Legislator Case Law & Legislation
1669/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on unjust enrichment and court costs in civil dispute.

Case Number 1669/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the City of Aigialeia's appeal against the final judgment of the Single Member Court of Appeal in Patras. The lower court had partially accepted a claim for unjust enrichment and awarded the plaintiff reduced court costs. The Supreme Court ruled that the appeal was inadmissible regarding the court costs because the reduction is a discretionary judicial assessment not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1, 577 para. 1, 3, 559 para. 1, 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court lacks jurisdiction to review the discretionary assessment of reduced court costs as it pertains to factual evaluation, rendering such appeals inadmissible.

Keywords

AI generated
unjust enrichment court costs reduction appeal inadmissibility discretionary judicial assessment factual evaluation review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1, 577 para. 1, 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 904 para. 1 lit. a of the Civil Code
Article 904 para. 1 lit. b of the Civil Code
Article 281 para. 2 of Law 3463/2006
Article 22 para. 3 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1669 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1669/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Αιγιαλείας Νομού Αχαΐας, που εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του Δήμου Διακοπτού. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Κουρή.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Λ. του Σ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Μπιρπανάγου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2021 μη οριστική και 217/2022 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-10-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 217/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Δήμου και επικύρωσε την υπ' αριθ. 88/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η επικουρική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της από 22-12-2015 αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ), αφού προσκομίζεται και η προβλεπόμενη από το άρθρο 72 παρ. 1ι' Ν. 3852/2010 υπ' αρ.346/6-10-2022 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του αναιρεσείοντος Δήμου, με την οποία αποφασίσθηκε η άσκησή της.

Κατά το άρθρο 904 εδ. α' του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διάταξης, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις της αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας (ΑΠ 169/2024, ΑΠ 1372/2022). Υποχρέωση απόδοσης της ωφελείας, από εκείνον που έγινε πλουσιότερος από την περιουσία ή με ζημία άλλου, αναγνωρίζεται όχι μόνον στις ενδεικτικώς αναφερόμενες σε αυτό περιπτώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού, δηλαδή της αχρεώστητης παροχής και της παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή για αιτία παράνομη ή ανήθικη, αλλά σε κάθε περίπτωση κατά την οποία από την παροχή του δότη γίνεται πλουσιότερος ο λήπτης χωρίς νόμιμη αιτία (ΑΠ 169/2024, ΑΠ 1833/2023, ΑΠ 311/2023).

Εξάλλου, αφού στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη, συνάγεται ότι, αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 169/2024, ΑΠ 1966/2022).

Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας ακυρότητας σύμβασης, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της ωφέλειας δεν είναι νόμιμη.

Αν, όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, να γίνεται απλή, έστω και έμμεση (ΑΠ 169/2024, ΑΠ 1966/2022, ΑΠ 1372/2022, ΑΠ 408/2020), επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.

Και τούτο διότι στην τελευταία περίπτωση η επικουρική βάση της αγωγής θα εξεταστεί μόνο, αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και πληρούται έτσι ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή.

Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εναγόμενο του λόγου της ακυρότητας της σύμβασης που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 169/2024, ΑΠ 1833/2023, ΑΠ 1966/2022, ΑΠ 1372/2022, ΑΠ 408/2020).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ. Πολ. Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, ΑΠ 845/2019). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).

Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 133/2022, ΑΠ5/2020), ή έκρινε αυτή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται (ΑΠ 2095/2022, ΑΠ 18/2018).

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 133/2022).

Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή του κατά του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, ο αναιρεσίβλητος εκθέτει τα ακόλουθα: "Ότι ο τέως Δήμος Διακοπτού Αχαίας, καθολικός διάδοχος του οποίου τυγχάνει πλέον το εναγόμενο ΝΠΔΔ-ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Αιγιαλείας", όπως εκπροσωπείτο από τον τότε Δήμαρχό του, με συμφωνία που καταρτίστηκε προφορικά μεταξύ τους στις 2-1-2006 στο Διακοπτό, επειδή είχαν προηγηθεί δύο δημοπρασίες, που απέβησαν άγονες, του ανέθεσε την εκτέλεση του έργου της μεταφοράς των στερεών αποβλήτων της περιοχής του τέως Δήμου Διακοπτού σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους (χωματερές), που θα του υποδείκνυαν κάθε φορά οι εκπρόσωποι του τελευταίου και οι οποίοι (χώροι) βρίσκονταν ακόμη και εκτός του Νομού Αχαΐας, όπου δραστηριοποιείται ο ενάγων.

Ότι για κάθε μεταφερόμενο φορτίο με το ανατρεπόμενο φορτηγό αυτοκίνητο ωφελίμου φορτίου 25.000 κιλών, ιδιοκτησίας του ενάγοντος, συμφωνήθηκε μεταξύ του ενάγοντος και του τέως Δήμου Διακοπτού να καταβληθεί στον ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ για κάθε φορτίο, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α. ποσοστού 19%, δηλαδή 190 ευρώ και συνολικά το ποσό των 1.190 ευρώ.

Ότι σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, πραγματοποίησε, κατά το χρονικό διάστημα από 2-1-2006 έως 31-12-2006, και κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικότερες ημερομηνίες, συνολικά 66 μεταφορές - δρομολόγια, για τις οποίες εξέδωσε τις αναφερόμενες στην αγωγή φορτωτικές, οι οποίες παρελήφθησαν από τον κατονομαζόμενο στην αγωγή νόμιμο εκπρόσωπο του Δήμου, ο οποίος επιβεβαίωνε την φόρτωση και ακολούθως του παρέδιδε το αντίστοιχο δελτίο αποστολής του Δήμου, που έφερε την υπογραφή του.

Ότι η συνολικά συμφωνηθείσα αμοιβή του ενάγοντος, για τις εν λόγω μεταφορές, ανέρχεται στο ποσό των 78.540 ευρώ, το οποίο ο εναγόμενος δεν του έχει καταβάλλει μέχρι την άσκηση της αγωγής, καίτοι οι νόμιμοι εκπρόσωποι του τέως Δήμου Διακοπτού παρέλαβαν ανεπιφύλακτα το εκτελεσθέν από τον ενάγοντα έργο. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 78.540,00 ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη της ημέρας έκδοσης εκάστης των φορτωτικών, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Τέλος επικουρικά και για την περίπτωση που κριθεί άκυρη για οποιοδήποτε λόγο η ανωτέρω σύμβαση, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, επειδή αυτός κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος της δικής του περιουσίας, κατά το ανωτέρω ποσό, που αντιστοιχεί στο μη εισέτι καταβληθέν τίμημα των μεταφερόμενων φορτίων, με αντίστοιχη ωφέλεια του ιδίου, η οποία συνίσταται στη δαπάνη που εξοικονόμησε ο εναγόμενος και στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες με τον ενάγοντα.

Η έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, είναι ορισμένη, αφού αναφέρονται σε αυτή α) ο πλουτισμός του αναιρεσείοντος, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του αναιρεσιβλήτου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας, δεν απαιτείτο δε να αναφέρονται σε αυτήν, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, και τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της σύμβασης και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της ωφέλειας δεν είναι νόμιμη, επειδή η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), δηλαδή υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση και συνεπώς το Εφετείο, το οποίο έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο και απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει επίσης κατά τον ίδιο τρόπο, δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος, που φέρεται προς εκδίκαση με την επικουρική αυτή βάση, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, λόγω αοριστίας και, ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008).

