Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment for procedural defects and insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the hospital's appeal against a final labor court judgment regarding a dispute with an employee. The appellant argued the lower court failed to cite specific evidence and applied the wrong legal provisions, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the lower court's decision was based on a valid legal assessment of the evidence and did not lack a legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 518(1), 553(1)(b), 559(1), 559(8), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it attempts to review the substantive assessment of evidence or if the judgment lacks a legal basis only due to insufficient citation of facts or evidence, provided the reasoning is clear.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 675 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 675/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΦΡΟΔΙΣΙΩΝ ΚΑΙ ΔΕΡΜΑΤΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ ΑΘΗΝΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΥΓΓΡΟΣ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Γυφτάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ζ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 186/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-1-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου, ανέγνωσε την από 20-11-2014 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Ανδρέα Δουλγεράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 518 παρ. 1, 553 παρ. 1 εδάφιο β’ και 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αναίρεση επιτρέπεται κατά των οριστικών αποφάσεων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, που κατέστησαν τελεσίδικες και ασκείται από τον διαμένοντα στην Ελλάδα διάδικο μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών, η οποία αρχίζει, αν η απόφαση μπορούσε να προσβληθεί με έφεση, από την πάροδο άπρακτης της προς έφεση προθεσμίας, που είναι επίσης, για τον διαμένοντα στην Ελλάδα, τριάντα ημερών από την επίδοση της απόφασης.
Κατά την έννοια δε της διατάξεως του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά τον χρόνο της ασκήσεως της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τον χρόνο της καταθέσεως του δικογράφου της, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, στη γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 30-1-2014 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 666 έως 676 ΚΠολΔ), υπ’ αριθμ. 186/2013 οριστική απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν.
Τ., επί της παραπάνω πρωτόδικης απόφασης, αυτή επιδόθηκε, με επιμέλεια του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου, στις 5-12-2013 στο εναγόμενο - αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία " ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΦΡΟΔΙΣΙΩΝ ΚΑΙ ΔΕΡΜΑΤΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ ΑΘΗΝΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΥΓΓΡΟΣ", Η άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως έλαβε χώρα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. 10/2014 έκθεση καταθέσεως δικογράφου αναιρέσεως της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 31-1-2014.
Εντεύθεν συνάγεται, ότι η κατά την 31-1-2014 ασκηθείσα υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, νομοτύπως, μετά την τελεσιδικία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ασκήθηκε, συνάμα δε και εμπροθέσμως, εντός της από το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ τασσόμενης προθεσμίας των τριάντα ημερών, γι’ αυτό και είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Η παράγραφος 3 του άρθρου 2 του ν. 201/1975 ορίζει: "Από 1ης Ιανουαρίου 1976 εις το απασχολούμενο προσωπικόν των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του ν.δ. 2592/1953 επί οκτάωρον ημερησίως καταβάλλεται αμοιβή δια μίαν ώραν ημερησίως υπολογιζόμενη κατά τας διατάξεις του εδ. γ’ της παρ. 3 του άρθρου 5 του ν.δ. 4538/1966 και από 1-1-1977 δια δύο ώρας ημερησίως".
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, η πρόσθετη αυτή αμοιβή καταβάλλεται ως κίνητρο για την προσέλευση μισθωτών σε θέσεις προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, ενόψει της εξαιρετικά επίπονης εργασίας και του μικρού ύψους των αποδοχών, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση. Η αμοιβή αυτή δεν αποτελεί αντάλλαγμα για απασχόληση πέραν του νόμιμου ωραρίου, αλλά αποτελεί τμήμα των νομίμων αποδοχών του προσωπικού, το οποίο κατά την έναρξη της ισχύος του ν. 201/1975 είχε νόμιμη υποχρέωση παροχής οκτάωρης ημερήσιας απασχόλησης.
Η μεταγενέστερη δια νόμου μείωση του νομίμου ωραρίου εργασίας, δεν συνεπάγεται την κατάργηση ή μείωση της εν λόγω πρόσθετης αμοιβής, διότι η οκτάωρη ημερήσια απασχόληση προβλέπεται από το νόμο για τον προσδιορισμό των εργαζομένων που δικαιούνται της αμοιβής και όχι ως ουσιαστική προϋπόθεση απαραίτητη για την εκάστοτε καταβολή αυτής.
