Supreme Court allows partial appeal regarding seized animals due to failure to consider third-party possession claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, remanding the case for retrial. The lower court had rejected the appellants' claim that seized cows belonged to a third party who had purchased them from the creditor, a fact the appellate court failed to consider. Consequently, the Supreme Court found the appellate court's omission of this crucial argument violated the law and ordered the case back to the appellate court with a new panel for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must consider all arguments raised by the parties that could influence the outcome, and failure to do so constitutes a ground for cassation requiring remittal with a new composition.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 604 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 604/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ και 2) Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στις ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αικατερίνη Ανθίμου. Της αναιρεσίβλητης: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσόγια.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20724/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-6-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης, διάβασε την από 1-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο όσον αφορά την αναιρεσείουσα εταιρία, απορριφθεί δε κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εξειδικεύονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση της εφαρμογής του κανόνα δικαίου ή μνημονεύονται απλώς τα στοιχεία του νόμου, χωρίς αναφορά των περιστατικών, ελέγχεται αναιρετικά από με τους προβλεπομένους στο άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγους, όταν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη τέτοια περιστατικά μολονότι δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής και παρά το νόμο δεν εκήρυξε απαράδεκτη (αόριστη) την αγωγή.
Περαιτέρω από το άρθρο 216 παρ.1 περ. α' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αγωγή, εκτός των άλλων, πρέπει να περιέχει και τα στοιχεία εκείνα που δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ήτοι τη νομιμοποίηση των διαδίκων, την παρεχόμενη δηλαδή, κατά κανόνα, από το ουσιαστικό δίκαιο εξουσία διεξαγωγής της συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση.
Κατ' αρχήν για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης (κατά κανόνα νομιμοποίηση) και συνεπώς η εκ μέρους του εναγομένου στην περίπτωση αυτή αμφισβήτηση των επικαλούμενων για την τυπική θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού πραγματικών περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής.
Από αυτά, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι, για το ορισμένο αγωγής με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο θεμελιώνουν την παράνομη ζημιογόνο συμπεριφορά του εναγομένου, την υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) αυτού και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς του εναγομένου και της ζημίας του ενάγοντος, καθώς και να καθορίζεται το ποσό αυτής κατά αιτία.
Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 11.04.2002 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν, προκύπτει ότι με αυτή η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρο ο καθένας, να της καταβάλλουν αποζημίωση για θετική ζημία και διαφυγόν κέρδος, η οποία αναλύεται στην αγωγή κατά ποσό και αιτία (κονδύλια), την οποία αυτή (ενάγουσα) υπέστη από την αναφερόμενη στην αγωγή παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, συνισταμένη στο ότι η δεύτερη εξ αυτών Ο.Ε., της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο πρώτος, επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του οφειλέτη της Ψ και κατέσχε αναγκαστικώς εις χείρας του, (25) γαλακτοφόρες αγελάδες της κυριότητας της ενάγουσας, εν γνώσει της ότι τα κατασχεθέντα ζώα δεν ανήκαν στην κυριότητα του οφειλέτη της, καθού η αναγκαστική εκτέλεση, η οποία αναγκαστική κατάσχεση ακυρώθηκε αμετακλήτως μετ' άσκηση ανακοπής από την ενάγουσα, σύμφωνα με το άρθρο 936 ΚΠολΔ, παρακράτησαν δε τις κατασχεθείσες αγελάδες, μη συμμορφούμενου του πρώτου των εναγομένων με την επιδοθείσα σ' αυτόν υπ' αριθμ.30.577/2000 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία διατάχθηκε η παράδοση των εν λόγω αγελάδων στον μεσεγγυούχο Ζ.
Με αυτό το ιστορικό και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, τόσο ως προς τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία της ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας, όσο και κατά το ποσό της ζημίας την οποία υπέστη η ενάγουσα από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων και επομένως οι πρώτος και τρίτος λόγοι, κατά τα οικεία μέρη τους, από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ, με τους οποίους καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" υπό την έννοια της ως άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. "Πράγμα" επομένως είναι και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης και αφορά αυτοτελή ισχυρισμό ή την άρνηση αυτοτελούς ισχυρισμού (Ολ,ΑΠ 11/1996).
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση ευθύνης προς αποζημίωση του αμέσως ζημιωθέντος λόγω αδικοπραξίας, απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, πρόκληση εξ αυτής ζημίας σε άλλον και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά όταν αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, που απονέμει δικαίωμα, ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειες, όταν στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο υπαίτιος είναι υποχρεωμένος, είτε από διάταξη νόμου είτε από την γενική δικαιϊκή αρχή του να μη ζημιώνεται άλλος υπαίτια, να μη παραλείπει.
Τέτοιο δικαίωμα, η παράνομη και υπαίτια προσβολή του οποίου θεμελιώνει ευθύνη για αποζημίωση με βάση τις άνω περί αδικοπραξιών διατάξεις, είναι και το δικαίωμα της κυριότητας, το οποίο προστατεύεται από τις διατάξεις των άρθρων 17 και 28 παρ.1 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ .που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και 999 επ.
