Legislator Case Law & Legislation
724/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding statute of limitations and legal costs allocation.

Case Number 724/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court violated procedural laws regarding the statute of limitations and legal costs, but the court found these arguments inadmissible or unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 975, 559, 533, 527, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the alleged procedural violation concerns substantive law, and the appellant must bear the legal costs of the respondents upon losing the appeal.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure statute of limitations legal costs allocation procedural admissibility appeal dismissal substantive vs procedural law legal expenses

Cited Legislation

AI generated
Article 975, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 533, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 198 and following of the Code of Civil Procedure
Articles 1, 2, 4 and 9 of Law 3226/2004

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 724 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 724/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαθανάση και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην … και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Καστανά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου των περιουσιακών στοιχείων του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Μηλιώνη και κατέθεσε προτάσεις. Ανακοίνωση Δικης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή αυτής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μπέτση και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια της ως άνω δεύτερης αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε.

Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, δημοσίευσε δια του Προέδρου του την απόφαση που έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό το πρακτικό, με την οποία απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/4/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2014 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/5/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 20/4/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ιωάννη Μαγγίνα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 8/5/2014 αίτησης περί αναίρεσης της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμό 84/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 84/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του το Εφετείο Θράκης απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 138/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει την ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά του προσβληθέντος με αυτήν πίνακα κατάταξης δανειστών.

Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 89 ΚΠολΔ, η προσεπίκληση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, αργότερα έως τη συζήτηση στο ακροατήριο και κοινοποιείται στον προσεπικαλούμενο, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, όποιος έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να ανακοινώσει τη δίκη σε τρίτους, ώσπου να εκδοθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οριστική απόφαση για την ουσία της υπόθεσης. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 573 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η άσκηση ανακοίνωσης δίκης με προσεπίκληση το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου είναι απαράδεκτη και απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως (Ολ.ΑΠ 13/2000). Επομένως, η από 15/10/2015 ανακοίνωση δίκης της δεύτερης αναιρεσίβλητης προς την υπό εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", καλούμενη να παρέμβει στη δίκη, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου‚ πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556 και 558 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατ’ εκείνων που ήσαν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα αντίδικοι του αναιρεσείοντος και νίκησαν ή κατά των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους (ΑΠ 936/2011).

Περαιτέρω, με το άρθρο 68 του ν. 3601/2007 (όπως αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 5 του ν. 4021/2011 και πριν καταργηθεί με το άρθρο 166 παρ.1 ν. 4261/2014, ίσχυε δε κατά το χρόνο συζητήσεως της υπό κρίση διαφοράς ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ήτοι στις 22/11/2013), οριζόταν, μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8 του ίδιου νόμου, αυτό με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση, κατά τη διάρκεια της οποίας τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος αναλαμβάνει ο οριζόμενος από την Τράπεζα της Ελλάδος ειδικός εκκαθαριστής.

Με το άρθρο 63Δ του ν. 3601/2007 (όπως αυτό είχε προστεθεί με το άρθρο 4 ν. 4021/2011 και πριν καταργηθεί με το άρθρο 166 παρ.1 ν. 4261/2014) οριζόταν ότι η Τράπεζα της Ελλάδος μπορούσε με απόφασή της να υποχρεώσει πιστωτικό ίδρυμα στη μεταβίβαση περιουσιακών του στοιχείων προς άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή προς άλλο πρόσωπο (παρ. 1 εδ.

α), ότι αν συντρέχει περίπτωση για ορισμένα περιουσιακά στοιχεία η μεταβίβαση σημειώνεται ατελώς στα οικεία δημόσια βιβλία και αρχεία με αίτηση του προσώπου στο οποίο γίνεται η μεταβίβαση, ότι δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, ότι για το κύρος της μεταβιβάσεως και για το αντιτάξιμο αυτής έναντι τρίτων δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεσή τους και ότι εκκρεμείς δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία συνεχίζονται από το πιστωτικό ίδρυμα προς το οποίο έγινε η μεταβίβαση χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για επανάληψή της (παρ. 5).

