Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for insufficient fact-finding and inadmissible arguments regarding evidence assessment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's judgment on construction contract payment. The appellant argued the lower court failed to sufficiently detail the facts supporting its decision, while the respondent contended the factual findings were clear and consistent. The court ruled that the lower court provided adequate reasoning regarding the proven facts and that the appellant's specific complaints regarding evidence evaluation were inadmissible as they fall outside the scope of appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(8), 559(14) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews only legal errors and does not re-evaluate factual findings or the assessment of evidence, dismissing appeals based on alleged insufficiency of fact-finding or challenges to evidence evaluation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1506 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1506/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό - Εισηγητή, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Θαλασσινού.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κωνσταντόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2016 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-7-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο αγωγή (Ολ.
Α.Π.18/1998). Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ’ αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματος της, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ. 15/2000).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π. 536/2011, 705/2011, 604/2009, 669/2007).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ’ αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 681, 682 και 694 ΑΚ συνάγεται ότι με τη σύμβαση του έργου ο μεν εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο ο δε εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Η αμοιβή, που συνιστά ουσιώδες στοιχείο της συμβάσεως μισθώσεως έργου, μπορεί να ορίζεται κατά την κατάρτιση αυτής εφάπαξ (κατ’ αποκοπήν), κατά μονάδα, επί τη βάσει προϋπολογισμού, απολογιστικώς, χρονικώς, με ποσοστά ή και να καταλείπεται ακαθόριστη (Α.Π. 682/2010).
Όταν δε αυτή (αμοιβή) έχει συμφωνηθεί εφάπαξ και όχι κατά μονάδα έργου, στοιχείο της βάσεως της αγωγής του εργολάβου για την πληρωμή της, προκειμένου η αγωγή αυτή να είναι ορισμένη, κατ’ άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ., είναι μόνο η συμφωνημένη εφάπαξ αμοιβή και η παράδοση του έργου, σε περίπτωση σε που έχει συμφωνηθεί η τμηματική καταβολή της με την πρόοδο του έργου, αρκεί η αναφορά εκάστης τμηματικής δόσεως και της παραδόσεως του αντιστοίχου τμήματος του έργου (Α.
Π. 329/2007, 1367/2003). Τέλος , αξίζει να σημειωθεί ιδιαιτέρως, ως προς την έννοια της κατ’ αποκοπήν αμοιβής, ότι αυτή υπάρχει όταν η συνολική αμοιβή του εργολάβου έχει συμφωνηθεί επακριβώς εκ των προτέρων σε ορισμένο πάγιο (εφάπαξ) ποσό, ο εργολάβος, μάλιστα, στην περίπτωση αυτή, αναλαμβάνει τον κίνδυνο του ακριβούς υπολογισμού του κόστους του έργου και επιπλέον της μεταγενέστερος αυξήσεως των τιμών των υλικών, των εργατικών αμοιβών ή της ανάγκης προσθέτων εργασιών, σε σχέση με εκείνες που αρχικώς είχαν προβλεφθεί, μη δυνάμενος, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, να απαιτήσει την αύξηση της συμφωνηθείσης εφάπαξ αμοιβής του.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του δικογράφου της ενδίκου αγωγής, προκύπτει ότι ο ενάγων, ήδη αναιρεσίβλητος, για την θεμελίωση αγωγής αυτής, που έχει ως αντικείμενο την επιδίκαση υπολοίπου συμφωνηθείσης εργολαβικής αμοιβής εξέθεσε ότι την 14-9-2008 συνήφθη προφορικώς μεταξύ αυτού και του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ο ίδιος, που είναι εργολάβος οικοδομών το επάγγελμα, ανέλαβε την διαμόρφωση του βορείου τμήματος ενός επικλινούς, καθόλη του την έκταση, οικοπέδου του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, κειμένου στο Δημοτικό διαμέρισμα ..., ώστε αυτό να καταστεί επίπεδο και κατάλληλο προς ανέγερση οικοδομής.
