Supreme Court dismisses appeal against final judgment upholding private ownership via acquisitive prescription over public forest claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment that upheld a private party's ownership rights based on acquisitive prescription. The lower court found that the private party had possessed the land openly and continuously for over thirty years, satisfying the legal requirements for acquisitive prescription under the Civil Code. Consequently, the court ruled that the State's claim of public forest status could not override the established private ownership rights.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court correctly applies the rules of acquisitive prescription to establish private ownership against a public entity's claim of public forest status.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 561 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 561/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. - Α. Λ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 237/2012 μη οριστική και 63/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2015 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-12-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 12-10-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης {1ου εκ του αριθμού 11γ, 2ου εκ του αριθμού 13 και 3ου εκ του αριθμού 10 (κατά το Α’ σκέλος) και εκ του αριθμού 19 (κατά το Β’ σκέλος) του άρθρου 559 ΚΠολΔ} κατά της υπ’ αριθμ. 65/2015 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 9-12-2015 (αρ. κατ. …2015) αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης προς το αναιρεσείον, στις 24-11-2015 - βλ. την υπ’ αρ. .../24-11-2015 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς, Γ. Κ., άσκηση αναίρεσης με την κατάθεσή της κατ’ άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, στις 11-12-2015) προσβάλλεται η οριστική υπ’ αρ. 65/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία. Επομένως η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και είναι παραδεκτή (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατόπιν τούτου πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Το δικαστήριο της ουσίας, οφείλει, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.
γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται, ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά, ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 198/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 491/2015, ΑΠ 2096/2009, ΑΠ 1479/2014).
Εξάλλου, οι γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις (άρθρ. 390 ΚΠολΔ) δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο (υπό την έννοια του άρθρ. 339 ΚΠολΔ), με ειδική ρύθμιση από το νόμο, που εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται να αντιδιαστέλλεται από τα άλλα έγγραφα και να μνημονεύεται ειδικά (Ολ.ΑΠ 848/1981, ΑΠ 107/2010, ΑΠ 1114/2008, ΑΠ 996/ 2007).
Ειδικότερα, οι γνωμοδοτήσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων και όταν συντάσσονται εγγράφως δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που χρησιμεύει για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 987/2007, ΑΠ 779/2005, ΑΠ 209/2001). Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με την επίκληση της παραβίασης από την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 11 περ.
γ’ του ΚΠολΔ, αποδίδεται η πλημμέλεια, ότι από τις παραδοχές του Εφετείου ως προς το ουσιώδες ζήτημα που τείνει στην κτήση κυριότητας της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, επί των απαλλοτριουμένων εκτάσεων με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΖΡ δικαίου και του ΑΚ και ειδικότερα, από το έτος 1875 έως την ισχύ του ΑΚ και έκτοτε έως την άσκηση της αγωγής κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν καθίσταται απόλυτα βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν νόμιμα και ειδικότερα, το αντίγραφο πρωτοκόλλου οριστικού εξωτερικού αποτερματισμού και οροθετήσεως των δημοσίων δασικών εκτάσεων περιοχής κοινότητας ...
προς τις ιδιόκτητες εκτάσεις κατοίκων κοινότητας ..., που περιλαμβάνει τις 1η έως 8η πράξεις, καθώς και την υπ’ αρ. 5/1986 απόφαση της Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, με την οποία απορρίφθηκε η από 26-6-1985 ένσταση του Π. Λ., καθόσον, αν το Εφετείο λάμβανε υπόψη του τα έγγραφα αυτά, δεν θα κατέληγε στο συμπέρασμα, ότι "ουδέποτε μέχρι σήμερα το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αντέδρασε δια των οργάνων του στην εκ μέρους της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της άσκηση διακατοχικών πράξεων επί των επιδίκων εδαφικών εκτάσεων".
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατ’ άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ’ αρ. 65/2015 εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση της ουσίας των αποδείξεων δέχθηκε τα εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοδίκου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την υπ’ αριθ. 237/2012 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από την υπ’ αριθ. ...-09-2013 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που συνέταξε ο Αγρονόμος -Τοπογράφος Μηχανικός Σ.
Ζ., ο οποίος διορίστηκε πραγματογνώμονας με την υπ’ αριθ. 32/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), κατόπιν νομοτύπου αντικαταστάσεως του αρχικώς διορισθέντος με την ως άνω μη οριστική απόφαση (237/2012) του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πραγματογνώμονος, Γ. Β., από όλα ανεξαιρέτως τα μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα, δημόσια και ιδιωτικά, που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα εκ των οποίων ειδικώς κατωτέρω αναφέρονται, χωρίς, όμως, να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει της υπ’ αριθ. πρωτ. .../24.05.2005 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας, που δημοσιεύτηκε στο υπ’ αριθ. 685/ΔΥ 27.06.2005 Φ.Ε.Κ., απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή της οδού συνδέσεως ΠΑΘΕ - Πορθμείο ..., έκταση συνολικού εμβαδού 211.436,77 τ.μ., ευρισκόμενη στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ...
του Νομού Φθιώτιδας, η οποία εικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα κτηματολογικά διαγράμματα ... και περιλαμβάνεται στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα. Τα ανωτέρω συνετάγησαν τον Ιούνιο του 2004 από τον Τοπογράφο Μηχανικό Δ. Κ. και εγκρίθηκαν με την υπ’ αριθ. ...07-03-2005 απόφαση της Διευθύνσεως Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας.
Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, που θα αντιμετωπιστεί από πιστώσεις της ... της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας την από 13-02-2006 και με αριθμό εκθέσεως κατάθεσης δικογράφου ...2006 αίτησή του, με την οποία ζητούσε τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων αυτών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 286/2006 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με βάση την οποία προσδιορίστηκε η αξία των απαλλοτριούμενων ακινήτων με αριθμούς ...
στον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης, σε 20 ευρώ ανά τ.μ. και η αξία των ελαιοδέντρων ως εξής: α) ελιές μικρές 80 ευρώ ανά τεμάχιο, β) ελιές μεσαίες 160 ευρώ ανά τεμάχιο και γ) ελιές μεγάλες 200 ευρώ ανά τεμάχιο. Κατόπιν, με την υπ’ αριθ. 136/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων αυτών, προσδιορίστηκε η αξία των ως άνω απαλλοτριούμενων ακινήτων σε 50 ευρώ ανά τ.μ.
και η αξία των ελαιοδέντρων ως εξής: α) ελιές μικρές 100 ευρώ ανά τεμάχιο, β) ελιές μεσαίες 200 ευρώ ανά τεμάχιο και γ) ελιές μεγάλες 300 ευρώ ανά τεμάχιο. Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι στην απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνονται και οι ακόλουθες ιδιοκτησίες: α) το υπ’ αριθ. ΚΠ 137 ακίνητο, εκ του οποίου απαλλοτριώνεται έκταση συνολικού εμβαδού 2.323,17 τ.μ., αποτελούμενη από δύο τμήματα, του πρώτου με περιμετρικά όρια σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα ..., ..., εμβαδού 1.392,71 τ.μ.
