Legislator Case Law & Legislation
809/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding land ownership and possession claims.

Case Number 809/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the final judgment of the Single Court of Appeal in Western Greece. The appellants successfully claimed ownership and possession of agricultural land based on long-term possession and prescription, while the State argued the land was forested and their title invalid. The court rejected the State's arguments as factually unsupported and legally unfounded, ruling that the lower court correctly applied the law regarding possession and ownership.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577(1) and 3 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if it attempts to challenge the court's assessment of evidence without new grounds, and the appeal is unfounded if it relies on incorrect premises regarding land classification that contradict the established facts.

Keywords

AI generated
appeal admissibility land ownership possession claims prescription rights agricultural land evidence assessment court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 577(1) and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 1045 of the Civil Code
Article 28(4) of Law 2579/1998
Article 22(4) of Law 1868/1999
Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Case 647/2020
Case 561/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 809 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 809/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Λ. του Θ. και 2) Γ. Λ. του Θ., κατοίκων ... Βόνιτσας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γρίνο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 09.03.2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15.04.2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Η κρινόμενη από 15.04.2019 (αρ.κατ. 12/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αρ. 19/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 αρ.1 και 3 ΚΠολΔ).

[II] Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), αναφορικά με την δικαστική πορεία της υπόθεσης, προκύπτουν τα εξής:

Οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου την από 09.03.2015 (αρ.κατ. 237/2015) αναγνωριστική αγωγή, κατά την τακτική διαδικασία, στην οποία ισχυρίστηκαν, ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας ενός ακινήτου, επιφάνειας 48.340,62 μ², που βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας ... του Δήμου ... Βόνιτσας, το οποίο είχε περιέλθει σ’ αυτούς με άτυπη παραχώρηση εκ μέρους του δικαιοπαρόχου πατέρα τους, Θ. Λ., τριάντα έτη και πλέον πριν από την άσκηση της αγωγής , ότι έκτοτε αυτοί επί του ακινήτου αυτού ασκούσαν διακατοχικές πράξεις νομής, που αρμόζουν στη φύση του• ότι επίσης, πριν από αυτούς ο απώτερος δικαιοπάροχος πατέρας τους και οι απώτατοι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν από το έτος 1880 συνεχώς και αδιαλείπτως στο ακίνητο τις διακατοχικές πράξεις, που αρμόζουν στη φύση του ως αγρός, και ότι με την προσμέτρηση στο χρόνο της δικής τους χρησικτησίας του χρόνου χρησικτησίας των ανωτέρω δικαιοπαρόχων τους κατέστησαν κύριοι του ακινήτου αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Επίσης, στην αγωγή ιστορούσαν, ότι με την υπ’ αρ..../.../…-…-2009 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Χωροταξίας Δημοσίων Έργων, τμήμα του ακινήτου αυτού, επιφάνειας 44.667 μ² απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα,για την κατασκευή του έργου «Αρδευτικά Δίκτυα Κεντρικού ... και δημιουργίας δανειοθαλάμου στο ... Νομού Αιτωλοακαρνανίας», ότι με την υπ’ αρ. 33/2013 οριστική απόφαση του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν ως άνω ακίνητό τους στο ποσό των 5 ευρώ/첕 ότι με την από 12.09.2012 αγωγή – αίτησή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου (που ασκήθηκε μαζί με άλλα πρόσωπα, που σήμερα δεν είναι διάδικοι) ζήτησαν να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της οριστικά καθορισθείσας αποζημίωσης• ότι επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 186/2014 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία απέσχε να εκδώσει οριστική απόφαση επί του αιτήματός τους, διότι το εναγόμενο – καθ’ ού η ανωτέρω αίτηση Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε δικαίωμα κυριότητας επί τμήματος του απαλλοτριωμένου ακινήτου τους, επιφάνειας 27.568,06 μ² υποστηρίζοντας ότι τούτο αποτελεί δημόσια δασική έκταση.

Με το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν κυρίως (κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της υπόθεσης), να αναγνωριστούν συγκύριοι σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω ακινήτου και δικαιούχοι της οριστικά καθορισθείσας τιμής μονάδος αποζημίωσης με βάση την ανωτέρω υπ’ αρ. 33/2013 τελεσίδικη απόφαση, συνολικού ποσού 241.703,10 ευρώ, κατά το ποσοστό συγκυριότητας καθενός και να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε καθένα τούτων το ανωτέρω ποσό, κατά το ποσοστό της συγκυριότητας αυτών.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 112/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, η οποία δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε σε καθένα ενάγοντα το ποσό των 111.667,50 ευρώ και συνολικά 223.335 ευρώ.

Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 11.09.2017 (αρ.κατ. 96/2017) έφεση, με την οποία επανέφερε, ως λόγο έφεσης την ένσταση ιδίας κυριότητας αυτού σε κάθε έκταση που αποτελεί δάσος, όπως ήταν η αμφισβητούμενη από αυτό έκταση των 27.568,06 μ² του απαλλοτριουμένου ακινήτου των τότε εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία, κατά συνοπτική παράθεση των αιτιολογιών της, που θα εκτεθούν αναλυτικά παρακάτω, δέχθηκε ότι όλο το απαλλοτριούμενο ακίνητο, συνολικής επιφάνειας 44.667 μ² αποτελείται από τρία τμήματα με στοιχείο Ι, ΙΙ, και ΙΙΙ• ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν αμφισβήτησε τον χαρακτήρα του υπό στοιχείο ΙΙΙ τμήματος ως αγροτικής έκτασης, αλλά ότι προβάλλει δικαίωμα κυριότητας μόνο επί των υπό στοιχείο Ι και ΙΙ τμημάτων του μείζονος ακινήτου ως δημοσίων κτημάτων, συνολικής επιφάνειας αυτών 27.568,06 첕 ότι όμως τα ανωτέρω δύο τμήματα, κατά τις παραδοχές, ουδέποτε είχαν την ιδιότητα δημοσίου κτήματος και ειδικότερα δάσους, αλλά ότι «ανέκαθεν» είχαν και αυτά αγροτική μορφή, όπως και το μη αμφισβητούμενο υπό στοιχείο ΙΙΙ τμήμα και ότι συνεπώς ήταν εφικτή, κατά το προϊσχύσαν ΒΖΡ δίκαιο, η απόκτηση κυριότητας επ’ αυτών με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησία από ιδιώτες• ότι επίσης, τα επίδικα ως άνω δύο τμήματα (όπως και το υπό στοιχείο ΙΙΙ που δεν αμφισβητεί το Ελληνικό Δημόσιο) παραχωρήθηκαν άτυπα στους ήδη αναιρεσιβλήτους περίπου το έτος 1985 από τον δικαιοπάροχο πατέρα τους, ότι έκτοτε αυτοί ασκούσαν σ’ αυτά με διάνοια κυρίου τις αρμόζουσες προς τη φύση των ως άνω δύο τμημάτωνως αγρών (αλλά και του υπό στοιχείο ΙΙΙ) διακατοχικές πράξεις νομής, τουλάχιστον επί είκοσι έτη και ότι έτσι κατέστησαν συγκύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ.

Πρέπει να επισημανθεί στο σημείο αυτό, ότι το Εφετείο για την κτήση κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας στηρίχθηκε στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και δεν ανέτρεξε στις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΖΡ δικαίου, που προϋποθέτουν για την κτήση έκτακτης χρησικτησίας συνεχή τριακονταετή νομή με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου, που θα έπρεπε να έχει συμπληρωθεί έως 11.09.2015, διότι δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι τα επίδικα ακίνητα ουδέποτε είχαν αποκτήσει τη μορφή δημόσιου εθνικού κτήματος και ειδικότερα, δάσους, που κατά μαχητό τεκμήριο ανήκει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και η οποία είναι δυνατόν να καταλυθεί με τη συνδρομή των προϋποθέσεων κτήσης έκτακτης χρησικτησίας του ΒΖΡ δικαίου.

[III] Κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες:

(α) Τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κ.λπ., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης,

(β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κ.λπ., των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ),

(γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής,

(δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κ.λπ., οι οποίες ήταν προορισμένες για τη κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και

(ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κ.λπ., οι οποίες αποτελούσαν γαίες, που κανείς δεν κατείχε, δεν εξούσιαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων και της από 09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, αφενός μεν τα ανήκοντα στο Τουρκικό Δημόσιο κτήματα, αφετέρου δε τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία το Ελληνικό Δημόσιο κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε, καθώς και εκείνα τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών Πρωτοκόλλων, είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ν. 21-6/10-7-1837 «περί διακρίσεως κτημάτων» (ΑΠ 1203/2012).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ/τος της 17- 11/1-12-1836 «περί ιδιωτικών δασών» σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων, που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου.

Έτσι, με τις προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών, που προϋπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση, όμως, του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους, κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος.

Κρίσιμη, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης, είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σε αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (ΑΕΔ 27/1997). Επίσης, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις, προκύπτει, ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσης, ασκεπείς, χορτολειβαδικές ή μη, βραχώδεις εκτάσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλυτίες αυτών.

Δεν ασκεί, εξάλλου, επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση.

Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του ΑΚ χρόνο, διατάξεις των ν. 8 παρ. 1, κωδ. (7.39), ν. 9 παρ 1 πανδ. (50.14), ν.2 παρ. 20 πανδ. (41.4), ν.6 πανδ., ν.76 παρ.1 πανδ. (18.1), ν.7 παρ.3 πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, δυναμένου εκείνου, που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία [σχ.

διατάξεις των ν. 18, 24 παρ.1 πανδ. (43.3), παρ.9 Εισ, (2. 9), ν.2 κωδ (7.30), Βασ. (50.10)]. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο «περί διακρίσεως κτημάτων», στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι «ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις», επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου.

Καλή πίστη,όπως συνάγεται από τις διατάξεις των ν.20 παρ.12 πανδ. (5.3), ν.25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ.1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν.3 πανδ. (41.10), ν.7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16), αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, τη συνδρομή δε της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της, ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 «περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων» συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και επί των δημοσίων κτημάτων, όπως είναι τα εθνικά δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επί τούτων, κατά τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 κωδ. (7.39), Βασ. 9. παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου», που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12.09.1915 μέχρι και της 16.05.1926 και αφ’ ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της [...]», με τις οποίες αναστέλλεται κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύτηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία επί τούτων (ΟλΑΠ 75/1987, Α.Π. 78/2015), ενώ έκτοτε τα ακίνητα αυτά είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας (ΑΠ 1249/2013).

