκαν προέκυψε ότι οι αιτούντες βρίσκονται πλέον σε ανικανότητα εξόφλησης των πιστωτών τους, λόγω έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή ανυπαρξίας των χρημάτων που απατούνται για να ανταποκρίνονται στα ληξιπρόθεσμα χρέη τους, με γνώμονα τη συνολική θεώρηση της ρευστότητας προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές τους (με καταβολή μηνιαίας δόσης που υπερβαίνει το ποσό των 700 ευρώ), αφού πρώτα αφαιρεθούν οι απολύτως αναγκαίες δαπάνες κάλυψης των βιοτικών αναγκών αυτών, ιδίως αν ληφθούν υπόψη οι ανάγκες και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς τους, ενώ η περιουσία που προεκτέθηκε ότι έχει δεν συμφέρει να ρευστοποιηθεί άμεσα και με ευχέρεια.

Το παραπάνω συμπέρασμα δεν ανατρέπεται από το γεγονός που επικαλείται το εκκαλούν-καθ' ου η αίτηση νομικό πρόσωπο, ότι οι αιτούντες οφειλέτες μέχρι και για λίγο χρονικό διάστημα πριν την υποβολή της ένδικης αίτησής τους κάλυπταν τις οφειλές τους, αφού αυτό συνέβη με επίταση των προσπαθειών τους και σε βάρος των αναγκών αυτών και της οικογένειάς τους και καταδεικνύει ακριβώς ότι προσπάθησαν όσο μπορούσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, οπότε η συμπεριφορά τους δεν ήταν δόλια και καταχρηστική.

Συνεπώς, οι αιτούντες περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμής, μόνιμη (αφού δεν οφείλεται σε παροδικές περιστάσεις) και γενική, με την έννοια ότι έπαψαν να πληρώνουν τις δανειακές υποχρεώσεις τους (όχι μεμονωμένα κάποιες από αυτές), που είναι ληξιπρόθεσμες. Η αδυναμία τους αυτή δεν οφείλεται σε δόλο (άμεσο ή και ενδεχόμενο), καθώς δεν αποδείχθηκε ότι εξαπάτησαν τους υπαλλήλους των πιστωτικών ιδρυμάτων προσκομίζοντας πλαστά στοιχεία ή αποκρύπτοντας υποχρεώσεις τους, που δεν έχουν καταχωρηθεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους, αφού τέτοια περιστατικά δεν προέκυψαν, ούτε όμως προέκυψε πως σε χρόνο μεταγενέστερο της ανάληψης του χρέους τους προέβησαν σε απώλεια σημαντικών ποσών (διάγοντας πολυτελή βίο και πραγματοποιώντας άσκοπες δαπάνες, ή ότι προέβησαν σε επιλεκτική εξόφληση οφειλών, σε διάθεση περιουσιακών στοιχείων σε συγγενικά πρόσωπα, χαριστικά ή με εικονικό, ή ασήμαντο τίμημα κλπ).

Τα παραπάνω ενισχύονται από το γεγονός ότι το στεγαστικό δάνειο που έλαβαν αφορούσε, όχι πολυτελή οικία, αλλά διαμέρισμα στο απόλυτα αναγκαίο εμβαδό προς κάλυψη των αναγκών της οικογένειάς τους, δηλαδή χρησίμευσε σε αυτούς ως πρώτη κατοικία, η αντικειμενική αξία του οποίου την εποχή της αγοράς ήταν υπερεκτιμημένη, όπως πράγματι συνέβαινε κατά το χρονικό σημείο πριν η οικονομική κρίση πλήξει τη χώρα μας και μάλιστα η διόγκωση αυτή της αξίας των ακινήτων (συχνά αναίτια), αποτέλεσε και έναν από τους παράγοντες πρόκλησης της εν λόγω οικονομικής κατάστασης.

