Legislator Case Law & Legislation
612/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against interlocutory judgment for absent defendants due to procedural regularity.

Case Number 612/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to retry the appeal against the absent defendants, B.Ψ. and A.Μ., following a prior ruling that declared the hearing inadmissible for them. The appellant argued that the court failed to verify the defendants' legal summons and that the awarded legal costs were disproportionate under the Constitution and the ECHR. The court held that it must examine the legality of the summons ex officio and found the proceedings regular, rejecting the claim regarding the costs' proportionality.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576§2, 568§1 and 498§1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must ex officio verify if the absent defendant was legally and timely summoned and must proceed to the hearing if so, dismissing appeals against interlocutory judgments where the summons was regular.

Keywords

AI generated
appeal against interlocutory judgment absent defendant summons ex officio examination legal costs proportionality ECHR Protocol 1 Article 1 procedural regularity dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 576§2 of the Code of Civil Procedure
Article 568§1 of the Code of Civil Procedure
Article 498§1 of the Code of Civil Procedure
Article 1§1 of the First Additional Protocol to the ECHR
Article 28§1 of the Constitution
Article 4§1 of the Constitution
Article 25§1 of the Constitution

Cited Case Law

AI generated
ECHR 72/1995/578/664
ECHR 106/1995/612/700
OLAP 40/1998
OLAP 6/2007
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 612 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 612 /2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Μ. Χ. του Γ. συζύγου Γ. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου. Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Β. Ψ. του Α., κατοίκου ... και 2) Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 1-6-2009, 20-1-2010 και 20-1-2010 τρεις αγωγές του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, της ήδη αναιρεσείουσας και του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Γ. Κ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22930/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 2632/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 21-2-2014 αίτησή της και τους από 3-2-2015 προσθέτους αυτής λόγους, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 516/2016 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 21-2-2014 αίτησης αναίρεσης ως προς τον πρώτο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, Β. Ψ. και Α. Μ. και απέρριψε ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, Π. Κ., την αίτηση αυτή ως προς τους κύριους και τους από 3-2-2015 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 2632/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 24-11-2017 κλήση της ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσειούσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Αβροκόμη Θούα, ανέγνωσε την από 24-2-2015 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με το από 3-2-2015 δικόγραφο πρόσθετων λόγων. Η αυτοπροσώπως παραστάσα αναιρεσείουσα ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 24-11-2017 κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 21-2-2014 αναίρεσή της κατά των πρώτου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων,μετά την έκδοση της 516/2016 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου,που είχε κηρύξει απαράδεκτη της συζήτησή της ως προς τους τελευταίους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 576§2, 568§1 και 498§1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην κρινόμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την αναιρεσείουσα …92Γκαι …91Γ/27-7-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, Γ. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω κλήσης με συνημμένο σ' αυτήν ακριβές αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση για να παραστούν κατά την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και προσηκόντως, στους αναιρεσίβλητους. Επομένως, αφού αυτοί δεν παραστάθηκαν, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναίρεσης προϋποθέτει όπως, τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους να έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης που είχε αρχικώς οριστεί.

Ως ημέρα δηλαδή συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που κατά το άρθρο 568 καρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται αρμοδίως, δηλαδή η αρχική και όχι η μεταγενέστερη που ορίζεται μετ' αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά από ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης. Η παράλειψη δε τήρησης των παραπάνω διατυπώσεων ή της μιάς από αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ143/1984/ΑΠ1192/2018).

Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 της από 29-12-1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με τον Ν. 1157/1981, καθιερώθηκε από 1 Ιανουαρίου 1981 πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, αρχόμενη από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή για το προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ κατά την παρ. 12 του ίδιου άρθρου, η διαδρομή των προθεσμιών, που τάσσονται από το νόμο ή τα δικαστήρια, αρχίζει από την επομένη ημέρα της επίδοσης ή του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της που λήγει τη 19.00 ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας.

Όπως συνάγεται από τη διατύπωσή της, η άνω διάταξη, όπως άλλωστε και η ταυτόσημη σχεδόν διάταξη του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται τόσον επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων, οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας, πράγμα το οποίο ισχύει και επί της 30ήμερης προθεσμίας που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης.

Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από τη δικάσιμο, ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ (Ολ.ΑΠ 33/1996,ΑΠ332/2016). Στην προκειμένη περίπτωση,όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ,με την από 29-8-2014 πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του παρόντος Δικαστηρίου, ορίστηκε αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η 9 Μαρτίου 2015 και ώρα 9.30π.μ.Η αναιρεσείουσα κατέθεσε το από 3-2-2015 δικόγραφο πρόσθετων λόγων στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 3-2-2015,ενώ το επέδωσε στους αναιρεσίβλητους, όπως προκύπτει από τις …72Γ και …73Γ/5-2-2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Γ.

Κ., στις 5 Φεβρουαρίου 2015.

Συνεπώς, η προθεσμία του άρθρου 569παρ.2εδ.αΚΠολΔ,η οποία άρχισε να τρέχει την επόμενη της κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, ήτοι στις 6 Φεβρουαρίου 2015,συμπληρώθηκε στις 7 Μαρτίου 2015,ημέρα Σάββατο, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του έτους 2015,παρατάθηκε δε και έληξε την 7η μ.μ. ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας, ήτοι της Δευτέρας,9 Μαρτίου 2015,δηλαδή μετά την αρχικώς ορισθείσα συζήτηση της κρινόμενης αίτησης ,η οποία ,όπως προεκτέθηκε είχε ορισθεί για την ημέρα αυτή και ώρα 9.30π.μ.Επομένως οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπρόθεσμα και είναι απαράδεκτοι.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.1ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή(ΟλΑΠ11/2017).

Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για να θεμελιώσει τον από τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.1ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση(ΑΠ24/2015).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα:" Ο ...ενάγων Β. Ψ. (ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων)... δυνάμει του …50/21-6-2004 προσυμφώνου πωλήσεως της συμβολαιογράφου Ε. Π.- Π., ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και μεταβιβάσει κατά κυριότητα εις τον εναγόμενον Γ.

Κ.(μη διάδικο στην παρούσα δίκη)... μία κατοικία (μεζονέτα)... εις το ..., προ πάσης ανεγέρσεως του συγκροτήματος κατοικιών, αποτελούσα το εργολαβικόν του αντάλλαγμα, αντί συμφωνηθέντος € 411.000 αλλά αναγραφέντος τιμήματος (δια φορολογικούς λόγους) εις το προσύμφωνον €190.000, ήτοι του ποσού ύψους δανείου το οποίο ο αγοραστής θα ελάμβανε από τραπεζική εταιρεία προς αποπληρωμή μέρους του αληθούς τμήματος.

Εις τον πωλητή Β. Ψ. ο αγοραστής Γ. Κ. κατέβαλε την 18-5-2004 ποσόν €20.000 ως προκαταβολή του τιμήματος και κατά τον χρόνο υπογραφής του προσυμφώνου πωλήσεως ο άνω εναγόμενος μετεβίβασε εις τον ενάγοντα δι' οπισθογραφήσεως επιταγή ... ποσού 110.000 ευρώ, ενώ συγχρόνως υπεγράφη μεταξύ των συμβληθέντων το με ημερομηνίαν 21.6.2004 ιδιωτικό έγγραφον (αντέγγραφον) εις το οποίο περιελήφθη, μεταξύ άλλων, ότι το αληθές και πραγματικό τίμημα πωλήσεων ήτο €411.000, ότι το ποσόν €130.000 είχε ήδη καταβληθεί, ότι το ποσόν €190.000 θα αποτελούσε προϊόν δανείου το οποίο θα ελάμβανε ο εναγόμενος από τραπεζική εταιρεία και θα κατέβαλε κατά τα εις το προσύμφωνο και ότι το υπόλοιπον ποσόν €91.000, το οποίο δεν ανεγράφετο εις το προσύμφωνον θα κατέβαλε ο εναγόμενος με την παράδοση του ακινήτου.

Δια το τελευταίο ποσόν ο ενάγων δεν έλαβε διασφάλιση από τον εναγόμενον (επιταγή ή συναλλαγματική). Διά του άνω προσυμφώνου πωλήσεως είχαν συνομολογηθεί μεταξύ των συμβληθέντων οι εξής όροι:

1) ότι το οριστικό συμβόλαιο θα υπεγράφετο μετά την έκδοση της οικοδομικής αδείας και το αργότερον μέχρι την 30-11-2004,

2) ότι δια την περίπτωση κατά την οποίαν δεν προσήρχετο ο ενάγων διά την υπογραφήν του οριστικού συμβολαίου, ο εναγόμενος αγοραστής θα είχε το δικαίωμα συντάξεως του οριστικού συμβολαίου δι' αυτοσυμβάσεως, εφόσον απεδείκνυε την εξόφληση του εις το προσύμφωνον αναφερομένου τιμήματος. Απεδείχθη επίσης ότι οι σχέσεις των συμβληθέντων ήδη διαδίκων διερράγησαν μετά την υπογραφήν του προσυμφώνου πωλήσεως, ανεφάνησαν αμέσως έριδες και εξέλιπε η μεταξύ των εμπιστοσύνη, ενώ μετά την έκδοση την 20-10-2004 της αδείας ανεγέρσεως οικοδομής και αφού πλέον υπήρχε η δυνατότητα καταρτίσεως της οριστικής συμβάσεως (συμβολαίου), οι συμβληθέντες ήδη διάδικοι δεν προχώρησαν άμεσα σε αυτήν αλλά, εξαιτίας των προβλημάτων τα οποία είχαν αναφανεί εις την σχέση των εκλονίσθη μεταξύ των η εμπιστοσύνη και από την 19-11-2004 άρχισαν επί ένα μήνα την ανταλλαγή πληθώρας εξωδίκων δηλώσεων και προσκλήσεων, με τις οποίες έκαστος αυτών απέδιδε εις τον άλλον ευθύνες διά την μη υπογραφή του οριστικού συμβολαίου.

Ειδικώτερον, ο ενάγων είχε υποσχεθεί εις τον εναγόμενον αυθαίρετες κατασκευές εις το επίδικον ακίνητο και, ενώ είχαν αρχίσει οι εκσκαφές επί του οικοπέδου και κατά τα συμφωνηθέντα ο εναγόμενος θα κατέβαλε με την υπογραφήν μέχρι την 30-11-2004 μέρος του ορισθέντος αληθούς τιμήματος, το οποίο και είχε ανάγκη ο ενάγων διά την συνέχιση των εργασιών, ο εναγόμενος απαιτούσε επιπλέον αυθαίρετες κατασκευές, ώστε εδημιούργησε η συμπεριφορά του ανησυχίαν εις τον εργολάβον ενάγοντα ο οποίος, δια της επιδοθείσης από 19-11-2004 εξωδίκου δηλώσεως-κλήσεως προς τον εναγόμενον τον διαβεβαίωσε ότι θα τηρήσει τις αναληφθείσες συμβατικές του υποχρεώσεις (" εις το ακέραιο" όπως χαρακτηριστικά ανέφερε) και τον εκάλεσε την 23-11-2004 προς υπογραφήν ενώπιον της συμβολαιογράφου Ε.