και του δεύτερου με περιμετρικά όρια σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα ... ..., ..., εμβαδού 930,46 τ.μ., β) το υπ’ αριθ. ... ακίνητο, εκ του οποίου απαλλοτριώνεται έκταση συνολικού εμβαδού 6.668,41 τ.μ., αποτελούμενη από δύο τμήματα, του πρώτου με περιμετρικά όρια σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα ..., ..., ... ..., εμβαδού 4.095,20 τ.μ.
και του δεύτερου με περιμετρικά όρια σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα ..., ..., ..., ..., ..., εμβαδού 2.573,21 τ.μ., γ) το υπ’ αριθ. ... ακίνητο, εκ του οποίου απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 1.965,65 τ.μ., εμφαινόμενη στο από Ιανουάριο 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου - Τοπογράφου Μηχανικού Α. Μ. με τα περιμετρικά όρια ...-..., δ) το υπ’ αριθ...
ακίνητο, εκ του οποίου απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 10.028,45 τ.μ., εμφαινόμενη στον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης με περιμετρικά όρια ..., ..., ..., ..., ..., ... και ε) το υπ’ αριθ... ακίνητο, εκ του οποίου απαλλοτριώνεται έκταση συνολικού εμβαδού 4.322,30 τ.μ., αποτελούμενη από δύο τμήματα, του πρώτου με περιμετρικά όρια σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα ..., ..., ..., εμβαδού 3.944,33 τ.μ.
και του δεύτερου με περιμετρικά όρια σύμφωνα με τον κτηματολογικό πίνακα ... ..., εμβαδού 377,97 τ.μ. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι οι ως άνω απαλλοτριούμενες εκτάσεις αποτελούν τμήματα μεγαλύτερης εκτάσεως, συνολικού εμβαδού 160 στρεμμάτων, με 900 ελαιόδεντρα, ευρισκομένης στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., η οποία (έκταση) συνορεύει ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ με θάλασσα (θαλάσσιο όρμο ...), ΒΟΡΕΙΑ αρχικώς με ιδιοκτησία κληρονόμων ...
και στη συνέχεια εν μέρει με ιδιοκτησία Π. και Α. Λ., ΔΥΤΙΚΑ με ιδιοκτησία αγνώστων και ΝΟΤΙΑ με ιδιοκτησία Ζ. Ζ.. Το πιο πάνω ενιαίο ακίνητο των 160 στρεμμάτων περιήλθε στην ενάγουσα κατόπιν άτυπης προς αυτήν παραχώρησης το έτος 1990 από τον αληθινό κύριο, καλόπιστο νομέα και κάτοχο πατέρα της, Π. Λ. του Γ.. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στο δικαιοπάροχο πατέρα της, ως εξής:
A) σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τους Δ. Ζ. του Ζ. και Μ., Ι. Ζ. του Ζ. και Μ., Γ. Ζ. του Ζ. και Μ., Π. χήρα Σ. Κ., το γένος Ζ. Ζ., Ι. Π. του Γ. και της Κ., Κ. Π. του Ι. και της Β., Μ. χήρα Κ. Ζ. το γένος Ε. Ξ., Ζ. Ζ. του Κ. και Μ. και Γ. Ζ. του Κ. και Μ., δυνάμει του υπ’ αριθ. .../13-03-1966 συμβολαίου πώλησης του Συμβολαιογράφου ... Α.
Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα Βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ...). Στους δε τέσσερις πρώτους εκ των ανωτέρω και σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου σε καθένα εξ αυτών, το ως άνω ακίνητο περιήλθε από κληρονομιά του αποβιώσαντος πατρός τους, Ζ. Ζ. του Κ., το έτος 1928, στην οποία (κληρονομιά) υπεισήλθαν και αναμίχθηκαν.
Στους πέμπτο και έκτη και σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από αυτούς, το πιο πάνω ακίνητο περιήλθε από κληρονομιά της αποβιώσασας, κατά το έτος 1938, Β. συζ. Ι. Π. το γένος Ζ. Ζ., στην οποία (κληρονομιά) υπεισήλθαν και αναμίχθηκαν, ενώ στην τελευταία είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα της, Ζ. Ζ. του Κ., στην οποία (κληρονομιά) και αυτή υπεισήλθε και αναμίχθηκε.
Και στους τελευταίους εκ των ανωτέρω, το ποσοστό του 1/6 εξ αδιαιρέτου περιήλθε από κληρονομιά του Κ. Ζ. του Ζ., ο οποίος απεβίωσε το έτος 1938, και στην οποία (κληρονομιά) υπεισήλθαν και αναμίχθηκαν, ενώ στον τελευταίο είχε περιέλθει το ως άνω ποσοστό από κληρονομιά του πατέρα του, Ζ. Ζ. του Κ., στην οποία (κληρονομιά) υπεισήλθε και αναμίχθηκε.
Ολόκληρο το ως άνω ακίνητο των 160 στρεμμάτων, είχε περιέλθει στο Ζ. Ζ. του Κ. από αγορά από τον Κ. Μ. του Δ. δυνάμει του υπ’ αριθ. .../10-03-1925 συμβολαίου πώλησης του Συμβολαιογράφου Λαμίας Δ. Δ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου ... Λάρισας (τόμος ...). Στον Κ. Μ. του Δ., το ως άνω ακίνητο περιήλθε δυνάμει του υπ’ αριθ. .../20-11-1907 συμβολαίου διανομής του Συμβολαιογράφου Βόλου Β.
Τ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου ... Λάρισας (τόμος ...), ενώ νεμόταν το ως άνω ακίνητο και κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1900 έως της συντάξεως του συμβολαίου. Ο δε δικαιοπάροχος πατέρας του, Δ. Μ., νεμόταν και κατείχε το ως άνω ακίνητο με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι με την άσκηση της νομής δεν προσβάλλονται τα δικαιώματα κυριότητας τρίτων, ήδη από το έτος 1875 έως και το έτος 1900, ότε και απεβίωσε, Β) σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου με αγορά από το Γ. - Φ.
Μ. του Κ., ήτοι σε ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ’ αριθ. ...27-10-1973 συμβολαίου αγοράς του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ...) και σε ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ’ αριθ. .../27-08-1977 συμβολαίου αγοράς του Συμβολαιογράφου ...
Λ. Φ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ...). Στο δικαιοπάροχό του Γ. - Φ. Μ. του Κ., το ως άνω ακίνητο περιήλθε σε ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου με αγορά δυνάμει του υπ’ αριθ. .../13-03-1966 συμβολαίου πώλησης του Συμβολαιογράφου ... Α. Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ...) από τους Δ.
