Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to filing against both first and second instance judgments in one petition.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation as inadmissible because it challenged both the first-instance and second-instance judgments in a single petition. The appellant argued the second-instance judgment contained unsupported factual findings regarding drug sorting and warehouse size, but the court ruled these points were not included in the contested decision's reasoning. Consequently, the appeal was rejected for failing to meet the strict procedural requirements for challenging specific judgments.
Legislator headnote
AI generatedArt. 553(1) KPolD; Art. 566(2) KPolD: An appeal petition challenging multiple judgments must be filed separately with each court; failure to do so renders the appeal inadmissible against the specific judgment not properly served.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1469 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1469/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο Ρέθυμνο Ρεθύμνης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευτυχία Κατσαρού - Πετράκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Μαντά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/2/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ρεθύμνου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 262/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 310/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 16/5/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική της δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 553 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται σε αυτήν, ενώ στην δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 891/2019, ΑΠ 826/2018).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει την γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο της άσκησης των ένδικων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της απόφασης ως προς την οποία το δικόγραφό της δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 77/2022, ΑΠ 899/2021, ΑΠ 891/2019, ΑΠ 303/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη από 16 Μαϊου 2021 με αριθμό κατάθεσης 67/29.6.2021 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." κατά του αναιρεσίβλητου Μ. Τ., στρέφεται τόσον κατά της με αριθμό 262/17.7.2018 απόφασης του σε πρώτο βαθμό δικάσαντος την ένδικη υπόθεση Ειρηνοδικείου Ρεθύμνου, όσο και κατά της με αριθμό 310/30.12.2020 απόφασης του σε δεύτερο βαθμό δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου.
Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) των ως άνω συμπροσβαλλομένων αποφάσεων προκύπτει ότι με την με αριθμό 310/30.12.2020 απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την από 23.9.2018 με αριθμό κατάθεσης 50/1.10.2018 έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του ενάγοντος-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου και κατά της με αριθμό 262/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 12.2.2018 και με αριθμό κατάθεσης 70/14.2.2018 αγωγή του ενάγοντος -εφεσίβλητου -αναιρεσίβλητου κατά της εναγομένης -εκκαλούσας- αναιρεσείουσας και είχε υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει το ποσό των 12.698,29 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σύμβασης (ήτοι από 28.11.2017), για διαφορά μεταξύ της καταβλητέας αποζημίωσης απόλυσης που αντιστοιχεί σε υπάλληλο και της καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης που αντιστοιχεί σε εργάτη.
Σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που αυτοτελώς στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, δηλαδή της με αριθμό 262/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνου, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με εκείνη.
Η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που αυτοτελώς στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη και για το λόγο ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης, το δικόγραφό της κατατέθηκε μόνο στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Ρεθύμνου και δεν κατατέθηκε και στην Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνου, του Δικαστηρίου, δηλαδή, που εξέδωσε την επίσης προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση.
Κατά το μέρος, όμως, που με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσίβλητου προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθ. 310/30.12.2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Ρεθύμνου στις 29.6.2021 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε των διαδίκων επίδοση της προσβαλλόμενης, με αριθμό 310/2020, απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 30.12.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Όπως προκύπτει από τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 2112/1920, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο (27.11.2017), η οποία αφορά τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης υπαλλήλων και εργατών -εργατοτεχνιτών αντιστοίχως, το ποσό της κατά νόμο αποζημίωσης είναι υψηλότερο επί υπαλλήλων από ό,τι επί εργατών.
Ως εκ τούτου εργαζόμενος, ο οποίος απολυόμενος λαμβάνει αποζημίωση που αρμόζει σε εργάτη, δύναται, εφόσον ισχυρίζεται ότι παρείχε εργασία υπαλλήλου, να ζητήσει την επιδίκαση της διαφοράς της αποζημίωσης (ΑΠ 1036/2019). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 Π.Δ/μα, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ/τος 2655/1953, ορίζεται ότι: "Ιδιωτικός υπάλληλος κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου θεωρείται παν πρόσωπο κατά κύριον επάγγελμα ασχολούμενον επ` αντιμισθία, ανεξαρτήτως τρόπου πληρωμής, εις υπηρεσίαν ιδιωτικού καταστήματος, γραφείου ή εν γένει επιχειρήσεως ή οιασδήποτε εργασίας και παρέχον εργασίαν αποκλειστικώς ή κατά κύριον χαρακτήρα μη σωματικήν.
