Legislator Case Law & Legislation
1576/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to inadmissibility of vague grounds and absence of appellant's representative.

Case Number 1576/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court of Larissa. The appellant, represented by a lawyer, argued that the lower court misread evidence and failed to properly examine procedural grounds, while the absent respondent did not appear. The court rejected the appeal because the grounds were too vague to identify specific errors and the appellant's absence meant the procedural requirements for a valid appeal were not met.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 576 of the Code of Civil Procedure; The cassation request is inadmissible if the grounds are indeterminate, failing to specify the exact content of the lower court's decision or the specific error committed, thereby preventing the Supreme Court from verifying the alleged distortion of facts or law.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds cassation procedure absence of party procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 226 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1576 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1576/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Τσιτώτα - Βασδαβάνου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/7/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 383/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 473/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/11/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ.1, 568 παρ.1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (ΑΠ100/2019, ΑΠ764/2017).

Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 αριθ.1,2,3,4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια αυτής της διατάξεως, η αναβολή της συζητήσεως και η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος, κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 613/2020, ΑΠ 660/2014, ΑΠ 1968/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 7973/3-11-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Λάρισας Δ. Κ. προκύπτει, ότι ο αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην αρχική συζήτηση (19-4-2021) από την επισπεύδουσα αυτήν αναιρεσείουσα, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης.

Όμως ο αναιρεσίβλητος δεν παρέστη κατ'αυτή τη δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών.

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 473/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την ερήμην αυτής εκδοθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνωρίσεως, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους.

Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β' του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας).

Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται όμως στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε όμως παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία.

Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δηλώσεως είναι κατ' αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (άρθρο 280 ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156). Αν, όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσεως, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρεώσεως προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται έγγραφος τύπος (ΑΠ 341/2021, ΑΠ 1125/2020, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 387/2019, ΑΠ 1402/2018).

Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνωρίσεως υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση, και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνωρίσεως όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 51/2020,ΑΠ 1086/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, 9/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 15/2006).

Για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, αλλά, για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια", καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 32/1996, 20/2005, ΑΠ 1401/2010).

Ακόμη, πρέπει, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως). Διότι, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως.

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1021/2019, ΑΠ 357/2018, 1022/2017, ΑΠ 901/2010). Εξάλλου, σφάλμα τυχόν της απόφασης, συνδεόμενο με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται μόνο ως παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 13/1995).

Έτσι, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων, ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων, γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια.

Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 701/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 873 του ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η ένδικη αγωγή στηρίζεται στην εκ μέρους της αναιρεσείουσας αναγνώριση χρέους ανεξάρτητα από την αιτία αυτού, ενώ αυτή στηρίζεται στην εκ μέρους της αναιρεσείουσας δήλωση, επιβεβαιωτική της εκτελέσεως του συγκεκριμένου έργου και αναγνωρίσεως της υπάρχουσας από την αιτία αυτή οφειλής, καθώς και υπόσχεση καταβολής του ποσού της εγγυήσεως λόγω οφειλής της από τη συγκεκριμένη αιτία.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αριθμ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε σ' αυτό τα εξής: < Με το άρθρο 27 της συμβάσεως εργολαβίας συνομολογήθηκε ότι υποχρεούται να καταβάλει στην εναγομένη το ποσό των 50.000 ευρώ ως εγγύηση ότι το νέο κτίριο που θα ανεγερθεί, θα αποπερατωθεί πλήρως...

και συμφωνήθηκε ότι θα επιστραφεί εντόκως αυθημερόν με την παράδοση προς την εναγομένη των διηρημένων ιδιοκτησιών της. Ότι στις 17-3-2010 του κοινοποιήθηκε η από 16-3-2010 εξώδικη πρόσκληση της εναγομένης, με την οποία τον κάλεσε εντός δύο ημερών να παραλάβει μέρος της δοθείσης εγγυήσεως και συγκεκριμένα ποσό 25.000 ευρώ, πλέον ποσού 609,62 ευρώ για τις επιπρόσθετες εργασίες και ποσού 815 ευρώ για τόκους και συνολικά 26.424,62 ευρώ, δηλώνοντας ότι το υπόλοιπο επιφυλάσσεται να το αποδώσει με την εκ μέρους του εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων και ότι σε διαφορετική περίπτωση θα καταθέσει το ανωτέρω ποσό στο Ταμείο Παρακαταθηκών.

