Legislator Case Law & Legislation
647/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against lower court ruling on property ownership via usucapion against the state.

Case Number 647/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed two appeals filed by the Church Fund and the State against a First Instance Court decision regarding property ownership. The Court held that the lower court correctly applied the law allowing private individuals to claim ownership through usucapion against the state. Consequently, the appeals were rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the opposing party.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court ruled that the lower court's evaluation of evidence regarding usucapion against the state is not subject to appellate review and must be upheld if based on proven facts.

Keywords

AI generated
usucapion against state property ownership appellate review limitation evidence evaluation legal costs allocation good faith acquisition civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 28 paragraph 4 of Law 2579/1998
Article 22 paragraph 4 of Law 1868/1999
Article 22 paragraph 1 of Law 3963/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 647 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 647/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον" (ΠΕΤ), που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Δούκα, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, και 3) Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Καρτερολιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2ΚΠολΔ και το 2ο εκπροσωπήθηκε από τον Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ ο 3ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Β. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον" (ΠΕΤ), που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και 3) Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Καρτερολιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και το 2ο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Δούκα, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ ο 3ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2014 αίτηση της Μ. Τ. του Ε., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάστηκε με τις από 3-3-2015 και 4-5-2015 κύριες παρεμβάσεις του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον" (ΠΕΤ) και του Ελληνικού Δημοσίου, αντίστοιχα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3126/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 471/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το υπό στοιχ. Α αναιρεσείον με την από 6-11-2018 αίτησή του και το υπό στοιχ. Β αναιρεσείον με την από 2-11-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 6-11-2018 (αρ. κατ. 135/2018) αίτηση αναίρεσης, με αριθμό πινακίου 1, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον" και χάριν συντόμευσης ΠΕΤ, προσβάλλει την υπ' αριθμ. 471/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε, με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 741 επ. ΚΠολΔ), ερήμην του 3ου αναιρεσιβλήτου και τότε 3ου εφεσιβλήτου της από 6-2-2017 (αρ. κατ. 54/2017) έφεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ. Επίσης, με την συναφή από 2-11-2018 (αρ. κατ. 134/2018) αίτηση αναίρεσης, με αριθμό Πινακίου 2, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσβάλλει την ίδια ως άνω οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που επίσης εκδόθηκε ερήμην του 3ου αναιρεσιβλήτου της ως άνω αναίρεσης και τότε 3ου εφεσιβλήτου της από 8-2-2017 (αρ. κατ. 57/2017) έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.

Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τον ανωτέρω 3ο αναιρεσίβλητο, ο οποίος είχε δικαστεί ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ. 1 εδ.

β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014, ΑΠ 12/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με αριθμό πινακιου 1, ως δικογράφου (άρθρ. 577 παρ. 1, σε συνδ. με άρθρ. 53 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην του Α.

Γ. του Γ. και ήδη 3ου αναιρεσίβλήτου, ο οποίος, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. σελ. 2α αυτής), είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθεί στη δικάσιμο της 2-11-2017 ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (στην ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 764 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1-1-2016).

Εξάλλου, αναφορικά με την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τον ανωτέρω 3ο αναιρεσίβλητο, από την τελευταία σελίδα αυτής προκύπτει, ότι αυτή δημοσιεύτηκε στις 20-7-2018, ενώ από την υπ' αρ. .../10-10-2018 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α. Σ., προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κοινοποιήθηκε με θυροκόλληση νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της 1ης αναιρεσίβλητης - επισπεύδουσας τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στον ως άνω 3ο αναιρεσίβλητο, κατ' άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ (βλ.

τη συνημμένη στην έκθεση επίδοσης απόδειξη παράδοσης εγγράφου στο Αστυνομικό Τμήμα Κορυδαλλού και τη βεβαίωση των ΕΛΤΑ με ημερομηνία, αντίστοιχα, 10-10-2018 και 11-10-2018). Επομένως, από την επομένη ημέρα, δηλαδή από 12-10-2018, άρχισε να τρέχει η 15ήμερη προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας από τον ανωτέρω ερημοδικασθέντα διάδικο (άρθρο 764 αρ. 3 ΚΠολΔ), η οποία συμπληρώθηκε στις 27-10-2018, οπότε η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη ως προς τον ανωτέρω 3ο εφεσίβλητο - 3ο αναιρεσίβλητο.

Περαιτέρω και αναφορικά με την εμπρόθεσμη, κατ' άρθρ. 564 αρ. 1 ΚΠολΔ, άσκηση της από 6-11-2018 (αρ. κατ. 135/2018) αίτησης αναίρεσης του ΝΠΔΔ - ΠΕΤ, με αρ.πινακίου 1, που επίσης είναι στοιχείο του παραδεκτού της αναίρεσης ως δικογράφου (άρθρ. 577 αρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι από την επομένη ημέρα της τελεσιδικίας, δηλαδή από 28-10-2018, άρχισε να τρέχει η τριακονταήμερη προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης (άρθρο 769 σε συνδ.

με άρθρ. 564 αρ. 1 και αυτές σε συνδ. με άρθρ. 741 ΚΠολΔ). Εξάλλου, όπως προκύπτει από την έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου, που είναι συνημμένη στην τελευταία σελίδα της ως άνω αίτησης αναίρεσης (πιν. 1), αυτή ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 7-11-2018 και συνεπώς είναι και εμπρόθεσμη. Επίσης και η συναφής από 2-11-2018 (αρ.

κατ. 134/2018) αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της ίδιας ως άνω τελεσίδικης προσβαλλόμενης απόφασης, με αριθμό πινακίου 2, ασκήθηκε με την κατάθεσή της στις 7-11-2018 (βλ. την έκθεση κατάθεσης αυτής παρά πόδας του αναιρετηρίου), δηλαδή πριν την πάροδο της 30ήμερης προθεσμίας, μετά την προαναφερόμενη τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης, στις 27-10-2018 και συνεπώς και η αναίρεση αυτή (πιν. 2) είναι εμπρόθεσμη.

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1545/2017, ΑΠ 242/2015). Περαιτέρω, αναφορικά με την ερημοδικία του 3ου αναιρεσιβλήτου της αίτησης αναίρεσης, με αριθμό πινακίου 1, προκύπτει ότι η κρινόμενη ως άνω αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30' με αριθμό πινακίου 1, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ) και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησης αυτής προ εξήντα (60) ημερών.

Εξάλλου, από την υπ' αρ. .../29-1-2019 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α. Σ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η 1η αναιρεσίβλητη, που επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της Βασιλικής Καρτερολιώτη, πληρεξουσίας δικηγόρου της 1ης αναιρεσίβλητης, η οποία όπως προεκτέθηκε, επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 128 παρ. 1 ΚΠολΔ) στον 3ο αναιρεσίβλητο.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκε ο 3ος αναιρεσίβλητος, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως το αναιρεσείον ΝΠΔΔ - ΠΕΤ, η 1η αναιρεσίβλητη, που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και το 2ο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.

Επομένως, αφού ο 3ος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ. γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία αυτού. Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με αριθμό πινακίου 1, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, αναφορικά με την ερημοδικία του 3ου αναιρεσιβλήτου της συναφούς αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, με αριθμό πινακίου 2, προκύπτει ότι η ως άνω αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη σημερινή δικάσιμο, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30' με αριθμό πινακίου 2, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρο 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ) και ορίσθηκε προθεσμία κοινοποίησης αυτής προ εξήντα (60) ημερών.