Ακόμη, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11.09.1915, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των κατά καιρούς ισχυσάντων δασικών κωδίκων (όπως του άρθρου 49 του ν. 2052/1920, του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, του άρθρου 58 του α.ν. 86/1969), κατά τις οποίες το Δημόσιο θεωρείται νομέας στα δημόσια δάση, έστω και αν δεν ενεργήσει πράξεις νομής και ότι νομή δεν μπορεί να ασκήσει κανένας με εκχέρσωση, υλοτομία, σπορά ή άλλη πράξη (ΑΠ 1482/2008), ούτε απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας στα δημόσια κτήματα και συνεπώς στα δημόσια δάση με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.Δ. 17-11-1836 «περί ιδιωτικών δασών» (ΑΠ 647/2020, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 561/2017, ΑΠ 11/2017, ΑΠ 712/2017, ΑΠ 2192/2013, ΑΠ 226/2015, ΑΠ 1249/2013).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ προκύπτει, ότι υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Παράλληλα από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 976-979 του ΑΚ συνάγεται ότι νομή είναι η φυσική εξουσία επί του πράγματος που ασκείται με διάνοια κυρίου, απαιτουμένης, έτσι, για τη θεμελίωση αυτής, της συνδρομής δύο στοιχείων, ήτοι της φυσικής εξουσίας επί του πράγματος και της βούλησης εξουσίασης τούτου με διάνοια κυρίου, το οποίο τελευταίο στοιχείο συντρέχει, όταν κάποιος κατέχει το πράγμα ως κύριος. Άσκηση δε νομής επί ακινήτου, που οδηγεί στην κτήση κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις πάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου, δηλαδή με τη θέληση να το έχει δικό του, όπως είναι η καλλιέργεια αγροτεμαχίου, η εκμίσθωσή του, η χρησιμοποίησή του ως βοσκότοπου, η επίβλεψη, η επίσκεψη και η επιμέλεια του καθαρισμού του (ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 1443/2015,ΑΠ 289/2016,ΑΠ 1291/2011).

Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 382/2013).

[IV] Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ.α’ ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας επί των υπό στοιχείο Ι και ΙΙ επίδικων εδαφικών εκτάσεων του απαλλοτριουμένου ακινήτου αυτών, διότι τούτο δήθεν παραχωρήθηκε άτυπα από τον άμεσο δικαιοπάροχο πατέρα τους, περί το έτος 1985 και ότι έκτοτε αυτοί δήθεν κατείχαν και νεμήθηκαν τις επίδικες εκτάσεις φροντίζοντας και επιτηρώντας αυτές με διάνοια κυρίου, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων ν.8 παρ.1 κωδ. (7.39),ν.9 παρ.1 βασ.(50.14),ν .2 παρ.20 πανδ.(41.4), ν.6 πανδ.(44.3),ν.76 παρ.1 πανδ.(18.1), ν.7 παρ.3 πανδ.(23.3) ,ν.27 πανδ. (18-1), 15 παρ.3,48 πανδ.(41-3),πανδ.(51-4) ,5 παρ. 5.1 (41-10) και 109 πανδ.(50-16),των άρθρων18 και 21 του Ν.της 21-6/3-7-1837 «περί διακρίσεως των δημοσίων κτημάτων», του Ν.

ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων «περί δικαιοστασίου», που εκδόθηκαν βάσει αυτού, του άρθρου 21 του ΝΔ/τος της 22/16-5-1926 «περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης»,του άρθρου 45 του κώδικος περί χαρτοσήμου,τα άρθρα 1,2 και 3 του β.διατ/τος της 17.11/1-12-1836 «περί ιδιωτικών δασών», το άρθρο 215 παρ.1 του Ν. 4173/1929, όπως ισχύει, τα άρθρα 2 και 4 του ΑΝ. 1539/1938 και τα άρθρα 58 παρ. 3,4 και 5 του ΝΔ/τος 86/1969, καθώς επίσης εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ, καθόσον τα περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχθηκαν δεν αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της τελευταίας ως άνω διάταξης, ενώ αντιθέτως πληρούσαν το πραγματικό όλων των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν ,διότι, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, οι αναιρεσίβλητοι δεν απέκτησαν τη νομή των επιδίκων εκτάσεων με υλοτομία ή εκμετάλλευση αυτών με άδεια της δασικής αρχής, με δεδομένη τη δασική τους μορφή και ότι συνακόλουθα κατέστη αδύνατη η συνδρομή των προϋποθέσεων για την κτήση κυριότητας από αυτούς με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον η κυριότητά τους ανήκει, κατά τεκμήριο, στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δεν ανατράπηκε από τους αναιρεσιβλήτους.

Με τον συναφή 2ο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη την ίδια αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ.α’ ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι δήθεν δεν προκύπτει από το υπ’ αρ. .../24-10-2013 έγγραφο του Δασαρχείου Αμφιλοχίας και την έκθεση φωτοερμηνείας του αρμόδιου Δασολόγου, ότι κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του β.δ/τος 17/1-12-1836 «περί ιδιωτικών δασών» τα επίδικα δύο τμήματα επιφάνειας 27.568,06 μ² είχαν χαρακτήρα δασικής έκτασης, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1,2 και 3 του ανωτέρω β.δ/τος και το άρθρο 62 παρ.1 του Ν. 998/1979 περί προστασίας δασών,αν και τα αποδειχθέντα περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω κανόνων δικαίου, διότι κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, οι ανωτέρω κανόνες δικαίου δεν συνδέουν το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου με κάποιο χρονικό σημείο, κατά το οποίο πρέπει να αποδεικνύεται η δασική μορφή του ακινήτου, αλλά αρκεί τούτο να έχει αποκτήσει οποτεδήποτε τέτοια μορφή.