Δεν θεωρούνται ιδιωτικοί υπάλληλοι οι υπηρέται πάσης κατηγορίας, καθώς και πάν εν γένει πρόσωπον, το οποίον χρησιμοποιείται εν τη παραγωγή αμέσως ως βιομηχανικός, βιοτεχνικός, μεταλλευτικός ή γεωργικός εργάτης ή ως βοηθός ή μαθητευόμενος των εν λόγω κατηγοριών ή παρέχει υπηρετικάς εν γένει υπηρεσίας".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η διάκριση του μισθωτού ως εργάτη ή υπαλλήλου εξαρτάται από το είδος της παρεχόμενης εργασίας και όχι από τον περιεχόμενο στη σύμβαση εργασίας χαρακτηρισμό αυτού ή από τον τρόπο της αμοιβής του. Εργασία δε εργάτη θεωρείται εκείνη που προέρχεται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από την καταβολή σωματικής ενέργειας, ενώ, όταν η εργασία είναι προϊόν πνευματικής καταβολής, τότε και εφόσον ο εργαζόμενος έχει την κατάρτιση και εμπειρία που απαιτείται γι` αυτήν και την εκτελεί με υπευθυνότητα, θεωρείται εργασία υπαλλήλου και εκείνοι που την ασκούν ανήκουν στην κατηγορία των ιδιωτικών υπαλλήλων.
Συνεπώς, για τον χαρακτηρισμό προσώπου ως υπαλλήλου, απαιτείται εξειδικευμένη εμπειρία, θεωρητική μόρφωση και ιδίως ανάπτυξη πρωτοβουλίας και ανάληψη ευθύνης κατά την εκτέλεση της εργασίας, διότι μόνο όταν συντρέχουν αυτά τα στοιχεία κατά την εκτέλεση της εργασίας το πνευματικό στοιχείο υπερτερεί του σωματικού (ΟλΑΠ 295/1969, ΑΠ 135/2021, ΑΠ 1391/2018, ΑΠ 1114/2017, ΑΠ 1405/2014, ΑΠ 90/2009, ΑΠ 2054/2006).
Οι έννοιες δε του υπαλλήλου και του εργάτη είναι νομικές και ως εκ τούτου υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών και την απόδοση του οικείου χαρακτηρισμού (ΑΠ 1036/2019). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 358/2020, ΑΠ 381/2019, ΑΠ 1420/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά την 1.1.2016) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας. Η διάταξη αυτή, η οποία είναι κατά λέξη ταυτόσημη εκείνης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2019, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης, με αριθμό 310/30.12.2020, απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) είναι ανώνυμη εταιρεία που δραστηριοποιείται στο χονδρικό εμπόριο φαρμάκων και παραφαρμακευτικών προϊόντων και εδρεύει στο Ρέθυμνο.
Δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, ο εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από την εκκαλούσα στις 28.3.2000 και απασχολήθηκε από αυτή έως την 27.11.2017, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβασή του, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, επί σαράντα ώρες εβδομαδιαίως, στην αποθήκη της επιχείρησής της στο Ρέθυμνο, η οποία αρχικά βρισκόταν επί της οδού ...
και έπειτα, το έτος 2015, μεταφέρθηκε επί της οδού ... και ..., έναντι μηνιαίου μισθού που ανερχόταν κατά τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο έτους 2017 στο ποσό των 1.360,21 ευρώ. [....].. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος από την έναρξη της εργασιακής του σχέσης με την εκκαλούσα και έως το έτος 2004 απασχολούταν σε αυτή ως διανομέας σε πελάτες λιανικής των προϊόντων που πωλούσε.
