Legislator Case Law & Legislation
1681/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final court ruling on property ownership and forestry permit issues.

Case Number 1681/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a final appellate court decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court erred in finding the defendant the owner of the land and in assessing forestry rights, claiming the disputed areas were not forested. The court rejected these claims, ruling that the appeal lacked substantive grounds and that the lower court's reasoning was sufficient.

Legislator headnote

AI generated

Articles 564 para. 3, 577 para. 1 and 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be rejected if the appellate court finds no grounds for review, as the lower court's reasoning on facts and law is not subject to re-examination.

Keywords

AI generated
appeal admissibility property ownership dispute forestry permit substantive grounds court costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 564 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 para. 1 of Law 3693/1957
Article 28 para. 4 of Law 2579/1998
Article 22 para. 4 of Law 1868/1999

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1681 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1681/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Β. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γρίνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-5-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 10-5-2022 (αριθμ. έκθ κατ. 16/2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, που εκδόθηκε στις 19-1-2022, δεν επιδόθηκε, όπως επικαλείται το αναιρεσείον και δεν αμφισβητείται (άρθρα 552,553 παρ. 1β, 556,558,564 παρ. 3,566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 11/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου την από 15-10-2018 (αρ. έκθ. κατ. ΤΜ 93/2018) αγωγή του, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι είναι κύριος του λεπτομερώς περιγραφόμενου σ' αυτήν ακινήτου, κειμένου στη θέση "ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΠΑΡΑΜΠΟΥΝΗ" της κτηματικής περιφέρειας Φυτειών του Δήμου Ξηρομέρου, έκτασης 19.794,11 τ.μ., το οποίο απέκτησε με παράγωγο τρόπο, άλλως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.

Ότι, δυνάμει της με αριθμό πρωτ. ...-2012 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος και Ιονίων Νήσων, δημοσιευθείσας στο υπ' αριθμ. 141/30-4-2012 ΦΕΚ (τεύχος ΑΑΠ), απαλλοτριώθηκε τμήμα του ως άνω ακινήτου, που περιγράφεται ειδικότερα, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Βελτίωση Οδού Κουβαρά- Φυτείας- Αστακός και Φυτείες- Κατούνα- Μύτικας στην Περιφερειακή Ενότητα Αιτωλοακαρνανίας".

Ότι, με την από 9-10-2013 (αρ. κατ. 5/2013) αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, ζήτησε να αναγνωρισθεί δικαιούχος της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης, που θα καθοριζόταν προσωρινά από το ίδιο Δικαστήριο, κατόπιν αίτησης του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ωστόσο, με την υπ' αριθμ. 51/2014 απόφασή του, το Δικαστήριο απείχε από την αναγνώριση, διότι το εναγόμενο, προέβαλε δικαιώματα κυριότητας επί δύο τμημάτων του ακινήτου του, το πρώτο εμβαδού 4.013,47 τ.μ, από το οποίο απαλλοτριώνεται τμήμα εμβαδού 994,91 τ.μ.

και το δεύτερο εμβαδού 1.004,42 τ.μ., από το οποίο απαλλοτριώνεται τμήμα εμβαδού 282,80 τ.μ., καθώς ισχυρίσθηκε ότι τα τμήματα αυτά αποτελούν δημόσιες δασικές εκτάσεις. Ότι, δυνάμει της υπ' αριθμ. 4/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 20/2016 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για την ιδιοκτησία του και τα επικείμενά της.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου του και δικαιούχος της ορισθείσας γι' αυτό αποζημίωσης, που ανέρχεται στο ποσό των 46.060,02 ευρώ. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 67/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία δέχθηκε την αγωγή, αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο του επιδίκου ακινήτου και δικαιούχο της αναλογούσης σ' αυτό αποζημίωσης.

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ήδη αναιρεσείον, άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 26-11-2019 (αρ. έκθ. κατ. 103/27-1-2019) έφεση και τους από 27-1-2021 (αριθμ. έκθ. κατ. ΑΜ 2/2021) πρόσθετους λόγους έφεσης, επί των οποίων εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 11/2022 απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κ.λπ., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κ.λπ., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κ.λ.π., οι οποίες ήταν προορισμένες για τη κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κλπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 21.1/3.2.1830 "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και των ερμηνευτικών αυτού πρωτοκόλλων της 4/16.6.1830 και της 19.6./1.7.1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του ν.