[V] Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση,που επισκοπείται επιτρεπτά κατά το άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ για τις ανάγκες των ερευνώμενων ως άνω συναφών αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε τα ακόλουθα:

«| […] To επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση «...» της κτηματικής περιφέρειας της ΤΚ ... της ΔΕ ... του Δήμου ... - Βόνιτσας, έχει έκταση 48.340,62 τ.μ., εμφαίνεται στο συνημμένο στην αγωγή από Ιουλίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ. Ξ. με τα στοιχεία 1-2- 3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21-22- 23-24-25-26-27-28-29-1 και συνορεύει βόρεια με χείμαρρο ..., ανατολικά με πρώην ιδιοκτησία εναγόντων και με ιδιοκτησία Ν. Κ., νότια με ιδιοκτησίες Κ. Κ., Ε. Κ. και Κ. Λ. και δυτικά με ιδιοκτησίες Κ. Λ., Η. Δ. και Π. Λ. .

Με την .../.../.../…-2009 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ (ΦΕΚ 497/τεύχος Α.Α.Π/2-10-2009) κηρύχθηκε, υπέρ και με δαπάνες του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου «Κατασκευή των αρδευτικών δικτύων Κεντρικού ... (υψηλή ζώνη) και δημιουργία δανειοθαλάμου» στον ...

του Ν. Αιτωλ/νίας, έκτασης συνολικού εμβαδού 442.592, 44 τ.μ., που εικονίζεται (α) στο από Φεβρουαρίου 2009 με κλίμακα 1:1000 ακριβές αντίγραφο αριθμ. σχεδίου ΓΙ κτηματολογικού διαγράμματος και του αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα και (β) με κλίμακα 1:1000 και αριθμ. σχεδίων ΚΤ-1 έως ΚΤ-22 ακριβή αντίγραφα κτηματολογικών διαγραμμάτων και αντίστοιχων κτηματολογικών πινάκων, που έχουν συνταχθεί από τον τοπογράφο μηχανικό Νικόλαο Σίμπα και έχουν θεωρηθεί από τον Προϊστάμενο της Ε.Υ.Δ.Ε/ΟΣΥΕ του τμήματος Ναυπάκτου του ΥΠΕΧΩΔΕ.

Μεταξύ των απαλλοτριούμενων εκτάσεων περιλαμβάνεται και τμήμα του προπεριγραφέντος ακινήτου, εμβαδού 44.667 τ.μ., το οποίο στον από Φεβρουαρίου 2009 κτηματολογικό πίνακα που συνέταξε ο προαναφερόμενος μηχανικός Ν. Σ. και θεωρήθηκε στις 30.03.2009, από τον Προϊστάμενο ΕΥΔΕ/ΟΣΥΕ, εμφαίνεται με αριθμό 1Δ και φερόμενους ιδιοκτήτες τους ενάγοντες, απεικονίζεται δε με τα στοιχεία Α-1-2-3-4-5-6-7-8-9-Σ1-Τ1-10-11-12-1- 3-14-15-16-Υ1-Φ1-Α.

Με την 33/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας καθορίσθηκε ως οριστική τιμή του απαλλοτριωθέντος αυτού ακινήτου το ποσό των 5 ευρώ/τ.μ. .

Ακολούθως οι ενάγοντες, μεταξύ άλλων δικαιούχων, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου την από 12.09.2012 αίτησή τους με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της καθορισθείσας παραπάνω αποζημίωσης. Κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης το καθ’ ου και ήδη εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο πρόβαλε δικαίωμα ίδιας κυριότητας σε τμήμα, εμβαδού 27.568,06 τ.

μ. του ως άνω απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ισχυριζόμενο ότι το τμήμα αυτό, σύμφωνα με την .../24-10-2013 έκθεση του Δασαρχείου Αμφιλοχίας, αποτελεί δασική έκταση και ως τέτοια ανήκει στην κυριότητά του. Έτσι το δικάσαν δικαστήριο με την 186/2014 απόφασή του απέσχε από την έκδοση απόφασης αναγνώρισης των ενάγοντων ως δικαιούχων της καθορισθείσας ως άνω αποζημίωσης κατ’ άρθρο 26 παρ. 11 του Ν. 2882/2001.

Τον ανωτέρω ισχυρισμό περί της δασικής μορφής του παραπάνω τμήματος των 27.568,06 τ.μ., που αποτελεί τεκμήριο κυριότητας υπέρ του ίδιου, επαναλαμβάνει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και στην προκειμένη διαδικασία, προσκομίζει δε προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού την από 25.10. 2016 έκθεση φωτοερμηνείας και εισήγησης που συνέταξε ο δασολόγος Δ.