Στη συνέχεια, όμως, κατόπιν κοινής συμφωνίας των μερών, μεταβλήθηκε η ειδικότητά του και διαφοροποιήθηκαν τα καθήκοντά του. Ειδικότερα, αυτός από το έτος 2004 εργαζόταν αποκλειστικά εντός του χώρου της αποθήκης και ήταν επιφορτισμένος με εργασίες παραλαβής, διαλογής και αποθήκευσης των φαρμάκων και των παραφαρμακευτικών προϊόντων που προμηθευόταν η εκκαλούσα από τις παραγωγούς εταιρείες, καθώς και με εργασίες εκτέλεσης των παραγγελιών των φαρμακείων - πελατών αυτής.
Συγκεκριμένα, ο εφεσίβλητος παραλάμβανε στο χώρο της αποθήκης τα προϊόντα της εκκαλούσας από τους προμηθευτές της, τα αποσυσκεύαζε και προέβαινε στην καταμέτρησή τους και αντιπαραβολή τους με τα αναγραφόμενα στο αντίστοιχο τιμολόγιο -δελτίο αποστολής. Σε περίπτωση δε αναντιστοιχίας διατύπωνε γραπτώς σχετική παρατήρηση, αλλιώς υπείχε ευθύνη για τυχόν οικονομικό έλλειμμα και θα καλούταν να καταβάλει το χρηματικό ποσό της διαφοράς.
Κατόπιν αυτού του ελέγχου, υπέγραφε το σχετικό παραστατικό ως παραλαβών. Ακολούθως, προχωρούσε σε διαλογή και τοποθέτηση των φαρμάκων και παραφαρμακευτικών προϊόντων στους ειδικούς χώρους (ράφια) που είχαν εγκατασταθεί στην αποθήκη, έκτασης 500 τ.μ., όπου υπήρχαν διακριτοί χώροι για τα ναρκωτικά και τα φάρμακα ψυγείου, προκειμένου να φυλάσσονταν σε αυτή έως την πώλησή τους στα φαρμακεία.
Επιπρόσθετα, εκτελούσε τις παραγγελίες των πελατών της εργοδότριας και, συγκεκριμένα, αφού λάμβανε κάθε έγγραφη παραγγελία, με βάση αυτή συγκέντρωνε τα προς πώληση προϊόντα, από τη θέση που είχε αποθηκευτεί προσωρινά έκαστο και τα τοποθετούσε, ανάλογα με το είδος τους, σε πλαστικά κιβώτια ή χαρτοκιβώτια και σακούλες, καθώς και σακούλες για ψυγείο, εκτύπωνε τους γραμμικούς κώδικες κάθε προϊόντος και τους επικολλούσε στην παραγγελία, επισήμαινε τα φάρμακα που επρόκειτο να λήξουν σύντομα, με σχετικό σημείωμα επ' αυτών και, τέλος, εκτύπωνε το τιμολόγιο -δελτίο αποστολής, το οποίο υπέγραφε και το παρέδιδε μαζί με την ολοκληρωμένη παραγγελία στον οδηγό που θα εκτελούσε το αντίστοιχο δρομολόγιο για τη μεταφορά του στον πελάτη, ενώ σε περίπτωση έλλειψης κάποιου προϊόντος, όφειλε να ενημερώνει τον υπεύθυνο της εργοδότριας γι' αυτό, ώστε να ακυρωθεί το τιμολόγιο και να εκδοθεί νέο.
Κατά την πρόσληψη του εφεσίβλητου από την εκκαλούσα οι ως άνω εργασίες διεκπεραιώνονταν με βάση τιμολόγια που λάμβανε αυτός και στα οποία αναγράφονταν ο κωδικός και η ακριβής θέση του κάθε προϊόντος. Εν συνεχεία, από το έτος 2015 και έπειτα, οι ίδιες εργασίες γίνονταν με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων. Συγκεκριμένα ο ανεφοδιασμός των ραφιών με εμπορεύματα γινόταν με τη βοήθεια φορητού σκάνερ χειρός με μικρή οθόνη (PDA), το οποίο, πλησιάζοντάς το στη συσκευασία του προϊόντος, πραγματοποιούσε αυτόματα ανάγνωση του γραμμικού κώδικά του, με αποτέλεσμα την εμφάνιση στην οθόνη των στοιχείων της θέσης όπου έπρεπε να τοποθετηθεί στην αποθήκη.