της 21.6./10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός τα ανήκοντα στο Τουρκικό Δημόσιο κτήματα και αφετέρου τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο υπογραφής των άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ν. 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (ΑΠ 809/2021, ΑΠ 769/2020, ΑΠ 695/2018, ΑΠ 1443/2015).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ/τος της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου (29-11-1836).

Έτσι, με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών, που προϋπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.

Δάσος, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους, που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.

ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Ειδικότερα, κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω η σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρέτηση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3 παρ. 1) και ως "δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφάνειας του εδάφους, καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρέτηση μίαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 παρ. 2).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Β. Δ/τος 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834" όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο "ταπί", εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ της 31.1./18.2.1864 "περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδίων άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.

ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδίων", κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί λιβαδίων ή βοσκοτόπων υπό ιδιωτών, εφόσον αυτοί τους ενέμοντο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και της 11.9.1915 (ΑΠ 1816/2017, ΑΠ 52/2014).

Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο, διατάξεις των ν.8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ 1 πανδ. (50.14), ν.2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν.6 πανδ., ν.76 παρ.1 πανδ. (18.1), ν.7 παρ.3 πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, δυναμένου εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (ΑΠ 946/2017), ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (σχ.

διατάξεις των ν. 18, 24 παρ.1 πανδ. (43.3), παρ.9 Εισ, (2. 9), ν.2 κωδ (7.30), Βασ. (50.10) (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 69/2018, ΑΠ 1198/2014, ΑΠ 1196/2012). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου.

Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν.20 παρ.12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν.3 πανδ. (41.10), ν.7 παρ.6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και επί των δημοσίων κτημάτων, όπως είναι τα εθνικά δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επί τούτων, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 κωδ. (7.39), Βασ. 9.

παρ.1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες αναστέλλεται κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία επί τούτων (Ολ ΑΠ 75/1987, ΑΠ 78/2015), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ΑΠ 1443/2015, ΑΠ 1249/2013).

Ακόμη, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, του άρθρου 58 του α.ν. 86/1969), κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση, έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη (ΑΠ 1482/2008), ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.δ. 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" ( ΑΠ 647/2020, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 226/2015, ΑΠ 1249/2013), ούτε ασκεί έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε η μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 62 § 1 του ν.998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", με την οποία ορίζεται ότι "σε κάθε φύσεως αμφισβητήσεις ή διενέξεις ή δίκες μεταξύ του Δημοσίου και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο επικαλείται ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή όχι, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων κ.λ.π., το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη του δικαιώματός του" (ΑΠ 769/2020, ΑΠ 975/2008).

Συνεπώς με την απόδειξη συμπλήρωσης έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο επέρχεται ανατροπή του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων. Οι πράξεις νομής επί δημοσίου κτήματος μετά την ημερομηνία αυτή δεν έχουν καμμιά αξία για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, εφόσον δε η 30ετία δεν έχει συμπληρωθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή, δεν μπορεί να συμπληρωθεί στον μετέπειτα χρόνο (ΑΠ 1816/2017, ΑΠ 185/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 369 ΑΚ "συμβάσεις που έχουν αντικείμενο τη σύσταση, μετάθεση αλλοίωση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητα απαιτείται να γίνονται ενώπιον συμβολαιογράφου", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1033 του ιδίου Κώδικα "Για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή" και κατά τη διάταξη του άρθρου 1846 του ίδιου Κώδικα "Ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1198".

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 974,976, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει ότι υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Η ειδική διαδοχή στη νομή επέρχεται με άτυπη αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια η νομή που είχε εκείνος, ο οποίος μεταβιβάζει και παραδίδει το ακίνητο (ΑΠ 304/2020, ΑΠ 502/2013, ΑΠ 475/2010).

Παράλληλα, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 976-979 του ΑΚ, συνάγεται ότι νομή είναι η φυσική εξουσία επί του πράγματος, που ασκείται με διάνοια κυρίου, απαιτουμένης, έτσι, για τη θεμελίωση αυτής, της συνδρομής δύο στοιχείων, ήτοι της φυσικής εξουσίας επί του πράγματος και της βούλησης εξουσίασης τούτου με διάνοια κυρίου, το οποίο τελευταίο στοιχείο συντρέχει, όταν κάποιος κατέχει το πράγμα ως κύριος.