Ότι με την ανωτέρω δήλωσή της η εναγομένη εγγράφως αναγνώρισε ότι του οφείλει α) ποσό 25.000 ευρώ ως επιστροφή του ημίσεος της συμφωνημένης εγγυήσεως των 50.000 ευρώ, λόγω παραδόσεως της μιας εκ των δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών, β) ποσό 609,62 ευρώ για επιπρόσθετες εργασίες και γ) ποσό 815 ευρώ για τόκους του ποσού της εγγυήσεως.

Ότι στις 9-6-2010 η εναγομένη κατέθεσε το ως άνω ποσό των 26.424,62 ευρώ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων χωρίς να τον ειδοποιήσει γι' αυτή την κατάθεση και χωρίς να του παραδώσει το πρωτότυπο του γραμματίου συστάσεως της παρακαταθήκης. Ότι η εναγομένη με την από 18-7-2011 εξώδικη δήλωσή της τον κήρυξε έκπτωτο εργολάβο, ισχυριζόμενη ότι παρά την παρέλευση της προθεσμίας παραδόσεως κατά το εργολαβικό συμβόλαιο δεν είχε ακόμη αποπερατώσει το ισόγειο κατάστημά της και είχε αφήσει ημιτελές το Α1 διαμέρισμα....

Ότι για την απόδοση της εγγυήσεως άσκησε αγωγή ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου Λάρισας, κατά τη συζήτηση της οποίας η εναγομένη απέκρυψε το γεγονός ότι είχε αναλάβει την εγγύηση από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με αποτέλεσμα να παραπλανηθεί το Δικαστήριο και να απορρίψει την αγωγή του >. Με βάση αυτό το ιστορικό ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 26.424,62 ευρώ, νομιμοτόκως από 1-8-2009, άλλως από 23-10-2009, επικουρικά δε ζήτησε την καταβολή του ως άνω ποσού α) κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, β) βάσει της διατάξεως του άρθρου 430 ΑΚ και γ) κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις.

Με το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, στηριζομένη στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, όσον αφορά την έγγραφη αιτιώδη σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους από την εγγύηση του ποσού των 25.000 ευρώ και στη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, όσον αφορά στη σύμβαση αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους για τις πρόσθετες εργασίες και τους τόκους του ποσού της εγγυήσεως, καθόσον ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος επικαλείται ότι πρότεινε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα την κατάρτιση συμβάσεως αναγνωρίσεως χρέους για την επιστροφή της εγγυήσεως κατά το ήμισυ, δηλαδή κατά το ποσό των 25.000 ευρώ, ότι η αναιρεσείουσα αποδέχθηκε αυτή τη δήλωση βουλήσεώς του και με την από 16-3-2010 εξώδικη δήλωσή της αναγνώρισε εγγράφως ότι του οφείλει το ποσό των 25.000 ευρώ ως επιστροφή του ημίσεος της συμφωνημένης εγγυήσεως, το ποσό των 609,62 ευρώ για τις πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε και το ποσό των 815 ευρώ για τραπεζικούς τόκους του ποσού της εγγυήσεως.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε νόμιμη την ένδικη αγωγή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και δεν παραβίασε αυτές, ο δε πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 873 και 361 ΑΚ, καθόσον με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε νέα ενοχή, αποσυνδεδεμένη από την πραγματική αιτία του χρέους.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση και δεν εκτίθενται καθόλου οι παραδοχές του δικαστηρίου, δηλ. τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των ως άνω διατάξεων.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 919 ΑΚ και 386 ΠΚ, καθόσον δεν μνημονεύει πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν την πράξη της απάτης που φέρεται ότι τελέστηκε από την αναιρεσείουσα.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Εφετείο δεν δέχθηκε την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής από την αδικοπραξία, αλλά την κύρια βάση αυτής από την αναγνώριση χρέους. Κατά το άρθρο 559 αρ.16 περ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ύστερα από αυτεπάγγελτη ή κατά πρόταση διαδίκου έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων αυτού.