Π. των δηλώσεων φόρου μεταβιβάσεως και την 30-11-2004 να προβούν εις την υπογραφήν του οριστικού συμβολαίου. Οι συμβληθέντες ήδη διάδικοι εμφανίσθηκαν την 23-11-2004 ενώπιον της άνω συμβολαιογράφου, όμως ο εναγόμενος αρνήθηκε την υπογραφή των δηλώσεων φόρου μεταβιβάσεως, διότι έλειπαν η τροποποίηση εργολαβικού, η διανομή οικοπεδούχων και το συμβόλαιον προσκυρώσεως..., έγγραφα τα οποία ήσαν κατά την γνώμη του απαραίτητα διά την υπογραφή των δηλώσεων, διά την προσκομιδή των οποίων εκοινοποίησε και την από 23-11-2004 εξώδικον πρόσκληση εις τον ενάγοντα.

Εν συνεχεία, διά της επιδοθείσης εις τον εναγόμενον την 24-11-2004 εξωδίκου, ο ενάγων πωλητής κάλεσε αυτόν ενώπιον της άνω συμβολαιογράφου δια την υπογραφήν των δηλώσεων φόρου μεταβιβάσεως και την κατάθεση εκ μέρους του όλων των σχετικών εγγράφων (τα οποία κατατίθενται και κατά την υπογραφήν του οριστικού συμβολαίου).

Ο εναγόμενος αγοραστής δεν εμφανίσθηκε, συνταχθείσης της υπ' αριθμόν …41/25-11-2004 πράξεως της άνω συμβολαιογράφου. Οι συμβληθέντες ήδη διάδικοι εμφανίσθηκαν κατά την 30-11-2004 ορισθείσα καταληκτικήν ημερομηνίαν υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, ενώπιον της άνω συμβολαιογράφου, όμως ο εναγόμενος αγοραστής απαίτησε να προσκομισθεί και άλλο έγγραφο, το πιστοποιητικόν μεταγραφής του συμβολαίου διανομής των οικοπέδων και εδήλωσε ότι θα υπογράψει δια την οριστική σύμβαση μόλις προσκομισθεί το προδιαληφθέν πιστοποιητικό...Η προεκτεθείσα συμπεριφορά του εναγομένου αλλά και η έλλειψη εξασφαλίσεως δια το μη αναγραφέν εις το προσύμφωνον ποσόν (υπολοίπου αληθούς τιμήματος) €91.000-διά το οποίο ουδέν ανέφερε ο τελευταίος εις τις εξώδικους -ενεποίησε ανησυχίαν εις τον ενάγοντα πωλητήν, ώστε δια της από 8-12-2004 εξωδίκου δηλώσεώς του εζήτησε από τον εναγόμενον όπως διορθωθεί το τίμημα και προστεθεί το ποσόν €91.000, ενώ διά της επιδοθείσης την ίδια ημέρα εις τον ενάγοντα εξωδίκου, ο εναγόμενος του εδήλωσε ότι διά να υπογράψει το οριστικό συμβόλαιο πρέπει πρώτα να υπογραφεί και λεπτομερής συγγραφή υποχρεώσεων διά την κατασκευή του προσυμφωνηθέντος ακινήτου και τον εκάλεσε όπως την 9-12-2004 ενώπιον της άνω συμβολαιογράφου υπογραφεί η οριστική σύμβαση (συμβόλαιο).

Την 9-12-2004, ο ενάγων εκοινοποίησε εις την συμβολαιογράφο Ε. Π. την από 8-12-2004 εξώδικόν του και εζήτησε-με αναφορά εις το αληθές υπόλοιπον τίμημα-την αλλαγή των φορολογικών δηλώσεων και με ταυτόχρονη εξώδικο δήλωση προς τον αγοραστή εναγόμενον, ως απάντηση εις πρόσκληση του, του εδήλωσε ότι ουδεμία είχε αντίρρηση δια την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου υπό την προϋπόθεση όμως διορθώσεως των δηλώσεων προς την αρμοδίαν Δ.Ο.Υ.

ως προς το συνομολογηθέν τίμημα, ενώ έταξε εις αυτόν προθεσμίαν οκτώ ημερών προς διόρθωση των δηλώσεων μεταβιβάσεως εις την ΔΟΥ, δηλώνοντας του ταυτοχρόνως ότι μετά την πάροδον της προθεσμίας θα υπαναχωρούσε από την σύμβαση. Διά της επιδοθείσης εις την άνω συμβολαιογράφον την 13-12-2004 εξωδίκου, ο εναγόμενος εδήλωσε ότι προτίθεται να προβεί σε υπογραφή του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση την 12ην ώρα της 15-12-2004 και εκάλεσε αυτήν " να είναι καθόλα έτοιμη διά την υπογραφήν του οριστικού συμβολαίου καθόσον έχει όλα τα απαραίτητα νομιμοποιητικά έγραφα δια την υπογραφήν του", με ρητή αναφορά ότι σε περίπτωση αρνήσεως της " θα αξιώσει και εις βάρος της την ικανοποίηση οιασδήποτε θετικής η αποθετικής ζημίας του".

Εις απάντηση της προδιαληφθείσης εξωδίκου, διά της από 14-12-2004 δηλώσεως της προς αμφοτέρους τους διαδίκους, κοινοποιηθείσης εις αυτούς αυθημερόν, η ανωτέρω συμβολαιογράφος εγνωστοποίησε εις αυτούς ότι έχει υποβάλλει την υπ αριθμ. πρωτ. 848/9- 12-2004 αίτηση προς τον Συμβολαιογραφικόν Σύλλογον …. με αίτημα την άδεια δια υπογραφήν του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση, ότι έχουν υπογράφει και κατατεθεί οι συνταχθείσες με βάση το προσύμφωνον δηλώσεις φόρου μεταβίβασης και ότι από τον έλεγχο των κατόψεων της εκδοθείσης οικοδομικής αδείας διαπίστωσε αλλαγή ως προς το εμβαδόν των δύο υπογείων χώρων.

Την 15-12-2004 ο εναγόμενος, διά εξωδίκου προσκλήσεως εις τον ενάγοντα επεκαλέσθη εξαπάτηση από τον τελευταίον και του έταξε διήμερη προθεσμίαν ώστε να προβεί εις τις εις την εξώδικον αναφερόμενες τροποποιήσεις της οικοδομικής αδείας, ενώ την ίδια ημέρα κατέθεσε εις την άνω συμβολαιογράφον γνήσιον αντίγραφο της προδιαληφθείσης επιταγής της τραπεζικής εταιρείας ...

ΑΕ ποσού €110.000, εκδόσεως την 21.6.2004 (η οποία είχε ήδη δοθεί εις τον ενάγοντα κατά την υπογραφήν του προσυμφώνου έναντι του αληθούς τιμήματος), εδήλωσε δε ότι η επιταγή κατατίθεται ως μερική καταβολή διά την αγορά του εις το υπ' αριθμόν …50/2004 προσύμφωνον συμβόλαιον ακινήτου, συνταχθείσης της με αριθμόν ….06/15-12-2004 πράξεως καταθέσεως εγγράφου της συμβολαιογράφου.

Διά τον λόγον ότι ο εναγόμενος προσπάθησε να οριστικοποιήσει-ως είχε δικαίωμα-δι' αυτοσυμβάσεως την διά του προδιαληφθέντος προσυμφώνου σύμβαση, ενώ δεν είχε εξασφαλισθεί η καταβολή του αληθούς τιμήματος του επιδίκου, ο ενάγων, προς προστασίαν των συμφερόντων του, διά της από 16-12-2004 εξωδίκου δηλώσεως του, επιδοθείσης εις τον εναγόμενον την 17-12-2004, άσκησε το δικαίωμα νομίμου υπαναχωρήσεως από την σύμβαση και ελύθη η συμβατική των σχέση αναδρομικώς.

Εν συνεχεία ο εναγόμενος την 20-12-2004 εκοινοποίησε εις τον ενάγοντα πρώτον εκτελεστόν απόγραφον του υπ' αριθμόν ….50/21-6-2004 άνω προσυμφώνου με επιταγή προς πληρωμή δια της οποίας επέτασσε να καταβάλλει το ποσόν της συνομολογηθείσης διά του προσυμφώνου ποινικής ρήτρας €135.000, το καταβληθέν ποσόν των €130.000, έξοδα και €2000 ως αμοιβή δια την σύνταξη της επιταγής, της πληρεξούσιας του δικηγόρου, συζύγου του, ήδη δευτέρας εναγομένης(και ήδη αναιρεσείουσας).

Κατά της επισπευθείσης εκτελέσεως ο ενάγων άσκησε την υπ' αριθμ. καταθ. 44227/23-12-2004 ανακοπή και ταυτόχρονη υπ' αριθμ. 44228/2004 αίτηση αναστολής εκτελέσεως, έγινε δεκτό το αίτημα του προσωρινής διαταγής ως προς την μη εκτέλεση του ποσού €135.000 της ποινικής ρήτρας, ενώ διά το καταβληθέν εις τον ενάγοντα ποσόν €130.000 (προκατ.

€20.000+ επιταγή € 110.000) δεν εξεδόθη προσωρινή διαταγή αναστολής εκτελέσεως, καθόσον ο ενάγων-καθού εδήλωσε ότι θα καταβάλλει εις τον επισπεύδοντα -εναγόμενο το προδιαληφθέν ποσόν... Μετά την έκδοση της προσωρινής διαταγής και την παραμονή των Χριστουγέννων, ο εναγόμενος επέσπευσε κατά του ενάγοντος αναγκαστική εκτέλεση επί του ποσοστού του επί του προπεριγραφομένου εμβαδού 1053 τ.μ.

οικοπέδου ένθα η υπό ανέγερση επίδικη οικοδομή. Την συμβιβαστικήν επίλυση της διαφοράς ηθέλησε ο ενάγων εργολάβος και κατόπιν οχλήσεων του αρνηθέντος εναγομένου, παρεκατέθεσε το επιταχθέν ποσόν €133.127 (προκαταβολή τιμήματος συν έξοδα επισπευδομένης εκτελέσεως) και εκοινοποίησε την υπ' αριθμόν 5858/17-12005 πράξη καταθέσεως εις τον εναγόμενον, ο οποίος ανέλαβε το προδιαληφθέν γραμμάτιον την 27-1-2005, ημέρα κατά την οποίαν συζητήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η υπ αριθμ.

