Legislator Case Law & Legislation
680/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property boundary judgment due to lack of legal grounds and inadmissible arguments.

Case Number 680/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a First Instance Court ruling regarding property boundaries. The appellant argued the lower court failed to prove boundary stability and relied on contradictory reasoning, but the Court found these grounds legally insufficient. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the appellant attempted to challenge the court's non-reviewable substantive assessment of evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 80, 81, 558, 559, 560, 561, 9, 24, 281 of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible if it targets the court's substantive evaluation of evidence or relies on contradictory grounds that do not constitute a legal error reviewable on appeal.

Keywords

AI generated
cassation appeal property boundaries inadmissible grounds substantive assessment evidence evaluation contradictory reasoning legal basis

Cited Legislation

AI generated
Article 80 of the Code of Civil Procedure
Article 81 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 10 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 11 gamma of the Code of Civil Procedure
Article 560 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 9 paragraph 2 of Law 4335/2015
Article 9 paragraph 4 of Law 4335/2015
Article 24 paragraph 1 of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure
Article 281 paragraph 2 of Law 3463/2006
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 680 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 680/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαϊωάννου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ρ. του Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γεραρή και 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Νικολέττα Βλασσιώτου - Παπαδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2007 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-7-2014 αίτησή του και τους από 3-8-2016 προσθέτους λόγους του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αβροκόμη Θούα, ανέγνωσε την από 16-9-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του πρόσθετου αυτής λόγου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του πρόσθετου αυτής λόγου, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, η από 18-7-2014 αίτηση αναίρεσης και ο με το από 3-8-2016 αυτοτελές δικόγραφο ασκηθείς πρόσθετος λόγος αυτής, τα δικόγραφα των οποίων πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (αρθρ.246 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81 παρ.3, 558 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης.

Είναι δε η πρόσθετη παρέμβαση αυτοτελής, κατά την διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, όταν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη πρόκειται να αναπτύξει ενέργειες όχι απλώς ανακλαστικές, αλλά όταν τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου της, η εκτελεστότητα και η διαπλαστική της ενέργεια εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις του παρεμβάντος προς τον αντίδικο του (ΑΠ 1485/2006).

Σε κάθε περίπτωση όμως, πρέπει να επιδίδεται σ' αυτόν η κλήση προς συζήτηση της αναίρεσης για να ενημερώνεται για την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου (ΑΠ 711/2015). Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος αυτής λόγος του εναγομένου - αναιρεσείοντος απευθύνονται και κατά του Δήμου ...(δεύτερου των αναιρεσιβλήτων) που παρενέβη προσθέτως υπέρ του ενάγοντος (πρώτου των αναιρεσιβλήτων), ενώ δεν έπρεπε να στραφεί κατ' αυτού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, (εφόσον η πρόσθετη παρέμβαση του υπέρ του ενάγοντος στη δίκη που άνοιξε με την αγωγή του τελευταίου με την οποία επεκαλείτο προσβολή της προσωπικότητας του λόγω της παρεμπόδισης του από τον πρώτο αναιρεσίβλητο στην ελεύθερη χρήση κοινόχρηστης έκτασης, δεν έχει τον χαρακτήρα της αυτοτελούς, δεν ανέλαβε την δίκη ως κύριος διάδικος, ούτε άλλωστε οι λόγοι αναίρεσης και ο σχετικός πρόσθετος αφορούν της πρόσθετη παρέμβαση).

Πλην όμως, το γεγονός τούτο εκτιμάται ως κλήση αυτού στην προκειμένη δίκη, στην οποία νομίμως παρίσταται και ζητεί να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος αυτής λόγος και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην δικαστική του δαπάνη.

Από τις διατάξεις περαιτέρω των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ, η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι πλατείες αδιακρίτως.

Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 Πανδ. 43, 7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39. 3, ν.28 Πανδ. 22, 3) αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου (vetustas), με την οποία κυρούνταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης.

Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία (ΑΠ 451/2015, 723/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 28 του ν.1337/1983, ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσης, που έχουν σχηματιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων και βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.

Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας, σε περίπτωση δε που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εφόσον προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλης ως κοινόχρηστοι χώροι και η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από ενέργειες του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη (ΑΠ 50/2014).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 966, 967, 968 και 1054 ΑΚ προκύπτει ότι τα εκτός συναλλαγής ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου ή των Δήμων, στα οποία συγκαταλέγονται και τα κοινής χρήσης, είναι ανεπίδεκτα τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας και, επομένως, δεν μπορούν να είναι αντικείμενο της κατά το ιδιωτικό δίκαιο κτήσης είτε κατά κυριότητα είτε κατά νομή από οποιονδήποτε τρίτο, του οποίου το δικαίωμα προς χρήση των πραγμάτων αυτών δεν συνιστά νομή ή οιονεί νομή ή κατοχή αλλά ιδιόρρυθμο δικαίωμα που απορρέει από την προσωπικότητα του ανθρώπου και προστατεύεται με την ΑΚ 57 μόνο στην περίπτωση παρακωλύσεως ή αποβολής από τη χρήση του κοινόχρηστου πράγματος (ΑΠ 723/2014, 647/2011, 1271/2011).