Εξάλλου, από την υπ' αρ. .../29-1-2019 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α. Σ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα επίσης η 1η αναιρεσίβλητη (πιν. 2) προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της ανωτέρω Βασιλικής Καρτερολιώτη, πληρεξουσίας δικηγόρου της 1ης αναιρεσίβλητης, που επίσης επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, με αρ.

πινακίου 2, αυτή κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 128 παρ. 1 ΚΠολΔ) στον 3ο αναιρεσίβλητο. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίστηκε ο 3ος αναιρεσίβλητος, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, η 1η αναιρεσίβλητη και το 2ο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ - ΠΕΤ.

Επομένως, αφού ο 3ος αναιρεσίβλητος (πιν. 2) δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 περ. γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία αυτού. Κατόπιν τούτου, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου (πιν. 2) πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να συνεκδικαστεί με την από 6-11-2018 αίτηση αναίρεσης του ΝΠΔΔ - ΠΕΤ λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης, κατ' άρθρ. 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου τούτου, αλλά και κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματος της 1ης αναιρεσίβλητης αμφοτέρων των αιτήσεων αναίρεσης, που απευθύνονται κατά της ίδιας προσβαλλόμενης απόφασης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 εδ. α`, παρ. 3 περ. α' του Ν. 2664/1998 "Εθνικό Κτηματολόγιο", όπως αντικαταστάθηκε από τα άρθρα 2 παρ. 2, 6 παρ. 1 και 2, όπως η παρ. 2 του Ν. 3481/2006, ισχύει μετά την τροποποίησή της από το άρθρο 5 του Ν. 3552/2007, συνάγεται, ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο κτηματολόγιο δικαίωμα στο ακίνητο, ασκεί αίτηση ενώπιον του κτηματολογικού δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου οριστεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής.

Αντικείμενο της δίκης αυτής είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σύμφωνα με αυτή τη διαπίστωση, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "αγνώστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του υπάρχοντος δικαιώματος.

Έτσι, αντικείμενο της δίκης, που ανοίγεται, δεν είναι η αυθεντική διάγνωση δικαιώματος, που αμφισβητείται, ανεξαρτήτως του ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Γι` αυτό άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν. 2664/1998, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 3481/2006, αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης εγγραφής και όχι και στην αναγνώριση του δικαιώματος, που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, ενώ επίσης, στην τροποποιηθείσα αυτή διάταξη ορίζεται, ότι "εάν η αίτηση απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου..." (ΑΠ 1498/2014, ΑΠ 148/2014, ΑΠ 309/2012).

Εξάλλου, στο άρθρο 4 του Ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ τ. Α' 67/19-3-2003) ορίζεται ότι "...Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής, που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β, προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων, που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ" (παρ. 1)..., "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.

Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται, μόνον, εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα, που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή (παρ. 2)". Από τις ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι θεσπίζεται εξαίρεση του κανόνος, που καθιερώνουν οι διατάξεις του άρθρου 21 του ΝΔ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.ΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του ΑΝ "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", με βάση τον οποίο επί δημοσίων κτημάτων νομέας είναι το Δημόσιο και είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, εκτός εάν η τριακονταετής νομή της εκτάκτου χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου. 'Ετσι, κατ` εφαρμογή των διατάξεων αυτών, του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητος και επί δημοσίου κτήματος με χρησικτησία, το οποίο βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ., εφόσον ο νομέας του νέμεται αδιαταράκτως το ακίνητο αυτό μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003 α) επί δέκα έτη με νόμιμο τίτλο επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 28-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως ή β) επί τριάντα έτη, εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή εφόσον δε συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσεως της νομής οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.

Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περ.

α' και β' του ίδιου νόμου (ΑΠ 225/2017, ΑΠ 159/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1042 ΑΚ, ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου, που ανήκει στο Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003, πρέπει ο νομέας, μεταξύ άλλων, να έχει την πεποίθηση, χωρίς να τον βαρύνει βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου και η πεποίθησή του αυτή πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο κτήσης της νομής του ακινήτου.

Ο νομέας θεωρείται κακής πίστης, μόνο αν γνωρίζει, ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. Αν μεσολάβησε διαδοχή στη νομή, ο χρόνος νομής, που διανύθηκε, με τις ίδιες προϋποθέσεις, στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου, συνυπολογίζεται στον χρόνο νομής του διαδόχου. Με την άνω ρύθμιση εισάγεται μια σημαντική τομή στις διατάξεις για την προστασία των δημοσίων κτημάτων, καθώς, υπό τους εκεί ειδικά προβλεπόμενους όρους, θεσπίζεται ένα είδος χρησικτησίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου σε αστικά ακίνητα.

Οι παραπάνω διατάξεις τέθηκαν κατά τροποποίηση των νόμων 2308/ 1995 και 2664/1998, προκειμένου να αρθούν οι αμφισβητήσεις, που είχαν προκύψει κατά τη σύνταξη του κτηματολογίου, των διαφορών κυριότητας μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των ιδιωτών σε ακίνητα, που κατείχαν από πολλών ετών και αμφισβητούσε την κυριότητά τους το Ελληνικό Δημόσιο και με αυτές αναγνωρίζεται πλέον σε ιδιώτες το δικαίωμα να επικαλεστούν τρόπο κτήσης κυριότητας την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία σε βάρος του δημοσίου, υπό τους ειδικούς όρους του εν λόγω άρθρου, με διαφοροποίηση, όμως, από το άρθρο 1045 ΑΚ, ότι πρέπει να συντρέχει κατά την κτήση της νομής το στοιχείο της καλής πίστης (ΑΠ 225/2017, ΑΠ 487/2014).

Εξάλλου, κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κ.λπ., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κ.λπ., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κ.λπ., οι οποίες ήταν προορισμένες για τη κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κ.λπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες, που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7- 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός μεν τα ανήκοντα στο Τουρκικό Δημόσιο κτήματα, αφετέρου δε τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τη διάρκεια του πολέμου, κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους, έως την έναρξη ισχύος του Ν. 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (ΑΠ 1203/2012).

Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝ.ΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του Α.Κ. χρόνο, διατάξεις των ν. 8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, δυναμένου εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (σχ.

διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1 Πανδ. (43.3), παρ. 9 Εισ. (2.9), ν. 2 κωδ. (7.30), Βασ. (50.10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου.

Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.3), ν. 25 Πανδ. (24.1), ν. 27 Πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48 Πανδ. (41.3), ν. 5 Πανδ. (41.7), ν. 3 Πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 Πανδ. (41.4), ν. 109 Πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και επί των δημοσίων κτημάτων, όπως είναι τα εθνικά δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επί τούτων, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.

ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της...", με τις οποίες αναστέλλεται κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία επί τούτων (Ολ.ΑΠ. 75/1987, ΑΠ 78/2015), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ΑΠ 1249/2013).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει, ότι υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Παράλληλα από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 976-979 του Α.Κ. συνάγεται ότι νομή είναι η φυσική εξουσία επί του πράγματος, που ασκείται με διάνοια κυρίου, απαιτουμένης, έτσι, για τη θεμελίωση αυτής, της συνδρομής δύο στοιχείων, ήτοι της φυσικής εξουσίας επί του πράγματος και της βούλησης εξουσίασης τούτου με διάνοια κυρίου, το οποίο τελευταίο στοιχείο συντρέχει, όταν κάποιος κατέχει το πράγμα ως κύριος.