καταθ. 1060/13-1-2005 αίτηση του εναγομένου περί ανακλήσεως της ως άνω προσωρινής διαταγής διά την μη εκτέλεση της χρηματικής απαιτήσεως της ποινικής ρήτρας 135.000 ευρώ, η οποία απερρίφθη δυνάμει της υπ' αριθμόν 3595/2005 αποφάσεως του δικάσαντος Δικαστηρίου. Εις το ιστορικόν της άνω αιτήσεως ο εναγόμενος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι την 9-12-2004, ότι παρέλαβε κάποια από τα νομιμοποιητικά έγγραφα, κατόψεις, οικοδομική άδεια κλπ., πλην πίνακα ποσοστών, πιστοποιητικό μεταγραφής διανομής που δεν υπήρχαν εις την συμβολαιογράφο, τα οποία καθυστερημένα προσκόμισε ο εργολάβος- ενάγων, προκειμένου να προχωρήσει εις την ταυτοποίηση των εμβαδών της οικοδομικής άδειας με τα ήδη υποσχεθέντα εις το προσύμφωνον πωλήσεως ώστε να προχωρήσει εις την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση, διεπίστωσε ότι η καθυστέρηση προσκόμισης των άνω εγγράφων μοναδικόν σκοπόν είχε να παραπλανήσει την συμβολαιογράφον και να εξαπατήσει αυτόν (εναγόμενον) διότι τα μέτρα της οικοδομικής αδείας και οι κατόψεις υπογείων, αποθηκευτικών χωρών κλπ, ουδεμία σχέση έχουν με τα προσυμφωνηθέντα".

Εις το άνω δικόγραφον της αιτήσεως ανέφερε επίσης ο εναγόμενος ότι "προκύπτει σαφώς πρόθεση του εργολάβου να καταχρασθεί το ποσόν των €130.000 που είχε ήδη καταβάλλει, να ακυρώσει την εκτέλεση της οριστικής σύμβασης και προφανώς να πωλήσει σε τρίτον το ίδιο ακίνητο καταχρώμενος τα δικά του χρήματα". Τους προδιαληφθέντες ισχυρισμούς επανέλαβε ο εναγόμενος και εις το δικόγραφον των υπ αριθμ.

καταθ. 12317/2005 αιτήσεως του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ασκηθείσης κατά του ενάγοντος και των συνοικοπεδούχων του επιδίκου οικοπέδου με αίτημα όπως διαταχθεί η κατάσχεση του εργολαβικού του ανταλλάγματος, ως επίσης και εις τις προτάσεις του κατά την συζήτηση -την 14-4-2006 της υπ' αριθμ.

καταθ. 44227/23-12-2004 ανακοπής και προσθέτους αυτής λόγους του ήδη ενάγοντος εις τις κατατεθείσες επί της ανακοπής από 16-3-2006 προτάσεις ο εναγόμενος ανέφερε ότι σκοπός του ενάγοντος ήτο να μην του επιστρέψει και να καταχρασθεί προς όφελος του τα χρήματα του που είχε εισπράξει (€130.000) και ότι επληροφορήθη από μεσίτες ότι " το ίδιο σπίτι που του επώλησε με προσύμφωνο είχε πωλήσει και σε άλλους στο στάδιο των διαπραγματεύσεων και χωρίς προσύμφωνο και συνέχιζε ακόμη να το έχει προς πώληση, διότι είχε μετά την έκδοση της οικοδομικής αδείας άλλη αγοραστική αξία τουλάχιστον κατά €100.000 περισσότερα και ήθελε με κάθε τρόπο να ματαιώσει και να ακυρώσει την μεταξύ των σύμβαση πωλήσεως ώστε να το πωλήσει σε άλλον ανυποψίαστον αγοραστή".

Η προδιαληφθείσα αίτηση απερρίφθη δυνάμει της υπ αριθμόν 18031/2005 αποφάσεως του δικάσαντος Δικαστηρίου και η ανακοπή κατά της εκτελέσεως έγινε δεκτή κατ' ουσίαν δυνάμει της υπ αριθμόν 28112/2007 αποφάσεως. Εξετασθείσα ως μάρτυρας επιμελεία του εναγομένου (καθού η ανακοπή) η δευτέρα εναγομένη σύζυγος του, κατέθεσε ότι ο ενάγων " ήθελε να του φάει τα λεφτά και του τα πήραν, με πλειστηριασμό και ότι ήθελε να έχει (ο ενάγων) θολό κλίμα.

Η ασκηθείσα κατά της ως άνω αποφάσεως έφεση του ήδη εναγομένου καθ' ού η ανακοπή απερρίφθη δυνάμει της υπ' αριθμόν 2785/2009 αποφάσεως του Εφετείου, καταστάσα αμετάκλητη μετά την απόρριψη της από 1-3-2010 αιτήσεως περί αναιρέσεως δυνάμει της 905/2011 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Απεδείχθη περαιτέρω ότι διά της από 13-7-2005 εγκλήσεως ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης ο εναγόμενος, ο οποίος ήδη από 27-1- 2005...

είχε αναλάβει από το Τ. Π κ.Δ. το προκαταβληθέν ποσό €130.000, εζήτησε την άσκηση ποινικής διώξεως κατά του ενάγοντος... δια τέλεση κακουργηματικής απάτης εις βάρος του, βλάπτοντας την περιουσίαν του με ζημία άνω των €135.000 (συνομολογηθείσα ως το προσύμφωνον ποινική ρήτρα), πείθοντας τον εις την αγορά μίας οικίας, την οποία θα κατασκεύαζε ο άνω εργολάβος, παρουσιάζοντας του ψευδή στοιχεία σε σχέση με την πολεοδομική άδεια ανοικοδόμησης τις κατόψεις του κτιρίου, τον πίνακα με ποσοστά διανομής, τους τίτλους ιδιοκτησίας και το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου ...

και να αρνηθεί στη συνέχεια την ανέγερση της συμφωνημένης οικίας (μεζονέτας) χρησιμοποιώντας διάφορα τεχνάσματα, ενώ ανάφερε και τους εις τα προδιαληφθέντα δικόγραφα ισχυρισμούς του περί " πωλήσεως του επιδίκου και σε άλλους ανυποψίαστους αγοραστές εις το στάδιο των διαπραγματεύσεών των". Πρέπει να σημειωθεί όχι η διαφορά των περιγραφομένων εις το άνω προσύμφωνον υπογείων (και μόνον) χώρων με τις θεωρημένες κατόψεις της οικοδομικής αδείας προσδιορίζεται 1) εις το Α' υπόγειον α) ο κλειστός χώρος πάρκινγκ εις μεν το προσύμφωνον έχει εμβαδόν 32,85 τμ., εις δε την κάτοψη 26,51 τμ.

δηλαδή εμφανίζεται μικρότερο κατά 6,34 τμ., β) ο αποθηκευτικός χώρος εις το προσύμφωνον έχει εμβαδόν 23,43 τμ και εις την κάτοψη 29,59 τμ, δηλαδή εμφανίζεται μεγαλύτερος κατά 6,16 τμ. και 2) εις το Β υπόγειον ο αποθηκευτικός χώρος εις το προσύμφωνον έχει εμβαδόν 32,85 τμ. και εις την κάτοψη εμφανίζεται μικρότερος κατά 6.34 τ.μ., ήτοι οι διαφοροποιήσεις αποκλίνουν ελαφρώς από το αρχικό εμβαδόν των χώρων αυτών.

Επίσης, ότε υπέβαλε την έγκληση ο εναγόμενος, το ανεγειρόμενον τότε επίδικο ευρίσκετο εις το στάδιον της κατασκευής του σκελετού, πωληθέν εις τρίτον δυνάμει του υπ αριθμόν ….04/30-5-2005 νομίμως μεταγραφέντος συμβολαίου της συμβολαιογράφου Α. Β. και κατόπιν τροποποιήσεως, δια της υπ αριθμόν …928/18-2-2005 πράξεως της συμβολαιογράφου, της πράξεως συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας.

Την προδιαληφθείσα έγκληση ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών απέρριψε διά της υπ' αριθμόν 30/2006 διατάξεως και κατόπιν παραδοχής της ασκηθείσης υπ αριθμ. καταθ. 55/26-4-2006 προσφυγής του εναγομένου δυνάμει της υπ αριθμόν 130/5-6-2005 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του ενάγοντος δια την πράξη της απάτης σε απόπειρα.

Ενώπιον του Γ Πταισματοδίκου κατά την κατάθεσή του την 6-10-2005 ο εγκαλών είχε καταθέσει ότι " όταν η διαφοροποίηση έγινε σκοπίμως και δολίως από τον εργολάβον... τότε αναμφισβήτητα τελείται απάτη από βιρτουόζους του είδους που γνωρίζουν τα μονοπάτια της πολεοδομίας και τις αλχημείες που γίνονται σε συμβόλαια αγοράς ώστε να ευρεθούν υποψήφιοι αγοραστές χωρίς σπίτια με άκυρα συμβόλαια " και ότι" εν γνώσειτου τον κάλεσε να υπογράψει άκυρο συμβόλαιο για ακίνητο που δεν ανταποκρίνεται στην οικοδομική άδεια, προσπαθώντας έτσι να επιτύχει την υπογραφή ακύρου οριστικού συμβολαίου ...

για να ξαναπωλήσει και αλλού το ακίνητο και μοναδικός του σκοπός ήταν να καταχρασθεί τα €130.000 ... " και ότι ουδέποτε (ο ενάγων) εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την υπαναχώρηση του για επιστροφή όλων των ήδη καταβληθέντων, ενώ από 27-1- 2005 ο εναγόμενος - εγκαλών είχε αναλάβει το προκαταβληθέν ποσόν πλέον εξόδων.

Επίσης, η δευτέρα εναγόμενη, κατέθεσε ενώπιον του ως άνω Πταισματοδίκου ως μάρτυρας κατηγορίας δια την από 13-7-2005 έγκληση του πρώτου ότι ο ενάγων "πίεζε και τους εκβίαζε για την υπογραφή των δηλώσεων φόρου μεταβιβάσεως... δήλωσε ότι υπαναχωρεί προσπαθώντας έτσι να καταχρασθεί το ποσόν των €130.000 που είχε εισπράξει έναντι του πραγματικού τιμήματος ...

μετά την δήλωση υπαναχωρήσεώς του αρνήθηκε να επιστρέψει όσα είχαν καταβληθεί.... μοναδικός σκοπός του ήταν να καταχρασθεί προς όφελος του τα χρήματά τους γνωρίζοντας την ζημία". Δυνάμει της υπ' αριθμόν 6374/20-3-2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου, καταστάσης αμετακλήτου, ο ενάγων εκηρύχθη αθώος.

Το δικάσαν δικαστήριο εδέχθη ότι δεν απεδείχθη ότι ο ήδη ενάγων προέβη σε παράσταση ψευδών γεγονότων προς τον εναγόμενον και δη με σκοπόν αποκομίσεως παρανόμου περιουσιακού οφέλους, ότι οι διαφοροποιήσεις του εμβαδού των υπογείων ουδόλως μείωναν την αξίαν του όλου ακινήτου ... ο εναγόμενος εγκαλών εξαπάτηση επεκαλέσθη για πρώτη φορά εις την από 15-12-2004 εξώδικόν του προς τον ήδη ενάγοντα - κατηγορούμενο, ότι "εντέχνως έκανε λόγο μόνο για αναγραφόμενον στο προσύμφωνον ποσόν των € 190.000, τονίζοντας ότι είναι ολικό, δίκαιο και αληθινό και ότι ο ίδιος έχει ήδη καταβάλει το ποσόν € 130.000 ...