Συνεπώς, τα ανήκοντα στο Ελληνικό Δημόσιο ή Δήμο κοινόχρηστα πράγματα, δεν καταλαμβάνονται από το άρθρο 4 του νόμου 3127/2003, (σύμφωνα με το οποίο, "σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιατάρακτος για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν κατά τη κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά τη κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ.

Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ. οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή", αφού το άρθρο αυτό αναφέρεται στις προϋποθέσεις κτήσεως κυριότητας ακινήτου ανήκοντος στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου ή Δήμου (ΑΠ 723/2014, 1271/2011).

Για τον ίδιο λόγο, τα κοινόχρηστα ακίνητα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δεν καταλαμβάνονται ούτε από τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 του ν.δ. 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως....", του οποίου η ισχύς άρχισε από 2-12-1968 (αρθρ. 7), από την οποία προκύπτει, ότι, προκειμένου περί ακινήτων κτημάτων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, ο χρόνος της κτητικής παραγραφής και μάλιστα της έκτακτης χρησικτησίας μπορούσε να συμπληρωθεί μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου 1968, οπότε και άρχισε να ισχύει το ν.δ. 31/1968,αφού και η εν λόγω διάταξη αφορά στα ανήκοντα στην ιδιωτική περιουσία των ΟΤΑ ακίνητα και όχι στα κοινόχρηστα και εξ αυτού του λόγου, ανεπίδεκτα οιασδήποτε χρησικτησίας.

Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ περαιτέρω, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, έκανε δεκτά, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Από το υπ' αριθμ. .../19.01.1982 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή οικοπέδου του συμβολαιογράφου ..., νόμιμα μεταγεγραμμένου στον τόμο... και αριθμ. ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...

σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. .../28.01.1998 συμπληρωματική γονική παροχή ακινήτου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου,...., νόμιμα μεταγεγραμμένη στο τόμο... με αριθμ.....των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., προκύπτει ότι ο πατέρας του ενάγοντος και ήδη εκκαλουντος (ήδη αναιρεσίβλητου) ... είχε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του, ένα οικόπεδο κείμενο εντός του οικισμού της πρώην Κοινότητας Κ.

Κ. ..., με αριθμ. τεμαχίου 37, συνολικής έκτασης 525 τ.μ., συνορευόμενο ανατολικά με την πλατεία του χωριού, δυτικά με Χ. Σ., βόρεια με Δ. Μ. και νότια με Θ. Π. και κληρονόμους Σ. Μ.. Το ανωτέρω περιγραφόμενο οικόπεδο, το οποίο αρχικά είχε έκταση 471 τ.μ., και αριθμ. τεμαχίου 33, περιήλθε στο δωρητή δυνάμει του υπ' αριθμ. .../09.08.1977 οριστικού τίτλου κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας ..., νόμιμα μεταγεγραμμένου στον τόμο 579 και αριθμ. ...

των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., και μετά την αναμόρφωση της διανομής, το έτος 1988, έλαβε τον αριθμό 37, με έκταση 525 τ.μ., για το οποίο (ακίνητο) εκδόθηκε ο υπ' αριθμ. .../10.11.1988 οριστικός τίτλος της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας ..., νόμιμα μεταγεγραμμένος στον τόμο ... με αριθμ.... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ....

Δυνάμει των - προαναφερόμενων υπ' αριθμ. .../19.01.1982 και .../28.01.1998 συμβολαίων του συμβολαιογράφου ..., ο ανωτέρω... μεταβίβασε και παρέδωσε στον ενάγοντα, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το προαναφερόμενο ακίνητο. Περαιτέρω, δυνάμει του υπ αριθμ. .../10.01.1996 συμβολαίου πώλησης ακινήτων του συμβολαιογράφου ..., νόμιμα μεταγεγραμμένου στον τόμο...

και αριθμ.... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., η μητέρα του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου, (ήδη αναιρεσείοντος)...., δήλωσε ότι από κληρονομιά του κατά την 02.06.1952 αποβιώσαντος στις Κ. Κ. ... πεθερού της ...., δυνάμει της υπ αριθμ. .../02.05.1952 δημόσιας διαθήκης του άλλοτε συμβολαιογράφου ...., που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ.

…/14.08.1952 πρακτικό του Πρωτοδικείου Φλώρινας, για την οποία (κληρονομιά) συντάχθηκε η υπ' αριθμ. .../04.11.1952 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του άλλοτε συμβολαιογράφου ..., νόμιμα μεταγεγραμμένη στον τόμο 26 και αριθμ. ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... σε συνδυασμό με την υπ αριθμ. .../10.01.1996 διορθωτική και συμπληρωματική αυτής (υπ αριθμ. .../04.11.1952 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς) του συμβολαιογράφου ..., νόμιμα μεταγεγραμμένη στον τόμο 1.039 και αριθμ. ...