Επομένως, της πρόσθετης αυτής αμοιβής δικαιούνται όσοι απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο σε θέσεις προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, το οποίο κατά τον κρίσιμο χρόνο της έναρξης της ισχύος του ν. 201/1975 είχε υποχρέωση οκτάωρης ημερήσιας απασχόλησης. Η αμοιβή αυτή, λόγω της φύσεως της, ως μέρους των νομίμων αποδοχών των ανωτέρω κατηγοριών εργαζομένων, δεν αποτελεί επίδομα και για το λόγο αυτό δεν καταργήθηκε με το άρθρο 19 του ν. 1505/1984, το οποίο αφορά τα ρητώς κατονομαζόμενα επιδόματα, μεταξύ των οποίων και το ειδικό νοσοκομειακό επίδομα του άρθρου 2 παρ. 1 του ν. 201/1975 (ΑΕΔ 10/2005, Ολ.
ΑΠ 15/2009, Ολ ΑΠ 24/2008). Εξάλλου, με το άρθρο 10 παρ. 1 και 4 του ν. 2470/1997, "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", οι διατάξεις του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 33 αυτού, άρχισαν να ισχύουν από 1.1.1997, ορίσθηκε ότι: "1. Διατηρούνται στο ύψος που έχουν διαμορφωθεί κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, πέρα από τα προβλεπόμενα στο προηγούμενο άρθρο και τα εξής επιδόματα και παροχές ... 4.
Πέραν των ως άνω διατηρούμενων επιδομάτων και παροχών, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλευσης και παραμονής καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγηση τους από τις διατάξεις του παρόντος".
Ακολούθως, με το άρθρο 8 του ν. 3205/2003, που άρχισε να ισχύει από 1.1.2004, ορίσθηκαν τα χορηγούμενα κατά μήνα επιδόματα των υπαλλήλων του Δημοσίου, μεταξύ των οποίων προβλέφθηκε (περ. 5) και το επίδομα "Νοσοκομειακό και τροφής" για το προσωπικό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ.
του Τομέα Πρόνοιας και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, οριζόμενο σε διαφορετικά ποσά ανά κατηγορία προσωπικού, ενώ με την παράγραφο 3 του άρθρου 8 του ιδίου ως άνω νόμου ορίσθηκε ότι: "Πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος άρθρου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του Μέρους Α` του νόμου αυτού, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, καταργούνται εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγηση τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού.
Στα ως άνω καταργούμενα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις δεν περιλαμβάνονται τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 7 του ν. 2860/2000, της παρ. 11 του άρθρου 4 του ν. 2819/2000, της παρ. 1 του άρθ. 21 του ν. 2965/2001 και της παρ. 2 του άρθρου 20 του ν. 2606/1998".
Συνεπώς, η πρόσθετη αμοιβή του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 201/1975, δεν καταργήθηκε ούτε με το νόμο 2470/1997, ούτε με το νόμο 3205/2003 και τούτο διότι η πρόσθετη αυτή αμοιβή δεν συνιστά επίδομα ή ειδική πρόσθετη παροχή αλλά μέρος των νομίμων αποδοχών που λαμβάνει υπάλληλος νοσηλευτικού ιδρύματος για την απασχόληση του (Α.Π 604/2014,1228/2012, Α.Π 1859/2008).
Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το ότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 201/1975 πρόσθετη αμοιβή καταργήθηκε ρητά μεταγενέστερα με την παρ. 6 του άρθρου 9 του ν. 3670/2008.Εξάλλου,η θέση των δικηγόρων του εναγομένου υπάγεται στο μισθολογικό καθεστώς του άρθρου 92Α του ΝΔ 3026 της 6/8-10-1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 του ν.1093 της 27/28-11-1980 "Περί τροποποιήσεως διατάξεων του Κώδικος Δικηγόρων και άλλων τινών διατάξεων", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1816 της 11/1.5-11-1988 "τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για τη διαιτησία και άλλες διατάξεις".
Με τις άνω διατάξεις (του άρθρου 92Α του ν. δ 3026/1954) ορίζονται τα εξής : "1.Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως : α)για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο το 15ο μ. κ. β)για δικηγόρο στο Εφετείο το 8ο μ. κ. γ)για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1ο μ.κ.
Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις ισχύουσες γι αυτούς διατάξεις. Για τον καθορισμό του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας υπολογίζεται ο συνολικός χρόνος ασκήσεως του επαγγέλματος...".
Περαιτέρω, με το άρθρο 21 του Ν. 3205/2003 "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. ΚΑΙ ΟΤΑ , Μονίμων Στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις, ορίζονται τα εξής : "Άρθρο 21: Επέκταση διατάξεων.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, οι διατάξεις του Μέρους Α’ του παρόντος νόμου μπορεί να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και σε προσωπικό του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. που δεν υπάγεται στις διατάξεις του Μέρους αυτού, πλην όμως έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.
ή Ο.Τ.Α., καθώς και σε διαβαθμισμένους κληρικούς και δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής ..... ". Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής ρύθμισης εκδόθηκε και η 2/8250/0022/10-2-2004 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Δικαιοσύνης "Καθορισμός τακτικών αποδοχών δικηγόρων, που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α.