και ότι δεν απεδείχθη βλάβη της περιουσίας του διότι αυτός και το ποσόν της προκαταβολής εισέπραξε, και του φόρου μεταβιβάσεως που είχε καταβληθεί εις την αρμόδια ΔΟΥ ...". Περαιτέρω, πρέπει να λεχθεί ότι ο ενάγων, κατά την ανάληψη υποχρεώσεώς του δυνάμει του υπ' αριθμόν 8450/2004 προσυμφώνου πωλήσεως ουδέν ψευδές παρέστησε εις τον εναγόμενον σχετικώς με την ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου, ενώ αντιθέτως συμφωνήθηκε μεταξύ αυτών, κατά τα προδιαληφθέντα, υπέρβαση των προβλεπομένων εις την οικοδομική άδεια, ώστε να αποκτήσει ο τελευταίος ακίνητο μεγαλυτέρου εμβαδού.

Ο ενάγων ουδεμία πρόθεση εξαπατήσεως του εναγομένου είχε, καθόσον διά του προσυμφώνου έδωσε την δυνατότητα εις αυτόν όπως αποκτήσει δικαίωμα κυριότητος επί του επιδίκου δι' αυτοσυμβάσεως, ενώ δεν αξίωσε εξασφάλιση δια το αφανές υπόλοιπον αληθούς τιμήματος, ήτοι προέβη κατά την κατάρτιση της μη οριστικής συμβάσεως σε ενέργειες προς όφελος του αγοραστού εναγόμενου, ουδέποτε αρνήθηκε τις αναληφθείσες υποχρεώσεις του και δεν ενήργησε με πρόθεση να καταρτισθεί άκυρο οριστικό συμβόλαιο, αλλά ούτε επεδίωξε να πωλήσει το επίδικο σε τρίτους ώστε να επιτύχει μεγαλύτερο τίμημα, το επώλησε δε, κατά τα προδιαληφθέντα, περί το τέλος Μαίου 2005, το δε χρηματικό ποσόν της προκαταβολής €130.000 προσέφερε άμεσα εις τον εναγόμενον και αυτού αρνηθέντος, το παρεκατέθεσε.

Οι εναγόμενοι τελούσαν εν γνώσει του ψεύδους των προδιαληφθέντων ισχυρισμών τους, καθόσον εγνώριζαν ότι ο ενάγων είχε αναλάβει αυξημένες υποχρεώσεις εκ της συμβάσεως και ότι είχε την πρόθεση να τις τηρήσει επακριβώς, τούτο δε κατ' επανάληψη εδήλωσε και εις τις προς τον εναγόμενον εξώδικους του. Επίσης πρέπει να λεχθεί ότι, ενώ ο εναγόμενος ισχυρίζεται και δια της από 17-4-2013 προσθήκης των προτάσεων ότι υποχρεούτο εις την επίσπευση της αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του ενάγοντος, ώστε να διασφαλίσει την επιστροφή του ποσού € 130.000, μήνες μετά την ανάληψη του άνω ποσού από το ΤΠΔ εζήτησε την κατάσχεση του εργολαβικού ανταλλάγματος αλλά και την ποινική δίωξη αυτού.

Οι προεκτεθέντες ισχυρισμοί περί αναληθών γεγονότων των εναγομένων, δυσφημιστικοί διά τον ενάγοντα, ήσαν ικανοί να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή, την υπόληψη και εν γένει την προσωπικότητα του ενάγοντος, με την άδικη, υπαίτια και ποινικώς κολάσιμη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως εις βάρος αυτού τελεσθείσα, προκάλεσαν ηθική βλάβη εις τον παθόντα, ο οποίος είναι δικαιούχος της αγωγικής απαιτήσεως διά χρηματική ικανοποίηση κατά το άρθρον 932 ΑΚ Το δικαστήριον, έχον ως κριτήριον δια τον καθορισμόν της ευλόγου αποζημιώσεως, το είδος της προσβολής του εννόμου αγαθού της τιμής του ενάγοντος, την έκταση του προκληθέντος εις αυτόν ψυχικού άλγους, τις συνθήκες τελέσεως της παρανόμου και ποινικώς κολασίμου πράξεως, την βαρύτητα του άμεσου δόλου των εναγομένων, προσδιορίζει την αποζημίωση δια την ηθική βλάβη του ενάγοντος εις το εύλογον ποσόν των ....

€ 3.000 καταβλητέα ...από την δεύτερα των εναγομένων... Απεδείχθη περαιτέρω ότι μετά την αθωωτική άνω απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο πρώτος των εναγομένων(ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων) άσκησε κατά του ήδη ενάγοντος και της, εναγούσης επίσης συζύγου του (ήδη αναιρεσείουσας) την προδιαληφθείσα αγωγή με αίτημα την καταβολήν χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Εις το δικόγραφον της από 1-6-2009 αγωγής,.... ανεγράφη μεταξύ άλλων ότι οι ήδη ενάγοντες εζήτησαν για φορολογικούς λόγους να μην αναγραφεί εις το προσύμφωνο το αληθές τίμημα, ότι παρουσίασαν μια αλαζονική συμπεριφορά έναντι του ήδη εναγομένου σε σχέση με τα χρήματα που διαθέτουν, ότι αξίωνε ο ενάγων αυθαίρετες εργασίες εις το πωλούμενο, ότι προσχηματικά ζητούσε ο ενάγων αγοραστής την κατάθεση εγγράφου κ.α.

προκειμένου να εξαναγκάσει τον πωλητή εναγόμενο να πραγματώσει τις προβληθείσες μετά την υπογραφή του προσυμφώνου απαιτήσεις των, ότι προσπάθησε ο ενάγων να οριστικοποιήσει το προσύμφωνο με αυτοσύμβαση, ώστε να καταβάλλει εις τον ήδη εναγόμενον πωλητή μόνον το εμφανές τίμημα € 190.000 και να τον ζημιώσει κατά το υπόλοιπον ποσό της διαφοράς του καταβλητέου αληθούς τιμήματος, ότι επεχείρησε να τροποποιήσει την οικοδομική άδεια και ότι καταχρηστικώς επέσπευσε αναγκαστική εις βάρος του εκτέλεση δια να προξενήσουν εις αυτόν ζημία.

Πρέπει να λεχθεί ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η αναγραφή ως τιμήματος ποσού €190.000 εις το προσύμφωνο πωλήσεως έγινε δια αφορώντες εις τον ενάγοντα αγοραστή λόγους είναι αληθής, λαμβανομένου υπόφιν και ότι ο αγοραστής ενάγων εις τις εξωδίκους δηλώσεις του προς τον εναγόμενον ουδέν ανέφερε περί του αληθούς οφειλομένου τιμήματος.

Επίσης αληθές είναι το επικαλούμενον γεγονός ότι ο ενάγων ασκούσε πιέσεις δια κατασκευή αυθαιρέτων, πέραν των υπεσχημένων κατασκευών, και ο πρώτος εναγόμενος αρνήθηκε την ικανοποίηση των αιτημάτων του, ως και ότι οι ενάγοντες επέδειξαν προς αυτόν υβριστική και αλαζονική συμπεριφορά πριν την έκδοση της οικοδομικής αδείας ότι ο ενάγων τον απεκάλεσε "απατεώνα" ενώπιον της συνεργάτιδος του εναγομένου ήδη τρίτης των εναγομένων(ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων), υπεστήριξε ότι με τα χρήματά του μπορούσε να κάνει τα πάντα και εγκατέλειψε την εις το γραφείο του τελευταίου συνάντηση, απαξιώνοντας αυτόν με την φράση " φεύγω και όποιος αντέξει".

Εξ ετέρου, πρέπει να λεχθεί ότι ο ενάγων αξίωνε την καταβολή από τον εναγόμενον αμοιβής της πληρεξούσιας δικηγόρου, ήτοι της ήδη εναγούσης συζύγου του, ενώ αγνόησε και τις επανειλημμένες εκκλήσεις του πωλητού εναγομένου προς εξασφάλιση του αφανούς εκ του υπολοίπου τμήματος €91.000. Αληθές είναι επίσης ότι ο ενάγων αγοραστής, καθ υπόδειξιν της εναγούσης συζύγου του, αξίωνε προσχηματικά από τον εναγόμενον, ενώ πλησίαζε ο ορισθείς καταληκτικός χρόνος δια την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως την 30-11 2004 - και καταβολή συμφωνηθέντος μέρους τιμήματος - την κατάθεση εις την συμβολαιογράφο των ως άνω αναφερθέντων εγγράφων.

Ο εναγόμενος κατέθεσε εντός δύο ημερών από της οχλήσεως τα επίδικα έγγραφα πλην του πιστοποιητικού μεταγραφής του συμβολαίου οριστικής διανομής, το οποίο δεν ήτο εις την κατοχή του, ο ενάγων αρνήθηκε την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως και αξίωσε εν συνεχεία την τροποποίηση της οικοδομικής αδείας λόγω (μικρής) διαφοράς εις το εμβαδόν προσυμφώνου της μεταξύ και του οικοδομικής αδείας.

Καθόσον όμως αφορά εις τον ισχυρισμόν δια την προσπάθεια του ενάγοντος να καταρτίσει δι' αυτοσυμβάσεως την οριστική σύμβαση, πρέπει να λεχθεί ότι δεν είχε πρόθεση να προβεί εις την ενέργεια αυτή αλλά μόνον να ασκήσει πίεση εις τον πωλητή, κατά τα προδιαληφθέντα,ο εναγόμενος όμως δεν τελούσε εν γνώσει ότι οι ισχυρισμοί του ως προς ενάγοντες ήσαν αναληθείς, διότι αναφέρονται σε ενδιάθετες καταστάσεις και η παρελκυστική συμπεριφορά του ενάγοντος αγοραστού δεν επέτρεπε την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.

Οι ως άνω ισχυρισμοί γεγονότων στοιχειοθετούν απλή δυσφήμηση των εναγόντων, η οποία όμως δεν είναι άδικη, διότι ο εναγόμενος διετύπωσε εις το δικόγραφον τους προδιαληφθέντες ισχυρισμούς από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς προστασίαν και διαφύλαξη της προσωπικής του τιμής και των επαγγελματικών του συμφερόντων κατ' άρθρον 367 § 1 γ Π Κ, χωρίς να έχει την δυνατότητα διαφυλάξεως των συμφερόντων του με τρόπο διαφορετικό, αλλά εξίσου αποτελεσματικό.