Ζ. του Ζ. και Μ., Ι. Ζ. του Ζ. και Μ., Γ. Ζ. του Ζ. και Μ., Π. χήρα Σ. Κ. το γένος Ζ. Ζ., Ι. Π. του Γ. και της Κ., Κ. Π. του Ι. και της Β., Μ. χήρα Κ. Ζ. το γένος Ε. Ξ., Ζ. Ζ. του Κ. και Μ. και Γ. Ζ. του Κ. και Μ., στους οποίους είχε περιέλθει ως ανωτέρω, Γ) σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τον Ι. Λ. του Γ. δυνάμει του υπ’ αριθ. ...26-05-1986 συμβολαίου πώλησης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ.
Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ...). Στο δικαιοπάροχό του, Ι. Λ. του Γ., περιήλθε σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου με αγορά δυνάμει του υπ’ αριθ. .../13-03-1966 συμβολαίου πώλησης του Συμβολαιογράφου ... Α. Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ...) από τους Δ.
Ζ. του Ζ. και Μ., Ι. Ζ. του Ζ. και Μ., Γ. Ζ. του Ζ. και Μ., Π. χήρα Σ. Κ. το γένος Ζ. Ζ., Ι. Π. του Γ. και της Κ., Κ. Π. του Ι. και της Β., Μ. χήρα Κ. Ζ. το γένος Ε. Ξ., Ζ. Ζ. του Κ. και Μ. και Γ. Ζ. του Κ. και Μ., στους οποίους είχε περιέλθει ως ανωτέρω και Δ) σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου με αγορά από τους Ι. χήρα Χ. Λ. το γένος Γ. Ψ., Χ. Λ. του Χ.
και Χ. Λ. του Χ. δυνάμει του υπ’ αριθ. .../07-11-1986 συμβολαίου αγοράς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ...). Στους δικαιοπαρόχους του, περιήλθε κατά το ως άνω ποσοστό του 1/4 εξ αδιαιρέτου ως εξής: στην πρώτη εξ αυτών σε ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, στη δεύτερη εξ αυτών σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου και στην τρίτη εξ αυτών σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, ως κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 4-6-1984 Χ.
Λ. του Γ. (συζύγου της πρώτης και πατέρα της δεύτερης και τρίτης εξ αυτών), στον οποίο είχε περιέλθει σε ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου με αγορά δυνάμει του υπ’ αριθ. .../13-03-1966 συμβολαίου πώλησης του Συμβολαιογράφου ... Α. Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ...) από τους Δ.
Ζ. του Ζ. και Μ., Ι. Ζ. του Ζ. και Μ., Γ. Ζ. του Ζ. και Μ., Π. χήρα Σ. Κ. το γένος Ζ. Ζ., Ι. Π. του Γ. και της Κ., Κ. Π. του Ι. και της Β., Μ. χήρα Κ. Ζ. το γένος Ε. Ξ., Ζ. Ζ. του Κ. και Μ. και Γ. Ζ. του Κ. και Μ., στους οποίους είχε περιέλθει ως ανωτέρω. Το ως άνω ενιαίο ακίνητο των 160 στρεμμάτων, τμήματα του οποίου αποτελούν οι επίδικες (απαλλοτριωθείσες) εκτάσεις (βλ.
την υπ’ αριθ. ...-09-2013 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο Αγρονόμος -Τοπογράφος Μηχανικός Σ. Ζ. και κατά την οποία οι απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες εμπίπτουν εξ ολοκλήρου στην εδαφική περιοχή που αναφέρονται οι τίτλοι ιδιοκτησίας της ενάγουσας), τόσο η ενάγουσα όσο και οι δικαιοπάροχοί της, μέχρι μεν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), το νέμονταν και το κατείχαν με διάνοια κυρίων και καλή πίστη, ήτοι έχοντας την πεποίθηση ότι, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων, μετά δε την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, ότι είχαν αποκτήσει την επ’ αυτού κυριότητα, ασκώντας όλες τις αρμόζουσες στους κυρίους, νομείς και κατόχους διακατοχικές πράξεις, ήτοι καλλιεργώντας τα επ’ αυτού ευρισκόμενα ελαιόδεντρα και συγκομίζοντας τους καρπούς τους, εμβολιάζοντας τα αγριοελαιόδενδρα, οριοθετώντας, επιβλέποντας και επιτηρώντας αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1875 χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν μέχρι και το χρόνο εγέρσεως της ενδίκου αγωγής.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι σε όλους ανεξαιρέτως τους προσκομιζόμενους εκ μέρους της ενάγουσας τίτλους ιδιοκτησίας, τόσο αυτής (ενάγουσας) όσο και των άμεσων αλλά και των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων της, το επίδικο (ενιαίο) ακίνητο μνημονεύεται ως ελαιοπερίβολο 160 στρεμμάτων εντός του οποίου ευρίσκονται 900 ελαιόδεντρα.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. ...-09-2013 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο Αγρονόμος -Τοπογράφος Μηχανικός Σ. Ζ., δυτικά του επαρχιακού δρόμου "... - ..." και με πρόσοψη σ’ αυτόν υπάρχουν εντός του δυτικού τμήματος της ιδιοκτησίας Π. Λ. δύο κτήματα ελαιών, εκτάσεως περίπου 34 και 2 στρεμμάτων, τα οποία εμπίπτουν εξ ολοκλήρου εντός του αρχικού αγροτεμαχίου των 160 στρεμμάτων.
Στα συγκεκριμένα δύο ελαιοπερίβολα, μάλιστα, η ηλικία των υπαρχόντων δέντρων είναι μεγαλύτερη των 100 ετών, όπως προκύπτει από τη διάμετρο των κορμών τους, γεγονός για το οποίο κατέθεσε και ο επί πολλά έτη καλλιεργητής των επίδικων εκτάσεων Γ. Τ. του Δ.. Στην υπόλοιπη έκταση (δυτικά της οδού) του κτήματος Π.
Λ. υπάρχουν διάσπαρτες αγριελιές καθώς και ανά περίπτωση μεμονωμένα ή καθ’ ομάδες ελαιόδεντρα (που προέρχονται από εμβολιασμένες αγριελιές) επίσης μεγάλης ηλικίας. Η έκταση αυτή καλύπτεται διάσπαρτα από πουρνάρια, σχίνα, φιλίκια κ.λπ. Η σύσταση του εδάφους είναι κυρίως ασβεστολιθική (πετρώδης η οποία επικαλύπτεται από στρώμα αργίλου - φυτόχωμα - ποικίλου πάχους), εκτός από μία μικρή έκταση στο βόρειο τμήμα τού γεωτεμαχίου, η οποία είναι βραχώδης (πρώην θέση λατομείου ιδιοκτησίας Π.