Εξάλλου, το κατά το άρθρ. 250 ΚΠολΔ δικαίωμα του δικαστηρίου της ουσίας να διατάξει αυτεπαγγέλτως ή κατ` αίτηση κάποιου διαδίκου της αναβολή της συζήτησης μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας, όταν είναι εκκρεμής ποινική δίωξη, που έχει επιρροή επί της διάγνωσης της διαφοράς, απόκειται στην ελεύθερη κρίση του, που δεν ελέγχεται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου. Επομένως, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, εάν το Δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε παρόμοιο αίτημα διαδίκου, το οποίο αίτημα δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ (ΑΠ 537/2012, ΑΠ 58/2011, ΑΠ 50/1994).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος, με την οποία παραπονείτο για την εν μέρει παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης από το πρωτόδικο δικαστήριο της ανωτέρω επικουρικής βάσης της αγωγής του αναιρεσιβλήτου (αφού το δικαστήριο αυτό είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την κυρία βάση της αγωγής, δεχόμενο ότι η επίδικη συμφωνία των διαδίκων ήταν άκυρη), απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8 β' πλημμέλεια με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, κατά την κατ' ουσίαν εξέταση της έφεσής του, α) δεν απάντησε στον έκτο λόγο έφεσης, με τον οποίο ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της έφεσης, κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ, γιατί υπάρχει συναφής εκκρεμής ποινική δίκη, αφού, μετά την από 14/2/2018 μηνυτήρια αναφορά του Δημάρχου Αιγιαλείας στην Εισαγγελέα Πλημ/κων Αιγίου κατά του αναιρεσιβλήτου, έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε αυτόν για απάτη κατ' εξακολούθηση κατά ΟΤΑ με ζημία που υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ και η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της κύριας ανάκρισης, υπάρχει δε επηρεασμός της ποινικής αυτής δίκης στη διάγνωση της επίδικης αστικής διαφοράς, αφού οι επίδικες μεταφορές εμπεριέχονται στην ασκηθείσα ποινική δίωξη και β) επίσης δεν απάντησε στον πέμπτο λόγο έφεσης, με τον οποίο παραπονέθηκε γιατί, ενώ το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκαμε δεκτή την αγωγή καθ' όλο το περιεχόμενο αυτής, αφού το αίτημά της ήταν η καταβολή του ποσού 78.540 ευρώ, που έγινε δεκτό, η εκκαλουμένη αναφέρει ότι αυτή έγινε δεκτή εν μέρει.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, κατά μεν το πρώτο σκέλος γιατί, όπως προαναφέρθηκε, το αίτημα αυτό για αναβολή της δίκης δεν είναι "πράγμα", αφού η παραδοχή ή μη του αιτήματος απόκειται στην ανέλεγκτη αναιρετικά διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, κατά δε το δεύτερο σκέλος γιατί η προβαλλόμενη αιτίαση δεν συνδέεται με την επικαλούμενη από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ούτε δε και με άλλη πλημμέλεια από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο αυτό, αφού, σε κάθε περίπτωση, σημειωθεί για την πληρότητα της αιτιολογίας, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της απόφασης του, ορθά έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, αφού απέρριψε ως μη νόμιμα τα αιτήματα α) καταβολής τόκου από την επομένη ημέρα έκδοσης κάθε φορτωτικής και β) υπολογισμού του επιτοκίου με ποσοστό μεγαλύτερο του 6%.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1484/2021, ΑΠ 1223/2021).

Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του ανωτέρω αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, (ΑΠ 1526/2021, ΑΠ 486/2017). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης αυτός πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός, που έλαβε το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1526/2021, ΑΠ 23/2020).

Ο παραπάνω λόγος είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 576/2018, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 1935/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 10 (όχι δε και 11, που επικαλείται) του ΚΠολΔ με τις αντίστοιχες αιτιάσεις ότι το Εφετείο δέχθηκε πραγματικά περιστατικά ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα δέχθηκε:

α) ότι στις επίδικες φορτωτικές έχει τεθεί η σφραγίδα του Β. Σ., νομίμου εκπροσώπου του τέως Δήμου Διακοπτού, ενώ αυτός δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος του και β) ότι πραγματοποιήθηκαν οι επίδικες μεταφορές, αν και κάποιες από αυτές δέχθηκε ότι έγιναν και Κυριακές και επίσημες Αργίες, όταν απαγορεύονται από το νόμο και έτσι έκανε δεκτή την αγωγή.

Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, εξετάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση ρητά αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του "την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του εναγομένου, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, καθώς και άπαντα τα έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς επετράπη η απόδειξη με μάρτυρες (άρθρο 395 του ΚΠολΔ), καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336§4 του ΚΠολΔ) " και συνεπώς οι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα ανωτέρω μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα, με τις αιτιάσεις δε, που περιέχονται στους λόγους αυτούς ο αναιρεσείων πλήττει απαραδέκτως την ανωτέρω, ανέλεγκτη αναιρετικά κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων) τα δικαστήρια μπορούν να καθορίζουν το ποσό της δικαστικής δαπάνης, που επιδικάζεται σε βάρος ή υπέρ Δήμων και Κοινοτήτων, σε ποσό που φθάνει έως το πενήντα τοις εκατό (50%) των κατώτατων ορίων, που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων.

Επομένως, σε δίκες που διάδικος είναι Δήμος ή Κοινότητα, η δικαστική δαπάνη επιδικάζεται σε βάρος ή υπέρ αυτών, σύμφωνα με την ανωτέρω ειδική διάταξη και όχι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, που αφορά στη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, στην οποία δεν παραπέμπει η γενική διάταξη του άρθρου 276 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι οι Δήμοι και οι Κοινότητες έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι Δήμοι ή Κοινότητες, ναι μεν έχουν τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου, ως αποτελούντα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρθρο 28 παρ.4 ν. 2579/1998), όμως η νομική τους υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ.3 του ν. 3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 572/2021, ΑΠ 1492/2017, ΑΠ 675/2015, ΑΠ 1362/2013).

Περαιτέρω όμως, επειδή ο περιορισμός της δικαστικής δαπάνης, τον οποίο προβλέπει το ανωτέρω άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 είναι δυνητικός και απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η κρίση του αυτή, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατ` άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (πρβλ ΑΠ 819/2011).

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αφ'ενός εσφαλμένα απέρριψε τον έβδομο λόγο της έφεσης του, με τον οποίο προέβαλε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τον καταδίκασε στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ορίζοντας αυτή στο ποσό των 3.000 ευρώ, ενώ θα έπρεπε να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006, ώστε αυτή να είναι μειωμένη κατά ποσοστό 50%, αφ'ετέρου δε αντιφατικά δέχθηκε ότι ισχύει ενώπιον του Εφετείου το άρθρο αυτό, αφού το ίδιο τον καταδίκασε σε μειωμένη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή.

Το Εφετείο απαντώντας στον έβδομο λόγο της έφεσης δέχθηκε τα ακόλουθα: "Συνεπώς, στην ερευνώμενη περίπτωση, δεδομένου ότι το αντικείμενο της διαφοράς ανερχόταν στο ποσό των 78.540 ευρώ, νομίμως επιδικάστηκε υπέρ του ενάγοντος δικαστική δαπάνη ποσού 3.000 ευρώ, η οποία εξάλλου είναι μειωμένη σε σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς, χωρίς όμως να είναι υποχρεωμένος ο δικαστής που εξέδωσε την απόφαση να προβεί στη, δυνητική ούτως ή άλλως, όπως προεκτέθηκε, μείωση του ποσού της δικαστικής δαπάνης σε ποσοστό 50%", ακολούθως δε επέβαλε στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, αφού απορρίφθηκε η έφεση του, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας μειωμένα κατά τη διάταξη του άρθρου 281 παρ. 2 Ν.3463/2006.

Η κρίση αυτή του Εφετείου ως προς την επιβολή μειωμένης ή μη της δικαστικής δαπάνης, τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του ιδίου, ως κρίση αναγόμενη στα πράγματα δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε, και συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 281 παρ.2 Ν.3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", όπως αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Απορρίπτει την από 10-10-2022 αίτηση του Δήμου Αιγιαλείας Αχαίας για αναίρεση της υπ' αριθμ. 217/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Και

- Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