Άσκηση δε νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις πάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του, όπως είναι η καλλιέργεια αγροτεμαχίου, η εκμίσθωσή του, η χρησιμοποίησή του ως βοσκότοπου, η επίβλεψη, η επίσκεψη και η επιμέλεια του καθαρισμού του (ΑΠ 764/2022, ΑΠ 809/2021, ΑΠ 218/2019, ΑΠ 1443/2015, ΑΠ 1291/2011).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 809/2021, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 382/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 764/2022, ΑΠ 780/2020, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά κατά το άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην θέση "ΠΑΝΑΓΙΑ ΜΠΑΡΑΜΠΟΥΝΗ" της κτηματικής περιφέρειας Φυτειών του Δήμου Ξηρομέρου εμφαινόμενο λεπτομερώς στο από Ιουλίου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Κ.

Τ. υπό τα στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21-22-23-24-25-26-27-28-29-30-31-32-33-34-35-36-37-38-39-1 και συνορεύει γύρωθεν βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς συνολικού μήκους 328,5μ εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Ελληνικού Δημοσίου, νότια επί τεθλασμένης πλευράς συνολικού μήκους 283,04μ εν μέρει με ιδιοκτησία Κ.

Μ., εν μέρει με ιδιοκτησία Ελληνικού Δημοσίου και εν μέρει με ιδιοκτησία Δ., δυτικά επί τεθλασμένης πλευράς συνολικού μήκους 59,04 μ. με ιδιοκτησία Κ. και ανατολικά σε πλευρά συνολικού μήκους 49,48 μ με ιδιοκτησία Ι. Μ. Τμήμα του ως άνω ακινήτου συνολικής έκτασης 6.098,77 τ.μ μετά των επ' αυτού επικειμένων εμφαινομένου στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία 1 - 40 - 41 - 10 - 42 - 44 - 45 - 20 - 21 - 22 - 23 - 49 - 48 - 47 - 46 - 32 - 33-34-35-36-37-3-8-39-1 και συνορευόμενο βόρεια επί τεθλασμένης πλευράς μήκους 275,72 τ.μ με το υπόλοιπο της ιδιοκτησίας του, νότια επί τεθλασμένης πλευράς συνολικού μήκους 291,77 τ.μ εν μέρει με υπόλοιπο ιδιοκτησίας του, εν μέρει με ιδιοκτησία Ελληνικού Δημοσίου και εν μέρει με ιδιοκτησία Δ., δυτικά επί πλευράς συνολικού μήκους 28,45 μ με ιδιοκτησία Κ., ανατολικά επί πλευράς μήκους 19,24 μ με ιδιοκτησία Ι.

Μ. απαλλοτριώθηκε με την υπ' αρίθμ. ...-2012 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας και Ιονίων Νήσων που δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθμ. 141/30-4-2012 ΦΕΚ (τεύχος ΑΑΠ) για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Βελτίωση Οδού Κουβαρά -Φυτείες-Αστακός και Φυτείες -Κατούνα - Μύτικας στην Περιφερειακή Ενότητα Αιτωλοακαρνανίας", εμφαινόμενο στον οικείο κτηματολογικό πίνακα υπό στοιχεία 074 και 075.

Με την από 9-10- 2013 και με αριθμ. καταθ. 5/2013 κοινή αίτηση αναγνώρισης δικαιούχων ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) ζήτησε την αναγνώριση του ως δικαιούχου της δικαστικά καθορισθείσας αποζημίωσης επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και των επ' αυτού επικειμένων.

Κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης το καθού και ήδη εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον) πρόβαλε δικαίωμα ιδίας κυριότητας σε δύο τμήματα εμβαδού 4.130,6795 τ.μ και 1.004,4185 τ.μ αντίστοιχα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ισχυριζόμενο ότι τα τμήματα αυτά σύμφωνα με το υπ' αριθμ. ...-2014 έγγραφο του Δασαρχείου Αμφιλοχίας αποτελούν δασική έκταση και ως τέτοια ανήκουν στην κυριότητά του.

Έτσι το δικάσαν δικαστήριο με την υπ'αριθμ. 51/2014 απόφαση του απείχε από την έκδοση απόφασης αναγνώρισης του ενάγοντος ως δικαιούχου της καθορισθείσας αποζημίωσης κατ' άρθρο 26 παρ.11 του Ν. 2882/2001. Τον ανωτέρω ισχυρισμό περί δασικής μορφής των παραπάνω εδαφικών τμημάτων των 4.130,6795 τ.μ και 1.004,4185 τ.μ αντίστοιχα, που αποτελεί τεκμήριο κυριότητας υπέρ του ιδίου επαναλαμβάνει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και στην προκειμένη τακτική διαδικασία προσκομίζει δε προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού την από 24-4-2017 έκθεση φωτοερμηνείας και εισήγησης που συνέταξε ο δασολόγος Δ.