των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., έχει στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί ενός οικοπέδου, κείμενου στις Κ. Κ. ... "συνολικής εκτάσεως τετρακοσίων (400) τ. μ., μετά των υπαρχόντων επ' αυτού παλαιών κτισμάτων, συνορευόμενο ανατολικά με πλατεία του χωριού, δυτικά με ιδιοκτησία Χ.

Σ., βόρεια με δρόμο και νότια με ιδιοκτησία Ρ. Ρ.", επί του οποίου οικοπέδου με χρήματα του αγοραστή εναγομένου υιού της, ...., ανεγειρόταν κατά το χρόνο σύνταξης του ανωτέρω συμβολαίου νέα κατοικία. Δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου πώλησης η ανωτέρω πωλήτρια πώλησε το ανωτέρω ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί του προπεριγραφομενου ακινήτου στον εναγόμενο.

Ο τελευταίος, δυνάμει της υπ' αριθμ. .../10.01.1996 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου...., νόμιμα μεταγεγραμμένης στον τόμο 1.049 και αριθμ. 49.587 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... αποδέχθηκε την σε αυτόν επαχθείσα κληρονομιά του κατά την 02.06.1952 αποβιώσαντος στις Κ. Κ. ... παππού του ...., δυνάμει της υπ.

αριθμ. .../02.05.1952 δημόσιας διαθήκης του άλλοτε συμβολαιογράφου ... ..., που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. …/14.08.1952 πρακτικό του Πρωτοδικείου Φλώρινας, στην οποία περιλαμβάνεται και ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί του προπεριγραφομενου στο υπ. αριθμ. .../10.01.1996 συμβόλαιο πώλησης ακινήτων του συμβολαιογράφου....οικοπέδου κείμενου στις Κ.

Κ. ... "συνολικής εκτάσεως τετρακοσίων (400) τετραγωνικών μέτρων μετά των υπαρχόντων επ' αυτού παλαιών κτισμάτων, συνορευόμενο ανατολικά με πλατεία του χωριού, δυτικά με ιδιοκτησία Χ. Σ., βόρεια με δρόμο και νότια με ιδιοκτησία Ρ. Ρ.", με αυτό δε τον τρόπο περιήλθε σε αυτόν κατά πλήρη κυριότητα το προπεριγραφόμενο ακίνητο, εμβαδού 400 τ.μ.

και κατά νεότερη εμβαδομέτρηση 410,85 τ.μ. Ακόμη στην προαναφερόμενη υπ’ αριθμ. .../04.11.1952 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου.... το ακίνητο, το οποίο περιήλθε τελικά στην κυριότητα του εναγομένου, περιγράφεται ως οικία κείμενη "εντός του χωρίου Κ. Κ., συνολικής εκτάσεως μετά της αυλής, άχυρων, υπόστεγων και ετέρου μικρού οικίσκου, τετρακοσίων (400) τετραγωνικών μέτρων περίπου, συνορευόμενη δε ανατολικώς με πλατείαν του χωρίου, δυτικώς με αυλήν ιδιοκτησίας του πρόσφυγος Μ., βορείως με δρόμον και νοτίως με αυλήν και αλώνιον Μ.

συζύγου Ρ. Ρ.". Εκτων ανωτέρω ευχερώς συνάγεται ότι το ακίνητο, που ανήκει πλέον στην κυριότητα του εναγομένου, είχε, τουλάχιστον από το έτος 1952 και εντεύθεν, εμβαδόν τετρακοσίων (400) τετραγωνικών μέτρων, κατόπιν δε πρόσφατης εμβαδομέτρησης 410,85 τ.μ., και σταθερά σύνορα (πλατεία, δρόμο και έτερους ιδιοκτήτες), όπως άλλωστε δήλωσε και ο ίδιος ο εναγόμενος στις προαναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις, σε καμία δε εξ αυτών (συμβολαιογραφικών πράξεων) δεν αναφέρεται ότι το εν λόγω ακίνητο έχει μεγαλύτερη έκταση, είτε ότι συνορεύει με εδαφικό τμήμα οποιασδήποτε έκτασης, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα του εναγομένου με οποιονδήποτε πρωτότυπο ή παράγωγο τρόπο κτήσης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι εντός του οικισμού της πρώην Κοινότητας Κ. Κ., μετέπειτα Δήμου Κ. Κ., όπου ευρίσκονται τα προαναφερόμενα ακίνητα υφίσταται κοινόχρηστος χώρος, που αποτελεί την πλατεία του χωριού, έκτασης 5.400 τ.μ., όπως αποτυπώνεται στο συνημμένο στην υπ' αριθμ. έκθ. κατάθ. 64/16.05.2007 αγωγή, με ημερομηνία Φεβρουάριος 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Χ.

