Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis due to vague and inadmissible arguments regarding common sense violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision, ruling the appeal lacked legal basis. The appellant argued the lower court violated common sense by accepting an accountant's signature as authorized, but the court found this argument too vague and improperly targeted the assessment of evidence rather than legal interpretation. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 93(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it fails to specify which common sense teachings were violated and why, as such arguments must address the application of legal rules rather than the evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1557 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1557/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπότσαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Ο ως άνω δικηγόρος διορίστηκε σύμφωνα με τον ν.3226/2004 και την υπ' αριθμ. 211/2018 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασιλείου Πέππα.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Βογιατζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 834/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 166/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-10-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εναγόμενος (και ήδη αναιρεσίβλητος), ο οποίος διατηρεί κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (καφενείο).... προσέλαβε την ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα), με την οποία τους συνέδεε μακροχρόνια φιλική σχέση, δυνάμει της από 17-4-2007 έγγραφης σύμβασης εξηρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης για να εργαστεί η τελευταία ως λαντζέρα στην ως άνω επιχείρησή του, για 4 ώρες ημερησίως (10 π.μ εως 14 μμ περίπου) αντί ωρομισθίου 4,52 ευρώ.
Προέβη δε ο εναγόμενος στην αναγγελία πρόσληψης της ενάγουσας στον ΟΑΕΔ στις 2-4-2007 καθώς επίσης υπέβαλε την ως άνω σύμβαση στο Σώμα Επιθεώρησης Δυτικής Ελλάδας στις 2-5-2007. Η ενάγουσα εργάστηκε έως τις 3-10-2007, οπότε και αποχώρησε οικειοθελώς...., και επαναπροσλήφθηκε στις 1-12-2007 έως και 5-6-2008, με πλήρη απασχόληση (8 ώρες ημερησίως) ....
Κατά τα ως άνω διαστήματα ο εναγόμενος κατέβαλε τις αναλογούσες για την ενάγουσα ασφαλιστικές εισφορές στο ΙΚΑ σύμφωνα με την εργασία της που είχε αναγγείλει στον ΟΑΕΔ. Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι εργαζόταν συνεχώς στην επιχείρηση του εναγομένου από τον Οκτώβριο του 2006 .... έως τον Αύγουστο του 2009 ως σερβιτόρα, μαγείρισσα, λαντζέρα κλπ, επί 12ωρο ημερησίως, χωρίς να λαμβάνει αμοιβή για την υπερωριακή της απασχόληση και χωρίς ο εναγόμενος να την ασφαλίσει προσηκόντως στο ΙΚΑ και ότι τα έγγραφα που κατέθεσε ο εναγόμενος στις ως άνω Υπηρεσίες (δηλ.
οι ως άνω αναγγελίες πρόσληψης και η σύμβαση εργασίας ) είναι πλαστά, διότι η υπογραφή σε αυτά στη θέση του μισθωτού, δεν έχει τεθεί από την ίδια, αλλά από τον εναγόμενο, με σκοπό να αποφύγει τις έννομες συνέπειες από την παράλειψή του να την αναγγείλει στο ΙΚΑ και να καταβάλλει τις νόμιμες ασφαλιστικές εισφορές, πράγμα που η ενάγουσα δεν γνώριζε έως τις 28-9-2010, οπότε και παρέλαβε, κατόπιν αίτησής της, τα εν λόγω έγγραφα από το ΙΚΑ Πατρών, στα πλαίσια της από 9-7-2010 καταγγελίας που είχε κάνει αυτή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ.
Μ/112 απόφαση του Δ/ντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Πατρών. Ο εναγόμενος εξ αρχής, τόσο ενώπιον του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς, κατόπιν της ως άνω καταγγελίας της ενάγουσας, όσο και ενώπιον του πταισματοδίκη Πατρών, ενόψει της από 23-12-2010 μήνυσης που υπέβαλε κατ' αυτού η ενάγουσα, και όπως συνεχίζει να διατείνεται, κατέθεσε ότι πράγματι η υπογραφή στα εν λόγω έγγραφα δεν είναι της ενάγουσας, ούτε και δική του, αλλά αυτή τέθηκε από την λογίστριά του Ε.
Β., πράγμα το οποίο γνώριζε η ενάγουσα, είχε δε δώσει σχετική εντολή, προς διευκόλυνση δική της, ενόψει και της στενής φιλίας η οποία συνέδεε τους διαδίκους, πρακτική που συνηθίζεται από τους λογιστές για να αποφεύγεται η μετάβαση των εργαζομένων και εργοδοτών - πελατών τους στα γραφεία τους, ήτοι να δίδεται προφορική εντολή στον λογιστή να θέσει ο ίδιος υπογραφή αντ' αυτών σε τέτοιου είδους έγγραφα, όπως ανέφερε και ο νυν λογιστής του εναγομένου Ι.