ΑΚ, το οποίο παρέχει στον κύριο το δικαίωμα να διαθέτει το αντικείμενο της κυριότητας κατ'αρέσκεια και να απολαμβάνει τα από αυτή δικαιώματα, αποκλείοντας κάθε ενέργεια άλλου. Ειδική μορφή αδικοπραξίας, που αν συντρέχουν και οι κατά τα άρθρα 914 ή 919 ΑΚ προϋποθέσεις δημιουργεί ευθύνη προς αποζημίωση -του κυρίου, καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 940 παρ.3 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται όταν ζημιωθείς είναι όχι μόνο ο καθού η αναγκαστική εκτέλεση αλλά και τρίτος κύριος του κατασχθέντος από τον επισπεύδοντα στα χέρια του οφειλέτη κινητού πράγματος, όπως είναι και εκείνος που με σύβαση πώλησης παρέδωσε την κατοχή του πωληθέντος στον καθού η εκτέλεση και παρακράτησε την κυριότητα αυτού μέχρις αποπληρωμής του συμφωνηθέντος τιμήματος, το οποίο κατασχέθηκε αναγκαστικώς στα χέρια του οφειλέτη κατά τη διάρκεια που η αίρεση περί αποπληρωμής του τιμήματος είναι εκκρεμής, διότι και στην περίπτωση αυτή ο πωλητής που παρακράτησε την κυριότητα, εξακολουθεί να είναι κύριος και νομέας του πωληθέντος, ο δε αγοραστής έχει την κατοχή του πράγματος και φέρει τον κίνδυνο για την καταστροφή ή βλάβη αυτού, υποχρεούμενος σε αποζημίωση έναντι του πωλητή.
Από αυτά παρέπεται ότι ευθέως νομιμοποιούμενος ενεργητικώς προς αποζημίωση έναντι του επισπεύδοντος την εκτέλεση ή τρίτου λόγω υπαίτιας καταστροφής ή βλάβης του κατασχεθέντος στα χέρια του οφειλέτη, κατόχου του πωληθέντος με παρακράτηση της κυριότητας πράματος, είναι ο αγοραστής αυτού και όχι ο παρακρατήσας την κυριότητα πωλητής ο οποίος όμως δικαιούται επίσης να αξιώσει αποζημίωση με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις για τη ζημία που και αυτός υπέστη προς διεκδίκηση του πράγματος.
Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 956 ΚΠολΔ σε συνδυασμό και με τις επικουρικώς εφαρμοζόμενες και επί μεσεγγυήσεως κατά το προαναφερόμενο άρθρο διατάξεις των άρθρων 822, 823 συνάγεται ότι ο κατά το άρθρο 956 ΚΠολΔ τρίτος που διορίστηκε, από τον ενεργήσαντα την αναγκαστική κατάσχεση δικαστικό επιμελητή, μεσεγγυούχος των κατασχεθέντων κινητών πραγμάτων, κατέχει τα κατασχεθέντα και παραδοθέντα σ' αυτόν προς φύλαξη και συντήρηση πράγματα τόσο για λογαριασμό του κυρίου αυτών όσο και ως όργανο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, υποχρεούμενος να αποδώσει αυτά κατά τη διενέργεια του πλειστηριασμού, ως δικαιούμενος δε αμοιβής, που αποτελεί έξοδο της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, ευθύνεται έναντι του κυρίου αυτών για κάθε πταίσμα σε αποζημίωση και σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ για την καταστροφή ή βλάβη των κατασχεθέντων και παραδοθέντων σ' αυτόν προς φύλαξη πραγμάτων.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τας εξής: Οι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες), με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προς απόκρουση της εναντίον τους αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι κατά τον χρόνο επιβολής, με επίσπευση της δεύτερης εξ αυτών εταιρίας, αναγκαστικής κατάσχεσης στα χέρια του οφειλέτη της αγελάδων, η κατοχή των κατασχεθέντων ζώων ανήκε στον Ζ (τρίτο μη διάδικο) ο οποίος είχε αγοράσει αυτά από την ήδη αναιρεσείουσα, με το από 4.11.2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, με παρακράτηση της κυριότητας από την πωλήτρια, μέχρις αποπληρωμής του συμφωνηθέντος τιμήματος Τον ισχυρισμό αυτό (ένσταση) οι εναγόμενοι, η εναντίον των οποίων αγωγή έγινε δεκτή με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, επανέφεραν στο Εφετείο με λόγο έφεσης (4ο).
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν τα εξής: "Οτι με επίσπευση της δεύτερης των αναιρεσειόντων και εναγομένης ομόρρυθμης εταιρίας, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής είναι ο πρώτος εναγόμενος, και προς ικανοποίηση απαίτησης της εις βάρος του οφειλέτη της Ψ, με την υπ' αριθμ. 3241/9.11.2000 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ..., κατασχέθηκαν αναγκαστικώς εις χείρας του εν λόγω οφειλέτη της (25) γαλακτοφόρες αγελάδες, που κατά το χρόνο της κατάσχεσης βρίσκονταν στην κατοχή του καθού η εκτέλεση.