Σ., και συνορεύει με ιδιοκτησίες διαφόρων κατοίκων Κ. Κ., Δημοτικό Σχολείο, Αστυνομικό Τμήμα Κ. Κ. και δημόσιο δρόμο, ενώ περιμετρικά έχει διαμορφωθεί έτσι ώστε να επιτρέπεται η διέλευση πεζών και οχημάτων. Η πρώην Κοινότητα Κ. Κ. κατέστη κυρία της προαναφερόμενης κοινόχρηστης έκτασης, το έτος 1963, με την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου της πρώην Κοινότητας Κ.

Κ., το οποίο κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. .../24.11.1965 απόφαση του Νομάρχη ... και δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. 284/10.05.1966, αναμορφώθηκε δε με την υπ' αριθμ. 3.792/1983 απόφαση του Νομάρχη ... (ΦΕΚ 265Β/19.05.1983). Έτσι, οι εδαφικές εκτάσεις, τις οποίες το σχέδιο της ρυμοτομίας καθόρισε ως κοινόχρηστους χώρους, δηλαδή την εν λόγω πλατεία, όπως αυτή απεικονίζεται στα προσκομισθέντα σε επικυρωμένα αντίγραφα αποσπάσματα χάρτη συνοικισμού Κ.

Κ. διανομής έτους 1963 και αναμόρφωσης έτους 1981, θεωρούνται ότι περιήλθαν στην προβλεπόμενη από το σχέδιο της ρυμοτομίας κοινή χρήση αφότου εγκρίθηκε τούτο με την ανωτέρω απόφαση Νομάρχη. Δηλαδή οι εκτάσεις αυτές έχουν καταστεί από της εγκρίσεως της επεκτάσεως του σχεδίου κοινόχρηστοι χώροι και ως τέτοιοι είχαν περιέλθει στην πρώην Κοινότητα Κ.

Κ.. Επιπρόσθετα αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω έκταση κατέστη κοινόχρηστη, και ανήκε αρχικά στο τούρκικο δημόσιο, και στη συνέχεια στην πρώην Κοινότητα Κ. Κ. δια της μακραίωνης, τουλάχιστον από το έτος 1850, ήτοι επί συνολικό διάστημα 80 ετών από την εισαγωγή του ΑΚ στις 23.02.1946, σταθερής χρήσης αυτής, καθόσον επί τουρκοκρατίας η ανωτέρω έκταση χρησιμοποιούνταν ως κοινός αλωνότοπος για τον προσδιορισμό του όγκου της σοδειάς και την καταβολή της "δεκάτης".

Αργότερα η Κοινότητα Κ. Κ. και μετέπειτα ο Δήμος Κ. Κ. διέθετε όλη την ανωτέρω έκταση στην κοινή χρήση, τοποθετούσε επ' αυτής παγκάκια και μεριμνούσε για την ασφαλτόστρωση και πλακόστρωση αυτής, στο σημείο δε, το οποίο, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, κατέλαβε ο εναγόμενος πραγματοποιούνταν παρελάσεις και γυμναστικές επιδείξεις, ενώ οι κάτοικοι, μεταξύ των οποίων και ο εναγών, στάθμευαν τα τροχήλατα οχήματα και μηχανήματα τους....Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η εν λόγω κοινόχρηστη έκταση (πλατεία) ανήκει στην κυριότητα της πρώην Κοινότητας Κ.

Κ., καθολικός διάδοχος της οποίας κατέστη ο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προσθέτως παρεμβάς Δήμος Κ. Κ., ο οποίος υπεισήλθε αυτοδικαίως και χωρίς καμία άλλη διατύπωση σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της..... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 1955 ο εναγόμενος αποφάσισε να οικοδομήσει επί του προαναφερόμενου ακινήτου του οικία, πλην όμως δεν περιορίσθηκε στα όρια της ιδιοκτησίας του, αλλά εισήλθε στην πλατεία σε βάθος πέντε περίπου μέτρων, καταλαμβάνοντας κατ αυτόν τον τρόπο μια επιπλέον έκταση, ήτοι το τμήμα (Β2), εμβαδού 52,93 τ.μ., όπως αποτυπώνεται με τα στοιχεία Β2Β3Β4Β1Β2 στο με ημερομηνία Φεβρουάριος 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Χ.

Σ., αυξάνοντας έτσι την έκταση του ακινήτου του σε 463,78 τ.μ. Στη συνέχεια, το έτος 1978 εξήλθε των ορίων του οικοπέδου του, άλλα πέντε περίπου μέτρα, γκρεμίζοντας τον υπόλοιπο πλινθόκτιστο τοίχο και φέροντας την πρόσοψη του δεξιού μέρους του οικοπέδου του, στο ύψος της οικοδομής του, καταλαμβάνοντας έτσι άλλα 46,86 τ.μ., ήτοι το τμήμα (Β1) που αποτυπώνεται με τα στοιχεία Β2Β1Β6Β5Β2 στο ανωτέρω τοπογραφικό, αυξάνοντας την έκταση του οικοπέδου του σε 510,64 τ.μ., χτίζοντας μάλιστα νέο τοιχίο.