Λ. κατά την εξέτασή του στην ποινική δίκη με κατηγορούμενο τον εναγόμενο. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου κρίνεται πειστικός και αληθής ..... Εξάλλου, δεν είναι λογικό αν ο εργοδότης θέλει να πει ψέματα για το ωράριο απασχόλησης του μισθωτού και να καταβάλει μειωμένες εισφορές, αρχικά να προσλάβει την εργαζόμενη με καθεστώς μερικής απασχόλησης και κατόπιν με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, αλλά θα το έκανε για όλο το διάστημα.
Επίσης, την εν λόγω χρονική περίοδο (Άνοιξη και Καλοκαίρι 2007) γινόταν εκσκαπτικές εργασίες έμπροσθεν του καταστήματος του εναγομένου για τον εγκιβωτισμό και κάλυψη του χειμάρρου Δ., ..., με αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση της πελατείας του έτσι ώστε να μην υπάρχει ανάγκη απασχόλησης υπαλλήλου για πλήρες ωράριο και πλέον αυτού....
Η παραδοχή του εναγομένου ότι δεν έθεσε η ενάγουσα την υπογραφή δεν σημαίνει και ομολογία του ότι διέπραξε πλαστογραφία, ..., αφού... προέκυψε κατά την κρίση του δικαστηρίου ότι αυτό (η θέση της υπογραφής) έγινε εν γνώσει της ενάγουσας, οπότε δεν στοιχειοθετείται πλαστογραφία. Ούτε το γεγονός ότι δεν εξετάστηκε η ως άνω λογίστρια, ως μάρτυρας υπεράσπισης του εναγομένου, ...
μπορεί να αποτελέσει λόγο να αλλάξει η ως άνω κρίση. Περαιτέρω, με την υπ' αρ. 3215/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, που έχει καταστεί αμετάκλητη, η οποία εκδόθηκε επί έφεσης του κατηγορουμένου -εναγομένου κατά της υπ' αρ. 6161/2012 απόφασης του Μονομελούς Πλημ/κείου Πατρών, αθωώθηκε ο εναγόμενος- τότε κατηγορούμενος ( κατόπιν της ως άνω μήνυσης που είχε ασκήσει η ενάγουσα κατ' αυτού) για τις πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσης κατ'εξακολούθηση (των ως άνω εγγράφων) και της απάτης.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ... ότι δεν παρέστη στην ως άνω κατ' έφεση δίκη, διότι δεν είχε κλητευθεί ορθώς, αν είχε δε παρουσιαστεί το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό, όπως στον πρώτο βαθμό που είχε καταδικαστεί ο κατηγορούμενος, όπου η ίδια είχε παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγουσα. Όμως, κι o λόγος αυτός της έφεσης είναι απορριπτέος, στηριζόμενος σε ένα υποθετικό γεγονός, η δε ορθότητα ή μη της κλήτευσής της, την οποία τεκμαίρεται ότι εξέτασε το ποινικό δικαστήριο, δεν μπορεί να αποτελέσει ζήτημα έρευνας από το παρόν δικαστήριο, εφόσον έχει πλέον εκδοθεί αμετάκλητη ποινική απόφαση.
Σε κάθε περίπτωση η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου λαμβάνεται υπόψην ελεύθερα από το πολιτικό δικαστήριο, το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο στήριξε την απόφασή του και στα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, ... συνεκτιμώντας και την ως άνω αθωωτική απόφαση. Μάλιστα, η υπ' αρ. 112/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών ( διαδικασία εργατικών διαφορών) που εκδόθηκε επί της υπ' αρ.
καταθ. 4586/2010 αγωγής της ενάγουσας για την οποία δεν προκύπτει, αν έχει ασκηθεί ένδικο μέσο έκρινε ότι η ενάγουσα εργαζόταν με καθεστώς μερικής απασχόλησης στον εναγόμενο, όπως αναφέρεται στην ως άνω από 17-4-2007 έγγραφη σύμβαση και αναγγελία πρόσληψης, και απέρριψε την αγωγή της κατά το μεγαλύτερο μέρος, παρότι κατά το χρόνο έκδοσής της δεν είχε ακόμη εκδοθεί η αθωωτική απόφαση υπέρ του εναγομένου, αλλά μόνο η καταδικαστική του πρωτοβάθμιου ως άνω ποινικού δικαστηρίου.