Η τρίτη των εναγομένων, υπάλληλος τότε του πρώτου αυτών, κατέθεσε περί των ανωτέρω ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων αλλά και του ποινικού εις τα πλαίσια του καθήκοντος αλήθειας και τα περί υβριστικής συμπεριφοράς εις βάρος του εναγομένου ήσαν αληθή, κατά τα προδιαληφθέντα, ενώ δεν είχε σκοπόν εξυβρίσεως των εναγόντων, κατά παραδοχήν της ενστάσεως Π Κ 367§1γ, απορριπτομένης της αντενστάσεως των εναγόντων ότι δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως της δυσφήμησης διότι προκύπτει σκοπός των εναγομένων δια την προσβολή της τιμής των εναγόντων (ΠΚ 367 §2β...

Επομένως, δεν υφίσταται ποινικώς κολάσιμη πράξη εις βάρος των εναγόντων και δεν είναι δικαιούχοι των αγωγικών απαιτήσεων δια χρηματική ικανοποίηση κατ άρθρον 932 ΑΚ. Επειδή, εκ πάντων την αποδεικτικών μέσων απεδείχθη ότι ο δια της υπ' αριθμ. καταθ. 2544/2010 αγωγής εναγόμενος,.... υπέβαλε εις το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης κατά της εναγούσης, δικηγόρου επίσης, συζύγου του αγοραστού του επίδικου, τις υπ' αριθμ.

πρωτ.1888/21-2-2005 και 2923/28- 3-2005 αναφορές διά αντιδεοντολογική συμπεριφορά αυτής, ισχυριζόμενος εις την πρώτη ότι κατέθεσε μάρτυρας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την 25-1-2005 κατά την εκδίκαση της υπ αριθμ καταθ. 1060/2005 αιτήσεως ανακλήσεως προσωρινής διαταγής, την οποία είχε υπογράφει ως πληρεξούσια δικηγόρος του αιτούντος, ότι εμπλέκεται άμεσα εις την υπόθεση και εζήτησε να μη της χορηγηθεί άδεια να καταθέσει ως μάρτυρας κατά την εκδίκαση την 25-2-2005 της υπ.

αριθμ. καταθ. 44884/2004 αιτήσεως χορήγησης αδείας κατασχέσεως του εργολαβικού ανταλλάγματος και επιβληθούν εις την ήδη ενάγουσα τα νόμιμά. Επίσης εις την δευτέρα αναφορά ισχυρίσθηκε ότι την 15-3-2005 κατά την εκδίκαση της υπ' αριθ. 44228/2004 αιτήσεώς του αναστολής εκτελέσεως του επιδίκου προσυμφώνου κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ως μάρτυρας του (καθ'ού η αίτηση) ενάγοντος, ενώ υπογράφει διά λογαριασμόν του δικόγραφα, χωρίς να της έχει χορηγηθεί η άδεια προς τούτο από τον Δ.Σ.Θ.

Απεδείχθη επίσης ότι η ενάγουσα δια της υπ αριθμ. πρωτ 1166/24-1-2005 αιτήσεως προς τον Δ.Σ.Θ. εζήτησε όπως χορηγηθεί εις αυτήν άδεια ώστε να εξετασθεί ως μάρτυρας δια την αίτηση ανακλήσεως προσωρινής διαταγής και η αίτηση της έγινε " δεκτή λόγω κατ επείγοντος" την 25-1-2005. Εξ ετέρου, η υπ' αριθμ. πρωτ. 1783/16-2-2005 αίτησή της προς τον Δ.Σ.Θ.

με το αυτό αίτημα δια την δικάσιμον της 16-2-2005, εισήχθη εις το Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου δια της από 15 -2-2005 πράξεως του τότε Προέδρου του Δ.Σ.Θ. Εν συνεχεία υπέβαλε την υπ αριθμ. πρωτ. 1835/17-2-2005 αίτηση δια την δικάσιμον της 25-2-2005 (της υπ αριθμ. καταθ. 44884/2004 αιτήσεως) ως και την δικάσιμον της 9-12- 2005 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης- η προδιαληφθείσα αίτηση δεν απεδείχθη ότι έγινε δεκτή.

Περαιτέρω, δια της υπ' αριθμ. πρωτ.3785/12-4-2005, αιτήσεως της εζήτησε την άδεια προς εξέτασή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά την δικάσιμον της 15.4.2005 η αίτηση εισήχθη δια της από 14-4- 2005 πράξεως ενώπιον του Δ.Σ. του Δ.Σ.Θ. και έγινε δεκτή δυνάμει της υπ αριθμόν 7/14-4- 2005 αποφάσεως. Επομένως, η ενάγουσα δια μεν την δικάσιμον της 25-1- 2005 έλαβε άδεια ώστε να εξετασθεί ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου, γεγονός το οποίο δεν εγνώριζε ο εναγόμενος καθόσον κατά την συζήτηση της υποθέσεως δεν προσεκόμισε το σχετικό έγγραφο ώστε ευλόγως δημιουργήθηκε η πεποίθηση εις τον εναγόμενον ότι δεν τηρήθηκε η διαδικασία, δια δε την δικάσιμον της 15-3-2005 δεν απεδείχθη ότι είχε χορηγηθεί εις την ενάγουσα η απαιτούμενη άδεια.

Επομένως διά των άνω αναφορών του ο εναγόμενος προς τον Δ.Σ.Θ. κατά της εναγούσης δεν προσέβαλε υπαιτίως και παρανόμως την προσωπικότητά της. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι το Πειθαρχικό Συμβούλιον του Δικηγορικού Συλλόγου …. απεφάνθη ομοφώνως επί των άνω αναφορών του εναγομένου ότι δεν προέκυψαν ενδείξεις ενοχής δια τα καταγγελθέντα, δυνάμει της υπ αριθμόν 66/2006 αποφάσεως....πρέπει να λεχθεί δε ότι προϋπόθεση της άρσης της προσβολής είναι ότι η πράξη της παρανόμου προσβολής ευρίσκεται εν ενεργεία και εν προκειμένω υφίσταται η απαλλακτική δια την ενάγουσα απόφαση".Με βάση τα προαναφερόμενα το Εφετείο ακολούθως, 1) απέρριψε τις από 11-10-2011 και 1-10-2011 εφέσεις της αναιρεσείουσας και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και επεκύρωσε την22930/2011 απόφαση του πρωτοβαθμίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την από 20-1-2010 αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος, που, επικαλούμενη πρόκληση ηθικής βλάβης, ζητούσε επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης από τους ήδη αναιρεσίβλητους, ενώ, έκανε εν μέρει δεκτή την από 1-6-2009 αγωγή του πρώτου αυτών, στον οποίο την υποχρέωσε να του καταβάλει το προαναφερθέν ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ,με το νόμιμο τόκο και 2)δέχθηκε την έφεση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε το αίτημα της ανωτέρω αγωγής της αναιρεσείουσας, που είχε γίνει πρωτοδίκως δεκτό ,με το οποίο ζητούσε ανάκληση των αναφορών του στον δικηγορικό σύλλογο σε βάρος της.

Με τον περιλαμβανόμενο στο Α κεφάλαιο) τρίτο, από το άρθρο 559 αριθμ.1ΚΠολΔ λόγο της κρινόμενης αίτησης η αναιρεσείουσα, μέμφεται το Εφετείο, ότι με την παραδοχή ότι ο αγοραστής απαίτησε προκειμένου να υπογράψει το οριστικό συμβόλαιο επιπλέον έγγραφα, ήτοι πιστοποιητικό μεταγραφής του συμβολαίου διανομής των οικοπέδων και σύστασης κάθετων και οριζοντίων ιδιοκτησιών, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1002,1117ΑΚ,σε συνδυασμό με αυτές του ν.3741/1929 περί οριζοντίου ιδιοκτησίας και του ν.δ/τος 1024/1971 περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους. Ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον δεν αφορά σε ζήτημα, που να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης που αντικείμενο είχε την πρόκληση ηθικής βλάβης λόγω επικαλούμενης προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, και όχι διαφορά αυτών προερχόμενη από την τήρηση ή μή των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες και ορθά δεν εφάρμοσε το Εφετείο.

Με τον περιλαμβανόμενο στο Β κεφάλαιο, πέμπτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, η αναιρεσείουσα, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ.1ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι με την παραδοχή πως,"καθόσον όμως αφορά εις τον ισχυρισμό (του πωλητή, πρώτου των αναιρεσιβλήτων) διά την προσπάθεια του αγοραστή (Γ.

Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) να καταρτίσει διά αυτοσυμβάσεως την οριστική σύμβαση, πρέπει να λεχθεί ότι δεν είχε πρόθεση να προβεί εις την ενέργεια αυτή, αλλά μόνο να ασκήσει πίεση εις τον πωλητή... όμως αυτός δεν τελούσε εν γνώσει ότι οι ισχυρισμοί του ήταν αναληθείς, διότι αναφέρονται σε ενδιάθετες καταστάσεις και η παρελκυστική συμπεριφορά του αγοραστή δεν επέτρεπε την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων....στοιχειοθετούν δε οι ισχυρισμοί αυτοί απλή μόνο δυσφήμιση των εναγόντων, η οποία όμως δεν είναι άδικη, διότι ο εναγόμενος πωλητής (πρώτος των αναιρεσιβλήτων) διετύπωσε τους σχετικούς ισχυρισμούς του από δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς προστασία και διαφύλαξη της τιμής του και των επαγγελματικών του συμφερόντων....,χωρίς να έχει τη δυνατότητα διαφυλάξεως των συμφερόντων του με τρόπο διαφορετικό, αλλά εξίσου αποτελεσματικό....Η τρίτη των εναγομένων(ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων) υπάλληλος τότε του πρώτου αυτών, κατέθεσε περί των ανωτέρω ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων αλλά και του ποινικού εις τα πλαίσια του καθήκοντος αληθείας και τα περί υβριστικής συμπεριφοράς εις βάρος του εναγομένου (Γ.Κ.) ήσαν αληθή....ενώ δεν είχε σκοπόν εξυβρίσεως των εναγόντων...", εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361,362,363 και 367ΠΚ,διότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων προέβαλλε δολίως και επανειλημμένα και εν γνώσει του ψεύδους τους, τους ανωτέρω ισχυρισμούς ,ενώ ακόμη και αν υποτεθεί ότι αυτοί συνιστούν απλή δυσφήμηση, όπως εσφαλμένα έκρινε το Εφετείο, δεν έγιναν για προάσπιση των συμφερόντων του, διότι της απέδιδε δόλο.

Ο ανωτέρω λόγος, εκτός του ότι αναφέρεται σε παραδοχές της απόφασης που αφορούν κυρίως τον μη διάδικο στην παρούσα δίκη, σύζυγο της αναιρεσείουσας, Γ. Κ., είναι σε κάθε περίπτωση απαράδεκτος, εφόσον με την κατ'επίφαση επίκληση της αναιρετικής από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ,πλημμέλειας η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου.