Με το άρθρο 63Ε ν.3601/2007 (όπως αυτό είχε προστεθεί με το άρθρο 4 του ν. 4021/2011 και πριν καταργηθεί με το άρθρο 166 παρ.1 του ν. 4261/2014) οριζόταν ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά από εισήγηση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορούσε για λόγους δημοσίου συμφέροντος να συσταθεί μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα προς το οποίο μεταβιβαζόταν το σύνολο ή μέρος των περιουσιακών στοιχείων του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος (παρ. 1).

Στην προκειμένη περίπτωση με απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος που λήφθηκε στη συνεδρίαση …27-7-2012 (ΦΕΚ 2208/27-7-2012, τευχ. Β), ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της αρχικά 2ης καθής η υπό κρίση ανακοπή ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και τέθηκε αυτή υπό ειδική εκκαθάριση, ορίσθηκε δε ειδικός εκκαθαριστής της ο Ν.

Μ.. Με απόφαση της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος που λήφθηκε στη συνεδρίαση ….27-7-2012 (ΦΕΚ 2209/27-7-2012 τευχ.Β), δόθηκε εντολή στον πιο πάνω εκκαθαριστή να μεταβιβάσει στην πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα ... Α.Ε." τα περιουσιακά στοιχεία της ... Τράπεζας της Ελλάδος.

Στην παράγραφο 1 του παραρτήματος της ανωτέρω αποφάσεως ορίσθηκαν τα εξής: "Στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "Τράπεζα ... Α.Ε." (εφεξής: "η ...") μεταβιβάζονται όλες οι συμβατικές σχέσεις του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "... Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." (εφεξής: "η ...") με τρίτους, στις οποίες υποκαθίσταται πλέον πλήρως η "...", καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "..." (δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), εκτός από τις συμβατικές σχέσεις και τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στη συνέχεια στον αριθμό 2 υπό στοιχεία α έως και ιστ, που αναφέρονται εφεξής συνολικά ως "μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία".

Στην παράγραφο 2 του παραρτήματος της ανωτέρω αποφάσεως ορίσθηκαν τα εξής: "Δεν μεταβιβάζονται στην "..." τα περιουσιακά στοιχεία (ενεργητικό, παθητικό και έννομες σχέσεις από συμβάσεις) που περιγράφονται αμέσως παρακάτω υπό τα στοιχεία α έως και ιστ (μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία). Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία διατηρούνται υπό τη δικαιοκτησία (ενεργητικό) της "..." ή συνεχίζουν να βαρύνουν (παθητικό) την "...".

Εφόσον στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία περιλαμβάνονται συμβατικές σχέσεις, σ’ αυτές συμβαλλόμενη παραμένει η "...". Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία είναι τα ακόλουθα:... α)... β)... γ)... δ)... ε)... στ)... ζ) Όλες οι αξιώσεις και υποχρεώσεις της "..." έναντι τρίτων, περιλαμβανομένων και των υπαλλήλων της "...", για καταβολή αποζημίωσης από οποιαδήποτε (συμβατική ή εξωσυμβατική) αιτία, για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και για απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον συνδέονται με τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία".

Στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται, μεταξύ άλλων, και κατά της μη διαδίκου στην κατ’ έφεση δίκη ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα ... Α.Ε." (πρώτης αναιρεσίβλητης) και όχι κατά της υπό εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", νομίμως εκπροσωπούμενης από τον εκκαθαριστή της, της οποίας η άδεια είχε ανακληθεί σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου συζήτησης της υπόθεσης στο Εφετείο και η οποία είχε παραστεί στο Εφετείο, ως εφεσίβλητη (δεύτερη αναιρεσίβλητη).

Όπως δε προκύπτει από το προσκομιζόμενο στη δικογραφία ΑΠ 26.10.2015 έγγραφο του ως άνω ειδικού εκκαθαριστή της ΑΤΕ, η έννομη σχέση που αφορά την κατάταξη αυτής στον προσβαλλόμενο πίνακα, παρέμεινε στο υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα και δεν μεταφέρθηκε στην Τράπεζα .... Με βάση τα ανωτέρω η αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, εφόσον αυτή δεν ήταν διάδικος στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή.

Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτελέσεως, ήτοι και όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ασκούμενου του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη (ΑΠ 893/2008).

Τα υποκειμενικά δε όρια της από το άρθρο 281 ΑΚ απαγόρευσης περιλαμβάνουν όχι μόνο τον επισπεύδοντα και τον καθού η εκτέλεση, αλλά και τους αναγγελθέντες δανειστές, τόσον στις μεταξύ τους σχέσεις, όσον και στις σχέσεις τους με τα όργανα της εκτέλεσης. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, σχετικά με τη νομιμότητα του μοναδικού λόγου της ένδικης ανακοπής του αναιρεσείοντος, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης την ...ανακοπή του κατά των καθών (ελληνικού Δημοσίου και ...ς Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.) στην οποία αφού ισχυριζόταν ότι με επίσπευσή του διενεργήθηκε αναγκαστικός πλειστηριασμός στα κινητά πράγματα της οφειλέτιδάς του, για την ικανοποίηση απαίτησής του προερχόμενης από τέλεση σε βάρος του αδικοπραξίας και ότι στον πίνακα κατάταξης που συνέταξε η υπάλληλος του πλειστηριασμού κατέταξε προνομιακά τους καθών - αναγγελθέντες δανειστές με αποτέλεσμα να εξαντληθεί το πλειστηρίασμα, ζήτησε να μεταρρυθμιστεί ο προσβαλλόμενος πίνακας κατάταξης, να αποβληθούν οι καθών και στη θέση τους να καταταγεί ο ίδιος, επειδή η αναγγελία των καθών και στην συνέχεια η κατάταξή τους είναι καταχρηστικές.

Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι η αναγγελία τους προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, επειδή η δική του αμετακλήτως επιδικασθείσα απαίτηση αποζημίωσης ύψους 194.966 ευρώ, προέρχεται από την τέλεση σε βάρος του αδικοπραξίας εξαιτίας της οποίας κρίθηκε ισοβίως ανάπηρος σε ποσοστό 100%. Ότι ο ίδιος στερείται οικονομικών πόρων με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η επιβίωσή του και ο μόνος τρόπος εξεύρεσης χρημάτων ήταν μέσω της επίδικης εκτέλεσης.

Ότι η κατάταξη των καθών η ανακοπή, στο επιτευχθέν πλειστηρίασμα των 42.520,18 ευρώ, οι οποίοι προηγουμένως αναγγέλθηκαν για απαιτήσεις τους, το μεν πρώτο, ύψους 35.682.641,42 προερχόμενη από ΦΜΥ και πρόστιμα η δε δεύτερη, ύψους 3.587.756,18 προερχόμενη από κατάλοιπο σύμβασης πίστωσης, επιφέρει απόσβεση ασήμαντου μέρους των απαιτήσεών τους, επιπλέον είναι οικονομικά εύρωστοι, με αποτέλεσμα να μην είναι σε αυτούς αναγκαία τα ποσά στα οποία κατετάγησαν, σε αντίθεση με τον ίδιο.

Επί της ανακοπής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση με την οποία ο μοναδικός αυτός λόγος της απορρίφθηκε ως νόμοι αβάσιμος, όπως και η ανακοπή στο σύνολό της...στην προκειμένη περίπτωση, ο ανακόπτων-δανειστής και επισπεύδων την εκτέλεση, νομιμοποιείται να προσβάλλει με λόγο ανακοπής κατά του πίνακα, τη διαδικαστική πράξη της αναγγελίας των δανειστών, που κατατάχθηκαν προνομιακά, ως καταχρηστική.

Ωστόσο, και αληθή υποτιθέμενα τα περιστατικά που εκθέτει για τη θεμελίωση του σχετικού λόγου δεν συνιστούν καταχρηστική συμπεριφορά, καθόσον ουδόλως αναφέρεται αν για την ικανοποίηση της απαίτησης των καθών υπήρχαν άλλα ηπιότερα σε σχέση με τον ίδιο, μέσα. Αντίθετα, ο ανακόπτων εκθέτει ότι επειδή ο ίδιος είναι οικονομικά ασθενέστερος πρέπει να προτιμηθεί και να ικανοποιηθεί εν τέλει η δική του απαίτηση σε σχέση με αυτή των καθών οι οποίοι είναι σε σχέση με αυτόν οικονομικά εύρωστοι.