Ούτε όμως προέκυψε πως κατά την ανάληψη των δανείων ήταν πρόδηλη η αδυναμία των αιτούντων να αποπληρώσουν τις υποχρεώσεις που αναλάμβαναν, συναλλασσόμενοι με περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα προς επίτευξη απόλαυσης μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, ενώ αντιλαμβάνονταν ότι ο υπερδανεισμός τους σε σχέση με το τότε εισόδημά τους θα τους οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, αφού καμιά υπερβολική, πολυτελής ή δυσανάλογη δαπάνη δεν αποδείχθηκε, από την αγορά πρώτης οικίας προς στέγαση της τετραμελούς οικογένειας τους, ή από την αγορά οικογενειακού αυτοκινήτου.

Αντίθετα, ο παραπάνω δανεισμός των αιτούντων, καθίσταται ευχερέστερα αντιληπτός, με κριτήριο όχι αμιγώς τη συμπεριφορά αυτών, αλλά σε συνάρτηση και με το πλαίσιο που επικρατούσε κατά το χρονικό σημείο που έλαβαν τη πλειοψηφία των επίμαχων πιστώσεων, δηλαδή την επιθετική πολιτική των πιστωτικών ιδρυμάτων ως προς την χορήγηση δανείων, τα οποία δεν ήταν υποχρεωμένα να παρέχουν σε αυτόν πίστωση και είχαν, λόγω της υποδομής και της οργάνωσής τους, τη δυνατότητα έρευνας της οικονομικής κατάστασής τους, ζητώντας τους τα απαραίτητα πληροφοριακά στοιχεία για τα εισοδήματά τους (ακίνητη περιουσία, φορολογικές δηλώσεις κλπ), όπως και μπορούσαν να διαπιστώσουν τις υπόλοιπες δανειακές τους υποχρεώσεις και την εξυπηρέτησή τους σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα (μέσω και του συστήματος "Τειρεσίας"), αλλά τα οποία δεν εξήγησαν πειστικά, ιδίως το εκκαλούν-καθ' ου η αίτηση, για ποιο λόγο χορήγησαν τις παραπάνω πιστώσεις στον αιτούντα, εάν ήταν εμφανές ότι δεν είχαν αυτοί εξ αρχής δυνατότητα να καλύψουν τις υποχρεώσεις που αναλάμβαναν.

Από τα παραπάνω προέκυψε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο των αιτούντων οι προϋποθέσεις υπαγωγής τους στη ρύθμιση των άρθρων 8 §§2, 5 και 9 §§1, 2 του ν. 3869/2010. Επομένως, η εκκαλουμένη που έκρινε πως οι αιτούντες περιήλθαν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών τους δίχως, δόλο, όπως και το ύψος των αναγκαίων βιοτικών αναγκών αυτών και της οικογένειάς τους και όρισε το καταβλητέο ποσό σε έκαστο των μετεχόντων πιστωτών κατά τον τρόπο που προεκτέθηκε, εξαιρώντας της εκποίησης την κύρια κατοικία τους, τα ακίνητα που προεκτέθηκαν και το όχημα ιδιοκτησίας του πρώτου από αυτούς, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό, αλλά και επαρκώς αιτιολόγησε την κρίση του και δεν έσφαλε, οπότε πρέπει να απορριφθούν οι εξεταζόμενοι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και τελευταίος (έβδομος) των λόγων έφεσης ....''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κατά το σκέλος που ενδιαφέρει τους αναιρετικούς λόγους, την έφεση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" κατά της 493/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αλεξανδρούπολης. Κρίνοντας, έτσι, το, ως Εφετείο, δικάσαν ως άνω Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής των αναιρεσίβλητων-αιτούντων στις διατάξεις του ν. 3869/2010, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, και αυτές των άρθρων 323 και 340 του ΑΚ (τις οποίες επικαλείται το αναιρεσείον), που παρατέθηκαν στην μείζονα σκέψη.

Ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι έστω και αν το δάνειό τους προς το αναιρεσείον "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" είναι ενήμερο, εξυπηρετούμενο κανονικά, λόγω της εκχώρησης ποσοστού από το μισθό και συνακόλουθα τη σύνταξη του πρώτου από αυτούς (αναιρεσίβλητους) και ότι δεν έχουν καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή προς αυτό ή ακόμη και σε άλλον πιστωτή (ιδιώτη ή μη), μπορεί να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθόσον, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η εξόφληση των πιστωτών δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του, όταν δηλαδή ο οφειλέτης αδυνατεί να ικανοποιήσει τις βιοτικές του ανάγκες και να εξασφαλίσει ένα στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Το μη ληξιπρόθεσμο της οφειλής των αιτούντων προς το "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", στην υπό κρίση περίπτωση, δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον πληρούται η προϋπόθεση του ληξιπροθέσμου της οφειλής τους από την υφιστάμενη και προερχόμενη, από την αναγκαστική εκπλήρωση της παροχής τους, αδυναμία τους κάλυψης των βιοτικών τους αναγκών.

Επομένως, μπορεί να υπαχθεί στο ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ο οποίος έστω και χωρίς ληξιπρόθεσμη οφειλή ούτε έναντι του "Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων", ούτε έναντι οποιουδήποτε άλλου οφειλέτη, αδυνατεί να καλύψει τις βιοτικές του ανάγκες. Το γεγονός ότι το "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" παρακρατεί, με βάση την μεταξύ αυτού και του δανειολήπτη-αναιρεσίβλητου σύμβαση εκχώρησης ποσοστού του μισθού του τελευταίου, ποσό από το μισθό του, δεν σημαίνει ότι για το λόγο αυτό και μόνο λείπει η προϋπόθεση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής και της υπαγωγής του στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, εφόσον, μετά από έρευνα των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη και της οικογενείας του, διαπιστωθεί ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών για τις βιοτικές ανάγκες του, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.

Άλλωστε, ούτε η διάταξη του άρθρου 25 του ν. 3867/2010, που προβλέπει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να ζητήσει από το Δ.Σ. του "Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων" και να επιτύχει εξωδικαστική ρύθμιση του χρέους του, δεν αναιρεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία δικαστική, όπως η προκείμενη του ν. 3869/2010, καθώς με τις διατάξεις του νόμου αυτού προβλέπονται ευνοϊκότερες ρυθμίσεις για τους δανειολήπτες από εκείνες του άρθρου 25 του ν. 3867/2010 και, επομένως, δεν μπορεί να στερηθεί τις ευνοϊκές αυτές ρυθμίσεις, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.

Εξάλλου, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις καθ' όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους των ως άνω αναιρεσίβλητων της χρηματικής τους οφειλής, αλλά και η ανυπαρξία του (ενδεχόμενου) δόλου τους.

Πιο συγκεκριμένα, το δικαστήριο με επαρκή και σαφή αιτιολογία προσδιορίζει αναλυτικά: 1) την ηλικία τους (61 και 55 ετών αντίστοιχα), 2) το ύψος της δανειακής σύμβασης του πρώτου αιτούντος (με την δεύτερη των αιτούντων-σύζυγό του ως εγγυήτρια) με το αναιρεσείον ΤΠΔ που ανέρχεται στο ποσό 134.462,11 ευρώ, προερχόμενο από στεγαστικό δάνειο ποσού 130.000 ευρώ, το οποίο έλαβε τον Ιούλιο του έτους 2007, με την με αριθ.