Θ.. Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, η παραπάνω απαλλοτριωθείσα έκταση απεικονίζεται στο από Ιούλιο 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Β. Ρ. και διακρίνεται σε τρία τμήματα και συγκεκριμένα στο τμήμα Ι, εμβαδού 22.250,399 τ.μ., στο τμήμα ΙΙ, εμβαδού 5.316,0599 τ.μ. και στο τμήμα ΙΙΙ, εμβαδού 17.045,293 τ.μ.

Και τα τρία τμήματα έχουν κλίση από 0% έως 2%, βάθος γαιώδες και δεν είναι κηρυγμένα αναδασωτέα, ούτε τελούν υπό καθεστώς κήρυξής τους ως αναδασωτέων. Εντός του τμήματος ΙΙΙ δεν φύονται δασικά είδη και εμφανίζει σήμερα μορφή χέρσου αγρού. Εντός των τμημάτων Ι και ΙΙ φύονται φρύγανα (ασφαλακτοί, αείφυλλα, πλατύφυλλα κ.λ.π.) εκτιμούμενης ηλικίας 10 ετών, με μέσο ύψος 0,5 μ.

και βαθμό συγκόμωσης 0,6. Κατά το έτος 1945 ολόκληρη η ανωτέρω έκταση δεν οριοθετείται περιμετρικά από τις γειτονικές εκτάσεις, δεν οριοθετείται σαφώς σε κάποια από τις άλλες πλευρές της αλλά αυτές οριοθετούνται μερικώς από την υφή και το ανάγλυφο της περιοχής καθώς και από το ρέμα που βρίσκεται στη βόρεια πλευρά της.

Η υφή παρουσιάζεται απαλή ως γραμμική στο τμήμα ΙΙΙ λόγω της μη φυόμενης δασικής βλάστησης, χωρίς όμως εμφανή σημάδια καλλιέργειας, ίσως λόγω έντονης βόσκησης. Το γεγονός αυτό προσδίδει στο εν λόγω τμήμα τον αγροτικό χαρακτήρα. Στα τμήματα Ι και ΙΙ φύονται ελάχιστα δέντρα, αείφυλλα - πλατύφυλλα και χαμηλή φρυγανώδης βλάστηση χωρίς ίχνη ανθρωπογενούς παρουσίας, γεγονός, που κατά την έκθεση αυτή προσδίδει στις εκτάσεις αυτές δασικό χαρακτήρα.

Την ίδια μορφή είχε το παραπάνω ακίνητο μέχρι και το έτος 1985 και εισηγείται ο παραπάνω δασολόγος ότι το τμήμα ΙΙΙ δεν είναι δάσος ή δασική έκταση, ενώ τα τμήματα Ι και ΙΙ είναι δασικές εκτάσεις. Να σημειωθεί ότι το εναγόμενο δεν αμφισβητεί τον χαρακτήρα ως αγροτικού ακινήτου του τμήματος ΙΙΙ ούτε την κυριότητα των εναγόντων επ' αυτού.

Ωστόσο από την παραπάνω έκθεση φωτοερμηνείας δεν αποδεικνύεται ότι τα τμήματα Ι και ΙΙ του επίδικου ακινήτου αποτελούσαν ποτέ δασικές εκτάσεις. Και τούτο διότι σύμφωνα με την έκθεση αυτή τα τμήματα αυτά είχαν από το έτος 1945 και εξακολουθούν να έχουν τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά με το τμήμα ΙΙΙ, που όμως στην έκθεση αυτή χαρακτηρίζεται ως χέρσος αγρός (αν και, όπως αναφέρεται, δεν έφερε εμφανή σημάδια καλλιέργειας, ίσως έντονης βόσκησης), ήτοι ίδια κλίση, ίδιο βάθος, χωρίς σαφή οριοθέτηση μεταξύ τους, ούτε από τις γειτονικές εκτάσεις, που δεν αποδείχθηκε ότι είναι δασικές και επιπλέον και τα τρία αυτά τμήματα δεν είναι κηρυγμένες αναδασωτέες εκτάσεις, ούτε τελούν υπό καθεστώς κήρυξής τους ως αναδασωτέων.

Το μόνο στοιχείο που διαφοροποιεί τα τμήματα Ι και ΙΙ από το τμήμα ΙΙΙ, είναι η ύπαρξη εντός αυτών κατά το έτος 1945 και εντεύθεν «ελάχιστων» δέντρων και χαμηλής φρυγανώδους βλάστησης χωρίς ίχνη ανθρωπογενούς παρουσίας. Όμως ούτε στο τμήμα III διαπιστώθηκαν ίχνη ανθρωπογενούς παρουσίας, αυτό δε δεν εμπόδισε τον ανωτέρω δασολόγο να το χαρακτηρίσει ως χέρσο αγρό, ενώ τα ελάχιστα δέντρα που υπήρχαν δεν είναι ικανά, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να οδηγήσουν στον χαρακτηρισμό των επίμαχων τμημάτων ως δασικών, αφού η ύπαρξής τους δικαιολογείται από την εγκατάλειψη της βόσκησης ζώων εντός αυτών, όπως συνάγεται από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, που αναφέρεται παρακάτω.