Εξάλλου, η ενάγουσα υποστηρίζει ότι έλαβε για πρώτη φορά γνώση ... των εν λόγω εγγράφων, στις 28-9-2010, οπότε και παρέλαβε κατόπιν αιτήσεώς της, τα επίμαχα έγγραφα από το ΙΚΑ Πατρών, όταν απορρίφθηκε εν μέρει η από 9-7-2010 καταγγελία της κατά του εναγομένου, με την υπ' αρ. Μ/112 απόφαση του Δ/ντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος ΙΚΑ Πατρών...
Όμως, ...η ενάγουσα κατείχε ασφαλιστικό βιβλιάριο, όπου επικολλούντο τα ένσημά της από το χρόνο πρόσληψής της το έτος 2007. Διαπιστώνοντας, λοιπόν, από αυτό ότι επικολλούνται λιγότερα από τα ένσημα που αντιστοιχούν στην πλήρη απασχόλησή της, που αυτή ισχυρίζεται ότι παρείχε στον εναγόμενο, αλλά αντίθετα ένσημα που αντιστοιχούν σε μερική απασχόληση, αν το γεγονός αυτό δεν ήταν εις γνώσην της, θα μπορούσε να ελέγξει γιατί συμβαίνει νωρίτερα και όχι μετά το πέρας τριών ετών από την ασφάλισή της.
Απορρίφθηκε δε και η ένστασή της (ενάγουσας) κατά της ως άνω απόφασης του υπ/τος ΙΚΑ -ΕΤΑΜ Πατρών, με την υπ' αρ. 589/4-7-2012 απόφαση της Τ.Δ.Επιτροπής του περιφερειακού Υπ/τος ΙΚΑ Πατρών, ενώπιον της οποίας η ενάγουσα είχε επικαλεστεί την πλαστότητα των ως άνω εγγράφων προσλήψεώς της. Τέλος, η ενάγουσα .... ισχυρίζεται ότι η αλήθεια των αγωνικών ισχυρισμών της επιβεβαιώνεται και από την υπ'αρ. 399/2015, ήδη αμετάκλητη, απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών, με την οποία αθωώθηκε για τις πράξεις της ψευδούς αναφοράς στην Αρχή κατά εξακολούθηση, ψευδή ανώμοτι κατάθεση και ηθική αυτουργία σε αυτήν κατά συρροή, που αφορούσε την προαναφερεθείσα καταγγελία της στο ΙΚΑ, κατόπιν σχετικής μήνυσης που υπέβαλε κατ' αυτής ο εναγόμενος ( ο οποίος ανακάλεσε την παράσταση πολιτικής αγωγής που είχε αρχικά δηλώσει).
Όμως, πέραν του ότι το εν λόγω δικαστήριο ασχολήθηκε, όπως συνάγεται, βάσει του κατηγορητηρίου - αφού το σκεπτικό της ως άνω απόφασής του δεν έχει γραφεί για να μπορεί να γίνει γνωστή στο παρόν δικαστήριο η αιτιολογία της - με την αλήθεια του γεγονότος αν η ενάγουσα εργαζόταν με μερική απασχόληση και όχι με το αν έλαβε χώρα πλαστογραφία των αναφερθέντων παραπάνω εγγράφων (καθώς θα μπορούσε αυτή να είχε δεχθεί να υπογραφεί αναγγελία μερικής απασχόλησης, ενώ εργαζόταν με πλήρη, όπως συμβαίνει άλλωστε σε κάποιες περιπτώσεις, κατά παράβαση βέβαια του νόμου για τις ασφαλιστικές εισφορές, κατόπιν συμφωνίας εργοδότη - εργαζομένου), σε κάθε πάντως περίπτωση, μόνη η απόφαση του ως άνω ποινικού δικαστηρίου, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το παρόν πολιτικό δικαστήριο, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αρκεί για τα αναιρέσει τα ως άνω αποδειχθέντα,....
Επομένως, δεν αποδείχθηκε, ... ότι στοιχειοθετείται αδικοπραξία ούτε προσβολή της προσωπικότητάς της, εκ μέρους του εναγομένου εις βάρος της ενάγουσας καθώς,... η ίδια είχε συναινέσει να τεθούν σε αυτά από την λογίστρια οι απαιτούμενες υπογραφές στα εν λόγω έγγραφα, ώστε να διευκολυνθεί η διαδικασία ασφάλισής της".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή της ως αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ και 216 του ΠΚ, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας, λόγω μη τελέσεως από τον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο της αξιόποινης πράξης της πλαστογραφίας και, συνακόλουθα, αδικοπραξίας σε βάρος της, με την υποστηρίζουσα την εν λόγω παραδοχή ορθή αιτιολογία, ότι οι υπογραφές στα επίμαχα έγγραφα (αγγελίες πρόσληψης που απευθύνθηκαν στον Ο.Α.Ε.Δ.