Λ.). Το δε σύνολο της προαναφερόμενης έκτασης θεωρείται κατάλληλο για κάθε είδους δενδροκαλλιέργεια (ελιές, αμυγδαλιές κ.α.). Εξάλλου, από την ύπαρξη εντός της συνολικής περιοχής της ως άνω ιδιοκτησίας των μεγάλων εδαφικών αναβαθμών, των μικρών παλαιών ξερολιθιών στις βάσεις των ελαιοδέντρων (διαχρονική μέθοδος συγκράτησης φυτοχώματος), των ως άνω δύο ελαιοπεριβόλων και των εμβολιασμένων αγριελιών, προκύπτει ότι το κτήμα είναι κατάλληλο για δενδροκαλλιέργειες, όπως διαπίστωσε στην υπ’ αριθ. ...-09-2013 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης ο Αγρονόμος - Τοπογράφος Μηχανικός Σ.
Ζ.. Το πιο πάνω πόρισμα του διορισθέντος πραγματογνώμονος, ενισχύεται και από το υπ’ αριθ. πρωτ. .../ 26-06-1973 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών της Νομαρχίας Φθιώτιδας (απευθυνόμενο στο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Π. Λ.) με τίτλο "ανυπαρξία δικαιωμάτων του δημοσίου επί αγροκτημάτων εν θέσει ... ...", στο οποίο γίνεται μνεία ότι το επίδικο (ενιαίο) ακίνητο, τα όρια του οποίου έχουν τοποθετηθεί κατά το παρελθόν δια κτιστών ορόσημων, υφισταμένων κατά το έτος 1973, τυγχάνον εν μέρει ελαιοπερίβολο και εν μέρει θαμνοκάλυπτη έκταση, εμπίπτει στην κατηγορία των επιδεκτικών καλλιέργειας εκτάσεων και ακολούθως, σύμφωνα με την υπ’ αριθ.
…1934 απόφαση του παρά τω Υπουργείω Γεωργίας Διοικητικού Δικαστηρίου και την από 30-03-1953 έκθεση αυτοψίας του Δασάρχη Λαμίας, δια της οποίας καθορίστηκε η επιδεκτική καλλιέργειας ζώνη (στην οποία και εμπίπτει), τυγχάνει ιδιωτική και κανένα δικαίωμα κυριότητας δεν διεκδικεί επ’ αυτής το Ελληνικό Δημόσιο.
Το εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο) διατείνεται ότι τμήματα των εκτάσεων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά αποτελούν εκτάσεις δασικού χαρακτήρα, οι οποίες βρίσκονται εντός της οριοθετημένης δημόσιας έκτασης βάσει του εξωτερικού αποτερματισμού και της οριοθετήσεως των δημόσιων δασικών εκτάσεων περιοχής ...
προς τις ιδιόκτητες εκτάσεις των κατοίκων της ..., και άρα αποτελούν δημόσιες δασικές εκτάσεις, στηρίζει δε τον σχετικώς προβληθέντα ισχυρισμό του στην υπ’ αριθ. πρωτ. .../Δ.Υ./02-02-2012 έκθεση φωτοερμηνείας της Δασολόγου Α. Γ. (στο περιεχόμενο της οποίας εξ ολοκλήρου αναφέρεται και η προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από το εναγόμενο υπ’ αριθ.
πρωτ. .../31-10-2013 τεχνική έκθεση του Δασολόγου Σ. Χ.). Ο ισχυρισμός όμως αυτός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, κρίνεται αλυσιτελής και εκ του λόγου αυτού απορριπτέος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, τόσο η ενάγουσα όσο και οι άμεσοι, απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοί της, μέχρι μεν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), νέμονταν και κατείχαν τις επίδικες εκτάσεις με διάνοια κυρίων και καλή πίστη, δηλαδή έχοντας την πεποίθηση ότι, ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτων, μετά δε την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, ότι είχαν αποκτήσει την επ’ αυτών κυριότητα, ασκώντας όλες τις αρμόζουσες στους κυρίους, νομείς και κατόχους διακατοχικές πράξεις ήτοι καλλιεργώντας τα επ’ αυτών ευρισκόμενα ελαιόδεντρα και συγκομίζοντας τους καρπούς τους, εμβολιάζοντας τα αγριοελαιόδενδρα, οριοθετώντας, επιβλέποντας και επιτηρώντας αυτές συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1875 μέχρι σήμερα, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν, μέχρι το χρόνο εγέρσεως της ενδίκου αγωγής.
Με τον τρόπο δε αυτό και σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στην ως άνω μείζονα σκέψη, οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας απέκτησαν την κυριότητα επί των επίδικων εδαφικών εκτάσεων με έκτακτη χρησικτησία, ο χρόνος της οποίας είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11-9-1915 και η κυριότητα αυτή στη συνέχεια δεν καταλύθηκε, η δε ενάγουσα συνέχισε να νέμεται αυτές, ασκώντας τις πιο πάνω διακατοχικές πράξεις από το έτος 1990, όταν και περιήλθαν στη νομή της κατόπιν άτυπης προς αυτή παραχώρησης από τον αληθινό κύριο, καλόπιστο νομέα και κάτοχο πατέρα της, Π.
Λ. του Γ., και μέχρι και το χρόνο έγερσης της κρινόμενης αγωγής (25-08-2011). Ανεξαρτήτως, όμως, τούτου, η παρατηρούμενη με βάση την έκθεση φωτοερμηνείας της Δασολόγου Α. Γ. δασοκάλυψη των επίδικων εδαφικών εκτάσεων (ουσιαστικά πρόκειται περί δασικών εδαφών φτωχών σε θρεπτικά συστατικά και οργανική ουσία προερχόμενη από την αποσύνθεση της υπερκείμενης δασικής βλάστησης αείφυλλων πλατύφυλλων όπως πουρνάρι, σχίνος, χρυσόξυλο, αγριελιές), οφείλεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, στο γεγονός ότι κατά τις μεταγενέστερες περιόδους των ανωτέρω διαδοχικών μεταβιβάσεων, οι εν λόγω ιδιοκτησίες καλλιεργούνταν πλημμελώς με αποτέλεσμα να αυξηθεί η δασοκάλυψη (βλ.
και τις διαπιστώσεις της υπ’ αριθ. ...-09-2013 τεχνικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο Αγρονόμος - Τοπογράφος Μηχανικός Σ. Ζ.) χωρίς, βέβαια, τούτο να συνεπάγεται και την απώλεια της επ’ αυτών νομής της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της, καθότι δεν αποδείχθηκε η εκ μέρους του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου άσκηση οιασδήποτε πράξης νομής επί των επίδικων εδαφικών εκτάσεων.
Σημειώνεται, ότι ουδέποτε μέχρι σήμερα το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αντέδρασε (δια των αρμοδίων οργάνων του) στην εκ μέρους της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της άσκηση των προαναφερθεισών διακατοχικών πράξεων επί των επίδικων εδαφικών εκτάσεων, αφού δεν αποδείχθηκε ότι εκδόθηκε κατά το παρελθόν κάποιο πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής ή ότι υποβλήθηκε σε βάρος των ως άνω προσώπων μηνυτήρια αναφορά για παράνομη κατάληψη δημόσιας δασικής έκτασης.