Άσκηση δε νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις πάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του, όπως είναι η καλλιέργεια αγροτεμαχίου, η εκμίσθωσή του, η χρησιμοποίησή του ως βοσκότοπου, η επίβλεψη, η επίσκεψη και η επιμέλεια του καθαρισμού του (ΑΠ 561/2017, ΑΠ 289/2016, ΑΠ 1443/2015, ΑΠ 1291/2011).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων. 'Ετσι, απαιτείται ειδική μνεία της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, γιατί αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ενώ οι κατ` άρθρο 390 ΚΠολΔ γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις, δεν είναι ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά έγγραφα με ιδιάζουσα ρύθμιση και γι` αυτό η μνεία της απόφασης περί λήψης υπόψη των προσκομισθέντων εγγράφων περιλαμβάνει και τις γνωμοδοτήσεις αυτές (Ολ.ΑΠ 8, 12/2005).

Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρ. 744 ΚΠολΔ) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι, που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 759 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων, που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 528/2017, ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).

Επομένως, κατά την πιο πάνω διαδικασία δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11, όπως επίσης και ο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 1844/2009, ΑΠ 2228/2007).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 382/2013).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 301/2018, ΑΠ 146/2018, ΑΠ 198/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Η 1η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά την από 5-11-2014 (αρ. κατ. 7008/2014) αίτηση, με την οποία επικαλούμενη έννομο συμφέρον ως εκ διαθήκης κληρονόμος του αποβιώσαντος στις 18-5-2012 πατέρα της, Ε.

Τ., ισχυρίστηκε ότι το οικόπεδο, που αναλυτικά περιέγραφε στην αίτησή της κατά θέση και όρια, επιφάνειας, κατά την επιμέτρηση του Εθνικού Κτηματολογίου, 195 Μ2, το οποίο βρίσκεται στο Δήμο Νικαίας, είχε καταχωρηθεί εσφαλμένα ως αγνώστου ιδιοκτήτη, μέχρι την περαίωση της διαδικασίας κτηματογράφησης της εν λόγω περιοχής, διότι ο ανωτέρω άμεσος δικαιοπάροχός της δεν είχε προβεί στην καταχώρηση του δικαιώματος κυριότητάς του, με επαχθή αιτία, με βάση το με αρ. .../1961 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, με την προσμέτρηση στη δική του χρησικτησία της χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του, που ανάγεται στο έτος 1898, κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στην αίτηση.

Με το ιστορικό αυτό η αιτούσα και ήδη 1η αναιρεσίβλητη ζητούσε να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητας του πατέρα της και να διορθωθεί η ανακριβής αρχική εγγραφή, ώστε το ακίνητο να φαίνεται, ότι ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα του αμέσου δικαιοπαρόχου πατέρα της.

Ενώπιον του ανωτέρω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον" και χάριν συντομίας ΠΕΤ (πιν. 1), άσκησε την από 3-3-2015 (αρ. κατ. 1584/2015) κυρία παρέμβαση, στην οποία ισχυρίστηκε ότι το επίδικο ακίνητο, με αριθμό ΚΑΕΚ ... εμπίπτει εντός του με αριθμό ΑΒΚ ... Δημοσίου Κτήματος, το οποίο ανήκει στην κυριότητά του ως περιουσία της διαλυθείσας Μονής του ...

και επικουρικά, λόγω καλόπιστης χρησιδεσποτείας επ' αυτού με διάνοια κυρίου από το έτος 1837 και ότι, ωστόσο, εσφαλμένα φέρεται ως αγνώστου ιδιοκτήτη στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Νικαίας. Με το ιστορικό αυτό το κυρίως παρεμβαίνον ΠΕΤ, μεταξύ άλλων αιτημάτων, που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα δίκη, ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί του επιδίκου ακινήτου και να διορθωθεί η ανακριβής αρχική εγγραφή, ώστε να φαίνεται η κυριότητά του επ' αυτού.

Επίσης, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο (πιν. 2) άσκησε την από 4-5-2015 (αρ. κατ. 2857/2015) κυρία παρέμβαση, στην οποία ισχυρίστηκε, ότι το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο με βάση την από του έτους 1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και των από του έτους 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, ως δημόσια έκταση κατά το Οθωμανικό Δίκαιο, δικαιώματι πολέμου, σαν διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, άλλως ως ανήκον σε οθωμανούς υπηκόους και είχε εγκαταλειφθεί από αυτούς υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, άλλως με τα προσόντα της τακτικής, άλλως της έκτακτης χρησικτησίας, άλλως με βάση τον από 10-7-1837 Νόμο περί διακρίσεως κτημάτων, άλλως, με βάση τον ΑΝ 1539/1938 σε συνδ. 972 ΑΚ ως αδέσποτη έκταση, πλην ότι, ωστόσο, εσφαλμένα φέρεται ως αγνώστου ιδιοκτήτη στα Κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Νικαίας.

Με το ιστορικό αυτό το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, μεταξύ άλλων αιτημάτων, που επίσης δεν ενδιαφέρουν την παρούσα δίκη, ζητούσε να αναγνωριστεί η κυριότητά του επί του επιδίκου ακινήτου και να διορθωθεί η ανακριβής εγγραφή, ώστε να φαίνεται κύριο του ακινήτου το Ελληνικό Δημόσιο. Η κύρια ως άνω αίτηση της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης και οι δύο κύριες παρεμβάσεις των ήδη αναιρεσειόντων (πιν. 1 και πιν. 2) συνεκδικάστηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3126/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που έκρινε αυτές νόμιμες (εκτός από το αίτημα περί αναγνώρισης κυριότητας, το οποίο ορθά απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμο, διότι, όπως έχει εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, η αναγνώριση κυριότητας προϋποθέτει αμφισβήτηση δικαιώματος από τρίτο και δεν νοείται στο πλαίσιο της ειδικής διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας, εφόσον η εγγραφή αγνώστου ιδιοκτήτη δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά την έλλειψη της διαπίστωσης του υπάρχοντος δικαιώματος.

Επί της ουσίας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αναφορικά με την κυρία παρέμβαση του ΝΠΔΔ - ΠΕΤ δέχθηκε, ότι το επίδικο ακίνητο δεν αποδείχθηκε ότι ανήκει στο ΠΕΤ, ως ακίνητη περιουσία της Μονής του ..., ούτε ότι το ανωτέρω αναιρεσείον ΝΠΔΔ - ΠΕΤ, μετά τη διάλυση της Μονής, χρησιδέσποσε επί του ακινήτου από το 1700 και εντεύθεν.

Επίσης, αναφορικά με την κυρία παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι ούτε το Ελληνικό Δημόσιο κατέστη κύριο του επιδίκου ακινήτου, κρίνοντας ότι και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό, ότι η κυριότητα είχε περιέλθει στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, άλλως με τις διατάξεις του νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, άλλως ως αδέσποτη έκταση, εντούτοις η ανωτέρω κτηθείσα κυριότητα του Δημοσίου καταλύθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 περ.

β' του Ν. 3127/2003, η οποία ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση κυριότητας σε ακίνητα του Δημοσίου, με νόμιμο τίτλο από καλόπιστο νομέα, που νέμεται επί δέκα συνεχή έτη από επαχθή αιτία το ακίνητο, που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλης, κάτω των 2.000 ατόμων, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως ο νομέας απέκτησε με καλή πίστη τη νομή του ακινήτου του Δημοσίου και νέμεται αδιατάρακτα τούτο επί τριάντα έτη, που ανάγονται μέχρι την 19-3-2003 (ημερομηνία ισχύος του Ν. 3127/2003).

