Supreme Court partially quashes appealable judgment on execution of seizure regarding co-owned property rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially quashed the Court of Appeal's decision regarding the execution of seizure on co-owned property. The appellants argued the lower court failed to examine their exclusive ownership claim and incorrectly dismissed their abuse of right defense. The court found the first appeal ground valid due to procedural errors but rejected the second ground as the lower court correctly applied substantive law.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8), 559(14) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially quash a judgment if the lower court failed to examine a substantive claim or incorrectly dismissed a defense, but rejects appeal grounds where the lower court correctly applied substantive law on abuse of right.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 705 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Ανακοπή τρίτου κατά της εκτέλεσης. Αναιρετικοί λόγοι από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Δεκτοί. Αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Απορρίπτει ως αβάσιμο (αναιρεί εν μέρει την 116/2009 Εφετείου Ναυπλίου).
Αριθμός 705/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1…. και 19. …. Ο 4ος αναιρεσίβλητος Κ. Β. παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με την ιδιότητα του ως δικηγόρος και εκπροσώπησε τους λοιπούς εκτός του 8ου που παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης φαρμακευτικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΡΜΑΚΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΡΓΟΥΣ ΑΕ" που εδρεύει στο Άργος Αργολίδος και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Δ. Β. του Σ., κατοίκου .... Η μεν πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Σπανάκη, ο δε δεύτερος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2004 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 116/2009 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-7-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 4-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 4935/18-11-2009 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου Σ. Π., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με τις κάτω από αυτήν Πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίστηκε το αρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης Τμήμα, η δικάσιμος και ο Εισηγητής Δικαστής, καθώς και κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 22-11-2010, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Δ. Β.. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε με αίτηση των αναιρεσιβλήτων για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης. Η αναβολή αυτή επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων ( άρθρο 575 ΚΠολΔ ). Κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο δεν εμφανίσθηκε ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να δικαστεί ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση ως εάν και αυτός ήταν παρών ( άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ ).
Κατά το άρθρο 577 ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως.
Αν ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Στην προκειμένη περίπτωση η παριστάμενη πρώτη των αναιρεσιβλήτων προβάλλει με τις προτάσεις της ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, διότι : α ) ο ενδέκατος των αναιρεσειόντων Κ.
Η. Β., δικηγόρος Τριπόλεως, ενώ συνυπογράφει το αναιρετήριο είναι συγχρόνως και πληρεξούσιος δικηγόρος του δεύτερου αναιρεσιβλήτου-καθού η εκτέλεση σε συναφή υπόθεση ανακοπής που άσκησε ο τελευταίος κατά της εναντίον του εκτέλεσης που επέσπευσε η πρώτη των αναιρεσιβλήτων και β έχει αυτή ( πρώτη αναιρεσίβλητη ) ήδη εγκατασταθεί στα ακίνητα που περιγράφονται στην ανακοπή κατόπιν βιαίας αποβολής των αναιρεσειόντων δυνάμει της υπ' αριθ.818/15-9-2005 εκθέσεως του δικαστικού επιμελητή Μ.
Λ.. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι βάσιμοι, καθόσον απαγορεύεται η από τον ίδιο δικηγόρο εκπροσώπηση των διαδίκων που τελούν σε αντιδικία στην ίδια υπόθεση, με αποτέλεσμα να θεωρούνται και οι δύο διάδικοι απόντες, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω, αφού η από τον αναιρεσείοντα δικηγόρο Κ. Η. Β. εκπροσώπηση του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων αναφέρεται σε άλλη έστω και συναφή υπόθεση και όχι στην ένδικη υπόθεση.
Περαιτέρω, η μετά την άσκηση της ανακοπής εγκατάσταση του επισπεύδοντος στο ακίνητο που εκπλειστηριάσθηκε δεν ασκεί έννομη επιρροή στο παραδεκτό της ανακοπής και των ενδίκων μέσων. Κατά το άρθρο 936 παρ. 1 του ΚΠολΔ τρίτος έχει δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, αν προσβάλλεται δικαίωμά του επάνω στο αντικείμενο της εκτέλεσης, το οποίο δικαιούται να αντιτάξει σε εκείνον κατά του οποίου έχει στραφεί η εκτέλεση και ιδίως α ) δικαίωμα εμπράγματο που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση, β )...
Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 ΚΠολΔ ιδρύονται, ο πρώτος όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο λαμβάνει υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν λαμβάνει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και ο δεύτερος όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της εκτέλεσης, που επισπεύσθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη σε βάρος του δεύτερου αναιρεσιβλήτου, την από 15-11-2004 ανακοπή τους με την οποία, επικαλούμενοι εμπράγματο δικαίωμά τους επί του αντικειμένου της εκτελέσεως, ζήτησαν να ακυρωθούν η έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, η περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης και η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης των ακινήτων που περιγράφονται στην ανακοπή κατά το μέρος που προσβάλλουν το επ' αυτών εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και συγκυριότητάς των.
Ειδικότερα, με την ανακοπή τους, όπως αυτή εκτιμάται, ισχυρίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα : Ότι ο απώτερος δικαιοπάροχός τους Κ. Β. του Γ. ήταν κύριος ενός ακινήτου ( αγροκτήματος ) που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου ... και στον οικισμό ..., εκτάσεως κατά μεν τους τίτλους κυριότητας 200 στρεμμάτων, στην πραγματικότητα, όμως, 650 στρεμμάτων.
Ότι ο εν λόγω δικαιοπάροχός τους, που αποβίωσε το έτος 1958, παραχώρησε όσο ζούσε στα παιδιά του Κ., Ε., Ό. και Η., ατύπως, κατά την αποχώρησή τους από την οικογενειακή στέγη, λόγω του γάμου τους, συγκεκριμένα στον καθένα τμήματα του άνω ενιαίου ακινήτου του. Επίσης παραχώρησε, ατύπως, στα υπόλοιπα παιδιά του Γ., Ν., Π., Σ. ( δικαιοπάροχο του καθού η εκτέλεση ) και Λ.
συγκεκριμένα στον καθένα τμήματα του αυτού ακινήτου, τα οποία κατά ειδικότερη θέση, έκταση και όρια περιγράφονται στην ανακοπή ( βλ. ιδία σελ. 3, 4, 6, 8, 13-21, 28-30, 31-36 ). Ότι όλα τα ανωτέρω τέκνα του Κ. Γ. Β. και μετά τον θάνατο όσων εξ αυτών αποβίωσαν οι αναφερόμενοι στην ανακοπή κληρονόμοι τους νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου τα παραχωρηθέντα στον καθένα διακεκριμένα τμήματα του ακινήτου από της παραχωρήσεώς τους και μέχρι της ασκήσεως της ανακοπής, ανεγείροντας επ' αυτών οικίες, συντάσσοντας γι' αυτές σχεδιαγράμματα και δηλώνοντας αυτές στο οικείο Κτηματολόγιο ως ιδιοκτησίες τους, συνέταξαν δε και προσυπέγραψαν ιδιωτικό συμφωνητικό στο οποίο αποτύπωσαν τις κατά πλήρη κυριότητα ιδιοκτησίες του καθενός εξ αυτών.
Ότι επί της υπόλοιπης "αδιανέμητης" ως άνω έκτασης ο ανωτέρω δικαιοπάροχός τους εγκατέστησε με δημόσια διαθήκη του μοναδικούς κληρονόμους του τα παιδιά του Γ., Ν., Π., Σ. και Λ., οι οποίοι, δια της αποδοχής της κληρονομίας και μεταγραφής της πράξεως αποδοχής κατέστησαν συγκύριοι κατά ποσοστό ο καθένας 1/5.
Ότι μετά τον θάνατο των Π. Κ. Β., Ν. Κ. Β., Η. Κ. Β., Γ. Κ. Β., Κ. Κ. Β., Ε. Κ. Β. και Ό. Κ. Β., οι ιδιοκτησίες τους, διακεκριμένες και εξ αδιαιρέτου, περιήλθαν στους κληρονόμους τους ανακόπτοντες, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην ανακοπή. Ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων για την ικανοποίηση απαιτήσεώς της κατά του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων Δ.