Σε κάθε περίπτωση η ύπαρξη ελάχιστων μόνο δέντρων και χαμηλής φρυγανώδους βλάστησης κατά το έτος 1945, αποδεικνύει ότι τα τμήματα αυτά δεν είχαν δασική μορφή πριν από το έτος αυτό. Περαιτέρω από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείχθηκε ότι ολόκληρο το απαλλοτριωθέν ακίνητο, που βρίσκεται σε περιοχή που λέγεται και «...», είχε ανέκαθεν αγροτικό χαρακτήρα, το οποίο κατείχε και νεμόταν για περισσότερες από πέντε γενεές η οικογένεια των Λ., υπήρχαν καλλιεργήσιμα χωράφια, στα οποία καλλιεργούσαν δημητριακά και χορτάρι για την εκτροφή των ζώων τους, καθώς υπήρχαν και 15 σπίτια της οικογένειας Λ., όπου και κατοικούσαν, ότι οι άνθρωποι αυτοί ήταν κτηνοτρόφοι και ότι τα τελευταία χρόνια μέσα στην έκταση αυτή υπάρχουν λίγοι θάμνοι - πουρνάρια και ασφάκες, καθώς δεν καλλιεργούν εκεί πλέον γρασίδι για την εκτροφή των προβάτων τους.

Η κατάθεση αυτή κρίνεται πειστική, καθώς ο μάρτυρας, που ήταν, κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 53 ετών, γεννήθηκε και κατοικεί στην …, είναι μάλιστα και Πρόεδρος της Τοπικής Κοινότητας ... και όσα κατέθεσε τα γνωρίζει τόσο εξ ιδίας αντιλήψεως, όσο και από διηγήσεις των παππούδων του, η κατάθεση δε αυτή δεν αντικρούστηκε από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο.

Να σημειωθεί ότι ο μη δασικός χαρακτήρας των επίδικων I και II τμημάτων ούτε κατά το έτος 1945 και συνεπώς ούτε πριν από το έτος αυτό, προκύπτει και από το .../24-10-2013 έγγραφο του Δασαρχείου Αμφιλοχίας που προσκομίσθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου κατά τη συζήτηση της προαναφερόμενης αίτησης περί αναγνώρισης δικαιούχων, στο οποίο αναφέρεται απλώς, ότι το τμήμα των 27.568,06 τ.μ. (I και II τμήματα) διαχειρίζεται η Υπηρεσία τους ως δημόσια δασική έκταση, χωρίς να αναφέρεται ότι είχε τον χαρακτήρα αυτό το έτος 1945, όπως αναφέρεται για πολλές άλλες ιδιοκτησίες, ενώ το ίδιο το εναγόμενο διά των οργάνων του αναγνωρίζει τον μη δασικό χαρακτήρα ολόκληρου του απαλλοτριούμενου ακινήτου, αφού στον προαναφερόμενο κτηματολογικό πίνακα Β' της απαλλοτρίωσης που υπογράφεται από υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομικών και τον Προϊστάμενο της Κτηματικής υπηρεσίας Αιτωλ/νίας ολόκληρη, η απαλλοτριούμενη έκταση αναφέρεται ως «χέρσο», εξ αντιδιαστολής με άλλες ιδιοκτησίες του ίδιου πίνακα, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως «χέρσο – δασική έκταση» ή μόνο «δασική έκταση».

Επομένως ο παραπάνω ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος δεδομένου ότι από τα παραπάνω στοιχεία και μάλιστα την έκθεση φωτοερμηνείας και εισήγησης, που άλλωστε αποτελεί και το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο που προσκομίζει το εναγόμενο προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού, δεν προκύπτει, ότι κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του ΒΔ 17-11/1-12-1836 το επίδικο είχε τον χαρακτήρα δημόσιας δασικής έκτασης.

Περαιτέρω, από την ίδια παραπάνω κατάθεση αποδείχθηκε ότι ολόκληρο το παραπάνω απαλλοτριωθέν ακίνητο περιήλθε στους ενάγοντες με άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα τους τουλάχιστον από τριακονταετίας πριν από την άσκηση της αγωγής και έκτοτε το κατέχουν και το νέμονται φροντίζοντας και επιτηρώντας το, με αποτέλεσμα να έχουν γίνει, με την παρέλευση εικοσαετίας και πλέον, συγκύριοι αυτού, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, με έκτακτη χρησικτησία, η οποία δεν ήταν αναγκαίο να έχει συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, εφόσον το επίδικο δεν είχε ποτέ την ιδιότητα του δάσους ή της δασικής έκτασης, που αναφέρεται στην προαναφερόμενη ένσταση του εναγομένου.

Περαιτέρω με την 150/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης και με την 33/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο ένδικο ακίνητο στο ποσό των 5 ευρώ/τ.μ. Ενόψει όλων των παραπάνω πρέπει οι ενάγοντες να αναγνωρισθούν συγκύριοι ολόκληρου του παραπάνω απαλλοτριωμένου ακινήτου-των 44.667 τ.μ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος και συνδικαιούχοι κατά το ίδιο ποσοστό της αποζημίωσης που καθορίσθηκε οριστικά με την παραπάνω απόφαση, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 223.335 (44.667 τ.μ.

Χ 5 ευρώ) ευρώ και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες κατ' ισομοιρία το ποσό αυτό, ήτοι το ποσό των 111.667,50 ευρώ σε έκαστο εξ αυτών.

Το πρωτοβάθμιο συνεπώς δικαστήριο που έκρινε ομοίως δεν έσφαλε στην κρίση του αυτή και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν όσα αντίθετα ισχυρίζεται το εναγόμενο με τον μοναδικό, όπως εκτιμάται, λόγο της έφεσης|».