Κατόπιν αυτών το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν τις κύριες παρεμβάσεις των ήδη αναιρεσειόντων, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αίτηση της 1ης αναιρεσίβλητης κρίνοντας, ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος πατέρας αυτής, παρέλειψε να προβεί στη δήλωση του δικαιώματος κυριότητάς του στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Νικαίας και στη συνέχεια διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, ώστε το επίδικο ακίνητο να φαίνεται ότι ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα του αμέσου δικαιοπαρόχου - πατέρα της αιτούσας και ήδη 1ης αναιρεσίβλητης.

Σε βάρος της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ - ΠΕΤ άσκησε την από 6-2-2017 (αρ. κατ. 54/2017) έφεση και το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο την από 8-2-2017 (αρ. κατ. 57/2017) έφεση, οι οποίες συνεκδικάστηκαν από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 471/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία δέχθηκε, ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος πατέρας της 1ης αναιρεσίβλητης είχε αγοράσει, το έτος 1961 με αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, το επίδικο ακίνητο, επιφάνειας 195 Μ2, που είναι ενταγμένο στο Δήμο Νικαίας και ότι νεμήθηκε τούτο με καλή πίστη μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003 (19-3-2003), δηλαδή για χρονικό διάστημα πλέον των δέκα ετών μέχρι το θάνατό του ασκώντας τις διακατοχικές πράξεις, που αρμόζουν στη φύση του ακινήτου και υποδηλώνουν την καλή πίστη αυτού, όπως ενδεικτικά καθαρισμό, φύλαξη, τοποθέτηση πόρτας για τη φύλαξη αυτοκινήτων των πελατών του, όντας μηχανικός αυτοκινήτων, πληρωμή βεβαιωμένων χρεών των ετών 1989 έως 1991 προς το Ελληνικό Δημόσιο, με αναγκαστική σε βάρος του κατάσχεση, πληρωμή φόρων ακαλύπτων χώρων στον Δήμο Νικαίας για τα έτη 1959 έως 1970, κατάθεση τίτλων ιδιοκτησίας στην Πολεοδομία Νικαίας το έτος 1989 και αίτηση έκδοσης άδειας οικοδόμησης, όπως οι διακατοχικές ως άνω πράξεις αναλύονται ειδικά από την προσβαλλομένη απόφαση και θα εκτεθούν παρακάτω, καθώς επίσης ότι ο ανωτέρω δικαιοπάροχος της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης κατέστη κύριος και με τριακονταετή χρησικτησία με την προσμέτρηση στο χρόνο χρησικτησίας αυτού του χρόνου χρησικτησίας των απώτερων δικαιοπαρόχων του από το έτος 1899 με νόμιμους τίτλους από επαχθή αιτία, με καλή πίστη και με την άσκηση διακατοχικών πράξεων που αρμόζουν στη φύση του ακινήτου, χωρίς ουδέποτε η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου να αμφισβητηθεί από το ΠΕΤ, αλλά ούτε και από το Ελληνικό Δημόσιο.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 για τη διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Νικαίας, ώστε το επίδικο να φαίνεται ότι ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα του δικαιοπαρόχου πατέρα της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης και τότε εφεσίβλητης-αιτούσας.

Κατόπιν τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε κατ' ουσίαν τις συνεκδικαζόμενες εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων (ΠΕΤ και Δημοσίου) και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα, κατ' ακριβή αντιγραφή της απόφασής του: "...Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα Β.

Μ. που εξετάστηκε με επιμέλεια της αιτούσας στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται και χρησιμοποιούνται είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς, η ρητή αναφορά ορισμένων εξ αυτών να τους προσδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα υπόλοιπα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία για το καθένα, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς, (ΑΠ 561/2008, 655/2005, ΝΟΜΟΣ), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, (336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει της υπ' αριθ. .../2013 πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Κ., νομίμως, (άρθρ. 7 α.ν. 2664/1998), καταχωρημένης στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, (βλ. υπ' αριθ. .../4.12.2014 πιστοποιητικό καταχώρισης εγγραπτέας πράξης του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου Νικαίας), με την οποία η αιτούσα Μ.

Τ. αποδέχτηκε την κληρονομία του αποβιώσαντος στις 18.5.2012 πατέρα της, Ε. Τ. του Α., η οποία περιήλθε σε αυτήν με την από 4.4.2012 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με το υπ' αριθ. 41/2013 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, περιήλθε στην ως άνω αιτούσα και δη κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, ένα οικόπεδο,, ευρισκόμενο στη θέση ...

της κτηματικής περιφέρειας τέως Δήμου Νικαίας και ήδη δημοτικής ενότητας Νικαίας, του Δήμου Νίκαιας - Αγίου Ιωάννου Ρέντη Αττικής, επιφανείας κατά μεν το προσαρτώμενο στην ανωτέρω πράξη, από Μαΐου 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β. Μ., όπου εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία 1 - 2- 3 - 4 - 5 - 1, 2014, 32 τ.μ., κατά δε την επιμέτρηση του Εθνικού Κτηματολογίου, 195 τ.μ.

και το οποίο συνορεύει, σύμφωνα με τον ανωτέρω τίτλο κτήσης, βορειοδυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου με ΚΑΕΚ ... βορειοανατολικά με ανώνυμο πεζόδρομο, νοτιοανατολικά με οδό ... και νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου με ΚΑΕΚ .... Περιήλθε δε στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του ως άνω δικαιοπαρόχου της αιτούσας, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1961 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Νικαίας, Δ.

Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο… και με αριθμό …. των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νικαίας, καθώς και στον τόμο … και αριθμό …. του ίδιου Υποθηκοφυλακείου, από τον Σ. Φ. του Α.. Ο τελευταίος, είχε καταστεί αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ακινήτου με αγορά από τον Οικοδομικό Συνεταιρισμό Πολεμιστών με την επωνυμία "Το Προάστειον των Εφέδρων", δυνάμει του υπ' αριθ. .../1954 συμβολαίου πώλησης του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο …και αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Δ.

Πειραιώς. Στο δικαιοπάροχό του δε, ως άνω συνεταιρισμό, είχε περιέλθει ως εδαφικό τμήμα μείζονος γεωτεμαχίου, κατόπιν αγοράς δυνάμει του υπ' αριθ. .../1952 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Αθηνών Η. Τ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο …και αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Δ. Πειραιώς, από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμος ...", αυτή δε είχε καταστεί αποκλειστική και πλήρης κυρία της ως άνω εδαφικής έκτασης λόγω εισφοράς της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Θ.

Π. Γ. Β. και Σία", δυνάμει δε της υπ' αριθ. .../1925 συμβολαιογραφικής πράξης - καταστατικό του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Ο., νομίμως μεταγεγραμμενης στον τόμο ... και με αριθμό …των βιβλίων μεταγραφών του Δ. Πειραιώς, αυτή είχε καταστεί πλήρης κάι αποκλειστική κυρία της ως άνω ευρύτερης έκτασης δυνάμει του υπ' αριθ. .../1922 ιδρυτικού της συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Κ.

Π., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο ... με αριθμό των βιβλίων μεταγραφών του Δ. Πειραιώς. Στους παρέχοντες δε εταίρους της ως άνω εταιρίας, η ευρύτερη ως άνω έκταση είχε περιέλθει, κατά ένα μέρος εξ αγοράς από το Δ. Σ., δυνάμει των υπ' αριθ. .../1899 και .../1899 συμβολαίων πώλησης του συμβολαιογράφου Πειραιώς, Σ.