Ειδικότερα δε το έργο, που ανέλαβε με την σύμβαση αυτή να εκτελέσει ο ενάγων, περιελάμβανε κατασκευή τοιχείων και πτερυγίων (πλαϊνών αυτών) μήκους σαράντα (40) μέτρων, ύψους τριών (3) μέτρων και πάχους 0,30μ. από μπετόν, που θα θεμελιώνονταν με πέδιλα από κροκάλα, πλέγματα, τσιμέντο και σίδερο, ώστε να εγκιβωτισθεί το προαναφερόμενο τμήμα του οικοπέδου και επί πλέον διαμόρφωση και ισοπέδωση με την χρήση μηχανημάτων του ιδίου τμήματος του οικοπέδου ώστε να παύσει να είναι επικλινές και να καταστεί κατάλληλο για ανοικοδόμηση.
Ότι η αμοιβή του για την εκτέλεση του ως άνω έργου ορίσθηκε εφάπαξ για μεν την κατασκευή των τοιχείων και των πτερυγίων αυτών σε 40.330,20 ευρών, πλέον Φ.Π.Α, για δε την διαμόρφωση του οικοπέδου σε 11.600 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. Ότι αμέσως μετά την σύναψη της ανωτέρω συμφωνίας ο εναγόμενος με νεωτέρα επίσης προφορική συμφωνία του ανέθεσε να κατασκευάσει με δικά του υλικά σωληνωτό και βόθρο, αντί αμοιβής 2.000 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α.
Και ότι μολονότι ολοκλήρωσε , εντός της συμφωνηθείσης προθεσμίας το έργο που του ανατέθηκε και την 2α Νοεμβρίου 2008 παρέδωσε αυτό στον εναγόμενο, ο οποίος και το παρέλαβε ανεπιφυλάκτως, ο τελευταίος έναντι της συνολικής, ως άνω, αμοιβής, ανερχομένης, μετά του αναλογούντος Φ.Π.Α. του εκδοθέντος τιμολογίου, στο ποσό των 68.936,94 ευρώ, του κατέβαλε τμηματικώς το ποσό των 27.000 ευρώ, εξακολουθεί δε να του οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 41.936, 94 ευρώ, το οποίο και αρνείται, παρά τις επανειλημμένες έκτοτε οχλήσεις του, να του καταβάλει.
Η αγωγή υπό το ως άνω περιεχόμενο της, είναι πλήρης και επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει τα στοιχεία, τα οποία, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αναγκαία για την νομική θεμελίωση του αιτήματος της περί καταβολής της οφειλομένης εργολαβικής αμοιβής και δη τη σύμβαση, το έργο που συμφωνήθηκε, τον τρόπος καθορισμού και το ύψος της αμοιβής και την προσήκουσα εκτέλεση του έργου και παράδοση αυτού στον εναγόμενο-εργοδότη. Ειδικότερα δε, καθόσον αφορά την αιτουμένη αμοιβή, η αγωγή είναι ορισμένη, αφού, κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν η αμοιβή συμφωνήθηκε εφάπαξ (κατ’ αποκοπήν) και όχι κατά μονάδα έργου.
Συνεπώς, αναγκαίο στοιχείο, για την θεμελίωση και το ορισμένο της αγωγής, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σχετική νομική σκέψη, αποτελούσε μόνο η κατ’ αποκοπήν καθορισθείσα αμοιβή, η οποία και αναφέρεται σ’ αυτήν, όχι δε και η ποσότητα των χρησιμοποιηθέντων υλικών, η τιμή μονάδος αυτών, οι επί μέρους εργασίες και η τιμή μονάδος αυτών ανά κυβικό μέτρο. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλομένη απόφαση ορισμένη την ένδικη αγωγή και απορρίπτοντας την περί αοριστίας ένσταση του εναγομένου - ήδη αναιρεσείοντος, δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη εκ του λόγου τούτου την αγωγή και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ.1, 8 και 14 Κ.Πολ.Δ., για νομική και ποσοτική αοριστία της αγωγής, διότι δεν αναφέρονται επί πλέον σ’ αυτήν και τα προαναφερόμενα στοιχεία, τα οποία είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της κατά μονάδα έργου συμφωνηθείσης αμοιβής, που δεν συντρέχει εν προκειμένω, είναι αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. β’ Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να προσδιορίσει την έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι προκειμένου να προβεί σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων.