Β. του Σ., επέβαλε κατάσχεση όχι μόνο στα ανήκοντα σ' αυτόν κατά πλήρη κυριότητα με αριθ. 14-20 της έκθεσης κατάσχεσης ακίνητα, τα οποία αποτελούν διακεκριμένα τμήματα του αγροκτήματος στη Θέση ... ..., που είχαν παραχωρηθεί άτυπα, κατά τα ανωτέρω, στον πατέρα του Σ. Κ. Β., καθώς και στο ανήκον σ' αυτόν 1/5 εξ αδιαιρέτου επί του "αδιανέμητου" τμήματος του ιδίου αγροκτήματος, αλλά, δια της κατασχέσεως των 3/20 εξ αδιαιρέτου ολόκληρου του κάποτε ενιαίου ως άνω ακινήτου του απωτέρου δικαιοπαρόχου τους, που περιγράφεται στην έκθεση κατάσχεσης με τον αριθμό 4, επέβαλε κατάσχεση και στα ως άνω αυτοτελή διακεκριμένα τμήματα που έλαβαν οι ανακόπτοντες και οι δικαιοπάροχοί τους και νέμονταν με διάνοια κυρίου, επί των οποίων, όμως, διακεκριμένων ιδιοκτησιών δεν έχει ο καθού η εκτέλεση ουδέν δικαίωμα.
Επί της ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 37/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, η οποία, δέχθηκε μεν ότι οι ανακόπτοντες επικαλούνται ιδία αυτών ( αποκλειστική ) κυριότητα σε ακίνητα που κατασχέθηκαν, πλην όμως απέρριψε ως προς αυτά την ανακοπή ως αόριστη, με την αιτιολογία ότι οι ανακόπτοντες δεν εξέθεταν με σαφήνεια τα κτητικά της κυριότητάς τους πραγματικά περιστατικά με έκτακτη χρησικτησία.
Περαιτέρω, το ίδιο δικαστήριο ως προς τα υπ' αριθ. 1-13 κατασχεθέντα ακίνητα, στα οποία φαίνεται να εντάσσει και εκείνα στα οποία οι ανακόπτοντες αορίστως επικαλέσθηκαν ως άνω αποκλειστική κυριότητα, δέχθηκε ότι οι ανακόπτοντες συνομολογούν ότι ο δικαιοπάροχος του δεύτερου εκ των καθών η ανακοπή ήταν συγκύριος αυτών κατά ποσοστό 1/5 και για το λόγο αυτό απέρριψε την ανακοπή για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των ανακοπτόντων.
Κατά της αποφάσεως αυτής οι ανακόπτοντες άσκησαν την από 26-10-2006 έφεσή τους, από την επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι αυτοί, αφού και πάλι επικαλέστηκαν και περιέγραψαν τις διακεκριμένες ιδιοκτησίες τους στην εαρινή θέση του συνοικισμού ... ... και ισχυρίσθηκαν ότι αυτές εμπίπτουν στο με αριθ. εκθέσεως κατασχέσεως ακίνητο 4 ακίνητο των 200 στρεμμάτων, παραπονέθηκαν με αυτοτελείς λόγους έφεσης ότι η εκκαλούμενη ως άνω απόφαση εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή τους ως αόριστη και για έλλειψη εννόμου συμφέροντος.
Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία έκρινε ότι η ανακοπή κατά το μέρος που επιδιώκει την ακύρωση της εκτέλεσης με την επίκληση προσβολής του δικαιώματος κυριότητας εκάστου των ανακοπτόντων επί των κατασχεθέντων ακινήτων στον οικισμό ... ...
που περιγράφονται στην έκθεση κατάσχεσης με τους αριθ. 1-13, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των ανακοπτόντων, αφού αυτοί συνομολογούν με την ανακοπή τους ότι ο δικαιοπάροχος του καθού η εκτέλεση Σ. Β. ήταν συγκύριος κατά 1/5 των εκτάσεων αυτών και ότι επομένως, δια της αποδοχής της κληρονομίας του από τον καθού η εκτέλεση και μεταγραφής της πράξεως αποδοχής, αυτός ( καθού η εκτέλεση ) κατέστη κύριος κατά το ανωτέρω ποσοστό που ανήκε στον πατέρα του και είναι μεγαλύτερο του κατασχεθέντος 3/20 εξ αδιαιρέτου, με βάση δε την παραδοχή αυτή, απέρριψε την έφεση των ανακοπτόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των ανακοπτόντων.