… σύμβαση, καθώς και την με αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, του οποίου η οφειλή στις 14-11-2011 ανέρχονταν σε 15. 112,43 ευρώ, που έλαβε από το "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο" στη θέση του οποίου υπεισήλθε η τρίτη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία, 3) το, κατά μήνα, καθαρό ποσό σύνταξης αυτού, κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 1.261,40 ευρώ και με τον συνυπολογισμό του μηνιαίου μερίσματος από το Μετοχικό Ταμείο Στρατού(139,56 και 118,99 ευρώ) ανέρχεται στο ποσό των 1.519,95 ευρώ, ενώ αναφέρεται και το εισόδημα αυτού (καθόσον η δεύτερη αιτούσα δεν εργάζεται) κατά τα προηγούμενα έτη (…), 4) το μηνιαίο κόστος διαβίωσης των αιτούντων το οποίο προσδιορίζεται στο ποσό των 1.120 ευρώ, από την αντιπαραβολή δε των εισοδημάτων τους (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους (ιδίων) δηλ.

για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών, με τις (μηνιαίες) δαπάνες τους για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών τους, παράλληλα με την ικανοποίηση της απαίτησης του αιτούντος ΤΠΔ που ανέρχεται στο ποσό των 720,20 ευρώ (μηνιαία δόση παρακρατούμενη από τη σύνταξη), το δικαστήριο της ουσίας, έκρινε ότι οι αιτούντες-οφειλέτες, δεν μπορούν να ικανοποιήσουν όλα αυτά και τελούν σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών και, επομένως, πρέπει να υπαχθούν στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, 5) ότι από το γάμο τους απέκτησαν δύο ενήλικα ήδη τέκνα εκ των οποίων ο Δ.

από το έτος 2017 εργάζεται ως υπάλληλος σε γεωπονική εταιρία με μισθό 600,00 ευρώ, ενώ ο Θ. το έτος 2017 έκανε έναρξη επαγγέλματος ως δικηγόρος και δεν έχει ακόμη σταθερό εισόδημα διαμένοντας μαζί τους, 6) ότι κατά το χρόνο ανάληψης της δανειακής τους υποχρέωσης (προς το ΤΠΔ το έτος 2007), που τότε επέτρεπαν στον πρώτο αιτούντα οι οικονομικές του δυνατότητες, υπολόγιζε καλόπιστα, με βάση τα υψηλότερα τότε εισοδήματά του, ότι θα δύναται να εξυπηρετήσει την οφειλή του και 7) ότι αντικειμενικά δεν μπορούσαν να προβλέψουν, ούτε να αποτρέψουν τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, στην οποία περιήλθαν μετά τη σημαντική συρρίκνωση του εισοδήματός τους σε σχέση με το διαρκώς αυξανόμενο κόστος διαβίωσης.

Με βάση δε τις προεκτεθείσες παραδοχές, το δικαστήριο απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί δόλιας περιέλευσης των ως άνω αναιρεσίβλητων σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, υπό την οιαδήποτε μορφή δόλου (άμεσος ή ενδεχόμενος, αρχικός ή επιγενόμενος), καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες περιήλθαν δολίως σε αδυναμία πληρωμής της οφειλής τους, αφού ούτε γνώριζαν, κατά την ανάληψη του χρέους τους προς το αναιρεσείον, ότι είναι αδύνατη η εξυπηρέτησή του, ούτε αποδέχθηκαν το ενδεχόμενο αυτό καθώς ο πρώτος από αυτούς είχε αυξημένα εισοδήματα, τα οποία μάλιστα είχαν αυξητική τάση μέχρι και το έτος 2011.

Τα περιστατικά αυτά, που το δικαστήριο δέχτηκε ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 του ν. 3869/2020 την οποία εφάρμοσε, ώστε να μην καταγνωστεί σε βάρος των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων δανειοληπτών-αιτούντων δολιότητα κατά τη σύναψη της δανειακής τους υποχρέωσης.