και σύμβασης μερικής απασχόλησης που υποβλήθηκε στο Σώμα Επιθεώρησης Δυτ. Ελλάδος), δεν ήταν μεν της αναιρεσείουσας, πλην, όμως, αυτές τέθηκαν από τη λογίστρια της επιχείρησης του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου έπειτα από συναίνεση της αναιρεσείουσας και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικά και υποκειμενικά η άδικη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, που αποδόθηκε στον αναιρεσίβλητο.
Δεν ήταν αναγκαίο δε αναγκαίο να περιλάβει η προσβαλλόμενη άλλη αιτιολογία και ειδικότερα, αν η συμπεριφορά του εναγομένου να δηλώνει ψευδώς στις αρμόδιες υπηρεσίες ότι η αναιρεσείουσα εργαζόταν μικρότερο και λιγότερο χρονικό διάστημα στην επιχείρησή του ήταν παράνομη, δεδομένου ότι, εφόσον αντικείμενο της δίκης αποτέλεσε η αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως της ήδη αναιρεσείουσας προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που αυτή φέρεται να υπέστη από την αποδοθείσα στον αναιρεσίβλητο αδικοπραξία της κατάρτισης των πιο πάνω πλαστών εγγράφων, το ως άνω περιστατικό δεν τείνει στη θεμελίωση του ασκηθέντος με την αγωγή ουσιαστικού δικαιώματος και συνεπώς δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις και προσάπτεται εκ πλαγίου παραβίαση των εν λόγω διατάξεων με την έννοια της ανεπάρκειας των σχετικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, πλήττοντας παράλληλα ανεπιτρέπτως την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1795/08).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ. Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 2/1989, ΑΠ 1437/2017, ΑΠ 1143/15). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άνω άρθρο 559 αριθμ. 8 β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό της αγωγής της ισχυρισμό και συγκεκριμένα ότι απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου κατά το χρονικό διάστημα από Οκτώβριο 2006 μέχρι τον Αύγουστο 2009 με πλήρη απασχόληση.
Ο λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον τα επικληθέντα ως άνω περιστατικά δεν συνιστούν θεμελιωτικά της ένδικης αγωγής στοιχεία και συνεπώς δεν αποτελούν "πράγμα" υπό την εκτεθείσα έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι αφηρημένως λαμβανόμενα δεν οδηγούν στη γέννηση του αγωγικού δικαιώματος, αφού ο ουσιώδης ισχυρισμός της αγωγής αφορά την πλαστογραφία των παραπάνω εγγράφων από τον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο, αλλά, αντιθέτως, αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα προς υποστήριξη των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν τον ως άνω προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων διαφορετικών προς αυτά που τον συγκροτούν, δηλαδή ότι η αναιρεσείουσα απασχολήθηκε από 17-4-2007 έως 3-10-2007 με μερική (τετράωρη) απασχόληση, και από 1-12-2007 έως 5-6-2008, με πλήρη απασχόληση.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά.
Δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 451/2014). Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2016).
Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνητικοί ισχυρισμοί ούτε τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου (ΑΠ 1202/2000). Ακόμη, δεν είναι πράγματα οι ισχυρισμοί που έχουν σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων και την απόκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 719/17, ΑΠ 486/2017, ΑΠ 244/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το δικαστήριο χωρίς απόδειξη, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα, έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον ισχυρισμό του εναγομένου - αναιρεσείοντος ότι αυτή είχε δώσει προφορική εντολή στη λογίστρια του αναιρεσίβλητου να θέσει εκείνη υπογραφή, αντ' αυτής, στα ανωτέρω έγγραφα πρόσληψης και διάρκειας της εργασιακής σχέσης, καθόσον δεν υπήρχε καμία κατάθεση της πρώην λογίστριας ούτε και αποδείχθηκε, πράγματι, ότι η ίδια είχε δώσει εντολή είτε στη λογίστρια είτε στον ίδιο τον αναιρεσίβλητο να θέσει αντί αυτής την υπογραφή της στα συγκεκριμένα έγγραφα.