Από τις διατάξεις δε των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων προσώπων που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Ως ιστορική αιτία νοείται το σύνολο των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο σε προηγούμενη δίκη ότι υπήρξαν ή ότι δεν υπήρξαν, ως ιστορικό συμβάν, και τα οποία είναι, σύμφωνα με το νόμο, αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, δηλαδή την έννομη συνέπεια που γίνεται δεκτή, ως υπάρχουσα ή μη υπάρχουσα.

Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με εκείνα που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διατάξεως. Εξάλλου, ως νομική αιτία, που επίσης καλύπτεται από το δεδικασμένο, νοείται ο νομικός κανόνας που διέπει την έννομη σχέση από την οποία απορρέει το προβαλλόμενο (και επιδικασθέν) δικαίωμα, υπάρχει δε ταυτότητα νομικής αιτίας όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει, ως νομικό γεγονός παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσεως, αυτό που στηρίζει η τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή ταυτότητα της διατάξεως που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης αποφάσεως προς τη διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή (ΑΠ 34/2016).

Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, δεδομένου ότι η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει μόνο από το περιεχόμενο της αποφάσεως και όχι της αγωγής (ΑΠ 156/2013, ΑΠ 1135/2012), όσο και η κρίση της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, μεταξύ των οποίων και εκείνη της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής αιτίας, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 257/2016, ΑΠ 449/2015).

Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα ανελέγκτως γίνονται δεκτά, αν επομένως αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 56/2019,ΑΠ 890/2018, ΑΠ877/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την αμετάκλητη υπ' αριθμ.1/2012 απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου Λάρισας, δεχόμενο ότι η ενώπιόν του ασκηθείσα αγωγή του αναιρεσιβλήτου βασιζόταν σε άλλη νομική αιτία από αυτή της ένδικης αγωγής.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει εναντίον της αναιρεσείουσας την από 23-5-2011 αγωγή του ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου Λάρισας, στην οποία ιστορούσε ότι σύμφωνα με σχετικό όρο του εργολαβικού προσυμφώνου κατέβαλε στην αναιρεσείουσα εγγυοδοσία καλής εκτελέσεως του έργου, ποσού 50.000 ευρώ, αποδοτέα με την αποπεράτωση του έργου και την παράδοση των διηρημένων ιδιοκτησιών της αντιπαροχής που περιήλθαν σ'αυτήν.

Ότι, αν και κατασκεύασε εμπροθέσμως και προσηκόντως το έργο και εκτέλεσε τις συμβατικώς αναληφθείσες εργασίες στις οριζόντιες ιδιοκτησίες της αναιρεσείουσας , η τελευταία αρνείται να του αποδώσει το ποσό της εγγυοδοσίας, ζήτησε δε να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ως άνω ποσό, νομιμοτόκως. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν με την υπ' αριθμ. 1/2012 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που κατέστη αμετάκλητη.

Από την απόφαση αυτή προκύπτει δεδικασμένο, μόνο ως προς το ζήτημα της υπάρξεως του επικληθέντος από τον αναιρεσίβλητο ουσιαστικού δικαιώματος, ήτοι εκείνου που αποτέλεσε περιεχόμενο του νομικού ισχυρισμού του και για το οποίο ζητήθηκε η παροχή έννομης προστασίας, όχι όμως και για το αντικείμενο της παρούσης δίκης της αναγνωρίσεως χρέους.