Ότι με την άνω κατασχετήρια έκθεση διορίστηκε μεσεγγυούχος των κατασχεθέντων ζώων ο πρώτος εναγόμενος Χ, νόμιμος εκπρόσωπος της επισπεύδουσας. Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία, με την από 21.11.2000 ανακοπή της, κατά το άρθρο 936 ΚΠολΔ, ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία των κατασχεθέντων στα χέρια του καθού ζώων και να ακυρωθεί η αναγκαστική εκτέλεση.
Ότι με την υπ' αριθμ. 17.724/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που έγινε αμετάκλητη, έγινε δεκτή η άνω ανακοπή της και ακυρώθηκε η αναγκαστική εκτέλεση, αναγνωρίστηκε δε κυρία των κατασχεθέντων και παραδοθέντων στο διορισθέντα μεσεγγυούχο ζώων η ανακόπτουσα. Ότι εκκρεμούσης της άνω ανακοπής η ενάγουσα άσκησε αίτηση αναστολής της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και αντικατάστασης του άνω διορισθέντος από τον δικαστικό επιμελητή μεσεγγυούχου, η οποία έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ.30.577/2000 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και διορίστηκε μεσεγγυούχος ο Ζ, πλην όμως ο άνω μεσεγγυούχος Χ, αρχικώς μετέφερε τα κατασχεθέντα στον στάβλο του ..., στη συνέχεια δε και μολονότι κοινοποιήθηκε σ' αυτόν η προαναφερόμενη απόφαση που διέτασσε την αντικατάστασή του την 31.1.2001, αρνήθηκε να παραδώσει τα κατασχεθέντα ζώα στον εις αντικατάσταση του διορισθέντα Ζ και παρανόμως κατακράτησε αυτά και τα μετέφερε στο στάβλο του ....
Ότι κατά τη διάρκεια της φύλαξης των ζώων και της παρακράτησης τους από τον εναγόμενο Χ, τέσσερις από τις κατασχεθείσες αγελάδες απεβίωσαν και οι λοιπές ευρίσκοντο σε κακή κατάσταση, λόγω μη επιμελούς συντήρησης και διατροφής του, με αποτέλεσμα να είναι άχρηστες για τον σκοπό που προορίζονταν (γαλακτοπαραγωγή και αναπαραγωγή).
Ότι τόσο ο θάνατος των τεσσάρων αγελάδων όσο και η βλάβη των λοιπών οφείλονται σε αμέλεια του μεσεγγυούχου Χ, ο οποίος, μολονότι εγνώριζε ότι ο στάβλος του ... στον οποίο αρχικώς είχαν μεταφερθεί τα ζώα ήταν υπό εξυγίανση διότι στα σταβλιζόμενα σ' αυτόν ζώα είχε εμφανισθεί βρουκέλωση, εντούτοις μετέφερε τα κατασχεθέντα ζώα σ' αυτόν, στη συνέχεια δε στον στάβλο του ..., χωρίς να φροντίσει για την καλή συντήρηση και διατροφή τους.
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο δέχτηκε ότι η εναγομένη, επισπεύδουσα την ακυρωθείσα αμετακλήτως αναγκαστική εκτέλεση, προέβη στην κατάσχεση των ζώων στα χέρια του οφειλέτη της, υπαιτίως, διότι γνώριζε ότι αυτά, όπως της γνωστοποίησε ο καθού η εκτέλεση κατά την επιβολή της αναγκαστικής κατάσχεσης, ανήκαν στην κυριότητα της ενάγουσας, και παρά ταύτα προέβη στην αναγκαστική κατάσχεση, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων (επισπεύδουσας και μεσεγγυούχου) κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και καταδικάσθηκαν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον να καταβάλλουν στην ενάγουσα κυρία των ζώων αποζημίωση για την τελεσθείσα εις βάρος της αδικοπραξία.
Από τις παραδοχές αυτές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό δεν έλαβε υπόψη και δεν αντιμετώπισε τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επαναφερθέντα δε νομίμως με λόγο έφεσης, ισχυρισμό των εκκαλούντων ότι κατά το χρόνο επιβολής της αναγκαστικής κατάσχεσης τα κατασχεθέντα ζώα ήσαν στην κατοχή του τρίτου Ζ, ο οποίος είχε αγοράσει αυτά με παρακράτηση της κυριότητας από την ενάγουσα μέχρις αποπληρωμής του τιμήματος, η καταβολή του οποίου είχε συμφωνηθεί να γίνει σε δώδεκα μηνιαίες ισόποσες δόσεις και επομένως αυτός ενομιμοποιείτο να απαιτήσει αποζημίωση για βλάβη ή καταστροφή αυτών και όχι η παρακρατήσασα την κυριότητα αυτών πωλήτρια.
Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος, κατά το οικείο μέρος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η αιτίαση στο Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον άνω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό (λόγο έφεσης) των ήδη αναιρεσειόντων, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκουσης της έρευνας των λοιπών λόγων.
Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρούμενη, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 80/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο με άλλη σύνθεση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων από ευρώ δύο χιλιάδες (2.000).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Μαρτίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