Κ. σε συνδυασμό με το υπ' αριθ. .../1905 συμβόλαιο πώλησης του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένων στο Υποθηκοφυλακείο Πειραιώς, κατ' άλλο δε μέρος εξ αγοράς, από τον Ε. Σ., απώτερο δικαιοπάροχο του Δ. Σ., δυνάμει του υπ' αριθ. .../1907 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Πειραιώς Π. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Πειραιώς.

Σημειωτέον δε ότι η ανωτέρω διαδοχή τίτλων καλύπτει εδαφική έκταση 34.120 τ.μ., ενώ η ως άνω ανώνυμος εταιρία "..." διαχειριζόταν ως ιδιοκτήτρια μεγαλύτερη έκταση, επιφανείας 94.700 τ.μ., (βλ. από 30.12.1971 έκθεση ελέγχου της Διεύθυνσης Δημοσίων Κτημάτων). Το δικαίωμα κυριότητας τόσο της αιτούσας και του άμεσου ως άνω δικαιοπαρόχου της αλλά και των απώτερων ως άνω λοιπών δικαιοπαρόχων τους δεν αμφισβητήθηκε από τα εκκαλούντα της υπό στοιχ.

Α και της υπό στοιχ. Β έφεσης, καθόσον μέχρι το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης δεν άσκησαν αγωγή ή πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, (το εκκαλούν της υπό στοιχ. Β έφεσης), ή μήνυση για κατάληψη δημοσίου κτήματος. Εξάλλου, το υπ' ΑΒΚ ... Δημόσιο Κτήμα, επιφανείας περίπου 1.000 στρεμμάτων, βρίσκεται καταγεγραμμένο στη θέση ..., (βλ.

από 25.7.2003 τεχνική έκθεση και από 8.10.2003 συμπληρωματική τέτοια, συνταχθείσες από ομάδα μηχανικών κατόπιν διαταγής του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, σε συνδυασμό με το έγγραφο του οικονομικού Επιθεωρητή Γ. Ζ.). Σχετικά δε σημειώνεται αναφορικά με αυτό ότι "σίγουρα πρόκειται για βουνώδη έκταση..., κείμενο στην ειδικότερη θέση ...", ότι "δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί κατ' έκταση" και ότι "ενδεχομένως ν' αποτελούσε εκκλησιαστική περιουσία Διαλελ.

Μονής ...". Με βάση τ' ανωτέρω, δεν μπορεί ν' αποδειχθεί βάσιμα ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην ακίνητη περιουσία της Μονής ... και κατόπιν της διάλυσης αυτής στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του εκκαλούντος της υπό στοιχ. Α έφεσης, νπδδ με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον", (β.δ. 19-8/25.9.1833), καθώς και ότι, τόσο η Ι.

Μονή, όσο και το εκκαλούν χρησιδέσποζαν αυτήν από το έτος 1700 και εντεύθεν, όπως ισχυρίζεται το εκκαλούν. Επομένως, αλυσιτελώς προβάλλεται από το τελευταίο ότι η κυριότητά του αποδεικνύεται από το από 11.3.1982 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, ενώ ως προς τα υπ' αριθ. 2/1981, 3/1981,'5/814/1960, 30/1982, 31/1981 και 40/1979 πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής τα οποία αναφέρονται στην υπό στοιχ.

Α έφεση του νπδδ με την επωνυμία "Παλαιόν Εκκλησιαστικόν Ταμείον", πρέπει να σημειωθεί ότι αυτά δεν προσκομίστηκαν πρωτοδίκως και απαραδέκτως επικαλείται αυτά στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη το ως άνω εκκαλούν. Τέλος, ως προς τις υπ' αριθ. 687/2007 και 1249/1970 και 4462/1976 αποφάσεις του Εφετείου Πειραιώς η πρώτη και του Εφετείου Αθηνών οι δεύτερη και τρίτη, αυτές αφορούν ακίνητα που προέκυψαν από έκταση κατατμηθείσα και πωληθείσα από τον καταπατητή Μ., ο οποίος δεν αναφέρεται μεταξύ των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων της αιτούσας, όπως και οι αναφερόμενοι στις δεύτερη και τρίτη αποφάσεις νομείς ή καταπατητές.

Περαιτέρω, κανένα στοιχείο δεν εισφέρθηκε στη δίκη αυτή σχετικά με την κακή πίστη της αιτούσας και των δικαιοπαρόχων αυτής. Ειδικότερα δε, σχετικά με τον άμεσο δικαιοπάροχό της, δηλαδή τον πατέρα της Ε. Τ. που είχε καταστεί κύριος από το έτος 1961 οπότε το αγόρασε όπως προαναφέρθηκε, το νεμόταν με καλή πίστη ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, το είχε περιφράξει, το καθάριζε, είχε τοποθετήσει πόρτα σε αυτό και τοποθετούσε μέσα τα αυτοκίνητα των πελατών του, ως μηχανικός αυτοκινήτων που ήταν, το επέβλεπε και το συντηρούσε, χωρίς ποτέ να οχληθεί από κανένα από τα εκκαλούντα. (βλ.

κατάθεση μάρτυρα απόδειξης στα, ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη, πρακτικά). Μάλιστα, δυνάμει της υπ' αριθ. .../21.2.1989 έκθεσης, που κοινοποιήθηκε στον άμεσο δικαιοπάροχο της αιτούσας στις 15.3.1989, το επίδικο, το οποίο περιγράφεται όπως στην ένδικη αίτηση, κατασχέθηκε για χρέη προς το Δημόσιο του τελευταίου ως ιδιοκτήτη με τον προαναφερθέντα τίτλο ιδιοκτησίας του, με επίσπευση της Δ.Ο.Υ.

Νικαίας. Ο αυτός δε δικαιοπάροχος της αιτούσας, κατέβαλε μέχρι τουλάχιστον το 1991, μηνιαίες δόσεις έναντι της ανωτέρω απαίτησης του Δημοσίου, (βλ. ενδεικτικά υπ' αριθ. .../10.5.1989 και .../29.4.1991 διπλότυπα είσπραξης Δ.Ο.Υ. Νικαίας). Επίσης, με τις από 8.7.1981, 23.6.1982, 8.8.1983 και 10.9.1984, ανακοινώσεις του Δήμου Νίκαιας, που του κοινοποιήθηκαν αρμοδίως, βεβαιώθηκε εις βάρος του φόρος ακαλύπτων χώρων, (δεδομένου του ασκεπούς του επιδίκου και με βάση τον α.ν. 344/1958), για τα έτη 1959 - 1970, κατά των οποίων ο οφειλέτης και άμεσος δικαιοπάροχος της αιτούσας άσκησε αντίστοιχες προσφυγές ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, μετά δε την απόρριψή τους για τα έτη 1960 - 1981, (βλ.

υπ' αριθ. 1289/1984, 770/1985, 2086/1986 αποφάσεις του ως άνω Δικαστηρίου), κλήθηκε να καταβάλει και όντως κατέβαλε (βλ. υπ' αριθ. .../1987 διπλότυπο είσπραξης του Δημοσίου Ταμείου Νικαίας), φόρους. Η τέτοια συμπεριφορά του δικαιοπαρόχου της αιτούσας, υποδεικνύει καλή πίστη εκ μέρους του, δεδομένου ότι επί δύο έτη κατέβαλε τους επιβληθέντες φόρους, άσκησε δε και ισάριθμες με τις ως άνω ανακοινώσεις προσφυγές στα Διοικητικά Δικαστήρια και διεκδίκησε την αποδοχή των ισχυρισμών του εν σχέσει με το επίδικο ακίνητο, έναντι του Δήμου και του Δημοσίου.