Ειδικότερα, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι σταθερές αρχές, κανόνες ή αφηρημένες κρίσεις, που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμεύουν για την εξειδίκευση νομικών κανόνων και εννοιών, οπότε και μόνο η παράβαση τους ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο.
Αντίθετα, όταν τα διδάγματα αυτά άγουν στη διαπίστωση της αλήθειας κάποιου πραγματικού ισχυρισμού και στη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή, γενικώς, στην εκτίμηση των αποδείξεων ή της αξιοπιστίας των μαρτύρων, τότε η χρησιμοποίηση τους από το δικαστήριο ή η παράλειψη της προσφυγής σ’ αυτά παραμένει αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π.42/2014, 444/2014).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων(Α.Π. 1577/2013).
Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο Ολ.Α.Π.1/1999, Α.Π. 19/2012, 105/2012, 223/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Στις 14-9-2008 καταρτίστηκε προφορικά μεταξύ του ενάγοντος εργολάβου οικοδομών και του εναγομένου κυρίου οικοπέδου στον ..., σύμβαση έργου δυνάμει της οποίας ο ενάγων ανέλαβε να διαμορφώσει το βόρειο τμήμα του οικοπέδου και ειδικότερα να κατασκευάσει τοιχείο και πτερύγια (πλαϊνά αυτού) μήκους 40 μέτρων, ύψους τριών μέτρων και πάχους 30 εκατοστών έναντι αμοιβής κατ’ αποκοπή 44.330 Ευρώ πλέον ΦΠΑ και να διαμορφώσει τον χώρο του ιδίου τμήματος με τη χρήση μηχανημάτων προκειμένου να ανεγερθεί οικοδομή έναντι αμοιβής 11.600 Ευρώ πλέον ΦΠΑ.
Περαιτέρω συμφωνήθηκε η κατασκευή βόθρου με σωληνωτά έναντι αμοιβής 2000 Ευρώ πλέον ΦΠΑ. Η παράδοση του έργου θα γινόταν αρχές του μηνός Νοεμβρίου 2008 και η εξόφληση της αμοιβής θα γινόταν τμηματικά σύμφωνα με την πρόοδο των εργασιών. Η δε εξόφληση αυτής θα γινόταν στις 30 Νοεμβρίου 2008. Ο ενάγων κατασκεύασε και παρέδωσε το έργο στις 2-11-2008, ήτοι εντός της συμφωνηθείσης προθεσμίας.
Έναντι της συμφωνηθείσης κατ’ αποκοπή συνολικής αμοιβής των 57.930 Ευρώ ο εναγόμενος κατέβαλε τμηματικά στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 27.000 Ευρώ καθώς και το ποσό των 9.330 Ευρώ με το οποίο εξόφλησε ο ίδιος υλικά αντίστοιχης αξίας στον έμπορο οικοδομικών υλικών Μ. Λ. και συνολικά έναντι της συμφωνηθείσης αμοιβής κατέβαλε το ποσό των 36.330 Ευρώ, για το οποίο οφείλεται ΦΠΑ (19%) ύψους 6.902,87 Ευρώ και η υπόλοιπη αμοιβή ύψους 21.599,3 Ευρώ πλέον ΦΠΑ.
Αρνείται να καταβάλει την υπόλοιπη αμοιβή και ζητεί τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να γίνει επιμέτρηση των εκτελεσθεισών ποσοτήτων κάθε εργασίας. Το αίτημα αυτό πρέπει να απορριφθεί, αφού ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί την εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου (κατασκευή τοιχείου με πτερύγια, διαμόρφωση χώρου και κατασκευή βόθρου).