Η δε ετοιμασία των παραγγελιών προς διανομή γινόταν με τη χρήση ειδικού καροτσιού με καλάθι, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί τέσσερις θέσεις και έφερε σε ειδικά διαμορφωμένη βάση στο επίπεδο της χειρολαβής του, φορητή συσκευή υπολογιστή (τάμπλετ), που χειριζόταν ατομικά κάθε εργαζόμενος, όπως και ο εφεσίβλητος.
Ειδικότερα, αυτός ενεργοποιούσε τον υπολογιστή και πληκτρολογούσε ως κωδικό το όνομά του στην οθόνη του. Ακολούθως, παραλάμβανε από τον υπεύθυνο του τμήματος ένα έως τέσσερα έντυπα, όπου αναγράφονταν τα προϊόντα των παραγγελιών αντίστοιχων πελατών, καθώς η ως άνω συσκευή επέτρεπε τη διαχείριση έως τεσσάρων παραγγελιών συγχρόνως.
Αφού γινόταν ανάγνωση των γραμμικών κωδικών επί κάθε έντυπης παραγγελίας και αποτυπώνονταν στην οθόνη του υπολογιστή, που ήταν συνδεδεμένος με το κεντρικό ηλεκτρονικό σύστημα της εργοδότριας, εμφανιζόταν έπειτα με τη σειρά η θέση των προϊόντων, ώστε ο εφεσίβλητος συνέλεγε, σκάναρε και τοποθετούσε καθένα στο αντίστοιχο τυποποιημένο πλαστικό κιβώτιο πελάτη που βρισκόταν επί του καροτσιού, το οποίο του υποδεικνυόταν από ειδικό φωτεινό κουμπί σε συνδυασμό με φωτεινή ένδειξη στην οποία αναγραφόταν η ποσότητα που παραγγέλθηκε και, για να προχωρήσει η παραγγελία, αυτός έπρεπε να πιέζει και να απενεργοποιεί το ως άνω κουμπί μετά από κάθε τοποθέτηση προϊόντος σε κιβώτιο.
Μετά τη συγκέντρωση των προϊόντων κάθε παραγγελίας με τον ανωτέρω τρόπο, ο εφεσίβλητος έλεγχε και επιβεβαίωνε την προσήκουσα εκτέλεσή της και την καταχώριζε στον υπολογιστή, με ακριβή αναφορά εάν τα προϊόντα της παραγγελίας θα τοποθετηθούν σε κιβώτιο πλαστικό ή χάρτινο, σακούλα απλή ή ψυγείου, εκτύπωνε και τοποθετούσε τους γραμμικούς κωδικούς των προϊόντων στα κουτιά και στις σακούλες και παρέδιδε κάθε παραγγελία στον οδηγό.
Τέλος, πέραν των ανωτέρω, λάμβανε μέρος στην απογραφή των εμπορευμάτων, με την καταγραφή του αποθέματος σε καταστάσεις. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά συνάγεται ότι κατά την εκτέλεση των εργασιακών καθηκόντων του εφεσίβλητου υπερείχε το πνευματικό στοιχείο έναντι του σωματικού, καθώς η πλειονότητα των εργασιών του απαιτούσε την ανάλωση των πνευματικών του δυνάμεων, με την επιστράτευση των λογικών και αντιληπτικών του ικανοτήτων και την τεταμένη προσοχή του για την αναγνώριση των προϊόντων, την καταμέτρησή τους, την αντιπαραβολή των προϊόντων που παραλήφθηκαν με τα τιμολόγια- δελτία αποστολής και των προϊόντων προς αποστολή με τις παραγγελίες, τον χειρισμό ηλεκτρονικών συσκευών με ταυτόχρονη διεκπεραίωση περισσότερων παραγγελιών και την επισήμανση φαρμάκων που επρόκειτο να λήξουν σύντομα.