Αντιθέτως, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ενίσχυσε την πεποίθηση των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας ότι νέμονται ως κύριοι τις επίδικες εκτάσεις, εγκρίνοντας, μάλιστα, την πραγματοποίηση εργασιών εκχέρσωσης και καθαρισμού αυτών, ενέργειες, δηλαδή, που δεν θα επιτρέπονταν εάν επρόκειτο για δημόσιες δασικές εκτάσεις.
Ούτε, άλλωστε, αποδείχτηκε, ότι οι επίδικες εδαφικές εκτάσεις ανήκαν μέχρι την επανάσταση του 1821 στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους υπηκόους, που εγκατέλειψαν την επικράτεια κατά την επανάσταση και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, ούτε ότι επανέκαμψαν στην Ελλάδα, ή ότι καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο κατά το έτος 1830, με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ή ότι καταλήφθηκαν πριν από το έτος 1830 με δικαίωμα πολέμου ή πριν από το έτος 1837 ως αδέσποτες ή ήταν κατά το έτος αυτό αδέσποτες και καταλήφθηκαν αργότερα από το Δημόσιο, με βούληση κυρίου, ή ότι περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου δυνάμει χρησικτησίας, δοθέντος ότι δεν αποδείχθηκε η άσκηση της οιασδήποτε εκ μέρους του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου διακατοχικής πράξης ή ενέργειας διαφυλάξεως επί των επίδικων εκτάσεως.
Συναφώς, απορριπτέος τυγχάνει ο ισχυρισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί υπαγωγής των επίδικων εκτάσεων στις ρυθμίσεις των άρθρων 12 και 21 παρ. 8 του Ν. 3208/2003, αφού δεν αποδείχθηκε ότι απώλεσαν την επ’ αυτών κτηθείσα κυριότητα οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας. Σε κάθε δε περίπτωση, ο σχετικώς προβληθείς ισχυρισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου παρίσταται απορριπτέος και ως αόριστος και εκ του λόγου αυτού απαράδεκτος, δεδομένου ότι το εναγόμενο δεν επικαλείται ότι έχει προηγηθεί πράξη χαρακτηρισμού των επιδίκων εκτάσεων από την αρμόδια Πρωτοβάθμια Επιτροπή Επιλύσεων Δασικών Αμφισβητήσεων, κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979, ώστε να συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή των οικείων διατάξεων του επικαλούμενου ν. 3208/2003, όπως ισχύουν σήμερα, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη...".
Συνεπώς, έτσι που έκρινε το Εφετείο κατέληξε στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων ειδικότερα α) το πρωτόκολλο εξωτερικού αποτερματισμού και οροθέτησης των δημοσίων δασικών εκτάσεων περιοχής κοινότητας ... προς τις ιδιόκτητες εκτάσεις των κατοίκων της κοινότητας ..., καθόσον αξιολογεί και ειδικά μνημονεύει τον σχετικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Δημοσίου στη σελίδα 10α και στην αρχή της σελίδος 10β και τον οποίο απορρίπτει ως αλυσιτελή.
Τονίζεται στο σημείο αυτό, ως προς την παραδεκτή κατ’ άρθρ. 562 αρ. 2 ΚΠολΔ προβολή του ανωτέρω 1ου αναιρετικού λόγου, για το παραπάνω έγγραφο, ότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των προτάσεων του Δημοσίου στο Εφετείο, το αναιρεσείον Δημόσιο το είχε προσκομίσει με νόμιμη επίκληση το πρώτον ενώπιον του Εφετείου (άρθρ. 529 αρ. 2 ΚΠολΔ) και το είχε αριθμήσει ως σχετικό 35, ενώ αντίθετα, στις από 6-6-2012 πρωτόδικες προτάσεις του Δημοσίου - εναγομένου, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν γίνεται ειδική μνεία στο έγγραφο αυτό.
Παρά ταύτα όμως, το έγγραφο αυτό κρίνεται ότι προσκομίστηκε παραδεκτά, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου (άρθρ. 529 αρ. 2 ΚΠολΔ), εφόσον το Εφετείο το συνεκτίμησε και δεν επισήμανε, ότι το έγγραφο προσκομίστηκε καθυστερημένα από αμέλεια ή στρεψοδικία. Συνακόλουθα, για το λόγο αυτό κρίνεται, ότι προσκομίστηκε παραδεκτά στο Εφετείο και αξιολογήθηκε επίσης, παραδεκτά από το Εφετείο (ΑΠ 1479/2013).
β) Όσον αφορά το έτερο έγγραφο του 1ου αναιρετικού λόγου, δηλαδή την 5/1986 απόφαση της Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, για το οποίο το Δημόσιο αιτιάται επίσης την ίδια πλημμέλεια εκ του άρθρ. 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, ο 1ος λόγος αναίρεσης είναι πρωτίστως αόριστος, διότι το Δημόσιο δεν επικαλείται ειδικά, ότι το έγγραφο αυτό είχε προσκομιστεί με νόμιμη επίκληση στο Δικαστήριο ουσίας, κατ’ άρθρ. 240 σε συνδ. 524 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 224/2015, ΑΠ 2067/2014, ΑΠ 741/2012, ΑΠ 77/2009, ΑΠ 1821/2008).
Εξάλλου, το αν έγινε ή όχι επίκληση του αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου (ΑΠ 1595/2006, ΑΠ 1573/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως κατ’ αρχήν προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των από 6-6-2012 προτάσεων του Ελληνικού Δημοσίου ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά την Α’ συζήτηση της αγωγής και από τις από 12-5-2015 κατ’ έφεση προτάσεις του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, δεν μνημονεύεται το ανωτέρω έγγραφο (απόφαση 5/1986).
Επειδή όμως, αναφέρεται ως σχετικό 36, στις κατ’ έφεση προτάσεις, η υπ’ αρ. 1/1986 απόφαση της Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων κρίνεται ότι από προφανή παραδρομή αναφέρεται αντί του ορθού 5/1986, όπως άλλωστε επισημαίνει και το Δημόσιο με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του.
Συνεπώς, παραδεκτά κατ’ άρθρ. 562 αρ. 2 προτείνεται η σχετική αιτίαση του 1ου αναιρετικού λόγου και για το έγγραφο αυτό. Όμως και στην περίπτωση αυτή, ο 1ος αναιρετικός λόγος, για την 5/1986 απόφαση, κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, αν και το Εφετείο δεν μνημονεύει ειδικά το ανωτέρω έγγραφο-απόφαση 5/1986, με την οποία κατά το αναιρεσείον απορρίφθηκε η από 26-6-1985 ένσταση του δικαιοπαρόχου πατέρα της αναιρεσίβλητης, Π.