Ακολούθως, το έτος 1992, πριν την κατάρτιση του υπ' αριθμ. .../10.01.1996 συμβολαίου πώλησης ακινήτων του συμβολαιογράφου ... και της υπ' αριθμ. .../10.01.1996 διορθωτικής και συμπληρωματικής αυτής του συμβολαιογράφου..., ο εναγόμενος υπέβαλε την από 03.07.1992 αίτηση, και έλαβε την υπ' αριθμ. πρωτ. 1.940/30.07.1992 άδεια οικοδομής για την ανέγερση μονόροφης κατοικίας με υπόγειο της Νομαρχίας ..., όπου εμφάνιζε την ιδιοκτησία του, ως έχουσα έκταση, 517,20 τ.μ., αντί των 400 τ.μ.

και ήδη 410,85 τ.μ. που αρχικώς είχε και εκ των υστέρων δήλωσε στις προπεριγραφόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις. Κατά υπόδειξη από τον ίδιο των ορίων της ιδιοκτησίας του παρουσίασε την ιδιοκτησία του ακόμα μεγαλύτερη καταλαμβάνοντας και έκταση εμβαδού 29,27 τ.μ., το τμήμα (Β3), όπως σημειώνεται με τα στοιχεία Β40Ρ55Α3Β6Β4 και συνορεύει βόρεια με δρόμο, νότια με ιδιοκτησία του ενάγοντος, ανατολικά με ήδη καταληφθείσα από τον εναγόμενο έκταση και δυτικά με υπόλοιπο τμήμα πλατείας.

Επί του τμήματος αυτού οικοδόμησε κατά το έτος 1992 και 1993 τμήμα της οικίας του, εξώστη πρώτου ορόφου, καθώς και σκάλες που οδηγούν σε αυτόν, το βόρειο δε τμήμα διαμόρφωσε ως είσοδο υπόγειου χώρου στάθμευσης (γκαράζ), αποκλείοντας τον ενάγοντα και κάθε άλλον από την κοινή χρήση του καταληφθέντος τμήματος της πλατείας.

Τέλος, το έτος 1999, εισήλθε σε βάθος 3,50 περίπου μέτρων προς την πλατεία, γκρεμίζοντας και το παγκάκι που υπήρχε, καταλαμβάνοντας επιπλέον 77,40 τμ, ήτοι τα τμήματα Α εμβαδού 50,66 τ.μ. + Β4 εμβαδού 26,74 τ.μ., όπως αποτυπώνονται με τα στοιχεία Α3Α4Α50Ρ55 του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος, και αυξάνοντας την έκταση του ακινήτου του σε 617,76 τ.μ.

Η ανωτέρω κατάληψη έλαβε χώρα κατά το έτος 1999 οπότε και ολοκληρώθηκαν οι σχετικές εργασίες. Κατά το αμέσως μετέπειτα χρονικό διάστημα ο εναγόμενος άρχισε συστηματικά να προβαίνει και σε νέες εργασίες επί του τελευταίου αυτού τμήματος που κατέλαβε με προφανή σκοπό να το προσαρτήσει στη δική του ιδιοκτησία.

Για τον ίδιο λόγο έχει ασφαλτοστρώσει τμήμα αυτού, διαμορφώνοντας το ως είσοδο σε στεγασμένη είσοδο στάθμευσης (πάρκινγκ), ενώ το λοιπό έχει διαμορφώσει ως κήπο και πλακόστρωτη είσοδο προς την οικία του. Μάλιστα ο εναγόμενος άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Φλώρινας την υπ’ αριθμ. έκθ. κατάθ. 89/21.09.2000 αγωγή κατά του Δήμου Κ.