Επιπλέον, τις εργασίες αυτές εκτελούσε με υπευθυνότητα. Συνεπάγονταν δε ανάληψη ευθύνης η υπογραφή των τιμολογίων παραλαβής προμηθειών, η χρησιμοποίηση ατομικών ηλεκτρονικών συσκευών, η τελική έγκριση για την ολοκλήρωση της παραγγελίας, ώστε να αποσταλεί στον πελάτη- φαρμακείο, και η καταμέτρηση των εμπορευμάτων κατά την απογραφή.
Εξάλλου, η εισαγωγή από την εργοδότρια των ηλεκτρονικών συσκευών στη διαδικασία προμήθειας εμπορευμάτων και εκτέλεσης των παραγγελιών έγινε προς υποβοήθηση και επιτάχυνση της πνευματικής εργασίας των εργαζομένων στην αποθήκη, όπως ο εφεσίβλητος, και δεν την υποκατέστησε, αφού και μετά από αυτή απαιτούνταν αφενός μεν τεταμένη προσοχή και αντίληψη για τον ορθό χειρισμό των συσκευών, που συνεπαγόταν και αυτός πνευματικό μόχθο, αφετέρου δε τελικός έλεγχος με τις ατομικές νοητικές ικανότητες του εργαζομένου, κατά τον οποίο, αναφορικά με τον εφεσίβλητο, επιστρατευόταν η εμπειρία και η ιδιαίτερη κατάρτισή του, που είχε αποκτήσει λόγω της μακροχρόνιας απασχόλησής του στην ίδια θέση και πριν από τη χρήση των νέων μέσων τεχνολογίας, οπότε συνιστούσε ανάπτυξη πρωτοβουλίας.
Επομένως, αυτός έφερε, με βάση τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, την ιδιότητα του υπαλλήλου, κατά το άρθρο 1 του ν.δ. 2655/1953, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 10 του κ.ν. 3514/1928, όπως είχε τροποποιηθεί και συμπληρωθεί με το άρθρο 7 του ν. 4558/1930, και κατά το ουσιαστικό κριτήριο, καθόσον κατά την εκτέλεση της εργασίας του και ανεξάρτητα της έλλειψης θεωρητικής κατάρτισής του, υπερτερούσε το πνευματικό του σωματικού στοιχείο [...].
Ακόμα, ενισχυτικό, όχι καθοριστικό του πορίσματος που εκτέθηκε είναι το γεγονός ότι η εκκαλούσα είχε συμφωνήσει να αμείβει τον εφεσίβλητο με μηνιαίο μισθό με βάση τους όρους της Σ.Σ.Ε για το προσωπικό που απασχολείται σε φαρμακευτικές και συναφείς επιχειρήσεις και όχι με ημερομίσθιο, καθώς και ότι δήλωνε αυτόν ως φαρμακοϋπάλληλο στην ασφαλιστικό φορέα Ε.Φ.Κ.Α.
και τις βεβαιώσεις πληρωμής αποδοχών του. [...].
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ομοίως τον εφεσίβλητο ως υπάλληλο και υποχρέωσε την εκκαλούσα να του καταβάλει σύμφωνα με την ιδιότητα αυτή ως διαφορά αποζημίωσης απόλυσης το αιτούμενο ποσό των 12.698,29 ευρώ, [...], ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις νομικές διατάξεις που παρατίθενται στη μείζονα σκέψη και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις [...], ενώ οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν [...].".
Με τον υπό το γράμμα Α λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πλημμέλειες, αιτιώμενη ότι με τις ακόλουθες κατά λέξη παραδοχές της : "Συγκεκριμένα ο εφεσίβλητος παραλάμβανε από το χώρο της αποθήκης τα προϊόντα της εκκαλούσας από τους προμηθευτές της, τα αποσυσκεύαζε και προέβαινε σε καταμέτρησή τους και αντιπαραβολή τους με τα αναγραφόμενα στο αντίστοιχο τιμολόγιο -δελτίο αποστολής.