Λ., εν τούτοις δεν γεννάται αμφιβολία, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι το Εφετείο συνεκτίμησε και το έγγραφο αυτό και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 741/ 2013). Πιο συγκεκριμένα, από τη ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα οι διάδικοι, χωρίς να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αλλά και από το περιεχόμενο της απόφασης με ειδική μνεία στα έγγραφα, που εξαίρει λόγω της μεγαλύτερης σημασίας τους, κατά την ελεύθερη κρίση του (ΑΠ 2096/2009) δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, παρά τη μη ειδική αναφορά και αξιολόγηση της απόφασης 5/1986, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το έγγραφο αυτό, όπως βεβαίως και το προαναφερόμενο πρωτόκολλο, για το οποίο επίσης αιτιάται το αναιρεσείον Δημόσιο στον 1ο αναιρετικό λόγο και κατέληξε στην κρίση του, ότι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη είναι κυρία των απαλλοτριουμένων ακινήτων, εφόσον τα έγγραφα αυτά τα συνεκτίμησε με όλες τις λοιπές αποδείξεις.
Συμπερασματικά, επομένως, ο 1ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και για τα δύο ως άνω έγγραφα. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔικ βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο, με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης από 1-1-2002 (άρθρ. 14 Ν. 2915/2001 και άρθρ. 15 Ν. 2943/2001). Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο, που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει, όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση, που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κ.λπ.
και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος (ΑΠ 148/2016). Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 567/1984), ενώ έπρεπε να γίνει δεκτός (ΑΠ 1965/2014, πρβλ.
επίσης ΑΠ 954/2011, ΑΠ 485/2010, ΑΠ 1163/2011).
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κ.λπ., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κ.λπ., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κ.λπ., οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κ.λπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες, που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.
Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου; αφενός μεν τα ανήκοντα στο Τουρκικό Δημόσιο κτήματα, αφετέρου δε τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ν. 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (ΑΠ 1203/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ/τος της 17- 11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών" σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων, που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου.
Έτσι, με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών, που προϋπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση, όμως, του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους, κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος.
Δάσος, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους, που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.
ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος είναι οργανικά σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν, με την αμοιβαία αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδρασή τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασο-βιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).
Δασική έκταση υπάρχει και όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Κρίσιμη, επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης, είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους), βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σε αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (Α.Ε.Δ 27/1997).
Επίσης, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσης, ασκεπείς εκτάσεις χορτολειβαδικές ή μη, βραχώδεις εκτάσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλυτίες αυτών.
Δεν ασκεί, εξάλλου, επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση. Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝ.ΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του Α.Κ.
χρόνο, διατάξεις των ν. 8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν. 6 πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, δυναμένου εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία [σχ.
διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1 πανδ. (43.3), παρ. 9 Εισ. (2. 9), ν. 2 κωδ. (7.30), Βασ. (50.10)]. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.
Καλή πίστη, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.3), ν. 25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν. 5 πανδ. (41.7), ν. 3 πανδ. (41.10), ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7- 1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και επί των δημοσίων κτημάτων, όπως είναι τα εθνικά δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επί τούτων, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), Βασ. 9, παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.
ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της...", με τις οποίες αναστέλλεται κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία επί τούτων (Ολ.ΑΠ 75/1987, ΑΠ 78/2015), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ΑΠ 1249/2013).
Με την απόδειξη συμπληρώσεως έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ανωτέρω τρόπο επέρχεται ανατροπή του ανωτέρω τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων. Ο σχετικός ισχυρισμός προτείνεται κατ’ ένσταση, εναντίον αγωγής του Δημοσίου από τον εναγόμενο ιδιώτη που προβάλλει δικό του δικαίωμα κυριότητας, σε δασική έκταση αναγόμενο σε κτήση με έκτακτη χρησικτησία συμπληρωθείσα πριν από την τελευταία ημερομηνία (βλ.
Ολ.ΑΠ 75/87). Εξάλλου, όταν ενάγει ο ιδιώτης το Δημόσιο, ισχυριζόμενος ότι έχει συμπληρωθεί υπέρ αυτού έκτακτη χρησικτησία σε δημόσιο ακίνητο πριν την 11-9-1915 και επικαλείται ότι ασκούσε πράξεις νομής προσιδιάζουσες σε καλλιεργήσιμο αγρό, ο ισχυρισμός του εναγομένου δημοσίου ότι πρόκειται για δάσος από της συστάσεως του ελληνικού κράτους, δεν ανατρέπει αφ’ εαυτού την συμπλήρωση της έκτακτης χρησικτησίας (εφόσον αυτή χωρεί και επί δασών), ώστε δεν αποτελεί ένσταση αλλά άρνηση του χαρακτήρα του ακινήτου και των συγκεκριμένων πράξεων νομής που επιδέχεται λόγω του χαρακτήρα του αυτού και είναι συνεπώς αντικείμενο ανταποδείξεως στα πλαίσια της κυρίας αποδείξεως που βαρύνει τον ενάγοντα για την ιστορική βάση της αγωγής του.
Ακόμη, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, του άρθρου 58 του α.ν. 86/1969), κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση, έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη (ΑΠ 1482/2008), ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.δ. 17-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 226/2015, ΑΠ 1249/2013).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει, ότι από την ισχύ του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Παράλληλα από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 976-979 του Α.Κ. συνάγεται ότι νομή είναι η φυσική εξουσία επί του πράγματος, που ασκείται με διάνοια κυρίου, απαιτουμένης, έτσι, για τη θεμελίωση αυτής, της συνδρομής δύο στοιχείων, ήτοι της φυσικής εξουσίας επί του πράγματος και της βούλησης εξουσίασης τούτου με διάνοια κυρίου, το οποίο τελευταίο στοιχείο συντρέχει, όταν κάποιος κατέχει το πράγμα ως κύριος.
Άσκηση δε νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις πάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του, όπως είναι η καλλιέργεια αγροτεμαχίου, η εκμίσθωσή του, η χρησιμοποίησή του ως βοσκότοπου, η επίβλεψη, η επίσκεψη και η επιμέλεια του καθαρισμού του (ΑΠ 1443/2015, ΑΠ 289/2016, ΑΠ 1291/2011).
Με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, διότι, αν και ορθά (κατά το αναιρεσείον) έκρινε το Εφετείο, ότι ο ισχυρισμός του Δημοσίου,με τον οποίο αυτό υποστήριξε ότι είναι κύριο των επίδικων απαλλοτριουμένων ακινήτων (δημόσιο δάσος) συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και ως εκ τούτου η ενάγουσα έφερε το κύριο βάρος απόδειξης της αγωγής και ήταν υποχρεωμένη να αποδείξει τον τρόπο κτήσης κυριότητας αυτής μέχρι πρωτότυπο τρόπο κτήσης με 30ετή κατοχή με συγκεκριμένες πράξεις νομής και καλή πίστη του νομέα μέχρι το 1915, εντούτοις το Εφετείο επέρριψε το αντικειμενικό βάρος απόδειξης στο Δημόσιο και όχι στην αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, η οποία και δεν απέδειξε, παρότι όφειλε, εφόσον το Δημόσιο αρνήθηκε αιτιολογημένα την αγωγή, ότι κατά τους χρόνους υπογραφής των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου (3-2-1830, 16-6-1830 και 1-7-1830) και της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (9-7-1832) οι επίδικες εκτάσεις δεν περιήλθαν στην κυριότητά του και δεν αποτελούν δημόσια δάση.