και στα Ν.Π.Δ.Δ., των οποίων τα κατώτατα όρια αμοιβής καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 1093/80, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν.1816/88, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια, χωρίς περαιτέρω εξέλιξη, ως εξής: α) Δικηγόροι στο Πρωτοδικείο στο 15° ΜΚ β)Δικηγόροι στο Εφετείο στο 80 ΜΚ γ) Δικηγόροι στον Άρειο Πάγο στο 1ο ΜΚ. 2.
Στους ανωτέρω καταβάλλεται το κίνητρο απόδοσης του άρθρου 12 του Ν.3205/03. 3. Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 12 του ν.1816/88". Για την έκδοση της παραπάνω Κ.Υ.Α, ελήφθη υπόψη η διάταξη του άρθρου 2 ν. 1093/1980 "περί τροποποιήσεως του Κώδικα Δικηγόρων", όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 2 του ν.1816/1988, που ήταν αναγκαία, αφού οι διατάξεις αυτού είναι δημόσιας τάξης και ισχύει για όλους ανεξαιρέτως τους δικηγόρους, τόσον ως προς τον τρόπο και το είδος της παρεχόμενης από αυτούς εργασίας όσο και για την αμοιβή που δικαιούνται οι δικηγόροι που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, Ο.Τ.Α.
και Ν.Π.Δ.Δ..Εξάλλου, οι δικηγόροι του δημόσιου τομέα (δημόσιου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α.)διορίζονται σύμφωνα με τις ίδιες ως άνω διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 2 του Ν. 1649/1986 (με το οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 11 Κώδικα Δικηγόρων ν.δ. 3026/1954) με επιλογή και με σχέση έμμισθης εντολής, ύστερα από προκήρυξη κατά την οριζόμενη διαδικασία και αφού ληφθούν υπόψη τα αναφερόμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του υποψηφίου.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι οι δικηγόροι των Ν.Π.Δ.Δ., εφόσον κατέχουν οργανική θέση σε αυτά και παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή και με σχέση έμμισθης εντολής, καίτοι κατά τον Κώδικα περί Δικηγόρων δεν αποκτούν την ιδιότητα του Υπαλλήλου, εν τούτοις έχουν όλα τα δικαιώματα των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ., επειδή ανήκουν στο τακτικό προσωπικό τους.
Συνεπώς, εκτός από το βασικό μισθό τους, το κατώτατο όριο του οποίου καθορίζεται κατ’ αναλογία με τα μισθολογικά κλιμάκια του μισθολογίου των τακτικών δημοσίων υπαλλήλων, σε σχέση με το βαθμό του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου παρίστανται, λαμβάνουν ως προσαύξηση του μισθού τους και όλα τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν γι’ αυτούς, ασχέτως αν αυτά είναι γενικά ή ειδικά επιδόματα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης πραγματικά περιστατικά : Ο ενάγων υπηρέτησε στο εναγόμενο ως δικηγόρος, προσληφθείς την 14/6/1989 και προσέφερε τις υπηρεσίες του σ’ αυτό μέχρι και την 30-6-2009, οπότε και αποχώρησε, λόγω συνταξιοδότησης, κατέχων νόμιμα οργανική θέση, με σχέση έμμισθης εντολής, αορίστου χρόνου και πάγια περιοδική αμοιβή.
Ως μοναδικός δικηγόρος του νοσοκομείου και κατέχοντας νόμιμα τη μοναδική οργανική θέση δικηγόρου διεκπεραίωνε όλες τις δικαστικές υποθέσεις του Νοσοκομείου. Έκανε παραστάσεις ενώπιον των δικαστηρίων όλης της χώρας, αυτοπροσώπως, ειδικά στα Αστικά Διοικητικά και Ποινικά δικαστήρια, όπως και ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Αρείου Πάγου και επιμελούνταν μόνος του όλων των υποθέσεων.
Γνωμοδοτούσε επί θεμάτων διοικητικής φύσεως των υπηρεσιών του Νοσοκομείου, επί υποθέσεων του εν γένει προσωπικού, δηλ. για πειθαρχικές, αστικές, ποινικές ευθύνες, για προαγωγές αυτού και σε θέματα που αφορούν δημόσιους διαγωνισμούς προμηθειών, εκτέλεσης έργων, μισθώσεων και εισηγούνταν θέματα για το Διοικητικό Συμβούλιο στο οποίο μετείχε, εξασφαλίζοντας τη νομιμότητα των αποφάσεων.