Ωστόσο θα ήταν αναγκαία η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης αν επρόκειτο για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις τέχνης, συνυφασμένα όμως με ενδεχόμενη συμφωνία των διαδίκων και ειδικότερα αν είχε συμφωνηθεί αμοιβή κατά μονάδα εκτελεσθησομένων εργασιών ή απολογιστικώς με βάση το άθροισμα των πραγματικών εξόδων.
Ο εναγόμενος επικαλείται αορίστως επιμέτρηση του τοιχείου (χωρίς να προσδιορίζει τις μονάδες εργασιών που εκτελέστηκαν) και την τιμή μονάδος (35 Ευρώ ανά κυβικό μέτρο), που υπολογίζεται η εργασία, χωρίς να εκθέτει αν αυτή η τιμή μονάδος είχε συμφωνηθεί με τον ενάγοντα εργολάβο. Υπολογίζει δε τη συνολική δαπάνη των εργασιών του τελευταίου στο ποσό των 16.000 Ευρώ (αφαιρουμένων των καταβολών για την εξόφληση αυτού ύψους 36.000 Ευρώ και 47m3 μπετόν αξίας 1800 Ευρώ, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια) με βάση προσφορές, που έλαβε από έτερα πρόσωπα (Χ.
Τ. τεχνίτη οικονομικών εργασιών και Β. Μ. Πολ. Μηχανικό ) μετά την σύναψη της συμβάσεως και την εκτέλεση του έργου από τον ενάγοντα και την από 10-9-2010 Τεχνική Έκθεση του πραγματογνώμονα του TEE Β. Π., η οποία προϋποθέτει αμοιβή κατά μονάδα εργασιών ή απολογιστικώς, χωρίς να αναφέρει το ποσοστό αμοιβής του ενάγοντος επί του αθροίσματος των πραγματικών εξόδων, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι συμφωνήθηκε αμοιβή απολογιστικώς.
Περαιτέρω προβάλει την ένσταση εξοφλήσεως του ενάγοντος με την καταβολή του ποσού των 14.000 και 13.000 Ευρώ έναντι της αμοιβής του και 9.000 Ευρώ απευθείας από τον ίδιο στον προμηθευτή οικοδομικών υλικών. Ωστόσο ο ενάγων με την ένδικη αγωγή αφαιρεί από την αιτούμενη αμοιβή το συνολικό ποσό των 27.000 (14.000+13.000) Ευρώ, που του καταβλήθηκε τμηματικά και με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά περιόρισε το αίτημα της αγωγής, αφού αφαίρεσε το ποσό των 9.330,92 Ευρώ, που κατέβαλε ο εναγόμενος στον ανωτέρω έμπορο οικοδομικών υλικών.
Δεν επικαλείται ορισμένως καταβολή ετέρου ποσού προς εξόφληση της οφειλής και τον χρόνο καταβολής αυτού. Άλλωστε η μάρτυρας ανταποδείξεως κατέθεσε ότι εξοφλήθηκε το συνολικό ποσό των 36.300 (14.000+13.000+9.300) Ευρώ. Ο ισχυρισμός ότι 47m3 μπετόν αξίας 1.800 Ευρώ χρεώθηκαν σ’ αυτόν, ενώ χρησιμοποιήθηκαν σε οικοδομή τρίτου προσώπου (Σ.
Λ.) δεν αποδείχθηκε ότι είναι βάσιμος. Περαιτέρω η ένσταση υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη, διότι δεν εκτίθεται ότι το έργο εκτελέστηκε βάσει προϋπολογισμού, του οποίου υπήρξε ουσιώδης υπέρβαση κατ’ άρθρο 697 παρ. 1 ΑΚ, ώστε να υπαναχωρήσει. Επομένως ο εναγόμενος οφείλει 21.599,3 (57.930,20 -36.330,90) Ευρώ πλέον ΦΠΑ (19%) επί της συνολικής αμοιβής...