[VI] Κρίνοντας έτσι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι τα υπό στοιχεία Ι και ΙΙ τμήματα του απαλλοτριουμένου ακινήτου των αναιρεσιβλήτων ήταν ανέκαθεν αγροτική έκταση από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους, μετά από την απολευθέρωσή του από τους Οθωμανούς και ότι ουδέποτε επομένως το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε κατά μαχητό τεκμήριο την κυριότητα αυτών, εφόσον αυτά δεν ήταν δάσος ή δασική έκταση, αλλά ότι από πάντα (ανέκαθεν) αποτελούσαν καλλιεργήσιμους αγρούς της οικογένειας των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα, πριν από πέντε γενεές, οι οποίοι ανέκαθεν ήταν κτηνοτρόφοι και ότι οι αναιρεσίβλητοι μετά την άτυπη παραχώρηση των επιδίκων ακινήτων από τον πατέρα τους νεμήθηκαν αυτά επί είκοσι έτη με διάνοια κυρίου και έτσι κατέστησαν συγκύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του Αστικού Κώδικα, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΖΡ δικαίου, που προαναφέρθηκαν, ενώ ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, διότι τα αποδειχθέντα περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό της ανωτέρω διάταξης, την οποία επομένως το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή ,ούτε επίσης τις διατάξεις του προϊσχύσαντος δικαίου με εσφαλμένη μη υπαγωγή.

Πιο συγκεκριμμένα, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ότι:

(1) Τα δύο επίδικα τμήματα, συνολικής επιφάνειας 27.568,06 μ², είχαν τα ίδια γεωλογικά χαρακτηριστικά με το όμορο αυτών υπό στοιχείο ΙΙΙ τμήμα του απαλλοτριωμένου ακινήτου , το οποίο η έκθεση φωτοερμηνείας του Δασαρχείου Αμφιλοχίας χαρακτηρίζει ως χέρσο αγρό, χωρίς εμφανή σημάδια καλλιέργειας.

2) Οι γειτονικές προς τα επίδικα εκτάσεις (όπως και το υπό στοιχείο ΙΙΙ τμήμα) δεν αποδείχθηκε, ότι ήταν δασικές, με την επισήμανση ότι ανατολικά, νότια και δυτικά τα επίδικα δύο τμήματα συνορρεύουν με αγροτικές εκτάσεις – ιδιοκτησίες της ευρύτερης οικογένειας των αναιρεσιβλήτων – Λ. .

(3) Ότι τα δύο επίδικα τμήματα ουδέποτε κηρύχθηκαν από το Ελληνικό δημόσιο ως αναδασωτέες εκτάσεις.

(4) Ότι τα ελάχιστα δένδρα και η χαμηλή φρυγανώδης βλάστηση, που υπάρχουν στα δύο επίδικα από το έτος 1945, δεν προσδίδουν σ'αυτά χαρακτήρα δασικό, διότι η ύπαρξη των δένδρων και της βλάστησης δικαιολογείται από την εγκατάλειψή της βόσκησης ζώων εντός αυτών.

(5) Ότι αν και το Δασαρχείο Αμφιλοχίας στο με αριθμό .../24-10-2013 έγγραφο, με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε δικαίωμα κυριότητας επί των δύο επιδίκων τμημάτων, αλλά και επί άλλων ιδιοκτησιών τρίτων προσώπων, για άλλες μεν ιδιοκτησίες αναφέρει ρητά, ότι είχαν δασικό χαρακτήρα από το έτος 1945, αντιθέτως, για τα δύο επίδικα τμήματα αναφέρει εντελώς αορίστως, ότι τα διαχειρίζεται η Δασική Υπηρεσία ως δημόσια δασική έκταση αποφεύγοντας τον ρητό χαρακτηρισμό ότι έχουν δασικό χαρακτήρα, όπως πράττει για τις άλλες ως άνω ιδιοκτησίες.

(6) Ότι επίσης, στον Κτηματολογικό Πίνακα ολόκληρη η απαλλοτριούμενη έκταση των 44.667 μ², που περιλαμβάνει και τα δύο επίδικα τμήματα, χαρακτηρίζεται ως «χέρσο» σε αντίθεση με άλλες ιδιοκτησίες του Κτηματολογικού Πίνακα, οι οποίες ρητά χαρακτηρίζονται ως «χέρσο-δασική έκταση» ή ως μόνον «δασική έκταση».

(7) Ότι ολόκληρο το απαλλοτριούμενο ακίνητο, δηλαδή και τα δύο επίδικα τμήματα, αποδείχθηκε ότι είχε αγροτικό χαρακτήρα «ανέκαθεν» και ότι η περιοχή ονομάζεται «Λ....», διότι ανήκε για περισσότερες από πέντε γενεές στην οικογένεια των αναιρεσιβλήτων, που ήταν κτηνοτρόφοι προβάτων.