Θ. Σύμφωνα με την έκθεση αυτή η επίδικη έκταση διακρίνεται σε τρία τμήματα και συγκεκριμένα στο τμήμα I, εμβαδού 4.013,47 τ.μ, στο τμήμα II, εμβαδού 1.004,42 τ.μ και στο τμήμα III, εμβαδού 14.777,30 τ.μ. Και τα τρία τμήματα έχουν κλίση από 10% έως 18%, δεν είναι κηρυγμένα αναδασωτέα, δεν έχει εκδοθεί για αυτά πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και τελούν υπό καθεστώς κήρυξης τους ως αναδασωτέων χωρίς να έχει δημοσιευτεί ακόμα σχετικό ΦΕΚ.

Κατά το έτος 1945 τα τμήματα με στοιχεία I και II δεν οριοθετούνται από τις γύρω εκτάσεις. Η υφή τους παρουσιάζεται τραχεία χωρίς ίχνη ανθρωπογενούς παρουσίας, γεγονός που προσδίδει, κατά την έκθεση, δασικό χαρακτήρα. Το τμήμα III παρουσιάζεται με λεία- απαλή γραμμική με σαφή ίχνη ανθρωπογενούς παρουσίας (καλλιέργεια), γεγονός που προσδίδει, κατά την έκθεση, αγροτικό χαρακτήρα.

Την ίδια μορφή είχε το παραπάνω ακίνητο μέχρι το έτος 1985 και εισηγείται ο παραπάνω δασολόγος ότι τα τμήματα I και II είναι εκτάσεις με δασικό χαρακτήρα ενώ η έκταση III είναι έκταση αγροτική. Ωστόσο από την παραπάνω έκθεση δεν αποδεικνύεται ότι τα τμήματα I και II του επιδίκου αποτελούσαν ποτέ δασικές εκτάσεις και τούτο διότι σύμφωνα με την έκθεση αυτή τα τμήματα αυτά είχαν δασικό χαρακτήρα το έτος 1945 και εξακολουθούν να έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με την έκαστη III ως προς την κλίση, το έδαφος χωρίς οριοθέτηση μεταξύ τους ούτε από τις γειτονικές εκτάσεις, δεν έχουν κηρυχθεί αναδασωτέα τα ως άνω εδαφικά τμήματα ούτε έχει εκδοθεί γι' αυτά πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής.

Το μόνο στοιχείο που τα διαφοροποιεί από την έκταση III είναι ότι δεν παρουσιάζουν ίχνη ανθρωπογενούς παρουσίας ενώ εντός αυτών δεν φύονται δέντρα ούτε οποιαδήποτε άλλη βλάστηση που να μπορεί να προσδώσει σ' αυτά τον δασικό χαρακτήρα.

Περαιτέρω από τις καταθέσεις των μαρτύρων Δ. Κ. του Β. και Κ. Μ. του Δ., αλλά και αυτές των Κ. Κ. του Ε. και Β. Μ. του Α. που δόθηκαν στα πλαίσια της δίκης που ανοίχτηκε με την από 20-1-2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. ΤΜ 11/2017) αγωγή του ενάγοντος αποδείχτηκε ότι τα ως άνω τμήματα ως μέρη του όλου επίδικου ακινήτου είχαν αγροτικό χαρακτήρα καθώς ο ενάγων, αλλά και οι δικαιοπάροχοί του καλλιεργούσαν αυτά με διάφορα αγροτικά προϊόντα μέχρι πρόσφατα ενώ περαιτέρω το μίσθωναν σε τρίτους και κυρίως κτηνοτρόφους ως αγρολίβαδο, οι οποίοι επίσης το όργωναν και το έσπερναν κυρίως με βρώμη ενώ ειδικά τα επίδικα εδαφικά τμήματα ήταν τα πιο εύφορα ενώ ένας εκ των μισθωτών κατά τα τελευταία έτη ήταν και ο Δ.