Κ., με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος του τελευταίου αυτού τμήματος εκτάσεως κατά την αγωγή 50 περίπου τ.μ., στην πραγματικότητα δε 77,40 τ.μ., ισχυριζόμενος ότι κατέστη κύριος του επιδίκου τμήματος, καθώς πληρούνται στο πρόσωπο του οι προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας κατ' άρθρο 1045 ΑΚ, επειδή κατείχε την επίδικη έκταση από το έτος 1960.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 61/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, με την οποία έγινε αρχικά δεκτή η αγωγή του νυν εναγομένου, πλην όμως, δυνάμει της υπ' αριθμ. 286/2003 τελεσίδικης απόφασης του, το Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας απέρριψε την αγωγή, καθώς έκρινε ότι το σχετικό αίτημα περί αναγνώρισης της κυριότητας του νυν εναγομένου ήταν μη νόμιμο, διότι ο τελευταίος δεν κατέστη κύριος του επιδίκου, το οποίο ήταν δημοτική - κοινόχρηστη έκταση, καθόσον, και αν ακόμα οι ισχυρισμοί του ήταν αληθείς και ο εναγόμενος άρχισε να νέμεται και να κατέχει το επίδικο τότε ακίνητο από το έτος 1960, έως τις 02.12.1968, οπότε άρχισε να ισχύει για τα δημοτικά ακίνητα- κτήματα η προστασία του Ν.Δ. 31/1968, δεν είχε συμπληρωθεί εικοσαετία, δεδομένου ότι μόνο μέχρι τότε (02.12.1968) ήταν δυνατή χρησικτησία τρίτου σε ακίνητα οργανισμών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Μετά τη δημοσίευση της ανωτέρω απόφασης ο εναγόμενος απέδωσε το ανωτέρω τμήμα της καταληφθείσας έκτασης, εμβαδού 50 τ.μ., στην πραγματικότητα δε 77,40 τ.μ., πλην όμως, το καλοκαίρι του 2006, προέβη και σε νέες εργασίες επ' αυτού, ήτοι την οικοδόμηση τοιχίου, το οποίο περικλείει το τμήμα πλατείας με τα στοιχεία Α2Α30Ρ55Α1Α2, το τμήμα (Β4) εκτάσεως 26,74 τμ που ήδη είχε καταλάβει και περιλαμβάνεται στο τμήμα των 77,40 τμ, καλλιέργεια γκαζόν και χρήση του χώρου για την στάθμευση οχημάτων ή την είσοδο στη στεγασμένη θέση στάθμευσης.

Και αυτό μάλιστα ενώ είχε ήδη συμφωνήσει και είχε κατεδαφίσει το έτος 2000 τοιχίο, που είχε οικοδομήσει στην ίδια περίπου θέση σε εκτέλεση του υπ' αριθμ. 111/25.08.2000 πρακτικού Ειρηνοδικείου Φλώρινας, κατά τη συζήτηση αίτησης του ενάγοντος περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων εναντίον του, αποδεχόμενος ότι δεν είναι κύριος της εν λόγω έκτασης.

Αποτέλεσμα των ενεργειών του εναγομένου ήταν να καταλάβει τμηματικά, κατά τους προαναφερόμενους χρόνους συνολική δημοτική -κοινόχρηστη έκταση, συνολικού εμβαδού 206,46 τμ, που συνορεύει βόρεια και σε πλευρά μήκους 9,59 γ.μ. με δρόμο και πλατεία, νότια σε πλευρά 9,56 γ.μ. με ιδιοκτησία ενάγοντος, δυτικά σε πλευρά μήκους 21,26 γ.μ και ανατολικά με πλατεία σε πλευρά μήκους 22,39 γ.μ.

όπως αποτυπώνεται στο παραπάνω σχεδιάγραμμα του τοπογράφου Μηχανικού Χ. Σ. με τα στοιχεία Β3Β40Ρ55Α5Α4Α2Β5Β3. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι κατέστη κύριος της προαναφερόμενης και εκ μέρους του καταληφθείσας κοινόχρηστης έκτασης, συνολικού εμβαδού 206,46 τ.μ., με έκτακτη χρησικτησία, ήτοι διότι ασκούσε, από το έτος 1952, πράξεις νομής και κατοχής επ' αυτής πρέπει να απορριφθεί, διότι ο εναγόμενος δεν έγινε κύριος της ανωτέρω κοινόχρηστης έκτασης, καθόσον από το 1952 που άρχισε να νέμεται και να κατέχει το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου, έως τις 02.12.1968, οπότε άρχισε να ισχύει για τα δημοτικά ακίνητα-κτήματα το Ν.Δ. 31/1968, δεν είχε συμπληρωθεί εικοσαετία, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1045 ΑΚ, δεδομένου ότι έως τότε (02.12.1968) ήταν δυνατή χρησικτησία τρίτου σε ακίνητα οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (δήμων και κοινοτήτων), και το επίδικο ακίνητο, ως κοινόχρηστο δημοτικό κτήμα (οικόπεδο) από το έτος αυτό (1968) και μετά εξαιρούνταν της χρησικτησίας (άρθρο 1055 ΑΚ).

Συνεπώς, η πρώην Κοινότητα Κ. Κ., όπως την υποκατέστησε ο Δήμος Κ. Κ., και τελικά ο Δήμος ..., κατά τα προεκτιθέμενα, απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, και η κυριότητα της δεν είχε καταλυθεί έως την 02.12.1968 από δικαίωμα κυριότητας που να είχε αποκτηθεί με χρησικτησία στον εναγόμενο... Περαιτέρω, η παράνομη κατάληψη των επίδικων τμημάτων της πλατείας από τον εναγόμενο παρεμποδίζει την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος προς ελεύθερη χρήση της εν λόγω πλατείας και συνιστά προσβολή της προσωπικότητας του ως προς την έκφανση της ελεύθερης ανάπτυξης οικονομικής και βιοποριστικής δραστηριότητας, η οποία αποτελεί βασικό συνθετικό στοιχείο του καθολικού δικαιώματος της προσωπικότητας και θεμελιώδη αρχή της ελληνικής έννομης τάξης ...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δικάζον ως Εφετείο, αφού έκανε δεκτή την έφεση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει διαφορετικά, έκανε δεκτή την αγωγή του τελευταίου κατά του αναιρεσείοντος και την πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων να αποδώσει στην κοινή χρήση την επίδικη εδαφική έκταση, συνολικού εμβαδού 206,46τ.μ., απειλώντας τον με χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση για κάθε παράβαση της υποχρέωσης του.