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστούν πράγμα υπό την προεκτεθείσα έννοια του όρου, αλλά αιτιολογημένη άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας αναφορικά με την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου - αναιρεσίβλητου λόγω της επικαλούμενης πλαστογράφησης από αυτόν των πιο πάνω αναφερόμενων εγγράφων.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο στην παραδοχή του για την υπογραφή των εγγράφων από τη λογίστρια του αναιρεσίβλητου εν γνώσει της ενάγουσας - αναιρεσείουσας και την ουσιαστική αβασιμότητα της αγωγής, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή των καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν στο πλαίσιο άλλης, μεταξύ των διαδίκων, δίκης.
Έτσι στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.ΑΠ 14/2005, ΑΠ 1016/2017, ΑΠ 29/2017).
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Πρέπει, όμως, για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη (ΑΠ 1134/1993) γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/15). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα την υπ' αριθμ. 399/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών, τις ένορκες βεβαιώσεις καθώς και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του, από τα οποία αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της όσον αφορά τον πραγματικό χρόνο απασχόλησής της.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πέραν του ότι ο παραπάνω ισχυρισμός δεν ασκεί, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση του ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που περιέχονται στα ταυτάριθμα προς την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού και από όλα γενικά τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλης μεταξύ των διαδίκων δίκης, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας προς απόδειξη των οποίων αυτή επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.
Άλλωστε, το Εφετείο προβαίνει σε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση της πιο πάνω υπ' αριθμ. 399/2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Πατρών, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά την έρευνα του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Εξάλλου, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 59 αρ. 11 β ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, και ειδικότερα τα προσκομισθέντα από τον αναιρεσίβλητο στο Εφετείο έγγραφα, μεταξύ των οποίων και την υπ' αριθμ. 3215/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημμειλειοδικείου Πατρών, αφού οι προτάσεις αυτού κατατέθηκαν εκπρόθεσμα.
Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 16-3-2017 προτάσεων ενώπιον του Εφετείου Πατρών του ήδη αναιρεσιβλήτου και τη σχετική σημείωση επ' αυτών του Γραμματέα του Δικαστηρίου, οι προτάσεις αυτού μαζί με όλα τα επικαλούμενα έγγραφα κατατέθηκαν επί της έδρας του ανωτέρω Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στις 16-3-2017 και μόνον "επίσημο" αντίγραφο των πρωτόδικων προτάσεων προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος μετά τη συζήτηση, με σχετική προσθήκη επί των προτάσεων αυτού, στις οποίες μάλιστα υπάρχει εκτεταμένη αναφορά στο περιεχόμενο των πρωτόδικων προτάσεων με σαφή και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, που προσκόμισε και στο Εφετείο.
Κατόπιν αυτών, οι πρώτος από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος και τέταρτος από τον αρ. 11β του ίδιου άρθρου λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Όσον αφορά δε τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, διότι δεν αποτελούν αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, αλλά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΑΠ 584/2017).
Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, κατά δε το εδ. β' ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ.
για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/2017, ΑΠ 757/2015, 2102/2014, 137/2014).
Για να είναι ορισμένος ο σχετικός, περί παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας, λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν, ενώ έπρεπε ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 1348/2017, ΑΠ 1552/2013, ΑΠ 1662/2010, ΑΠ 574/2010).
Η αναιρεσείουσα με τον έκτο, από τον αριθ.1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε με τις παραδοχές του τα διδάγματα της κοινής πείρας, και ειδικότερα με το να δεχθεί ότι η υπογραφή στα πιο πάνω έγγραφα τέθηκε από την λογίστρια της επιχείρησης εν γνώσει της ενάγουσας σύμφωνα με "πρακτική που συνηθίζεται από τους λογιστές για να αποφεύγεται η μετάβαση των εργαζομένων και εργοδοτών - πελατών τους στα γραφεία τους".
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται ποια διδάγματα κοινής πείρας εφαρμόστηκαν εσφαλμένα από το Εφετείο, αφετέρου δε διότι, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς πραγματικών γεγονότων.
Οι λοιπές αιτιάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, που είναι διάσπαρτες σε όλους τους λόγους της αίτησης αναίρεσης, πέραν της αοριστίας τους, που τις καθιστούν απαράδεκτες, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.
ΚΠολΔικ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (ΑΠ 977/2017, ΑΠ 680/2016). Κατ' ακολουθίαν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό, δεδομένου ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 4 και 9 του ν. 3226/2004, προκύπτει σαφώς ότι η παροχή νομικής βοήθειας δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έλαβε τη νομική βοήθεια, όπως στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, σύμφωνα με την 211/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, να επιβάλει σε βάρος της τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του, η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν παύσουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου δικαστή (ΑΠ 1404/2017, ΑΠ 724/2017, ΑΠ 2069/2013, ΑΠ 1403/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-10-2017 αίτηση της Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 166/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