Με ειδικότερη αιτίαση του περιλαμβανομένου στο Β κεφάλαιο, έβδομου λόγου της κρινόμενης αίτησης ,η αναιρεσείουσα, κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ,μέμφεται το Εφετείο, ότι με την παραδοχή πως ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων δεν προσέβαλε υπαίτια και παράνομα την προσωπικότητά της με τις αναφορές του στο Δικηγορικό Σύλλογο ….(με το ήδη προεκτεθέν περιεχόμενο),διότι για μεν τη δικάσιμο της 25-1-2005 ,η τελευταία είχε λάβει άδεια προκειμένου να καταθέσει ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου, γεγονός που δεν γνώριζε ο αναιρεσίβλητος, καθόσον κατά τη συζήτηση της υπόθεσης δεν προσεκόμισε το σχετικό έγγραφο ώστε ευλόγως του δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι δεν είχε τηρηθεί η δέουσα διαδικασία, ενώ για τη δικάσιμο της 15-3-2005 δεν αποδείχθηκε ότι είχε χορηγηθεί στην αναιρεσείουσα η σχετική άδεια, παρεβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 367παρ.1ΠΚ, διότι η απαλλαγή της από το Πειθαρχικό Συμβούλιο του εν λόγω Συλλόγου δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της καταγγελίας ,αλλά αντιθέτως αποδεικνύει το ψεύδος των καταγγελιών του αντιδίκου της, του οποίου δεν αποδείχθηκε για την προάσπιση ποιού συμφέροντος ήταν αναγκαία η πραγματοποίηση των αναφορών.

Ο λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού δεν είναι παραδοχή της απόφασης ότι υπήρξε τέτοια προσβολή εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου, άρση της οποίας έγινε κατ' εφαρμογή της ως άνω διατάξεως, αλλά, ότι με τις αναφορές του στο Δικηγορικό Σύλλογο …. ο πρώτος των αναιρεσίβλητων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ( την οποία επιχειρεί να πλήξει με την κατ'επίφαση επίκληση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας) δεν προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα της αναιρεσείουσας.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμ.20 του άρθρου 559ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ'αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.

Αντιθέτως, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ'αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων, που δεν ελέγχονται αναιρετικά.

Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ2/2008).

Ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου κώδικα ως αποδεικτικά μέσα. Έτσι δεν είναι έγγραφα με την έννοια αυτή τα διαδικαστικά, μεταξύ των οποίων, τα πρακτικά του δικαστηρίου κατά το μέρος τους που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι προτάσεις που κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο εφετείο για την ένδικη διαφορά (ΑΠ1278/2008, 300/2006), ούτε τα έγγραφα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη η Συμβολαιογράφου, κατά το μέρος τους που περιλαμβάνει τα βεβαιούμενα με όρκο από το μάρτυρα (ΑΠ 704/2017, 545/ 2014), καθώς και οι εκθέσεις με τις καταθέσεις μαρτύρων στην ποινική δίκη.

Αντίθετα, συνιστούν έγγραφα κατά την παραπάνω έννοια τα διαδικαστικά έγγραφα ως προς την ακρίβεια του περιεχομένου τους, που υπόκειται κατά την εκτίμησή του από το δικαστήριο της ουσίας στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και κυρίως οι αποφάσεις των ποινικών ή πολιτικών δικαστηρίων κατά το μέρος που έχουν αποδεικτική δύναμη ως προς τα βεβαιούμενα σε αυτές πραγματικά περιστατικά ή ως προς το περιεχόμενο των διατάξεών τους και όχι ως προς το περιεχόμενο των διαλαμβανομένων σε αυτές μαρτυρικών καταθέσεων ή ομολογιών των διαδίκων (ΑΠ516/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους υπό στοιχείο Α, πρώτο, δεύτερο, τέταρτο και έκτο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγους της κρινόμενης αίτησης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο καταδικαστικό για την αναιρεσείουσα αποδεικτικό πόρισμα περί προσβολής της προσωπικότητας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, κατά παραμόρφωση των αναφερομένων στο αναιρετήριο εγγράφων, τα οποία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι:

1 ) Με την παραδοχή ότι ο εναγόμενος (σύζυγος της αναιρεσείουσας) "απαιτούσε από τον ενάγοντα αυθαίρετες κατασκευές επί πλέον εκείνων που είχαν συμφωνήσει, ώστε εδημιούργησε η συμπεριφορά του ανησυχίαν στον εργολάβο, ο οποίος διά της από 19-11-2004 εξωδίκου δηλώσεώς του διαβεβαίωσε τον εναγόμενο ότι θα τηρήσει στο ακέραιο τις συμβατικές υποχρεώσεις του και τον κάλεσε να υπογράψουν το οριστικό συμβόλαιο", παραμόρφωσε :

α ) τα υπ'αριθμ.1,2,3 και 4 έγγραφα-κατόψεις σοφίτας β υπογείου,, ισογείου και α ορόφου του συμπληρωματικού πίνακα, από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος είχε αποφασίσει, αποτυπώσει και επεδείκνυε στους υποψήφιους αγοραστές κάλυψη μεγαλύτερη από εκείνη που εμφανιζόταν στην οικοδομική άδεια,

β ) την καταγραφόμενη στην 6374/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ομολογία του ότι "όλο το …. χτίζεται με αυτόν τον τρόπο", δηλαδή με αυθαίρετες κατασκευές.,

γ ) το από 21-6-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ο αναιρεσίβλητος υποσχέθηκε, εκτός συμβολαίου, την κατασκευή αυτόνομης και ανεξάρτητης μεζονέτας σύμφωνα με το προσύμφωνο, άλλως την αποζημίωση του αγοραστή για τα πέραν της αδείας και περιλαμβανόμενα στο προσύμφωνο τ. μ.,

δ) την κατάθεση της μάρτυρος Ε. Π.,η οποία περιέχεται στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (1ος αναιρετικός λόγος ).

2 ) Με την παραδοχή ότι, ενώ ο αναιρεσίβλητος, με την επιδοθείσα στον εναγόμενο (σύζυγότης) στις 24-11-2004 από 19-11-2004 εξώδικη δηλώσή του, κάλεσε αυτόν ενώπιον της συμβολαιογράφου για την υπογραφή των δηλώσεων φόρου μεταβίβασης και την κατάθεση εκ μέρους του όλων των σχετικών εγγράφων ( τα οποία κατατίθενται για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου), ο εναγόμενος δεν εμφανίστηκε, παραμόρφωσε το περιεχόμενο :

α ) της από 19-11- 2004 εξώδικης δήλωσης, στην οποία ο αναιρεσίβλητος καλεί ρητά τον εναγόμενο να υπογράψει οριστικό συμβόλαιο στα μέτρα του προσυμφώνου και όχι στα τροποποιημένα της οικοδομικής άδειας,για τα οποία υποτίθεται ότι τον είχε ενημερώσει

β ) της από 8-12-2004 εξώδικης δήλωσης του συζύγου της προς τον αναιρεσίβλητο,και τις σχετικές με αυτή Δηλώσεις ΦΜΑ προς την Εφορία και το αποδεικτικό καταβολής φόρου, με την οποία αποδεικνύεται ότι ο σύζυγος της συνυπέγραψε δηλώσεις στην εφορία στα μέτρα του προσυμφώνου ( 2ος αναιρετικός λόγος ).

3 ) Με την παραδοχή ότι " την συμβιβαστικήν επίλυσιν της διαφοράς ηθέλησε ο αναιρεσίβλητος και κατόπιν προφορικών οχλήσεων του αρνηθέντος εναγομένου συζύγου της παρακατέθεσε το επιταχθέν ποσόν 133.127 ευρώ ...", παραμόρφωσε το περιεχόμενο :

α ) της από 14-12-2004 εξώδικης δήλωσης γνωστοποίησης της συμβολαιογράφου Ε. Π., η οποία διαπίστωσε αλλαγή στις κατόψεις ως προς τα εμβαδά και κάλεσε τους συμβαλλόμενους να προβούν στη διόρθωση του εργολαβικού συμβολαίου με τα νέα στοιχεία που προέκυψαν από την εκδοθείσα οικοδομική άδεια, την τροποποίηση του προσυμφώνου και σε διόρθωση των φορολογικών δηλώσεων,

β ) του 177/2005 εγγράφου του συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Θεσσαλονίκης, με το οποίο εκφράζεται η άποψη ότι δεν μπορεί να συνταχθεί οριστικό συμβόλαιο χωρίς προηγουμένως, να προηγηθούν οι παραπάνω ενέργειες,

γ ) της 130/2006 Διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, στην οποία αναφέρεται ότι η απόδοση από τον εγκαλούμενο του προκαταβληθέντος ποσού δεν αίρει την επιλήψιμη συμπεριφορά του, καθόσον η απόδοση έγινε μετά την ενσκήψασα μεταξύ των διαδίκων διαφορά,

δ ) της από 1-11-2005 ένορκης εξέτασης της μάρτυρος Α. Β., η οποία κατέθεσε ότι πρέπει να προχωρήσουν οι διάδικοι στην τροποποίηση της πράξης διανομής των χώρων τους βάσει του νέου πίνακα ( 4ος αναιρετικός λόγος ).

4 ) Με την παραδοχή ότι " οι εναγόμενοι τελούσαν εν γνώσει του ψεύδους των προδιαληφθέντων ισχυρισμών τους, καθόσον εγνώριζαν ότι ο ενάγων είχε αναλάβει αυξημένες υποχρεώσεις εκ της συμβάσεως και ότι είχε την πρόθεση να τις τηρήσει επακριβώς, τούτο δε κατ' επανάληψη εδήλωσε και εις τις προς τον εναγόμενον εξώδικους του", παραμόρφωσε το περιεχόμενο,

α) της ως άνω από 19-11-2004 εξώδικης δήλωσης του ενάγοντος,

β) της από 23-11-2004 εξώδικης κλήσης του ενάγοντος με την οποία καλεί τον εναγόμενο " για την υπογραφήν των δηλώσεων μεταβίβασης και το οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασης σε εκτέλεση του προσυμφώνου,

γ) της από 8-12- 2004 εξώδικης απάντησης του Β. Ψ., όπου στη 2η παράγραφο αναφέρει ως πραγματικό και συμφωνημένο τίμημα το ποσό των 281.000 ευρώ και περαιτέρω ότι " σας καλώ να προβείτε στη διόρθωση του τιμήματος στις δηλώσεις μεταβίβασης στο πραγματικό συμφωνηθέν τίμημα των 281.000 ευρώ", ενώ στην τρίτη σελίδα δηλώνει ότι αν ο εναγόμενος δεν συμμορφωθεί θα υπαναχωρήσει ( ο ενάγων ) από τη σύμβαση,