Ο παραπάνω 2ος αναιρετικός λόγος (άρθρ. 559 αρ. 13 ΚΠολΔ) πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση της ουσίας των αποδείξεων (άρθρ. 561 αρ.1 ΚΠολΔ), σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί αναλυτικά προηγουμένως, κατ’ ακριβή αντιγραφή του περιεχομένου της, ο ισχυρισμός του Δημοσίου, ότι τα επίδικα ακίνητα είναι δημόσιο δάσος από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν, επειδή οι αποδείξεις που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα, (οι οποίες ενόψει της κοινότητας των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την Αρχή της επενέργειας του άρθρ. 346 ΚΠολΔ, εκτιμήθηκαν από το Εφετείο), θεωρήθηκαν επαρκείς για την απόδειξη της αγωγής της χωρίς σχετική ανταπόδειξη εκ μέρους του Δημοσίου.
Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη νομική σκέψη, η ενάγουσα, λόγω του υφισταμένου τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου, βαρυνόταν κατ’ αρχήν μόνο με την απόδειξη του αρνητικού ισχυρισμού, ότι τα επίδικα ακίνητα δεν φέρουν τον χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης και, σύμφωνα με την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη απέδειξε ότι τα επίδικα ακίνητα είναι ιδιωτικές καλλιεργήσιμες εκτάσεις, όπως και την κυριότητά της επ’ αυτών, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, σύμφωνα με το ΒΖΡ δίκαιο έως την έναρξη του ΑΚ (1946) και έκτοτε, σύμφωνα με τον ΑΚ μέχρι την άσκηση της αγωγής το 2011.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο συνεκτίμησε εκτός από τις μαρτυρικές καταθέσεις, τους τίτλους κτήσης των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας (συμβόλαια αγοραπωλησίας του αμέσου δικαιοπαρόχου πατέρα της, Π. Λ., για την αγορά της μείζονος έκτασης των 160 στρεμμάτων, εντός της οποίας βρίσκονται τα επίδικα απαλλοτριούμενα ακίνητα καθώς επίσης τους τίτλους κτήσης των απώτερων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, από τους οποίους απέκτησε ο πατέρας της τα 160 στρέμματα, την με ...2013 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, το με αρ. .../1913 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Νομαρχίας Φθιώτιδας, το οποίο απευθυνόταν στον πατέρα της, Π.
Λ. και στο οποίο γίνεται μνεία ότι η έκταση των 160 στρεμμάτων εμπίπτει στην κατηγορία των επιδεκτικών καλλιέργειας εκτάσεων, την με ...1934 απόφαση του Υπουργείου Γεωργίας και την από 30-3-1953 έκθεση αυτοψίας του Δασάρχη Λαμίας. Τα ανωτέρω έγγραφα, που είχε προσκομίσει νόμιμα η ενάγουσα, τα συνεκτίμησε το Εφετείο με τα έγγραφα, που επίσης είχε προσκομίσει το Δημόσιο, εκ των οποίων ειδικά μνημονεύει την με .../2012 έκθεση φωτοερμηνείας της Δασολόγου, Α.
Γ. και την με αρ. .../2013 τεχνική έκθεση του Δασολόγου, Σ. Χ.. Μετά δε την εκτίμηση και αξιολόγηση όλου του αποδεικτικού υλικού κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι κυρία των απαλλοτριουμένων ακινήτων είναι η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη καθόσον οι απώτατοι δικαιοπάροχοί της απέκτησαν την κυριότητα της επίδικης έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, ο χρόνος της οποίας είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11-9-1915, έκτοτε δε συνέχισαν να νέμονται οι δικαιοπάροχοί της και η ίδια, κατά τα ήδη εκτεθέντα, μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Επομένως, δεν επιβλήθηκε εσφαλμένα το βάρος απόδειξης στο Δημόσιο, αλλά ο ισχυρισμός αυτού, ότι τα επίδικα είναι δημόσιο δάσος ή δασική έκταση απορρίφθηκε, διότι οι αντίθετες αποδείξεις της ενάγουσας κρίθηκαν ανελέγκτως επαρκείς, ώστε να απορριφθεί ο ισχυρισμός αυτός του Δημοσίου και να γίνει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.
Συμπερασματικά, κατόπιν όλων αυτών ο 2ος λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α’ του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, πού ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά (ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1479/2014, ΑΠ43/2012).
Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Α’ σκέλος αυτού το αναιρεσείον ψέγει την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση για την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι το Εφετείο δέχθηκε ως ουσία βάσιμο το πραγματικό ζήτημα περί κυριότητας της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, χωρίς να αναφέρει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία άντλησε το στοιχείο αυτό, διότι οι πράξεις νομής αποτελούν πραγματικό ζήτημα, που αποδεικνύεται από μαρτυρίες προσώπων, αποδεικτικό μέσο όμως, που δεν μπορεί να καλύψει γεγονότα, που συνέβησαν πριν 130 χρόνια.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί αναλυτικά στους προηγούμενους 1ο και 2ο αναιρετικούς λόγους, προς αποφυγή άσκοπης επανάληψης, προκύπτει ότι το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής και του δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας επί των απαλλοτριούμενων ακινήτων κατέληξε ύστερα από την εκτίμηση (όπως ρητά μνημονεύει) όχι μόνο των μαρτυρικών καταθέσεων, αλλά όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή μαρτυρικές καταθέσεις, από την έκθεση δικαστικής τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, από τα έγγραφα, που με νόμιμη επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, ορισμένα εκ των οποίων μνημονεύει και αξιολογεί ειδικά. Έτσι στην παραδοχή του το Εφετείο περί του ουσιώδους ζητήματος της κυριότητας δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη, αλλά από όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα και συνακόλουθα ο 3ος αναιρετικός λόγος κατά το Α’ σκέλος αυτού, εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 845/2012, ΑΠ 174/ 2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1351/2011, ΑΠ 479/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον 3ο αναιρετικό λόγο, κατά το Β’ σκέλος αυτού, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ (εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικών διατάξεων που διέπουν το νομοθετικό καθεστώς περί κυριότητας του Δημοσίου των πρώτων Οθωμανικών Γαιών -7 Ραμαζάν-, το πρωτόκολλο του Λονδίνου 1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και τα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα, την Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης του 1832, το ΒΔ 1836 περί ιδιωτικών δασών, το διάταγμα 1833 περί βοσκής και λειβαδιών και τις διατάξεις του ΒΖΡ δικαίου περί έκτακτης χρησικτησίας, τους οποίους ειδικότερα ουσιαστικούς κανόνες το αναιρεσείον αναφέρει αναλυτικά στον 2ο αναιρετικό λόγο) και αιτιάται ότι το Εφετείο κατέληξε στις παραδοχές του για το ουσιώδες ζήτημα της κυριότητας της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας με ασάφειες και αντιφάσεις, διότι α) δεν αναφέρονται αιτιολογημένα οι πράξεις φυσικής εξουσίασης επί της επίδικης έκτασης σε συνάρτηση με τη μορφή των επί μέρους τμημάτων της, β) οι διακατοχικές πράξεις δεν εξειδικεύονται κατ’ είδος καλλιέργειας, ούτε εξειδικεύεται το είδος και τα μέσα επιτήρησης και ως προς τα πρόσωπα που τις άσκησαν, γ) δεν εξειδικεύεται ο χρόνος εμπλοκής καθενός κατόχου - νομέα στην επίδικη έκταση και δ) δεν προσδιορίζεται η αδιάλειπτη και καλόπιστη νομή του απώτερου δικαιοπαρόχου της, Δ.