Έτσι, η αγωγή του αναιρεσιβλήτου δεν ταυτίζεται ως προς τη νομική αιτία, αφού η μεν αμετάκλητη απόφαση εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 402 επ. ΑΚ, ενώ η ένδικη αγωγή του θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 361 και 873 ΑΚ. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας τα ίδια δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την ως άνω απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου ως προς το ουσιαστικό δικαίωμα που ασκήθηκε με την ένδικη αγωγή, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα των περιστατικών που συγκροτούν το πραγματικό των νομικών διατάξεων που δέχθηκε το διαιτητικό δικαστήριο και εφάρμοσε στην προηγούμενη δίκη με την 1/2012 αμετάκλητη απόφασή του και εκείνων που συγκροτούν το πραγματικό των εφαρμοστέων από την προσβαλλόμενη απόφαση στη νέα δίκη νομικών διατάξεων, ούτε ταυτότητα των διατάξεων που συγκρότησαν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της ως άνω διαιτητικής αποφάσεως προς τις διατάξεις που επικαλείται ο αναιρεσίβλητος, προκειμένου να στηρίξει την αξίωσή του στην ένδικη αγωγή.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ και ο ως άνω τέταρτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 427, 431 και 433 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι για να επέλθει απόσβεση της ενοχής δια δημοσίας καταθέσεως της παροχής, πρέπει να υπάρχει νόμιμος λόγος δικαιολογών την κατάθεση, όπως είναι η υπερημερία του δανειστή, επί πλέον δε πρέπει η κατάθεση αυτή να έχει ως αντικείμενο ακριβώς την οφειλόμενη παροχή, διότι αν αυτή έχει ως αντικείμενο παροχή ήσσονα της οφειλόμενης, ισοδυναμούσα προς μερική καταβολή, στην οποία δεν δικαιούται κατ' άρθρο 316 ΑΚ ο οφειλέτης, δεν επιφέρει, την κατά το κατατεθέν ποσόν μερική απόσβεση της ενοχής, εκτός αν συναινεί ως προς αυτό και ο δανειστής.

Ο δανειστής καθίσταται υπερήμερος, αν δεν αποδέχεται την παροχή, η οποία του προσφέρεται και η οποία είναι πραγματική και προσήκουσα, δηλαδή είναι κατά ποιότητα και ποσότητα η οφειλομένη και προσφέρεται στον κατάλληλο τόπο και χρόνο (ΑΠ 1319/2018, ΑΠ 314/2013). Κατά το άρθρο 433 ΑΚ, εφόσον ο δανειστής με δήλωσή του στην αρμόδια αρχή δεν αποδέχθηκε την κατάθεση, ο οφειλέτης έχει το δικαίωμα να αναλάβει το αντικείμενο που έχει κατατεθεί.

Αν το αναλάβει, η κατάθεση θεωρείται ότι δεν έγινε. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 433 ΑΚ, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αποσβέσεως της απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου με την κατάθεσή της στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: < Η εναγομένη με την από 16-3-2010 εξώδικη πρόσκλησή της που επιδόθηκε στον ενάγοντα, του γνωστοποίησε ότι παρέλαβε το Β1 διαμέρισμα και τον κάλεσε να προσέλθει να παραλάβει μέρος της εγγύησης 25.000 ευρώ και επιπλέον 609,62 ευρώ για επιπρόσθετες εργασίες που βάρυναν την ίδια και 815 ευρώ για τόκους του ποσού αυτού και συνολικά 26.424,62 ευρώ, σε διαφορετική περίπτωση θα το καταθέσει στο ΤΠΔ....

Επειδή ο ενάγων δεν προσήλθε να παραλάβει το ανωτέρω ποσό, η εναγομένη το κατέθεσε στο ΤΠΔ και εκδόθηκε το ... γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης..... Το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι από το ποσό της εγγυοδοσίας για 25.000 ευρώ έχει επέλθει έκπτωση του ενάγοντος λόγω παράβασης των συμβατικών του υποχρεώσεων, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 25.000 ευρώ μαζί με τα ποσά των 609,62 και 815 ευρώ το έχει παραλάβει και απέρριψε την αγωγή του.

Μετά την έκδοση αυτής της αποφάσεως η εναγομένη στις 23-4-2012 υπέβαλε αίτηση ανάκλησης της παρακαταθήκης, με την αιτιολογία ότι ο ενάγων κηρύχθηκε έκπτωτος και ανέλαβε το ποσό της παρακαταθήκης, αρνούμενη μέχρι σήμερα να το επιστρέψει στον ενάγοντα. Ο ισχυρισμός της εναγομένης περί απόσβεσης της απαίτησης είναι μη νόμιμος, διότι η εναγομένη εκμεταλλευόμενη την αντίφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου ότι για το υπόλοιπο ποσό των 26.424,62 ευρώ έχει εξοφληθεί ο ενάγων με καταβολή, γεγονός που δεν αληθεύει, έσπευσε να ανακαλέσει την παρακαταθήκη>.