δ) της από 16-12-2004 εξώδικης δήλωσης του ενάγοντος, με την οποία αυτός δηλώνει ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση και ότι το πράγματι συμφωνηθέν ποσό είναι εκείνο των 281.000 ευρώ,και όχι το πραγματικό 411.000 ευρώ, αποκρύπτοντας ότι ο σύζυγος της του είχε καταβάλει ήδη 130.000 ευρώ ,

ε) της από 24-12-2004 αίτησης του αναιρεσίβλητου για ανάκληση της προσωρινής διαταγής, με την οποία επιτράπηκε στο σύζυγο της να επιβάλει κατάσχεση για το προκαταβληθέν ως τίμημα ποσό των 130.000, από την οποία αίτηση ανάκλησης προκύπτει ότι δεν ήταν αληθείς οι ισχυρισμοί του ότι είχε πρόθεση να επιστρέψει το ποσό των 135.000 ευρώ,

στ) της ως άνω από 14-12-2004 εξώδικης δήλωσης της συμβολαιογράφου Ε. Π.,

ζ) του ως άνω από 177/2005 εγγράφου του συμβολαιογραφικού Συλλόγου …., η) της ως άνω130/2006 Διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία παραγγέλθηκε κίνηση ποινικής δίωξης σε βάρος του αναιρεσίβλητου για απάτη σε απόπειρα και θ) της ως άνω κατάθεσης της Α. Β. (6ος αναιρετικός λόγος). Περαιτέρω, με τους υπό στοιχ. Β, πρώτο, δεύτερο, τέταρτο και έβδομο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγους του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, όσον αφορά την αβασιμότητα της αγωγής της αναιρεσείουσας, μετά από παραμόρφωση των ακόλουθων εγγράφων που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του νόμιμα, ήτοι :

α) των καταθέσεων των μαρτύρων Ε. Π. και Σ. Μ. και των ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων Κ. Σ. και Β. Κ.,(πρώτος λόγος)

β) των ήδη προαναφερομένων με αριθ. 1, 2, 3 και 4 εγγράφων-κατόψεων σοφίτας υπογείου, ισογείου και α' ορόφου,

γ) της καταγραφόμενης στην 6374/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ομολογίας του ενάγοντος ότι "όλο το … χτίζεται με αυτόν τον τρόπο", δηλαδή με αυθαίρετες κατασκευές,

γ) του από 21-6-2004 ιδιωτικού συμφωνητικού, με το οποίο ο εργολάβος υποσχέθηκε, εκτός συμβολαίου, την κατασκευή αυτόνομης και ανεξάρτητης μεζονέτας σύμφωνα με το προσύμφωνο, άλλως την αποζημίωση του αγοραστή για τα πέραν της αδείας και περιλαμβανόμενα στο προσύμφωνο τ. μ.,(δεύτερος λόγος) δ) της από 19-11-2004 εξώδικης δήλωσης στην οποία ο αναιρεσίβλητος καλεί ρητά τον εναγόμενο σύζυγο της να υπογράψει οριστικό συμβόλαιο στα μέτρα του προσυμφώνου και όχι στα τροποποιημένα της οικοδομικής άδειας,

ε ) της από 23-11-2004 εξώδικης κλήσης του ενάγοντος με την οποία καλεί τον εναγόμενο " για την υπογραφήν των δηλώσεων μεταβίβασης και το οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασης σε εκτέλεση του προσυμφώνου,

στ') της από 8-12-2004 εξώδικης δήλωσης του εναγομένου προς τον ενάγοντα, με την οποία αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος συνυπέγραψε δηλώσεις στην εφορία στα μέτρα του προσυμφώνου,

ζ ) της από 16- 12-2004 εξώδικης δήλωσης του ενάγοντος, με την οποία αυτός δηλώνει ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση και ότι το πράγματι συμφωνηθέν ποσό είναι εκείνο των 281.000 ευρώ, αποκρύπτοντας ότι αυτό ανερχόταν σε 411.000 ευρώ,

η ) της 44306/24-12-2004 αίτησης του εναγομένου για ανάκληση της προσωρινής διαταγής, με την οποία επιτράπηκε στον εναγόμενο αγοραστή να επιβάλει κατάσχεση για το προκαταβληθέν ως τίμημα ποσό των 135.000, από την οποία αίτηση ανάκλησης προκύπτει ότι δεν ήταν αληθείς οι ισχυρισμοί του ότι είχε πρόθεση να επιστρέψει την προκαταβολή,

θ ) της από 14-12-2004 εξώδικης δήλωσης γνωστοποίησης της συμβολαιογράφου Ε. Π., η οποία διαπίστωσε αλλαγή στις κατόψεις ως προς τα εμβαδά και κάλεσε τους συμβαλλόμενους να προβούν στη διόρθωση του εργολαβικού συμβολαίου με τα νέα στοιχεία που προέκυψαν από την εκδοθείσα οικοδομική άδεια, την τροποποίηση του προσυμφώνου και σε διόρθωση των φορολογικών δηλώσεων,

ι) του 177/2005 εγγράφου του συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Θεσσαλονίκης , με το οποίο εκφράζεται η άποψη ότι δεν μπορεί να συνταχθεί οριστικό συμβόλαιο χωρίς προηγουμένως, να προηγηθούν οι παραπάνω ενέργειες ,

ια) της 130/2006 Διάταξης του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, στην οποία αναφέρεται ότι η απόδοση από τον εγκαλούμενο του προκαταβληθέντος ποσού δεν αίρει την επιλήψιμη συμπεριφορά του, καθόσον η απόδοση έγινε μετά την ενσκήψασα μεταξύ των διαδίκων διαφορά,

ιβ ) της από 1-11-2005 ένορκης εξέτασης της μάρτυρος Α. Β., η οποία κατέθεσε ότι πρέπει να προχωρήσουν οι διάδικοι στην τροποποίηση της πράξης διανομής των χώρων τους βάσει του νέου πίνακα,(τέταρτος λόγος)

ιγ') των υπ' αριθ. …66/24-1-2005, …83/16- 2-2005, …35/17-2-2005 και …85/12-4-2005 αιτήσεων-αδειών που χορήγησε ο δικηγορικός σύλλογος Θεσσαλονίκης,

ιδ' ) του από 27-1- 2005 σημειώματος του εναγομένου Γ. Κ. και ιε ) της κατάθεσης της μάρτυρος Α. Ν. (έβδομος λόγος). Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι τόσο, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται παραμόρφωση σε μαρτυρικές καταθέσεις, σε ένορκες βεβαιώσεις, σε πρόταση (σημείωμα) ενώπιον δικαστηρίου και σε περιεχόμενη σε απόφαση ποινικού δικαστηρίου ομολογία, διότι ,τα έγγραφα αυτά δεν είναι αποδεικτικά, αλλά διαδικαστικά της συγκεκριμένης δίκης και δεν υπόκεινται σε παραμόρφωση ,κατά την έννοια του αναιρετικού από το άρθρο 559αριθμ.20ΚΠολΔ,λόγου όσο και, κατά το μέρος που αποδίδεται παραμόρφωση στα λοιπά ,διότι οι προβαλλόμενες σε σχέση με αυτά αιτιάσεις, αφορούν όχι σε εσφαλμένη ανάγνωση των αναφερόμενων εγγράφων,ή σε παράλειψη ανάγνωσης αυτών αλλά σε διαψορετική εκτίμηση του περιεχομένου τους, με βάση το οποίο το Εφετείο κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα,με αποτέλεσμα να πλήττεται έτσι η μη επιδεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σ£ συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (ΟλΑΠ2/2008).

Για την πληρότητα αυτού του λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο, και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου ισχυρισμού ,που πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας.(ΑΠ516/2016).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ600/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχ Α, πέμπτο, λόγο της κρινόμενης αίτησης, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι κατέληξε στο προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων ουδέν ψευδές παρέστησε στο σύζυγο της αναιρεσείουσας σχετικώς με την ταυτότητα του ακινήτου, ενώ αντιθέτως συμφωνήθηκε μεταξύ αυτών υπέρβαση των προβλεπομένων στην οικοδομική άδεια και ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων δεν είχε πρόθεση να εξαπατήσει το σύζυγο της, χωρίς να λάβει υπόψη τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης:

Α)την από 19-11-2004 εξώδικη δήλωση-Διαμαρτυρίας του αναιρεσίβλητου, την από 23-11-2004 εξώδικη κλήση του ιδίου, την από 8-12-2004 εξώδικη απάντηση αυτού, την από 16-12-2004 εξώδικη δήλωση διαμαρτυρίας του ίδιου με την οποία υπαναχωρεί, την από 24-12-2004 πράξη με την οποία ζητήθηκε η ανάκληση της από 23-12-2004 προσωρινής διαταγής, την από 14-12- 2004 εξώδικη δήλωση γνωστοποίηση της συμβολαιογράφου Ε.

Π., το …7/2005 έγγραφο του συμβολαιογραφικού συλλόγου του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την 130/2006 διάταξη του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης και την από 1-11-2005 ένορκη εξέταση της Α. Β. (πέμπτος λόγος)Ο λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, εφόσον δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα τα είχε επικαλεσθεί παραδεκτά κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 240ΚΠολΔ και ενώπιον του Εφετείου, ενώ αντιθέτως ρητώς αναφέρει ότι τα προσκόμισε και τα επικαλέσθηκε μόνο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος είναι αβάσιμος, γιατί από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως αυτό εκτέθηκε κατά την έρευνα των προηγουμένων λόγων, το Εφετείο έλαβε υπόψη το σύνολο των ως άνω εγγράφων, τα περισσότερα των οποίων με σειρά αναιρετικών λόγων, που εκτέθηκαν προηγουμένως, ισχυρίσθηκε η αναιρεσείουσα ότι παραμορφώθηκαν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 17 του ν. 2915/2001, συντρέχει λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καθιερώνεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 104/2014).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 717/2016), ούτε απαιτείται να αξιολογούνται τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα, ούτε να αναφέρεται σε ποιο συγκεκριμένο μέσο στηρίζεται καθεμία από τις πραγματικές παραδοχές του (ΑΠ45/2014, 259/2007).Στην προκειμένη περίπτωση, με τους υπό στοιχ.

Β ,τρίτο και έκτο λόγους της κρινόμενης αίτησής της από το άρθρο 559αριθμ.10, άλλως 11γΚΠολΔ,η αναιρεσείουσα, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα χωρίς απόδειξη, άλλως χωρίς να λάβει υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Π. και Σ. Μ. και τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Κ.

Σ. και Κ. Β. (τρίτος λόγος) και Γ)τις ίδιες καταθέσεις και ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες και δεν εκτίμησε αλλά έλαβε υπόψη μόνο την κατάθεση της διαδίκου Μ. (έκτος λόγος) Ο λόγος είναι αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο προεκτεθέν αποδεικτικό πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και τις καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων των διαδίκων, τις ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα έγγραφα που είχαν νόμιμα με επίκληση προσκομισθεί ενώπιον του από τους διαδίκους.