Εξάλλου, πλεοναστικά το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο και ως επιχείρημα, για την έλλειψη δόλου περί της οποίας υπάρχει σαφής παραδοχή, αναφέρει ότι οι αιτούντες-αναιρεσίβλητοι δεν αποδείχθηκε ότι εξαπάτησαν τους υπαλλήλους των πιστωτών τους με την προσκόμιση πλαστών στοιχείων ή απόκρυψη των υποχρεώσεών τους, που δεν έχουν καταχωριστεί στις βάσεις δεδομένων που αξιοποιούν οι τράπεζες για την οικονομική συμπεριφορά των πελατών τους, καθώς και τη δυνατότητα των τραπεζών να πληροφορούνται προηγουμένως, πριν χορηγήσουν τις πιστώσεις, μέσω των διατραπεζικών συστημάτων και της μηχανογραφικής μεταξύ τους επικοινωνίας, τις δυνατότητες των δανειστών για την αποπληρωμή των δανείων.

Οι πλεοναστικές αυτές αιτιολογίες (και ταυτόχρονα εσφαλμένες ΑΠ 634/2019, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017) διατυπώθηκαν κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του δικαστηρίου προς άντληση επιχειρήματος υπέρ της κύριας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν ιδρύουν τον παρόντα λόγο αναίρεσης, αφού δεν επιδρούν στη διαμόρφωση του διατακτικού της απόφασής του, που αυτοτελώς στηρίζεται στις λοιπές παραδοχές του αιτιολογικού της απόφασης και δεν ιδρύουν τον παρόντα λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 65/2017).

Οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον, αιτιάσεις περί ανεπαρκούς αιτιολογίας καθόσον δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α)τα καθαρά εισοδήματα των αιτούντων κατά έτος ανάληψης των δανειακών τους υποχρεώσεων, β) το ακριβές ύψος των εισοδημάτων τους κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης τους και της συζήτησης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, γ) η μηνιαία δόση καταβολής στη τρίτη αναιρεσίβλητη, δ) η εξέλιξη των καθαρών εισοδημάτων των αιτούντων από το χρόνο δανεισμού έως το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, ε)ο λόγος για τον οποίο έκρινε τα ενήλικα τέκνα των αιτούντων προστατευόμενα μέλη και στ)η προβλεπόμενη στο εγγύς μέλλον εξέλιξη της ρευστότητας των αιτούντων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα αυτού προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτό εκδοχής περί της δόλιας περιέλευσης των αιτούντων-αναιρεσίβλητων σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής της χρηματικής οφειλής τους, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ορθό (ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1172/2022, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 64/2017).

Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες και διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Εξάλλου το πόρισμα, δηλ. το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις είναι σαφές καθόσον αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Οι ως άνω παραδοχές στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που έχει νόμιμη βάση και συνεπώς οι σχετικοί, από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, λόγοι αναίρεσης με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων δεν μπορούν να υπαχθούν στην ευνοϊκή ρύθμιση του ν. 3869/2010, επειδή δεν είχαν ληξιπρόθεσμες οφειλές έναντι αυτού, καθώς και ότι έχουν περιέλθει εκ δόλου (ενδεχόμενου) σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής του χρέος τους ως προς αυτό, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και απαράδεκτοι κατά τις ως άνω διακρίσεις.

Τέλος, ο πέμπτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης για την εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας με το να κρίνει ότι το ύψος της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων ανέρχεται στο ποσό των 62.112,96 ευρώ, διέλαβε ελλιπή αιτιολογία σε κρίσιμο ζήτημα που ήταν ουσιώδες για το αποτέλεσμα της δίκης και έτσι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης εκ του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον επιχειρεί να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 αριθ. 1 του ΚΠολΔ) το οποίο προέβη στην εκτίμηση της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου (όπως άλλωστε απαιτεί η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε από το ν. 4161/2013 και ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης), αφού έλαβε υπόψη και εκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα επικληθέντα από τους διαδίκους έγγραφα (ΑΠ 1227/2023).

Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ.6 εδάφ.

β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "..... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 59/2021).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την από 26-8-2021 (αριθ. έκθ. κατάθ. 8/30-8-2021), αίτηση, για αναίρεση της με αριθ. 199/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