Αλλά και με ιδιώτες εκδηλώθηκαν διαφωνίες σε σχέση με το επίδικο και τα κοινά με τους γείτονες όρια αυτού, στα πλαίσια της οποίας και προς επίλυση αυτής, εν όψει σύνταξης πράξης προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας από την Πολεοδομία Πειραιά, ο δικαιοπάροχος της αιτούσας κατέθεσε τον προαναφερθέντα τίτλο ιδιοκτησίας του στην ανωτέρω υπηρεσία, κληθείς υπ' αυτής, προς υπόδειξη των ορίων του επιδίκου και διευθέτηση της διαφωνίας με τους γείτονες Π.

Μ., Κ. Κ. και άλλους, (βλ. υπ' αριθ. πρωτ. .../17.11.1989 πρόσκληση της ίδιας υπηρεσίας που του κοινοποιήθηκε στις 22.11.1989 και υπ' αριθ. Πρωτ. .../39/90/ 14.2.1990 έγγραφο της Πολεοδομίας Πειραιά προς τον Π. Μ.). Σημειωτέον δε ότι είναι χαρακτηριστικό ότι δεν αποδείχθηκέ ότι τα εκκαλούντα όχλησαν έστω τους ανωτέρω ιδιοκτήτες, όμορων με αυτό της αιτούσας, ακινήτων.

Επίσης, ο ίδιος ως άνω μάρτυρας κατέθεσε ότι ο ίδιος δικαιοπάροχος της αιτούσας αιτήθηκε την έκδοση άδειας οικοδομής, η οποία δεν εξεδόθη ποτέ, διότι η σχετική διαδικασία διεκόπη λόγω της ασθένειας και του επισυμβάντος ως άνω θανάτου αυτού το έτος 2012. Τέλος, είναι χαρακτηριστικό ότι η ευρύτερη περιοχή έχει ανοικοδομηθεί.

Έτσι, επί δεκαετίες και δη από της αγοράς του το έτος 1961, ήτοι για χρονικό διάστημα άνω των 30 ετών, ο άμεσος δικαιοπάροχος της αιτούσας τελούσε σε καλή πίστη, αποκτώντας και νεμόμένος με διάνοια αληθούς κυρίου το επίδικο αστικό, ενταγμένο στο ρυμοτομικό σχέδιο, ακίνητο, όπως και τα όμορα σε αυτό ακίνητα και ενεργούσε τις συνήθεις, αρμόζουσες στον προορισμό του πράξεις έναντι του Δημοσίου και των ιδιωτών, χωρίς ν' αμφισβητηθεί η κυριότητά του από κανέναν, παρέλειψε δε εκ παραδρομής να υποβάλει δήλωση ιδιοκτησίας κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης με αποτέλεσμα, το επίδικο, να αναφέρεται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", εγγραφή που εν όψει των ανωτέρω είναι ανακριβής.

Τα ίδια δε, ως προς την κτήση της κυριότητας, ισχύουν και ως προς την αιτούσα. Εξάλλου και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αιτούσας, από το έτος 1898, είχαν καταστεί κύριοι και ασκούσαν ανεπίληπτη, αδιατάρακτη και συνεχή νομή, χωρίς ν' αποδειχθεί ότι τα δικαιώματά τους επί του επιδίκου αμφισβητήθηκαν από κανέναν.

Κατά συνέπεια η αιτούσα, που έχει αποκτήσει κυριότητα έναντι των εκκαλούντων επί του επιδίκου και νέμεται αυτό με νόμιμο τίτλο του δικαιοπαρόχου της επί τουλάχιστον 30 έτη προ της ισχύος του νόμου 3127/2003, (19.3.2003), προσμετρώντας στο δικό της χρόνο χρησικτησίας και αυτούς των άμεσου, απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων της, το δε επίδικο, είναι ενταγμένο στο σχέδιο πόλεως του Δήμου Νικαίας και έχει επιφάνεια μικρότερη των 2.000 τ.μ., τα δε κυρίως παρεμβαίνοντα και ήδη εκκαλούντα νπδδ, κατά τα προαναφερόμενα, δεν απέδειξαν, αν και έφεραν το σχετικό βάρος απόδειξης την κακή πίστη της αιτούσας και του δικαιοπαρόχου της κατά την κτήση της νομής του επιδίκου.

Έτσι και αν ακόμη, επί του εν λόγω ακινήτου είχε θεμελιωθεί κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου λόγω άσκησης πράξεων νομής επ' αυτού με καλή πίστη επί μία τριακονταετία μέχρι την 11.9.1915, δηλαδή με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, η κυριότητα αυτή έχει καταλυθεί, με βάση την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 του ν. 3127/2003.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα και δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ως άνω αίτηση, διατάσσοντας τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Νικαίας, ως προς το επίδικο οικόπεδο με αριθμό ΚΑΕΚ ...

ώστε να φαίνεται ότι ανήκει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του αποβιώσαντος την 18.5.2012 Ε. Τ. με τίτλο κτήσης το ως άνω υπ' αριθ. .../1961 συμβόλαιο, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, ούτε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και οι σχετικοί λόγοι των κρινόμενων εφέσεων, με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι...".

Ι. Περαιτέρω αναφορικά με την από 6-11-2018 (αρ. κατ. 135/2018) αίτηση αναίρεσης, με αριθμό πινακίου 1, λεκτέα τα εξής: Με τον μοναδικό αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ - ΠΕΤ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που το αναιρεσείον είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα, τα οποία ήταν ουσιώδη για την κατάφαση του δικαιώματος της κυριότητας αυτού επί του επιδίκου ακινήτου, η οποία περιήλθε σ' αυτό ως περιουσία της διαλυθείσας Μονής του ...

και επικουρικά, λόγω της καλόπιστης χρησιδεσποτείας επ' αυτού από το έτος 1700 και ειδικότερα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του α) την υπ' αρ. ...23-6-1972 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων με απόσπασμα του Γενικού βιβλίου καταγραφής, σύμφωνα με το οποίο το επίδικο ακίνητο είναι μέρος εκκλησιαστικού κτήματος, επιφάνειας 1.000 Μ2 στη θέση ... - ..., β) την από 13-6-1984 απόφαση της ΚΕΔ περί παραχώρησης έκτασης 912.740 Μ2 του δημοσίου κτήματος ΑΒΚ ..., που βρίσκεται στον δήμο Κερατσινίου και Νικαίας, γ) την υπ' αρ.

Δ 416/21-2-1994 απόφαση του Νομάρχη Πειραιά περί παραχώρησης εννέα στρεμμάτων στον ΟΣΚ και δ) το από 11-3-1982 πρωτόκολλο κατάληψης του δημοσίου κτήματος ΑΒΚ ..., που συντάχθηκε από τον αρμόδιο Οικονομικό Έφορο, τα οποία όλα ήσαν ουσιώδη και είχαν προσκομιστεί νόμιμα, με αριθμό σχετικού 33, 34, 35 και 36 αντίστοιχα, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με τις από 1-11-2017 κατ' έφεση προτάσεις του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΠΕΤ.