Επισημαίνεται ότι :α)ο με την κατ'επίκληση των ανωτέρω αναιρετικών πλημμέλειών, σχολιασμός των προεκτεθέντων αποδεικτικών στοιχείων και η μομφή για εσφαλμένη εκτίμηση αυτών, συνιστά επιχειρούμενη) απαράδεκτα στο παρόν στάδιο,/ επανεκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και β) η με τον υπό στοιχ, Β, έβδομο λόγο της κρινόμενης αίτησης περιλαμβανόμενη αιτίαση, για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.9ΚΠολΔ, διότι, χωρίς αίτημα το Δικαστήριο υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο να ανακαλέσει το περιεχόμενο των καταγγελιών του στον Δ.Σ.Θ.

σε βάρος της αναιρεσείουσας, οφείλεται σε προφανή παραδρομή της τελευταίας, εφόσον, αυτό ακριβώς το αίτημα που πρωτοδίκως είχε γίνει δεκτό, κρίθηκε από το Εφετείο ως ουσιαστικά αβάσιμο, και κατά τούτο έγινε δεκτός ο σχετικός λόγος εφέσεως και απορρίφθηκε ως προς αυτόν η αγωγή της αναιρεσείουσας για το εν λόγω αίτημα.

Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 191 ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο αποφασίζει οριστικά για ολόκληρη την κύρια ή την παρεμπίπτουσα δίκη ή για ένα μέρος της, πρέπει, εφόσον υποβλήθηκε ο κατάλογος εξόδων του άρθρ. 190 του ίδιου Κώδικα, να περιλάβει διάταξη στην απόφασή του για την υποχρέωση πληρωμής των εξόδων, καθορίζοντας και το ποσό τους, όμως και χωρίς την υποβολή του καταλόγου εξόδων το δικαστήριο προχωρεί στην εκκαθάρισή τους, αν υποβλήθηκε αίτημα για την επιδίκασή τους.

Εξ άλλου η καταψήφιση του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας, αφού είναι συνέπεια της αρχής της ήττας που καθιερώνει το άρθρ. 176 ΚΠολΔ, ενώ ο συμψηφισμός τους, ολικά ή εν μέρει, κατά το άρθρ. 179 του ίδιου Κώδικα λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας κατά την ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, αφού αφορά εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και συνεπώς κατά το άρθρ. 561 §1 ΚΠολΔ δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ192/2016,1533/2008).

Περαιτέρω η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989.14/2004,ΑΠ 1728/2014) δεν ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, απορρίπτεται δε ως αβάσιμος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό αυτό, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε μεν υπόψη του επικαλούμενο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιονδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1668/2005).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση, δεχόμενη εν μέρει την από 1.6.2009 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας και του συζύγου της Γ. Κ., τους καταδίκασε να καταβάλουν σ' αυτόν δικαστική δαπάνη η μεν αναιρεσείουσα το ποσό των 200 ευρώ, ο δε σύζυγος της το ποσό των 600 ευρώ. Η ίδια απόφαση, απορρίπτοντας την από 20.1.2010 αγωγή της αναιρεσείουσας ως προς και την τρίτη ειδικότερα των αναιρεσιβλήτων, καταδίκασε την αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτή ως δικαστική δαπάνη το ποσό 6.200 ευρώ, ενώ ποσό δικαστικής δαπάνης 10.500 ευρώ επιδίκασε υπέρ του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ως προς τον οποίο έγινε μεν εν μέρει δεκτή η αυτή αγωγή, για μέρος όμως ελάχιστο, το οποίο, όπως έκρινε η πρωτόδικη απόφαση, δεν έγινε αιτία να αυξηθεί η δικαστική δαπάνη.

Η αναιρεσείουσα προσέβαλε με λόγο της ένδικης έφεσής της την πρωτόδικη απόφαση ως προς το ύψος της δικαστικής δαπάνης, που η απόφαση αυτή την καταδίκασε να καταβάλει στους εναγομένους με την παραπάνω αγωγή της. Το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσής της, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη ήδη απόφασή του την ακόλουθη αιτιολογία: "Εφόσον υπεβλήθη από τους εναγόμενους σχετικό αίτημα, ήσαν οριστέα δια της εκκαλουμένης αποφάσεως τα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 191 ΚΠολΔ), αποδοτέα κατά τις διατάξεις του άρθρ. 189 ΚΠολΔ και υπολογιζόμενα ως προς τις παραστάσεις και αμοιβές των πληρεξουσίων δικηγόρων των εναγομένων κατά τα ελάχιστα όρια των άρθρ. 100επ.

του ν.3026/1957 περί Κώδικα Δικηγόρων. Έτσι η αμοιβή μόνον διά τη σύνταξη προτάσεων της πρώτης συζήτησης ανέρχεται εις ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της αγωγής [άρθρ. 100§1 (ε),107παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων) και εν προκειμένω στα ποσά των Ί0.000 (500.000 Χ 2%) ευρώ, 8.000 (400.000 Χ 2%) ευρώ και 6.000 (300.000 Χ 2%) ευρώ αντίστοιχα δια κάθε εναγόμενον, τα οποία μετά από υπολογισμό και της αμοιβής παραστάσεως (άρθρ. 109 του Κώδικα Δικηγόρων) υπερβαίνουν το επιδικασθέν εις έκαστον αυτών ποσόν δικαστικής δαπάνης".

Με τον πρώτο λόγο του Γ' κεφαλαίου της αίτησης αναίρεσης (προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου πλημμέλεια από τον αριθμό 8(β) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι παρά το νόμο αγνόησε και δεν έλαβε υπόψη τον περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της ένδικης από 20.1.2010 αγωγής της αναιρεσείουσας σε εν μέρει αναγνωριστικό, τον οποίο αν τον λάμβανε υπόψη, θα έπρεπε να υπολογίσει την αποδοτέα στους αντιδίκους της δικαστική δαπάνη με βάση το αιτούμενο να της επιδικαστεί με καταψηφιστική διάταξη ποσό της αγωγής της.

Πρόκειται για ισχυρισμό μη νόμιμο, αφού η αποδοτέα στο διάδικο που νίκησε δικαστική δαπάνη υπολογίζεται κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις τόσο του προηγούμενου (ν. 3026/1957) όσο και του ισχύοντος (ν. 4194/2013) Κώδικα περί Δικηγόρων στο ύψος των ελάχιστων ορίων αμοιβής, είτε πρόκειται για καταψηφιστική είτε για αναγνωριστική αγωγή.

Συνεπώς το Εφετείο δεν όφειλε να εκτιμήσει ως θεμελιωτικό τέτοιου ισχυρισμού τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας, σε κάθε δε περίπτωση σιωπηρά απέρριψε με το αντίθετο περιεχόμενο της απόφασής του τον οποιοδήποτε υφέρποντα σχετικό ισχυρισμό. Συνακόλουθα ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που αφορά ειδικότερα τον πρώτο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων είναι μη νόμιμος, ενώ μόνον ως προς τους τελευταίους ερευνώνται επίσης τόσο ο δεύτερος όσο και ο τρίτος αναιρετικοί λόγοι από το αυτό κεφάλαιο της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους κατά το αντίστοιχο μέρος τους αιτιάται η αναιρεσείουσα την εφετειακή απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι μολονότι δεν υποβλήθηκε από τους εναγομένους ο προβλεπόμενος στο άρθρ. 190§1 ΚΠολΔ κατάλογος των εξόδων τους, καταδικάσθηκε αυτή πρωτοδίκως, αλλά και κατ' έφεση στη δικαστική δαπάνη τους και μάλιστα χωρίς ειδική αιτιολογία.

Αντίθετα όμως με όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, δεν ήταν αναγκαία για την καταδίκη της στη δικαστική δαπάνη των αντιδίκων της η επισύναψη καταλόγου με τα έξοδά τους, αφού και χωρίς τον κατάλογο αυτό το δικαστήριο προχωρεί κατά τα προεκτεθέντα στην εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, εφόσον για την επιδίκασή τους υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, όπως δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα και προκύπτει άλλωστε και από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων τους σε πρώτο και δεύτερο βαθμό, ούτε εξ άλλου απαιτείται ειδική αιτιολογία για την καταδίκη του ηττηθέντος διαδίκου στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με τον αυτό τρίτο λόγο ( από το Γ κεφάλαιο της αίτησής της αναίρεσης, επικαλούμενη πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αιτιάται την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση για το ύψος της δικαστικής δαπάνης που επεδίκασε στους εναγομένους με την από 20.1.2009 αγωγή της, ισχυριζόμενη ότι

είναι υπέρογκο και τελεί σε προφανή δυσαναλογία με το αντικείμενο της αγωγής αυτής, παραβιάζοντας τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας εν όψει ιδίως της οικονομικής κρίσης της χώρας και της ισότητας (άρθρ. 4§1 και 25§1 του Συντάγματος), καθώς και το άρθρ. 1§1εδ.α του από 20.3.1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην από 4.11.1950 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε από κοινού με τη Σύμβαση αυτή αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με τον.δ/γμα 53/1974 και συνεπώς αποτελεί έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει κατά το άρθρ. 28§1 του Συντάγματος κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου, ορίζοντας ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του, στην ευρύτερη δυνατή έννοια αυτής (πρβλ.

Ευρ ΔΔΑ 72/1995/578/664 και 106/1995/ 612/700 της 15.11.1996), δηλαδή και ως προς τις ενοχικές απαιτήσεις, είτε αυτές είναι αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, αρκεί να υπάρχει νόμιμη προσδοκία δικαστικής ικανοποίησής τους με βάση το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο (ΟλΑΠ 40/1998,6/2007).

Αντίθετα όμως και πάλι με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, η δικαστική δαπάνη που επιδικάστηκε ειδικότερα στους πρώτο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων σε πρώτο όσο και σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, δεν υπερβαίνει τα ελάχιστα όρια αμοιβής σύμφωνα με τον εφαρμοζόμενο εν προκειμένω προηγούμενο Κώδικα περί Δικηγόρων (ν. 3026/1954) και επομένως δεν θίγει τις αρχές τις αναλογικότητας και ισότητας ούτε το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, που αόριστα σε, κάθε περίπτωση επικαλείται η αναιρεσείουσα.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρώτου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων. Δεν θα διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, εφόσον αυτό έχει ήδη διαταχθεί με την προηγηθείσα 516/2016 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία η ίδια αίτηση απορρίφθηκε ως προς την δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ενώ δεν θα περιληφθεί και διάταξη για δικαστικά έξοδα, αφού οι αναιρεσίβλητοι που ερημοδικούν, δεν υποβλήθηκαν σε δαπάνη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21 Φεβρουαρίου 2014 αίτηση και τους από 3 Φεβρουαρίου 2015 πρόσθετους αυτής λόγους της Μ. Χ.Κ. για αναίρεση της 2632/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρώτου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, Β. Ψ. και Α.ς Μ. αντίστοιχα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