Όμως, με τα περιστατικά αυτά, ο ανακόπτων στην πραγματικότητα βάλλει κατά της επιλογής του νομοθέτη, όπως αποτυπώνεται στις διατάξεις των άρθρων 975-978 ΚΠολΔ, αναφορικά με την σειρά ικανοποίησης των απαιτήσεων περισσοτέρων αναγγελθέντων δανειστών, όταν δεν επαρκεί το πλειστηρίασμα, σύμφωνα με την οποία απονέμονται προνόμια σε συγκεκριμένες απαιτήσεις οι οποίες χρήζουν προστασίας με βάση κοινωνικοοικονομικά κριτήρια της δεδομένης χρονικής στιγμής.

Έτσι, το πλέον πιθανό είναι, το Ελληνικό Δημόσιο και η ... Τράπεζα να είναι σε σχέση με άλλους δανειστές των οποίων η απαίτηση δεν είναι εξοπλισμένη με προνόμιο, οικονομικά πιο εύρωστοι και παρά ταύτα η ικανοποίηση της απαίτησής τους να προηγείται, αφού κριτήριο για την κατάταξη των δανειστών δεν ήταν η οικονομική κατάσταση εκάστου, γενικά.

Αν όμως ο συγκεκριμένος δανειστής που η απαίτησή του προηγείτο αυτής του ανακόπτοντος, είχε τη δυνατότητα να επιδιώξει την ικανοποίησή της με άλλο τρόπο, που να μην είναι δυσανάλογα επιβαρυντικός για τον θιγόμενο έτερο δανειστή, παρά ταύτα προτίμησε να αναγγελθεί στον συγκεκριμένο πλειστηριασμό, δημιουργώντας εν τέλει δυσβάστακτες συνέπειες για τον ανακόπτοντα, τότε η αναγγελία του θα μπορούσε να προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας και να είναι καταχρηστική".

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο και έκρινε μη νόμιμο το μοναδικό λόγο της ανακοπής, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη μη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, οι οποίες δεν ήσαν εφαρμοστέες. Τούτο, διότι υπό τις προβαλλόμενες περιστάσεις και μόνον η, μέσω των αναγγελιών των καθών η ανακοπή, κατάταξή τους στον προσβαλλόμενο πίνακα, για εξοπλισμένες με προνόμιο απαιτήσεις τους, δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, χωρίς την επίκληση περαιτέρω περιστατικών, στοιχειοθετούντων κακοβουλία τους έναντι του ανακόπτοντος-αναιρεσείοντος, με την αναγγελία τους στον επίμαχο πλειστηριασμό παρά τη δυνατότητά τους να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους με άλλον τρόπο.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος τα αντίθετα, μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Σημειωτέον, ότι ο αναιρεσείων, απαραδέκτως, για πρώτη φορά με το αναιρετήριο και πάντως όλως αορίστως, επικαλείται, ότι οι καθών η ανακοπή είχαν τη δυνατότητα να επιδιώξουν την ικανοποίησή τους με άλλον τρόπο, που να μην είναι δυσανάλογα επιβαρυντικός γιαυτόν.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής, το εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της έφεσης, κατά απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος με ρητή διάταξη καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ, να εφαρμόζει το νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 997/2014).