Με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 560 αριθμ.1 ΚΠολΔ, μέμφεται το Δικαστήριο της ουσίας διότι εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045 και 1054 ΑΚ (και όχι 1055 όπως από προφανή παραδρομή αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και επαναλαμβάνει στην κρινόμενη αίτηση του ο αναιρεσείων) και απέρριψε τους ισχυρισμούς του για κατάληψη τμήματος της επίδικης έκτασης το έτος 1955 και 1978 αντίστοιχα.

Οι λόγοι αυτοί, εκτός του ότι είναι απαράδεκτοι, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) των από 14-11-2013 προτάσεων του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την συζήτηση της υπόθεσης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν προέβαλε σαφώς και ορισμένως σχετική ένσταση απόκτησης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με χρησικτησία, είναι και αβάσιμοι, αφού με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης ότι η επίμαχη εδαφική έκταση είχε καταστεί κοινόχρηστη τόσο με την από αμνημονεύτου χρόνου (και δη από το έτος 1850) απόδοση στους κατοίκους της Κοινότητας για κοινή χρήση, όσο και με την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου της πρώην Κοινότητας Κ.

Κ., το οποίο κυρώθηκε με την 26399/1965 απόφαση του Νομάρχη ...ς (ΦΕΚ 284/24/11/1966), ορθώς κατ'αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση, με ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ΑΚ, απέρριψε την ένσταση του περί απόκτησης κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αρχομένη το έτος 1952(και όχι 1955 και 1978 όπως ο ίδιος στην κρινόμενη αίτηση του εκθέτει), αφού το εν λόγω ακίνητο ως κοινόχρηστο ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας.

Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής, εκτός αν πρόκειται α)για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο δικαστήριο επίκληση της υποβολής αυτής. Εξάλλου, η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές η κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη Χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση.

Συνεπώς, οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (ΟλΑΠ 15/2000) Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και εικοστό πρώτο(και όχι δέκατο έκτο, όπως από προφανή παραδρομή αναγράφεται στο αναιρετήριο) λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ.1ΚΠολΔ,συνισταμένη στην μη εφαρμογή από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην κρίση της ως προς την νομιμότητα της προβληθείσας απ'αυτόν ένστασης απόκτησης κυριότητας του επίδικου ακινήτου με χρησικτησία αρχόμενη το έτος 1952,της επικαλούμενης για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, διάταξης του άρθρου 4 του νόμου 3127/2003.

Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι προτείνονται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, εφόσον η προπαρατιθέμενη διάταξη δεν αποτελεί κανόνα δημόσιας τάξης, αφού δεν αποβλέπει στην προστασία του γενικού συμφέροντος ή άλλης θεμελιώδους αξίας ή αντίληψης του εννόμου βίου, ούτε άλλωστε τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν τον εν λόγω ισχυρισμό, είχαν προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, όπως και δεν γίνεται σχετική επίκληση στο αναιρετήριο ούτε προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1449/2014).

Σε κάθε όμως περίπτωση, είναι και αβάσιμοι, εφόσον η επικαλούμενη χρησικτησία δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης σύμφωνα με την οποία το επίδικο ακίνητο είχε καταστεί κοινόχρηστο.

Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003).

Με τους τρίτο και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια και πάλι από το άρθρο 560 αριθμ.1 ΚΠολΔ, λόγω εσφαλμένης εφαρμογής της 3793/1983 απόφασης του Νομάρχη ... η οποία αναμόρφωσε την 26399/1965 απόφαση του ιδίου, με την οποία κυρώθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο της πρώην Κοινότητας Κ.

Κ. ..., κατά τρόπο που να μην περιλαμβάνεται το επίμαχο ακίνητο στην κοινόχρηστη πλατεία. Οι λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι, α) η άνω απόφαση του Νομάρχη είναι μία διοικητική πράξη, δεν αποτελεί διάταξη ουσιαστικού δικαίου (πρβλ.ΑΠ 509/1978) και συνεπώς η παραβίαση της δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 560 αριθμ.1 ΚΠολΔ, β)το επικαλούμενο κατ'επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 560 αριθμ1ΚΠολΔ ως σφάλμα στην εφαρμογή της από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν είναι νομικό, αλλά το αποδεικτικό της πόρισμα, ότι το επίμαχο ακίνητο εμπεριέχεται σ'αυτή ως κοινόχρηστο, το οποίο είναι αναιρετικώς ανέλεγκτο (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ), με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο και ν) ως αλυσιτελείς διότι με μη πληττόμενη επάλληλη αιτιολογία η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η κοινοχρησία του επίδικου είχε προκύψει και βάσει της διατάξεων του βυζαντινορωμαικού δικαίου της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης) κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Από την αμέσως πιο πάνω διάταξη προκύπτει, ότι η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, είναι περιοριστική. Οι λόγοι αναίρεσης είναι μόνο τέσσερις και αντιστοιχούν προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5 και 7, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 50/2014).