Μ., κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1875 έως το έτος 1900. Ο λόγος αυτός όμως πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι σύμφωνα με όσα δέχεται ανελέγκτως (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ) η προσβαλλόμενη απόφαση, το σκεπτικό της οποίας έχει επισκοπηθεί και παρατεθεί αυτολεξεί προηγουμένως, προκύπτει ότι με πλήρη και σαφή αιτιολογία α) προσδιορίζεται επακριβώς η επίδικη έκταση στο ενιαίο ακίνητο των 160 στρεμμάτων, τμήματα του οποίου αποτελούν τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, που περιγράφονται στον Κτηματολογικό Πίνακα με στοιχεία ...
επιφάνειας 2.323,17 Μ2, ..., επιφάνειας 6.668,41 Μ2, ..., επιφάνειας 10.028,45 Μ2, ..., επιφάνειας 432,30 Μ2 και ..., επιφάνειας 1.965,65 Μ2 (για το τελευταίο ακίνητο σημειωτέον ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας, διότι με την υπ’ αριθμ. 62/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη αναγνωρίστηκε δικαιούχος κάθε είδους αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά με την υπ’ αριθμ. 136/2008 απόφαση του Εφετείου Λαμίας).
Όλα τα ανωτέρω απαλλοτριούμενα ακίνητα περιγράφονται αναλυτικά κατά θέση και όρια, β) αναφέρει το Εφετείο τις διακατοχικές πράξεις όλων των νομέων, δηλ. της ενάγουσας, του αμέσου δικαιοπαρόχου πατέρα της και των απώτερων αυτού δικαιοπαρόχων από το έτος 1875, ενώ περιγράφει τις πράξεις φυσικής εξουσίασης, όπως καλλιέργεια ελαιοδένδρων, συλλογή του ελαιοκάρπου, εμβολιασμό των αγρίων ελαιοδένδρων, οριοθέτηση με κτιστά ορόσημα, επίβλεψη και επιτήρηση, κατασκευή αναβαθμών και ξερολιθιών για τη συγκράτηση του φυτοχώματος.
Ειδικά, για τον δικαιοπάροχο πατέρα της, Π. Λ., η προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύει το με αρ. .../1973 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Νομαρχίας Φθιώτιδος, με το οποίο η Νομαρχία απαντά σ’ αυτόν, ότι το μείζον κτήμα είναι κατάλληλο για καλλιέργεια, καθώς επίσης την …/1934 απόφαση του Υπ. Γεωργίας και την από 30-3-1953 έκθεση αυτοψίας του Δασάρχη Λαμίας, με τις οποίες καθορίστηκε η επιδεκτική καλλιέργειας ζώνη, στην οποία εμπίπτει το ακίνητό του, δηλαδή πράξεις δημοσίων οργάνων, που δεν θα διενεργούνταν, εάν επρόκειτο για δημόσια δασική έκταση, γ) το Εφετείο παραθέτει τους τίτλους κτήσης της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας και κατονομάζει αναλυτικά τους δικαιοπαρόχους της από το έτος 1875 έως την άτυπη παραχώρηση του πατέρα της σ’ αυτήν το έτος 1990, ώστε καθίσταται εφικτή η διαπίστωση της συμπλήρωσης 30ετούς πλήρους καλόπιστης νομής κατά το ΒΖΡ δίκαιο έως την 11-9-1915 (40 έτη) και έκτοτε έως την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) και έκτοτε άσκηση νομής με διάνοια κυρίου έως το έτος 1990, που ο δικαιοπάροχος πατέρας της παραχώρησε σ’ αυτήν άτυπα το ενιαίο ακίνητο των 160 στρεμμάτων, το οποίο έκτοτε το νέμεται η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη συνεχώς έως την άσκηση της αγωγής το έτος 2011, τμήματα του οποίου αποτελούν τα επίδικα απαλλοτριούμενα ακίνητα και δ) το Εφετείο αναφέρει ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος, Δ.
Μ., νεμόταν και κατείχε με καλή πίστη, δηλαδή με ειλικρινή πεποίθηση, ότι με την άσκηση της νομής δεν προσβάλλονται δικαιώματα τρίτων από το 1875 έως το 1900, οπότε και απεβίωσε ασκώντας τόσον αυτός, όπως και οι λοιποί δικαιοπάροχοι τις ίδιες ως άνω διακατοχικές πράξεις νομής. Τέλος το Εφετείο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι συμπληρώθηκε 30ετής καλόπιστη νομή στις 11-9-1915 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατά το ΒΖΡ δίκαιο, αλλά και έως την εισαγωγή του ΑΚ και έκτοτε κατά τον ΑΚ, που δεν καταλύθηκε έως το 1990 και ότι η ενάγουσα συνέχισε να νέμεται από το 1990 έως την άσκηση της αγωγής (2011) με διάνοια κυρίου και ότι συνεπώς ο ισχυρισμός του Δημοσίου ότι πρόκειται για δάσος δεν ανατρέπει την κυριότητα της ενάγουσας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων έχει ανατραπεί, στην ένδικη υπόθεση, στις 11-9-1915.
Συνακόλουθα, από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει, ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων δικαίου, που προαναφέρθηκαν περί κυριότητας του Δημοσίου από την σύσταση του Ελληνικού Κράτους, τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Κατόπιν όλων αυτών ο 3ος με στοιχείο Β’ λόγος της αίτησης αναίρεσης εκ του άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατόπιν τούτου η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) μειωμένα όμως κατ’ άρθρ. 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-12-2015 (αρ. .../2015) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 65/2015 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία. Και
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου μειωμένα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