Κ. του Β. Οι καταθέσεις αυτές κρίνονται πειστικές, καθώς οι ως άνω μάρτυρες ήταν κατά το χρόνο συζήτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο 64, 65, 83 και 71 ετών αντίστοιχα και τα όσα κατέθεσαν τα γνώριζαν εξ ιδίας αντιλήψεως ενώ οι καταθέσεις τους δεν αντικρούστηκαν από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Περαιτέρω δε πρέπει να σημειωθεί ότι ο μη δασικός;

χαρακτήρας των επίδικων τμημάτων I και II κατά το έτος 1945 ούτε και σε προγενέστερο χρόνο έως το έτος 1836 δεν προκύπτει ούτε από το υπ. αριθμ. πρωτ. ...-2014 έγγραφο του Δασαρχείου Αμφιλοχίας που προσκομίστηκε στο Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας κατά την συζήτηση της προαναφερόμενης αίτησης αναγνώρισης δικαιούχων, στο οποίο απλώς αναφέρεται ότι το δημόσιο προβάλλει δικαιώματα κυριότητας χαρακτηρίζοντας αυτά ως δασικά.

Περαιτέρω δε το υπ. αρίθμ. ...-2015 έγγραφο της ίδιας ως άνω υπηρεσίας, ήτοι του Δασαρχείου Αμφιλοχίας, υπογεγραμμένο από τον ίδιο ως άνω δασολόγο Δ. Θ. αναφέρει για το απαλλοτριούμενο ακίνητο με κωδικό 74 και 75, συνολικού εμβαδού 19.794,1854 τ.μ ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλλει δικαιώματα κυριότητας επί ως άνω τμήματα I και II εμβαδού 4.130,6195 τ.μ και 5.131,5200 τ.μ αντίστοιχα και ότι εκ παραδρομής αναφέρθηκε προγενέστερα ότι το Δημόσιο προβάλει δικαιώματα κυριότητας επί των ανωτέρω υπό στοιχεία I και II τμήματα του ακινήτου αυτού.

Επομένως ο παραπάνω ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι από τα παραπάνω στοιχεία και ειδικότερα την έκθεση φωτοερμηνείας και εισήγησης, που αποτελεί το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο που προσκομίζει το εναγόμενο προς απόδειξης του ισχυρισμού του αυτού, δεν προκύπτει, ότι κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του ΒΔ 17-11/1-12-1836 τα επίδικα εδαφικά τμήματα είχαν χαρακτήρα δημόσιας δασικής έκτασης.

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι το ως άνω ακίνητο περιήλθε στον ενάγοντα α) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου δυνάμει της υπ. αρίθμ. ...-2005 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου Αστακού Δ. Π., νόμιμα μεταγεγγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Εχίνου (τόμος 129 και με αριθμό 1), με την οποία αποδέχτηκε την κληρονομιά του θείου του Γ.

Μ. του Λ., ο οποίος κατέλιπε την από 20-3-2000 ιδιόγραφη διαθήκη του που δημοσιεύτηκε με το υπ. αρίθμ. 175/2001 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρίνιου και β) κατά το υπόλοιπο ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2005 συμβολαίου δωρεάς του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου, νόμιμα μεταγεγγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Εχίνου (τόμος 129 αρ.2), με το οποίο αποδέχτηκε δωρεά του αδερφού του Λ.

Μ. του Χ. Στον τελευταίο δε είχε περιέλθει το ως άνω ποσοστό δυνάμει του υπ' αριθμ. ...-2005 συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου, με το οποίο αποδέχτηκε αυτός το υπόλοιπο ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου του κληρονομηθέντος ακινήτου. Στον δικαιοπάροχό τους Γ. Μ. του Λ. είχε περιέλθει ως ακολούθως:

α) κατά ένα μέρος και σε έκταση 10 στρεμμάτων κατόπιν αγοράς από τους Θ. και Ε. Σ. δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1959 συμβολαίου του τότε Συμβολαιογράφου Ειρηνοδίκη Εχίνου Ε. Μ., νόμιμα μεταγεγγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Εχίνου (τόμος Β και με αριθμό 397). Στους δικαιοπαρόχους των Θ. και Ε. Σ.

είχε περιέλθει από άτυπη μεταβίβαση προς αυτούς από του πατρός τους Δ. Σ. ενώ στον τελευταίο είχε περιέλθει πριν το έτος 1870 από τον πατέρα του Θ. Σ., β) κατά την υπόλοιπη έκταση, 10 στρεμμάτων, η οποία ήταν όμορη με την ως άνω αγορασθείσα έκταση από τους Θ. και Ε. Σ. είχε περιέλθει από άτυπη μεταβίβαση προς αυτόν από τον πατέρα του Λ.