Σύμφωνα όμως με όσα έχουν εκτεθεί στην νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται στην παρούσα ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, στην οποία ισχύει το ανακριτικό σύστημα συλλογής του αποδεικτικού υλικού.

Σε κάθε περίπτωση όμως ο ανωτέρω λόγος είναι και ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο αξιολόγησε και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομισθέντα ενώπιόν του έγγραφα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς η ρητή αναφορά σε ορισμένα τούτων να τους προσδίδει αυξημένη αποδεικτική ισχύ, σε σχέση με τα υπόλοιπα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, όπως άλλωστε ρητά αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση στη σελίδα 4β αυτής.

Μάλιστα, το Εφετείο αντικρούει με ειδική αιτιολογία το υπο στοιχείο δ' αποδεικτικό μέσο (πρωτόκολλο κατάληψης), για το οποίο αιτιάται το αναιρεσείον ΠΕΤ, καθώς επίσης εμμέσως πλην σαφώς και το υπό στοιχείο α' αποδεικτικό μέσο (γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων) και ρητά αναφέρει, ότι σύμφωνα με την από 25-7-2003 τεχνική έκθεση, που συντάχθηκε κατόπιν διαταγής του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και την από 8-10-2003 συμπληρωματική τεχνική έκθεση του Οικονομικού Επιθεωρητή Γ.

Ζ., προκύπτει, ότι το με αρ. ΑΒΚ ... δημόσιο κτήμα επιφάνειας 1.000 στρεμμμάτων βρίσκεται καταγεγραμμένο στη θέση ... και ότι σύμφωνα με τις ανωτέρω τεχνικές εκθέσεις (που συντάχθηκαν από δημόσια όργανα) δεν προκύπτει με πλήρη δικανική πεποίθηση, ότι το μείζον αυτό ακίνητο (μέρος του οποίου, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, αποτελεί το επίδικο ακίνητο) ανήκε στην ακίνητη περιουσία της Μονής του ..., από την οποία έλκει δικαιώματα το αναιρεσείον ΠΕΤ, με βάση το ΒΔ 19-8/25-9-1833 μετά τη διάλυση της Μονής.

Είναι βέβαια αληθές, ότι το Εφετείο δεν αξιολογεί ειδικά τα υπό στοιχεία β' και γ' αποδεικτικά μέσα, πλην όμως δεν είχε τέτοια υποχρέωση εκ του νόμου. Σε κάθε περίπτωση όμως από το σύνολο των παραδοχών του προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, άλλως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι τα έλαβε και αυτά υπόψη του και τα συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι το επίδικο δεν περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ.

Επίσης, το Εφετείο με επάλληλη αιτιολογία, που στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της απόφασής του, απαντώντας στον επικουρικό τρόπο κτήσης κυριότητας του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ - ΠΕΤ, δέχτηκε ότι δεν αποδείχθηκε, ότι η Μονή ..., όπως και το αναιρεσείον ΠΕΤ, που υπεισήλθε στα δικαιώματά της, χρησιδέσποζαν την ανωτέρω μείζονα έκταση των 1.000 στρεμμάτων από το έτος 1700 έως σήμερα και ότι απέκτησαν κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Κατόπιν τούτου, αναφορικά με την αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ - ΠΕΤ, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις και συνακόλουθα, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η από 6-11-2018 (αρ. κατ. 135/2018) αίτηση αναίρεσης του ΝΠΔΔ - ΠΕΤ πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, εφόσον το αναιρεσείον ως ΝΠΔΔ δεν έχει τέτοια υποχρέωση, διότι εξομοιώνεται με το Ελληνικό Δημόσιο, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 και 5 του Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1152/2019, ΑΠ 1150/2019). Επίσης, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ - ΠΕΤ πρέπει λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της 1ης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, μειωμένα όμως κατ' άρθρ. 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται αναλόγως και για τα εξομοιούμενα με το Ελληνικό Δημόσιο ΝΠΔΔ.

Αντίθετα, δεν θα επιβληθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος ΠΕΤ και υπέρ του 2ου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που επίσης παραστάθηκε, διότι το τελευταίο δεν κατέθεσε προτάσεις, ούτε υπέβαλε σχετικό αίτημα για να καταχωρηθεί στα πρακτικά. Τέλος, δεν θα επιβληθούν δικαστικά έξοδα υπέρ του 3ου αναιρεσιβλήτου και σε βάρος του αναιρεσείοντος, διότι ο 3ος αναιρεσίβλητος λόγω της ερημοδικίας του δεν έχει υποβληθεί σε δικαστική δαπάνη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Ι. Περαιτέρω αναφορικά με την από 2-11-2018 (αρ. κατ. 134/2018) αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, με αριθμό πινακίου 2, λεκτέα τα εξής: Με τον επίσης μοναδικό αναιρετικό λόγο, κατά το Α' σκέλος αυτού, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ.

α' ΚΠολΔ,για την ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1042 ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η 1η αναιρεσίβλητη, κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου, που έχει ενταχθεί στο σχέδιο πόλης του Δήμου Νικαίας και έχει επιφάνεια μικρότερη των 2.000 Μ2, διότι νέμεται τούτο με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο του δικαιοπαρόχου πατέρα της επί τουλάχιστον τριάντα έτη πριν από την ισχύ του Ν. 3127/2003 (19-3-2003), με την προσμέτρηση στο χρόνο χρησικτησίας της του χρόνου χρησικτησίας του αμέσου, αλλά και των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων της από το έτος 1898, καθώς επίσης, με το να δεχθεί ότι, σε κάθε περίπτωση και αν ακόμη είχε θεμελιωθεί η κυριότητα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου μέχρι τις 11-9-1915, σύμφωνα με το προϊσχύσαν ΒΖΡ δίκαιο, η κυριότητα αυτή έχει δήθεν καταλυθεί με βάση την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή την ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1042 του ΑΚ, διότι τα περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν αναφορικά με την καλόπιστη κτήση νομής της 1ης αναιρεσίβλητης δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων νόμου.

Επίσης, με το Β'σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου, όπως ορθά εκτιμάται, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, για την εκ πλαγίου παραβίαση των ίδιων ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεων, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογία, άλλως διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία αναφορικά με την καλή πίστη της 1ης αναιρεσίβλητης και των δικαιοπαρόχων αυτής κατά την κτήση της νομής του επιδίκου ακινήτου, που είναι ζήτημα ουσιώδες για την κατάγνωση του δικαιώματος κυριότητας της 1ης αναιρεσίβλητης και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των ουσιαστικών διατάξεων, που το Εφετείο εφάρμοσε.

Σύμφωνα όμως με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αναλυτικά έχουν προεκτεθεί προς αποφυγή άσκοπης επανάληψης και ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η 1η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου έναντι του Ελληνικού Δημοσίου (όπως και έναντι του ΠΕΤ), με τις προϋποθέσεις, που ορίζει το άρθρο 4 του Ν. 3127/2003, τόσο με παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας με τη νόμιμη αποδοχή της κληρονομίας του αμέσου δικαιοπαρόχου πατέρα της, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο με την προσμέτρηση στο χρόνο χρησικτησίας αυτής του χρόνου χρησικτησίας, τόσο του άμεσου, όσο και των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων της, με καλή πίστη κατά το χρόνο κτήσης της νομής.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος της 1ης αναιρεσίβλητης, πατέρας αυτής επί δέκα έτη πριν από την ισχύ του Ν. 3127/2003 (στις 19-3-2003), όπως απαιτεί ο νόμος αυτός και τουλάχιστον τριάντα έτη πριν από την ισχύ του, νεμήθηκε το επίδικο με νόμιμο επαχθή τίτλο το με αρ. .../1961 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νικαίας Δ.