Έτσι, δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αν δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή αν παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Επομένως, είναι απαράδεκτοι, οι λόγοι αναίρεσης, έκτος για παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, έβδομος και όγδοος για την ίδια παράβαση, κατά ένα μέρος και για παράβαση του άρθρου 559 αριθμ.11γ ΚΠολΔ, κατά τα λοιπά, λόγω ύπαρξης αντιφατικών και ελλιπών αιτιολογιών και αμφιβολιών ως προς τη λήψη υπόψη κρίσιμων για την έκβαση της δίκης εγγράφων, ένατος και δέκατος, για παράβαση επίσης του άρθρου 559 αριθμ11γ ΚΠολΔ, ενδέκατος για παράβαση του άρθρου 559 αριθμ.8β ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη ουσιωδών ισχυρισμών, δωδέκατος για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, κατ'επίκληση του άρθρου 559αριθμ.19ΚΠολΔ,δέκατος τέταρτος από το άρθρο 559 αριθμ.12 ΚΠολΔ, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση θεώρησε το τοπογραφικό διάγραμμα ως αποδεικτικό στοιχείο, δέκατος πέμπτος για παράβαση του άρθρου 559 αριθμ.11γ ΚΠολΔ, διότι δεν προκύπτει κατά αναμφίβολο τρόπο ότι λήφθηκε υπόψη το άνω έγγραφο, δέκατος έκτος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.10 ΚΠολΔ, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε το άνω σχεδιάγραμμα χωρίς απόδειξη, δέκατος έβδομος, από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, λόγω αντιφατικότητας στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, δέκατος όγδοος (και όχι δέκατος τρίτος όπως από παραδρομή αναγράφεται στην κρινόμενη αίτηση) επίσης από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, δέκατος ένατος (και όχι δέκατος τέταρτος) επίσης από το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, και εικοστός (και όχι δέκατος πέμπτος, όπως αναγράφεται) για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.11γ ΚΠολΔ.

Ο δέκατος τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, κατ'επίφαση της από το άρθρο 560 αριθμ.1 ΚΠολΔ πλημμέλειας παραπονείται για την επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, ως προς την αποδοχή του ότι το ακίνητο του είχε από το έτος 1952 σταθερά σύνορα, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος (αρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Όσον αφορά στον από 3-8-2016 πρόσθετο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθμ.6, όπως ισχύει μετά την 1-1-2016, (ήτοι για έλλειψη νόμιμης βάσης), είναι απαράδεκτος, εφόσον, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ.2 του ν.4335/2015 "οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα", αυτό όμως δεν ισχύει για τους πρόσθετους και μη έχοντες αυτοτέλεια λόγους.

Πέραν αυτού όμως είναι απαράδεκτος, εφόσον ο προβλεπόμενος με τον άνω νόμο νέος λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, μη υπάρχουσας σ' αυτόν διαφορετικής πρόβλεψης, εφαρμόζεται, κατ' άρθρο 24 παρ.1 ΕισΝΚΠολΔ, μόνο εάν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει εκδοθεί από 1-1-2016 και έπειτα, οπότε και αρχίζει η ισχύς του, κατ' άρθρο 9 παρ.4 αυτού.

Σε κάθε περίπτωση, είναι απαράδεκτος και εφόσον με τις επικαλούμενες στα πλαίσια του ίδιου λόγου πλημμέλειες ως προς την εκτίμηση και την αξιολόγηση των εισφερθέντων αποδείξεων σε σχέση με τις προαναφερθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ως προς την έκταση της επίδικης εδαφικής έκτασης, ο αναιρεσείων, κατ' επίφαση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας, επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο ηττηθείς αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, (αρθρ.176, 183, 191 ΚΠολΔ) ο πρώτος από τους οποίους κατέθεσε προτάσεις, ενώ ως προς τον δεύτερο, Δήμο, πρέπει να είναι μειωμένη κατ' άρθρο 281 παρ.2 του ν. 3463/2006, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Ιουλίου 2014 και τον από 3 Αυγούστου 2016 πρόσθετο λόγο του Γ. Μ. για αναίρεση της 5/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ, περιοριζομένου αυτού, ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, Δήμο, σε εξακόσια (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Νοεμβρίου 2016

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