Μ. του Χ. περί το έτος 1945. Στον τελευταίο (Λ. Μ.) είχε περιέλθει από άτυπη μεταβίβαση προς αυτόν από τον πατέρα του Δ. Μ. του Λ. περί το έτος 1910. Στον τελευταίο (Δ. Μ.) είχε περιέλθει από άτυπη μεταβίβαση προς αυτόν από τον πατέρα του Δ. Μ. περί το έτος 1870. Στο τελευταίο (Δ. Μ.) είχε περιέλθει από άτυπη μεταβίβαση προς αυτόν από τον πατέρα του Π.

Μ. περί το έτος 1840. Επομένως ο ενάγων είναι κύριος του ανωτέρω περιγραφομένου ακινήτου. Περαιτέρω με την υπ' αριθμ. 4/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 20/2016 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου καθορίστηκε οριστικά αποζημίωση για το ως άνω ακίνητο και τα επικείμενα αυτού.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε όμοια, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε...". Το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους του εναγομένου- εκκαλούντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο των επιδίκων τμημάτων του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, εμβαδού 4.130,6795 τ.μ.

και 1.004,4185 τ.μ. με παράγωγο (κληρονομία και δωρεά) και πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και δικαιούχο της αποζημίωσης, η οποία καθορίσθηκε οριστικά με την υπ' αριθμ. 4/2016 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 20/2016 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ότι: 1) τα δύο επίδικα επιμέρους εδαφικά τμήματα, υπό στοιχεία Ι και ΙΙ, εμβαδού 4.130,6795 τ.μ.

και 1.004,4185 τ.μ., αντιστοίχως, εκ του απαλλοτριούμενου ακινήτου των 6.098,77 τ.μ. το οποίο αποτελεί τμήμα του όλου ακινήτου του ενάγοντος των 19.794,11 τ.μ., για τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε δικαιώματα ιδίας κυριότητας, λόγω της δασικής τους μορφής, ήταν ανέκαθεν αγροτικές εκτάσεις, αποτελούσαν αγρούς, τους οποίους καλλιεργούσαν ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του με διάφορα αγροτικά προϊόντα, τους μίσθωναν σε τρίτους και κυρίως κτηνοτρόφους ως αγρολίβαδα, οι οποίοι επίσης τους όργωναν και έσπερναν κυρίως με βρώμη, ειδικά δε τα επίδικα εδαφικά τμήματα ήταν τα πιο εύφορα, ενώ, αν και σύμφωνα με την από 24-4-2017 προσκομιζόμενη από το αναιρεσείον έκθεση φωτοερμηνείας που συνέταξε ο δασολόγος Δ.

Θ., κατά τα έτη 1945 και 1985 η υφή τους παρουσιάζεται τραχεία, χωρίς ίχνη ανθρωπογενούς παρουσίας, γεγονός που -κατά την έκθεση- προσδίδει σ' αυτά δασικό χαρακτήρα, εντούτοις τα επίδικα εδαφικά τμήματα έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με την υπόλοιπη έκταση των 14.777,30 τ.μ. του μείζονος ακινήτου, για την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβάλλει δικαίωμα κυριότητας, ως εκ του αγροτικού της χαρακτήρα, ως προς την κλίση, την μη οριοθέτηση μεταξύ τους, ούτε με τις γειτονικές εκτάσεις, ενώ δεν έχουν κηρυχθεί αναδασωτέα, ούτε έχει εκδοθεί πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, ούτε φύονται δένδρα ή άλλη βλάστηση που να μπορεί να προσδώσει σ' αυτά τον δασικό χαρακτήρα, 2) το υπ' αριθμ. ...-2015 έγγραφο του Δασαρχείου Αμφιλοχίας, αναφέρει ότι το Ελληνικό Δημόσιο εκ παραδρομής προέβαλε δικαιώματα κυριότητας επί των ως άνω εδαφικών τμημάτων Ι και ΙΙ του ακινήτου, 3) ότι ουδέποτε από την έναρξη ισχύος του ΒΔ 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών", σύμφωνα με το οποίο τα δάση, ως δημόσια κτήματα, ανήκουν κατά τεκμήριο κυριότητας στο Ελληνικό Δημόσιο, τα δύο επίδικα τμήματα είχαν τη μορφή δάσους ή δασικής έκτασης και ότι συνεπώς, κατά τις παραδοχές, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου, που προϋποθέτει δασικό χαρακτήρα του ακινήτου, εφόσον αποδείχθηκε, ότι αυτά είχαν ανέκαθεν αγροτικό χαρακτήρα και ουδέποτε το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα αυτών και 4) ότι τα δύο επίδικα τμήματα υπό στοιχεία Ι και