Κ., με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου προσμετρώντας στο χρόνο χρησικτησίας του το χρόνο χρησικτησίας των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων του, που ανάγεται στο έτος 1899, με διαδοχικές συμβολαιογραφικές πράξεις - νόμιμους τίτλους, όπως αναλυτικά παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ότι τόσον ο άμεσος δικαιοπάροχος - πατέρας της, όσο και οι δικαιοπάροχοι αυτού ασκούσαν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου τις διακατοχικές πράξεις νομής, που προσιδιάζουν στη φύση του ακινήτου.

Ειδικά, για τον δικαιοπάροχο πατέρα της 1ης αναιρεσίβλητης το Εφετείο δέχτηκε, ότι αυτός προέβαινε στις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση του επιδίκου ακινήτου, όπως καθαρισμός, περίφραξη, τοποθέτηση πόρτας για την φύλαξη των αυτοκινήτων των πελατών του ως μηχανικός αυτοκινήτων, ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε είχε αμφισβητήσει την κυριότητα του πατέρα της, σε βάρος του οποίου μάλιστα είχε εγγράψει αναγκαστική κατάσχεση για το φόρο εισοδήματος του έτους 1988, τον οποίο ο πατέρας της εξόφλησε με μηνιαίες δόσεις μέχρι το έτος 1991, έχοντας καλόπιστη διάνοια κυρίου, ότι επίσης ο Δήμος Νικαίας είχε βεβαιώσει σε βάρος του πατέρα της φόρους ακαλύπτου χώρου για τα έτη 1959 έως 1970, διότι το ακίνητο ήταν τότε ακάλυπτο, ότι ο πατέρας της άσκησε προσφυγές ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά και μετά την απόρριψη αυτών από το Δικαστήριο κατέβαλε το ποσό των βεβαιωμένων σε βάρος του φόρων, ότι για την επίλυση ιδιωτικής διαφοράς με γειτονικούς ιδιοκτήτες ακινήτων ως προς τα όρια του επιδίκου ακινήτου, κατέθεσε τον τίτλο ιδιοκτησίας του (δηλαδή το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο) στην Πολεοδομία Πειραιά, που είναι δημόσια υπηρεσία, κατόπιν πρόσκλησης αυτής και ότι αιτήθηκε από την Πολεοδομία Πειραιά την έκδοση άδειας οικοδομής, διαδικασία, που τελικά δεν ολοκληρώθηκε λόγω της ασθένειάς του, εξαιτίας της οποίας απεβίωσε το έτος 2012 και κληρονομήθηκε νόμιμα από τη θυγατέρα του, η οποία αποδέχθηκε νόμιμα την ανωτέρω κληρονομία του πατέρα της με την υπ' αρ. .../2013 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών, Δ.

Κ.. Τέλος, το Εφετείο με σαφή και χωρίς ελλείψεις αιτιολογία δέχθηκε, ότι όλες οι ανωτέρω διακατοχικές πράξεις και η συμπεριφορά του άμεσου δικαιοπαρόχου πατέρα της 1ης αναιρεσίβλητης αποδεικνύουν καλή πίστη με διάνοια κυρίου και ότι αυτός από παραδρομή παρέλειψε να υποβάλει τη δήλωση ιδιοκτησίας κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, με αποτέλεσμα το επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται σε οικοδομημένη αστική περιοχή, να αναφέρεται ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" και ότι η εγγραφή αυτή είναι, με βάση όλα τα παραπάνω, ανακριβής.

Εκτός τούτων το Εφετείο επίσης ορθά, με επάλληλη αιτιολογία, που αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό του, δέχθηκε, ότι αν ήθελε γίνει δεκτό ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο είχε καταστεί κύριο του επιδίκου ακινήτου ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους, άλλως με τριακονταετή χρησικτησία του ΒΖΡ δικαίου, που είχε συμπληρωθεί στις 11-9-1915 και στην περίπτωση αυτή η ως άνω αποκτηθείσα κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου έχει καταλυθεί με βάση την ειδική χρησικτησία του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, η οποία ως εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, διότι ο πατέρας της 1ης αναιρεσίβλητης με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία (δηλαδή το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του έτους 1961) απέκτησε με καλή πίστη τη νομή του ακινήτου του Δημοσίου, το οποίο είναι μικρότερο από 2.000 Μ2, βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλης του Δήμου Νικαίας και νεμήθηκε τούτο έκτοτε, με καλή πίστη αδιατάρακτα τουλάχιστον για 30 έτη από το 1961 μέχρι την εναρξη του ανωτέρω Ν. 3127/2003, στις 19-3-2003, δηλαδή πλέον της δεκαετίας που απαιτεί ο ανωτέρω νόμος.

Τα περιστατικά αυτά, που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, πληρούσαν το πραγματικό του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 (σε συνδ. 1042 ΑΚ), που επιτρέπει σε ιδιώτες το δικαίωμα να επικαλεστούν κυριότητα με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία επομένως, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε με σαφή αιτιολογία και συνακόλουθα δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου, διότι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων στο πραγματικό του ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου.

Επομένως, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος κατ' αμφότερα τα σκέλη του πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, άλλως ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση των αναιρετικών πλημμελειών, που προαναφέρθηκαν το αναιρεσείον επιδιώκει να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού αναφορικά με την καλόπιστη κτήση της νομής του επιδίκου ακινήτου και την κατάφαση του δικαιώματος κυριότητας της 1ης αναιρεσίβλητης, με τις προϋποθέσεις της ειδικής ως άνω χρησικτησίας.

Κατόπιν όλων αυτών εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για να ερευνηθεί, η κρινόμενη από 2-11-2018 (αρ. κατ. 134/2018) αίτηση αναίρεσης, με αρ. πινακίου 2, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 2579/1998 σε συνδ.

με άρθρ. 22 παρ. 4 Ν. 1868/1999). Τέλος, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της 1ης αναιρεσίβλητης, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, μειωμένα όμως κατ' άρθρ. 22 παρ. 1 Ν. 3963/1957, που δρα υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 682/2019, ΑΠ 53/2019), ενώ δεν πρέπει να επιβληθούν δικαστικά έξοδα υπέρ του 2ου αναιρεσιβλήτου - ΝΠΔΔ, το οποίο δεν έχει καταθέσει προτάσεις, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτού, όπως και υπέρ του 3ου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν έχει επιβαρυνθεί σε δικαστική δαπάνη λόγω της ερημοδικίας του, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 6-11-2018 (αρ. κατ. 135/2018) αίτηση αναίρεσης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΠΑΛΑΙΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΤΑΜΕΙΟΝ - ΠΕΤ, με την από 2-11-2018 (αρ. κατ. 134/2018) αίτηση αναίρεσης του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ κατά της υπ' αριθμ. 471/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Απορρίπτει την από 6-11-2018 (αρ. κατ. 135/2018) αίτηση αναίρεσης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΠΑΛΑΙΟΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΤΑΜΕΙΟΝ - ΠΕΤ κατά της υπ' αριθμ. 471/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ - ΠΕΤ τα δικαστικά έξοδα της 1ης αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Απορρίπτει την από 2-11-2018 (αρ. κατ. 134/2018) αίτηση αναίρεσης του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ κατά της υπ' αριθμ. 471/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα της 1ης αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