των 57.000 Ευρώ...Συνακόλουθα ο εναγόμενος οφείλει το νόμιμο ΦΠΑ επί του εξοφληθέντος ποσού των 36.330,90 Ευρώ ύψους 6.902,87 Ευρώ (19%) με το νόμιμο τόκο... από 1-12-2008, την υπόλοιπη αμοιβή ύψους 21.599,3 Ευρώ με το νόμιμο τόκο από 1-12-2008 και το ΦΠΑ επ’ αυτής με το αιτούμενο ποσοστό (19%), ύψους 4.103,88 Ευρώ με το νόμιμο τόκο... από το χρόνο καταβολής της οφειλόμενης αμοιβής (21.599,3) Ευρώ)....".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, δεχόμενο τύποις και ουσία την έφεση και εξαφανίζοντας την ερήμην του εναγομένου εκδοθείσα πρωτόδικη απόφαση (άρθρο528 Κ.Πολ.Δ.), εχώρησε ακολούθως στην κατ’ ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή για τον κριθέν βάσιμο ως άνω μέρος χρηματικό ποσό των 32.605,98 ευρώ, το οποίο και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει νομιμοτόκως στον ενάγοντα.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681 και 694 Α.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν εν προκειμένω, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίον προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
αιτίαση, υπό την έννοια ότι η γενομένη δεκτή, για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, ως κατ’ αποκοπήν, συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή δεν ανταποκρίνεται στα αντικειμενικά δεδομένα που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία και παρεβίασε η προσβαλλομένη απόφαση, είναι προεχόντως απαράδεκτος, το μεν διότι η προσαπτομένη στην απόφαση παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά ευθέως την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση πραγματικών περιστατικών αναγομένων στο ύψος της συμφωνηθείσης αμοιβής και όχι την ερμηνεία των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων ή την υπαγωγή σ’ αυτές των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, ώστε να στοιχειοθετείται η αντίστοιχη αναιρετική πλημμέλεια, το δε διότι υπό την επίκληση της εν λόγω παραβάσεως πλήττεται, η μη υποκείμενη στον αναιρετικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως είρηται ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες και δεν παρεβίασε εκ πλαγίου.
Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθεν ουσιώδες περιεχόμενο της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι ο αναιρεσείων έχει υποχρέωση να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο την οφειλομένη εργολαβική του αμοιβή, και δη (διαλαμβάνονται) το αντικείμενο της συναφθείσης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως έργου, η συμφωνηθείσα εφάπαξ εργολαβική αμοιβή η προσήκουσα και εμπρόθεσμη εκτέλεση του έργου και η παράδοση τούτου στον αναιρεσείοντα, το μέρος της αμοιβής που ο τελευταίος κατέβαλε τμηματικώς, κατά την εκτέλεση του έργου στον αναιρεσίβλητο, και το εναπομείναν υπόλοιπο αυτής που αρνείται να καταβάλει.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, τρίτος και τελευταίος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίον προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αναγόμενες ειδικότερα στις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως περί του τρόπου καθορισμού της αμοιβής και του ύψους αυτής, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου ο αυτός αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για ανεπάρκεια αιτιολογιών καθόσον αφορά την απόρριψη των μη αυτοτελών, αρνητικών της αγωγής ισχυρισμών και των επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος (εναγομένου) είναι απαράδεκτος, αφού οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων δεν εμπίπτουν στην έννοια των, για την θεμελίωση του αντιστοίχου αναιρετικού λόγου, ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Τέλος ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος κατά το μέρος , που, υπό την επίκληση της ρηθείσης αναιρετικής πλημμελείας, πλήττει την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον αυτός, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου , κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Ιουλίου 2016 αίτηση του Ν. Κ. του Ε. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 3/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