Εξάλλου, οι νόμοι που ρυθμίζουν τη συνδρομή των δανειστών στη διαδικασία της κατατάξεως δεν αφορούν κυρίως τα ίδια τα δικαιώματα, αλλά κανονίζουν τον τρόπο της ενασκήσεώς τους επί της ομάδας περιουσίας που υπάρχει σε ορισμένο χρόνο. Επομένως, και τα καθιερούμενα από τους νόμους αυτούς προνόμια κρίνονται όχι σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της γενέσεως του δικαιώματος ή της ενάρξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως, αλλά σύμφωνα με αυτόν που ισχύει κατά το χρόνο της κατατάξεως, αφού η λόγω του προνομίου προτίμηση δεν αποτελεί στοιχείο της απαιτήσεως, αλλά αφορά τη σχέση των απαιτήσεων μεταξύ τους, λόγω της συνδρομής περισσοτέρων δανειστών (ΑΠ 1340/2004, 1625/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε και τα ακόλουθα: "Σημειώνεται ότι από την 26-7-2013 με το άρθρο 71 του Ν. 4174/2013 προστέθηκε στο άρθρο 975 αρ. 1, δεύτερο εδάφιο σύμφωνα με το οποίο στην ίδια τάξη υπάγονται και οι απαιτήσεις αποζημίωσης δανειστών λόγω αναπηρίας ποσοστού 80%. Όμως, κατά τον χρόνο σύνταξης του πίνακα 7-4-08 οι απαιτήσεις των καθών προηγούνταν σύμφωνα με το νόμο, αυτής του ανακόπτοντα και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 ΚΠολΔ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε, όταν δημοσιεύτηκε η πρωτόδικη απόφαση.

Ακόμη δε και αν θεωρηθεί ότι, ο προβληθείς για πρώτη φορά με τις έγγραφες προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ισχυρισμός του εκκαλούντος-ανακόπτοντος ότι μετά την τροποποίηση του άρθρου 975 αρ. 1 ΚΠολΔ με το άρθρο 71 του Ν. 4174/2013, η απαίτησή του προηγείται αυτών των εφεσιβλήτων, αποτελεί λόγο ανακοπής κατά του πίνακα, η προβολή του είναι απαράδεκτη.

Τούτο διότι κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, νέοι ισχυρισμοί, δηλαδή νέα μέσα επίθεσης και άμυνας, ακόμη και αν τείνουν σε υπεράσπιση της εφέσεως απαραδέκτως προβάλλονται για πρώτη φορά στο εφετείο...". Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, που δεν εξαφάνισε κατά παραδοχή λόγου εφέσεως την οριστική απόφαση και δέχτηκε, ότι κατά τον χρόνο σύνταξης του προσβαλλόμενου πίνακα οι απαιτήσεις των καθών η ανακοπή προηγούνταν εκείνης του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της κατάταξης και συγκεκριμένα το άρθρο 975 αρ. 1 ΚΠολΔ, πριν προστεθεί σ’ αυτό εδάφιο δεύτερο με το άρθρο 71 του ν. 4174/2013, δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 975 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 71 του ν. 4174/2013.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος τα αντίθετα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για ευθεία παραβίαση της ανωτέρω διατάξεως, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, επίσης, η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 533 παρ. 2 και 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι η αναιρετική αυτή πλημμέλεια ιδρύεται σε περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και όχι δικονομικού δικαίου, όπως οι επικαλούμενες.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν’ απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Πρέπει δε να λεχθεί ότι η παροχή του ευεργετήματος της πενίας ή της παροχής νομικής βοήθειας, θεσμός που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 198 επ.

ΚΠολΔ και 1, 2, 4 και 9 του ν. 3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος", αντίστοιχα, δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας εκείνου που έτυχε του ευεργετήματος της πενίας ή έλαβε τη νομική βοήθεια, όπως ο αναιρεσείων, σύμφωνα με την 103/2014 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, να επιβάλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου του.

Η είσπραξη, όμως, αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή του ευεργετήματος πενίας ή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου δικαστή (ΑΠ 1403/2012, 2069/2013). Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν θα επιδικασθούν υπέρ της υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ...

ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε, η οποία παρέστη, χωρίς να ασκήσει παρέμβαση και κατέθεσε προτάσεις με τις οποίες δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8/05/2014 αίτηση του αναιρεσείοντος Μ. Π., για αναίρεση της 84/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, καθώς και την από 15/10/2015 ανακοίνωση δίκης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... Α.Ε", με προσεπίκληση προς την υπό ειδική εκκαθάριση ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε".

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για το πρώτο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) για την δεύτερη αναιρεσίβλητη Τράπεζα ... Α.Ε.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