ΙΙ, όπως και το υπό στοιχείο ΙΙΙ τμήμα του όλου ακινήτου, περιήλθε στον αναιρεσίβλητο με παράγωγο τρόπο, ήτοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκ κληρονομίας και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, λόγω δωρεάς, δυνάμει νομίμως μεταγεγγραμένων συμβολαιογραφικών εγγράφων, ήτοι πράξης αποδοχής κληρονομίας και συμβολαίου δωρεάς, αντιστοίχως, στους δε αναφερόμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση δικαιοπάροχους του, απώτερους και απώτατους, είχε περιέλθει με παράγωγο τρόπο (κληρονομία, αγορά), αλλά και πρωτότυπο τρόπο, καθώς το νέμονταν συνεχώς και διαρκώς, τουλάχιστον, από το έτος 1840, έως τη μεταβίβασή του στον ενάγοντα, ασκώντας, άπαντες, τις προαναφερόμενες εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής, προσιδιάζουσες στην αγροτική μορφή του, τις ίδιες δε διακατοχικές πράξεις συνέχισε να ασκεί ο ενάγων μετά την μεταβίβασή του σ' αυτόν, χωρίς το δικαίωμά του να αμφισβητηθεί μέχρι την απαλλοτρίωσή του από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι τα επίδικα τμήματα του απαλλοτριουμένου ακινήτου του αναιρεσίβλητου ήταν ανέκαθεν αγροτικές εκτάσεις και ότι ουδέποτε επομένως το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε κατά μαχητό τεκμήριο την κυριότητα αυτών, εφόσον αυτά κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ΒΔ 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών" δεν ήταν δάσος ή δασική έκταση, αλλά αποτελούσαν καλλιεργήσιμους αγρούς, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1,2 και 3 του ΒΔ 17-11/1-12-1936 και 62 παρ. 1 του Ν. 998/1979, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι τα αποδειχθέντα περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων.

Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι κρίσιμος χρόνος διαπίστωσης της δασικής ή μη μορφής του ακινήτου είναι το έτος 1836, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ανεξαρτήτως του ότι απαραδέκτως προβάλλεται, διότι το αναιρεσείον υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ.

α ΚΠολΔ, επιδιώκει να πλήξει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων ως άνω διατάξεων, ήτοι ως προς το ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον ενάγοντα -αναιρεσίβλητο με παράγωγο, άλλως πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) κατά τις διατάξεις του ΑΚ και της μη απόδειξης ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως δάσος ή δασική έκταση, και συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Επισημαίνεται, ότι το Εφετείο, εφόσον δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι τα δύο επίδικα τμήματα του μείζονος ακινήτου ήταν ανέκαθεν αγροί και ότι ουδέποτε υπήρξαν δημόσια έκταση- δάσος, δεν είχε υποχρέωση να ανατρέξει στις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΖΠ δικαίου και ειδικότερα στην απόδειξη 30ετούς αδιαλείπτου καλόπιστης νομής, η οποία θα έπρεπε να έχει συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915 (ΑΠ 809/2021).

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της υπό κρίση αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς την κρίση της περί της αγροτικής μορφής των δύο επιμέρους τμημάτων, εμβαδού 4.013,47 τ.μ. και 1.004,42 τ.μ., εκ του όλου ακινήτου των 19.794,11 τ.μ.