Έτσι που έκρινε, το Εφετείο αφενός παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν με την ανακοπή και δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν με την ανακοπή και επαναφέρθηκαν με λόγους έφεσης και δικαιολογούσαν το έννομο συμφέρον των αναιρεσειόντων και αφετέρου κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο.
Ειδικότερα, το Εφετείο : 1 ) παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του ότι οι ανακόπτοντες συνομολογούν με την ανακοπή ότι ο καθού η εκτέλεση είναι συγκύριος κατά ποσοστό 1/5 ολοκλήρου του με αριθ. κατάσχεσης 4 ακινήτου, ήτοι και των διακεκριμένων ακινήτων που περιγράφονται στην ανακοπή και αποτελούν, κατ' αυτήν, τμήματα του κατασχεθέντος και περιγραφομένου στην έκθεση κατάσχεσης με τον αριθμό 4 ακινήτου των 200 στρεμμάτων, τα οποία περιήλθαν σ'αυτούς ( ανακόπτοντες ) και στους δικαιοπαρόχους τους κατά κυριότητα κατά τον αναφερόμενο στην ανακοπή τρόπο, ενώ η περιεχόμενη στο δικόγραφο της ανακοπής ομολογία των ανακοπτόντων ότι ο δικαιοπάροχος του καθού η εκτέλεση ήταν συγκύριος κατά 1/5 αναφέρεται σαφώς στην περιγραφόμενη στην ανακοπή αδιανέμητη έκταση, ήτοι στην έκταση που απέμεινε από το ενιαίο ακίνητο των 200 στρεμμάτων μετά την άτυπη παραχώρηση από τον Κ.
Γ. Β. στα παιδιά του των περιγραφομένων στην ανακοπή διακριμένων τμημάτων του ακινήτου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι κατασχεθείσες ( και ) ως αυτοτελείς ιδιοκτησίες με αριθ. 14-20 που είχαν περιέλθει στον δικαιοπάροχο του καθού η εκτέλεση Σ. Κ. Β., 2 ) παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του και δεν ερεύνησε τον περιεχόμενο στην ανακοπή και επαναφερθέντα με λόγο έφεσης για την παρά τον νόμο απόρριψή του ως αορίστου αυτοτελή ισχυρισμό των ανακοπτόντων ότι οι τελευταίοι έχουν αποκλειστικό δικαίωμα κυριότητας σε διακεκριμένα τμήματα του υπ' αριθ.
εκθ. κατάσχεσης 4 ( ενιαίου κάποτε ) ακινήτου, γεγονός που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον τους για την άσκηση της ένδικης ανακοπής του άρθρου 936 ΚΠολΔ και 3 ) παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, έκρινε δηλαδή ότι οι ανακόπτοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον να προσβάλλουν την εκτέλεση. Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες.
Με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ( όχι και 19 ) ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 Α.Κ. και έκρινε ως μη νόμιμη την προταθείσα από τους ανακόπτοντες και επαναφερθείσα με λόγο έφεσης ένσταση κατάχρησης δικαιώματος. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ανακοπής, οι ανακόπτοντες επικαλέσθηκαν ότι κατά κατάχρηση δικαιώματος επεβλήθη κατάσχεση και επί των αδιανεμήτων αυτών και του καθού η εκτέλεση ακινήτων, η οποία εμποδίζει την από κοινού γεωργική εκμετάλλευσή τους. Το περιστατικό αυτό δεν είναι ικανό να θεμελιώσει την από το άρθρο 281 του Α.Κ. ένσταση και το Εφετείο που δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι νόμιμος και απέρριψε τον αντίστοιχο λόγο έφεσης ως αβάσιμο δεν εφάρμοσε εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του πρώτου από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος η υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, η σύνθεση του οποίο από άλλους δικαστές είναι εφικτή ( άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις ( άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ).
ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 116/2009 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ( 3.000 ) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