Με τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αποσβέσεως της απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου ως μη νόμιμο, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 433 ΑΚ. Και τούτο διότι, σύμφωνα και με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η απαίτηση του αναιρεσιβλήτου δεν αποσβέσθηκε με την δημόσια κατάθεση του ποσού των 26.424,62 ευρώ και η κατάθεση αυτή θεωρείται ότι δεν έγινε, διότι η αναιρεσείουσα- οφειλέτης χωρίς δικαίωμα ανέλαβε το κατατεθέν ποσό, αφού ο αναιρεσίβλητος-δανειστής δεν είχε δηλώσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ότι δεν αποδέχεται την κατάθεση.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο ως άνω λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στο Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεχόμενο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι η αναιρεσείουσα ως καταθέτης δήλωσε ότι παραιτείται από το δικαίωμα της αναλήψεως και ο αναιρεσίβλητος δανειστής δήλωσε ότι αποδέχεται την κατάθεση.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά το ως άνω σκέλος του, είναι απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τις παραδοχές της προσβαλλομένης, το Εφετείο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αποσβέσεως της απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου τον απέρριψε ως μη νόμιμο και δεν υπεισήλθε στην κατ'ουσίαν έρευνα αυτού.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο στην ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, (σφάλμα αναγνώσεως), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και ακολούθως, στηριζόμενο στο συγκεκριμένο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα, που έχουν ουσιώδη επιρροή στη δίκη (ΑΠ 909/2008).

Δεν περιλαμβάνεται όμως στο λόγο αυτό και η περίπτωση, που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο προαναφερθείς λόγος αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ότι παραμορφώθηκε εγγράφου, κατά λέξη παρατιθέμενο, γ) ποιο ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το δικαστήριο ότι έχει το έγγραφο αυτό, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η απόφαση να είναι δυνατή η υπό του Αρείου Πάγου κρίση περί υπάρξεως διαγνωστικού σφάλματος, δ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της αποφάσεως, δηλαδή το επιζήμιο συμπέρασμα για τον αναιρεσείοντα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου και στ) να εκτίθενται (ή να προκύπτει) ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 ΚΠολΔ (ΑΠ 272/2020, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 1573/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 (και όχι από τον αρ. 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της εξώδικης οχλήσεως του αναιρεσιβλήτου για πληρωμή του ποσού των 26.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, ενώ στην ένδικη αγωγή του αναφέρει ότι επέδωσε εξώδικο για πληρωμή του ποσού των 50.000 ευρώ, καθώς και το περιεχόμενο του από 16-3-2010 εξωδίκου της αναιρεσείουσας, στο οποίο δεν αναφέρεται ότι το έργο ήταν στο πέρας του και το αποδέχθηκε ο αναιρεσίβλητος, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο των εξωδίκων δηλώσεων των διαδίκων κατά λέξη, ποιό ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το Εφετείο ότι έχουν αυτά τα έγγραφα, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκαν τα έγγραφα και ποιά ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωσή τους στο διατακτικό.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του ίδιου ως άνω άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ συνιστούν έγγραφα και οι αποφάσεις των ποινικών (ΑΠ 359/1993) ή πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 185/1993) κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σ' αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεών τους (ΑΠ 339/1996) και όχι ως προς το περιεχόμενο των τυχόν διαλαμβανόμενων σ' αυτές μαρτυρικών καταθέσεων (ΑΠ 1447/2017).

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υποθέσεως (ΑΠ 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του, σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 856/2019, ΑΠ 612/2019, ΑΠ 516/2016).

Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου ως άνω έκτου λόγου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ'αρ. 1/2012 αποφάσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου Λάρισας ως προς το μέρος της που αφορά την εγγύηση του ποσού των 50.000 ευρώ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως ως προς το ως άνω ζήτημα, κατά λέξη παρατιθέμενο, ποιό ακριβώς περιεχόμενο δέχθηκε το Εφετείο ότι έχει η απόφαση, ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου με εκείνο που φέρεται ότι δέχθηκε η προσβαλλομένη να είναι δυνατή η κρίση περί υπάρξεως διαγνωστικού σφάλματος, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε η απόφαση και ποιά ουσιώδη επιρροή άσκησε η λανθασμένη ανάγνωσή της στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ.3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος του απόντος αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-11-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμό 473/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Σεπτεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