και ως προς την κρίση της περί κτήσης κυριότητας εκ μέρους του αναιρεσίβλητου επί των επιδίκων με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ειδικότερες αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στον πρώτο αναιρετικό λόγο: α) ότι, ενώ, λόγω του τεκμηρίου κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, ο ιδιώτης βαρύνεται με την απόδειξη ότι το διεκδικούμενο ακίνητο δεν φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης, παρά ταύτα, ουδόλως παραθέτει στο σκεπτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση έκθεση φωτοερμηνείας, συνταγείσα έστω και από ιδιώτη Δασολόγο, που να αντικρούσει τα επιστημονικά συμπεράσματα της από 19-4-2017 έκθεσης φωτοερμηνείας του υπαλλήλου του Ελληνικού Δημοσίου και συνεπώς το εξαχθέν συμπέρασμά της περί αγροτικής μορφής του επιδίκου είναι παντελώς αυθαίρετο και αναιτιολόγητο, β) ότι, καίτοι, στην από 19-4-2017 έκθεση φωτοερμηνείας του Δασαρχείου Αμφιλοχίας αναφερόταν ότι κατά το έτος 1945 τα επίδικα τμήματα Ι και ΙΙ δεν οριοθετούνται από τις γύρω εκτάσεις, η αναιρεσιβαλλόμενη δέχεται ότι τα τμήματα αυτά έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με την έκταση ΙΙΙ ως προς την κλίση, το έδαφος, χωρίς οριοθέτηση μεταξύ τους, γ) ότι με αντιφατική αιτιολογία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι "Ωστόσο από την παραπάνω έκθεση δεν αποδεικνύεται ότι τα τμήματα Ι και ΙΙ του επιδίκου αποτελούσαν ποτέ δασικές εκτάσεις" και μία γραμμή παρακάτω κρίνει ότι " τα τμήματα αυτά είχαν δασικό χαρακτήρα το έτος 1945", δ) ότι η προσκομισθείσα από το Ελληνικό Δημόσιο από 24-4-2017 έκθεση φωτοερμηνείας καταδείκνυε ότι τα τμήματα Ι και ΙΙ είχαν διαχρονικά και συνεχόμενα από το έτος 1945 έως 1985 δασικό χαρακτήρα, ε) ότι η αναφορά στην προσβαλλόμενη ότι "εντός αυτών δεν φύονται δένδρα, ούτε οποιαδήποτε άλλη βλάστηση" με αποτέλεσμα , κατ' αυτήν, τα τμήματα Ι και ΙΙ να έχουν αγροτική μορφή είναι αναιτιολόγητα και νόμω αβάσιμα, καθώς, σύμφωνα με την ΑΕΔ 27/1999, δεν απαιτείται να βεβαιούται εκάστοτε ρητώς και ειδικώς κατά τον χαρακτηρισμό δάσους ή δασικής έκτασης η προϋπόθεση αυτή, καθώς και οι ειδικότερες αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον τρίτο αναιρετικό λόγο:

α) ότι ο αναιρεσίβλητος δεν κατέστη κύριος του επιδίκου δια παραγώγου, ούτε δια πρωτοτύπου τρόπου, δεδομένης της αδιαμφησβήτητης δασικής μορφής των Ι και ΙΙ τμημάτων, β) ότι οι όποιες πράξεις νομής έγιναν χωρίς άδεια της αρμόδιας δασικής αρχής, γ)ότι δεν διευκρινίζεται στην απόφαση αν τα όσα κατέθεσαν οι ενόρκως καταθέσαντες αφορούν την όλη έκταση κυριότητας του αναιρεσίβλητου, ή μόνο την απαλλοτριούμενη ή τα τμήματα Ι και ΙΙ, δ)ότι η κρίση της προσβαλλομένης περί άσκησης νομής εκ μέρους του αναιρεσίβλητου και των δικαιοπαρόχων του έρχεται σε αντίθεση με τα όσα η ίδια δέχεται πως τα τμήματα Ι και ΙΙ δεν παρουσιάζουν ίχνη ανθρωπογενούς παρουσίας και ε) ότι οι ενόρκως καταθέσαντες ουδέν κατέθεσαν περί εμφανών πράξεων νομής επί των τμημάτων Ι και ΙΙ, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, στηρίζονται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι τα επίδικα τμήματα είναι δασικές εκτάσεις, ενώ από προφανή παραδρομή κατά τη διατύπωση του αιτιολογικού έχει γραφεί σε σημείο της προσβαλλόμενης ότι αυτά αποτελούσαν δασικές εκτάσεις, σε κάθε δε περίπτωση πλήττουν απαραδέκτως την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία είναι σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, ενώ περαιτέρω οι αιτιάσεις, αυτές, οι οποίες δεν διατυπώνονται με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά με βάση εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που το αναιρεσείον θεωρεί ότι αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα και είναι αληθινά, παραθέτοντας τα δικά του επιχειρήματα ως προς την αλήθεια αυτών, δεν μπορούν να ιδρύσουν την αποδιδόμενη με τους άνω λόγους πλημμέλεια, αφού, δεν συνιστά ανεπάρκεια της αιτιολογίας η μη αναφορά του λόγου, για τον οποίο το δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκαν τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά και δεν αποδείχθηκαν εκείνα που θεωρεί ως αληθινά το αναιρεσείον.

Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν πρέπει να περιληφθεί στην απόφαση αυτή, διότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά το άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ. 4 Ν. 1868/1999 (ΑΠ 809/2021, ΑΠ 647/2020).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρο 176,183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, τα οποία όμως πρέπει να επιβληθούν μειωμένα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, που ενεργεί υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 561/2017), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-5-2022 (αριθμ. έκθ. κατ. 16/11-5-2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 11/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος (τακτική διαδικασία).

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