Ενόψει των ανωτέρω ο ενάγων, ο οποίος αμειβόταν μέχρι την αποχώρηση του, με αποδοχές που υπολογίζονται βάσει της μισθολογικής κατηγορίας ΠΕ και με κλιμάκιο 1ο, δικαιούται τις νόμιμες αποδοχές, όπως αυτές καθορίζονταν με τις διατάξεις του ν.2470/1997(από 1-1-2002) και από 1-1-2004 βάσει του νόμου 3205/ 2004 και συνεπώς δικαιούται να λάβει και την περιλαμβανόμενη σ’ αυτές, πρόσθετη αμοιβή των δύο ωρών ημερησίως του άρθρου 2 παρ.3 του Ν.205/1975,για το επίδικο χρονικό διάστημα δηλαδή για το από 1/1/2005 μέχρι και 30/6/2008, οπότε και καταργήθηκε η εν λόγω πρόσθετη αμοιβή.
Με τις παραδοχές αυτές επιδίκασε στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 24.656 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε, τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 4, 28 παρ. 7 του ν. 2470/1997, 8 ν.3205|2003, 9 παρ. 6 ν. 2760/2008 και 2 παρ. 3 ν. 201/1975 και ο, περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώµατος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονοµικός σκοπός του δικαιώµατος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καταχρηστική άσκηση του δικαιώµατος υπάρχει όταν από την προηγούµενη συµπεριφορά του δικαιούχου ή την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώµατος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και την εντιµότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόµενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η µακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόµη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωµα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη µεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ’ απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συµπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώµατος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί µακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται µε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το εναγόμενο προέβαλε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, ισχυριζόμενο ότι από το χρόνο που γεννήθηκε η παραπάνω αξίωση του, επήλθε ουσιώδης και σηµαντική µεταβολή των συνθηκών με τις οποίες ο αναιρεσίβλητος προσέφερε τις νοµικές υπηρεσίες του και µεγάλη οικονοµική κρίση, η δε οικονοµική του κατάσταση, λόγω των δυσμενών οικονοµικών συνθηκών, έχει χειροτερέψει, µε αποτέλεσµα να είναι υπέρμετρα επαχθής για το ίδιο η πληρωµή των συσσωρευμένων απαιτήσεων του αναιρεσίβλητου και εντελώς αδύνατη η απρόσκοπτη λειτουργία και η εκτέλεση της κοινωνικής αποστολής του, λαμβανομένου δε υπόψη και ότι, µόλις προσφάτως, ακόµη και με νομοθετική παρέμβαση, έχουν περικοπεί οι αποδοχές των εργαζοµένων, η οικονοµική συγκυρία επιβάλλει την προσαρµογή σε νέους δημοσιονομικούς κανόνες και αρχές, εξ αιτίας δε αυτών ο αναιρεσίβλητος ασκεί καταχρηστικά την αξίωση του.
Με το περιεχόμενο αυτό η παραπάνω ένσταση δεν είναι νόμιμη, αφού τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά και αληθινά αν είναι, δεν θεμελιώνουν την επικαλούμενη ένσταση.
Συνεπώς, η παράλειψη της προσβαλλόμενης αποφάσεως να ερευνήσει τον εν λόγω ισχυρισμό δε στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως που προϋποθέτει νόμιμο αυτοτελή ισχυρισμό, χωρίς παράλληλα να καταλείπεται έδαφος ιδρύσεως της προβλεπόμενης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναιρετικής αιτιάσεως, με την έννοια της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στο οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης αν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια.
Εν προκειμένω ο τρίτος λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, διότι με την επίκληση της σχετικής πλημμέλειας, αναφερόμενης σε παράλειψη του δικαστηρίου να προσδιορίσει στην απόφαση του τα συγκεκριμένα έγγραφα στα οποία στήριξε την κρίση του, επιχειρείται να ελεγχθεί η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του.
Κατά συνέπεια, αφού απορρίφθηκαν όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση στο σύνολό της. Ως προς το ύψος των αποδοτέων δικαστικών εξόδων, παρατηρητέα τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους διατάξεων", σε συνδυασμό με την παρ.2 της υπ` αριθ. 134423, από 8-12-1992/20-1-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β` 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του ν. 1738/1987, στις δίκες με το Δημόσιο, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, που αποδίδεται από το δικαστήριο στο νικώντα διάδικο, δεν δύναται να είναι μεγαλύτερη από 100.000 δραχμές και ήδη, με μικρή στρογγυλοποίηση, από 300 ευρώ.
Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται και υπέρ των νομικών προσώπων, των οποίων η νομική υπηρεσία διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 22 παρ.3 του ν. 3693/1957). Επομένως, στην παρούσα δίκη, πρέπει να επιβληθούν μειωμένα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ"Νοσοκομείο Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων Ανδρέας Συγγρός" (ΚΠολΔ 183), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-1-2014 αίτηση του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ"Νοσοκομείο Αφροδισίων και Δερματικών Νόσων Ανδρέας Συγγρός" για αναίρεση της 186/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στο αναιρεσείον τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