(8) ότι ουδέποτε από την έναρξη ισχύος του ΒΔ 17-11/1-12-1836 «περί ιδιωτικών δασών», σύμφωνα με το οποίο τα δάση, ως δημόσια κτήματα, ανήκουν κατά τεκμήριο κυριότητας στο Ελληνικό Δημόσιο, τα δύο επίδικα τμήματα είχαν τη μορφή δάσους ή δασικής έκτασης και ότι συνεπώς, κατά τις παραδοχές, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του τεκμηρίου κυριότητας του Δημοσίου, που προϋποθέτει δασικό χαρακτήρα του ακινήτου, εφόσον αποδείχθηκε, ότι αυτά είχαν «ανέκαθεν» αγροτικό χαρακτήρα και ουδέποτε το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε κυριότητα επ' αυτών και, τέλος,

(9) η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τις παραδοχές της, δέχθηκε ότι τα δύο επίδικα τμήματα υπό στοιχείο Ι και ΙΙ, όπως και το υπό στοιχείο ΙΙΙ τμήμα του όλου ακινήτου, περιήλθαν στους αναιρεσιβλήτους με άτυπη παραχώρηση από τον απώτερο δικαιοπάροχο πατέρα τους από το έτος 1985, δηλαδή, πριν 30 έτη από την άσκηση της ένδικης αγωγής και ότι έκτοτε οι αναιρεσίβλητοι και επομένως τουλάχιστον επί 20 έτη, άσκησαν με διάνοια κυρίου τις διακατοχικές πράξεις, που αρμόζουν στην αγροτική φύση τους, δηλαδή επιτήρηση, φροντίδα αυτών και κατέστησαν συγκύριοι αυτών κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του Αστικού Κώδικα (άρθρο 1045 ΑΚ).

Επισημαίνεται, ότι το Εφετείο, εφόσον δέχτηκε ότι αποδείχθηκε ότι τα δύο επίδικα τμήματα του μείζονος ακινήτου ήταν «ανέκαθεν» αγροί και ότι ουδέποτε υπήρξαν δημόσια έκταση - δάσος, δεν είχε υποχρέωση να ανατρέξει στις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΖΡ δικαίου και ειδικότερα στην απόδειξη 30ετούς αδιαλείπτου καλόπιστης νομής, η οποία θα έπρεπε να έχει συμπληρωθεί μέχρι στις 11-9-2015 και συνεπώς αβάσιμα το αναιρεσείον υποστηρίζει το αντίθετο.

Συνακόλουθα, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως αναιρετικά δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό της διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ, διότι αυτά πληρούσαν το πραγματικό της, ενώ επίσης, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις του προϊσχύσαντος δικαίου για τη μη εφαρμογή των οποίων αιτιάται το αναιρεσείον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως, εφόσον τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και ειδικότερα ,ότι τα επίδικα ακίνητα ήταν ανέκαθεν αγροί , δηλαδή ιδιωτικά κτήματα, δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε και συνεπώς δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη υπαγωγή. Επομένως, ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, ανεξαρτήτως του ότι απαραδέκτως προβάλλεται, διότι το αναιρεσείον υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ.α ΚΠολΔ ,επιδιώκει να πλήξει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, ο συναφής 2ος λόγος αναίρεσης πρέπει επίσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στηρίζονται στην προϋπόθεση, ότι τα δύο επίδικα τμήματα έχουν δασική μορφή, ενώ όπως προεκτέθηκε το Εφετείο δέχθηκε, ότι ουδέποτε υπήρξαν δάσος ή ότι είχαν τη μορφή δασικής έκτασης, με την επί πλέον επισήμανση ότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι τα επίδικα, ούτε το έτος 1836 είχαν δασική μορφή είναι πλεοναστική προς ενίσχυση της κρίσης του, ότι τα επίδικα ήταν «ανέκαθεν» αγροί και συνεπώς δεν επηρεάζει το αποδεικτικό πόρισμα.

Και τούτο διότι, όπως έχει εκτεθεί προηγουμένως, με το ΒΔ 17-11/1-12-1836 «περί ιδιωτικών δασών», αναγνωρίστηκε κατά μαχητό τεκμήριο η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στα εθνικά δημόσια κτήματα, όπως είναι τα δάση και όχι σε αγρούς που κατέχονται από ιδιώτες, όπως κατά τις παραδοχές είναι τα επίδικα δύο τμήματα.

Για τον ίδιο λόγο αλυσιτελώς το αναιρεσείον αναφέρει στον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ότι η άτυπη πώληση κατά το έτος 1985 από τον πατέρα των αναιρεσιβλήτων δεν συνιστά νόμιμο τίτλο κτήσης νομής, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Κώδικα περί Χαρτοσήμου και του ΑΝ 1539/1938 και ότι τέτοια νομή είναι μόνον η υλοτομία ή η εκμετάλλευση με άδεια της Δασικής Αρχής, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός στηρίζεται επίσης στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι τα δύο επίδικα ακίνητα έχουν δασική μορφή και όχι αγροτική, όπως αντιθέτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχθηκε, υπάγοντας τα αποδειχθέντα περιστατικά στο πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ, την οποία ορθά επομένως ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως.

[VII] Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Διάταξη περί παραβόλου δεν πρέπει να περιληφθεί στην απόφαση αυτή, διότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά το άρθρο 28 παρ.4 Ν. 2579/1998 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 παρ.4 Ν. 1868/1999 (ΑΠ 647/2020). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, τα οποία όμως πρέπει να επιβληθούν μειωμένα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 Ν. 3693/1957, που ενεργεί υπέρ και κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 561/2017),όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.04.2019 (αρ.κατ. 12/2019) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 19/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος (τακτική διαδικασία). Και

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