Σε περίπτωση δε αναντιστοιχίας διατύπωνε γραπτώς σχετική παρατήρηση, αλλιώς υπείχε ευθύνη για τυχόν οικονομικό έλλειμμα και θα καλούταν να καταβάλει το χρηματικό ποσό της διαφοράς": α) επιχειρείται να καλυφθεί το ελλείπον στοιχείο της ευθύνης του αναιρεσιβαλλόμενου κατά την εκτέλεση της εργασίας, καθότι η διατύπωση στο μέλλον που χρησιμοποιεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταδεικνύει ότι στα 17 χρόνια που ο εργαζόμενος απασχολείτο σε αυτήν δεν είχε κληθεί να καταβάλει ο,τιδήποτε, β) δεν υπήρχε τέτοια προειδοποίηση προφορική ή έγγραφη και δεν προσκομίσθηκε κάποιο αποδεικτικό μέσο που να καταφάσκει τον ως άνω ισχυρισμό, με συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να καταγνώσει το στοιχείο της ευθύνης δια της υπογραφής του αναιρεσίβλητου στα τιμολόγια-δελτία αποστολής των πααλαμβανόμενων αγαθών να προχωρήσει σε αποδοχή πράγματος που δεν αποδείχθηκε και γ) η ανάθεση κάποιας ευθύνης στον αναιρεσίβλητο αφενός δεν εξειδικεύεται, καθιστώντας αόριστη την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και αφετέρου δεν αποδείχθηκε, αφού σύμφωνα με τον με επιμέλειά της εξετασθέντα μάρτυρά ο αναιρεσίβλητος δεν ενείχε καμία ευθύνη και ο σκοπός της αναιρεσείουσας σε σχέση με τον κάθε εργαζόμενο που παραλάμβανε τα προϊόντα και υπέγραφε τα τιμολόγια-δελτία αποστολής των προμηθευτών ήταν η απόδειξη από αυτούς της παράδοσης των προϊόντων σε αυτή και ο έλεγχος της απόδοσης κάθε εργαζομένου της.
Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αλυσιτελής, καθότι με αυτόν ουδόλως πλήττεται το σύνολο της εκτεθείσας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία επιστηρίζει το διατακτικό της, σχετικά με τη φύση της εργασίας του αναιρεσίβλητου, αλλά πλήττεται μόνο η ως άνω μεμονωμένη παραδοχή της, που αφορά ένα σκέλος της εργασίας του αναιρεσίβλητου και συγκεκριμένα την τυχόν ευθύνη του αναιρεσίβλητου σε περίπτωση πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων που είχε κατά την παραλαβή των προϊόντων της αναιρεσείουσας από τους προμηθευτές της.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του αναιρεσίβλητου υπερείχε το πνευματικό στοιχείο έναντι του σωματικού, καθώς η πλειονότητα των εργασιών του απαιτούσε την ανάλωση των πνευματικών του δυνάμεων με την επιστράτευση των λογικών και αντιληπτικών του ικανοτήτων και την τεταμένη προσοχή του για την αναγνώριση των προϊόντων, την καταμέτρησή τους, την αντιπαραβολή των προϊόντων που παραλήφθηκαν με τα τιμολόγια -δελτία αποστολής και των προϊόντων προς αποστολή με τις παραγγελίες, τον χειρισμό ηλεκτρονικών συσκευών με ταυτόχρονη διεκπεραίωση περισσότερων παραγγελιών και την επισήμανση φαρμάκων που επρόκειτο να λήξουν σύντομα, ότι τις εργασίες αυτές ο αναιρεσίβλητος τις εκτελούσε με υπευθυνότητα και ότι η εισαγωγή από την αναιρεσείουσα των ηλεκτρονικών συσκευών στη διαδικασία προμήθειας εμπορευμάτων και εκτέλεσης των παραγγελιών έγινε προς υποβοήθηση και επιτάχυνση της πνευματικής εργασίας των εργαζομένων στην αποθήκη, όπως ο αναιρεσίβλητος και δεν την υποκατέστησε, καθότι και μετά από αυτήν απαιτούνταν αφενός μεν τεταμένη προσοχή και αντίληψη για τον ορθό χειρισμό των συσκευών, που συνεπαγόταν και αυτός πνευματικό μόχθο, αφετέρου δε τελικός έλεγχος με τις ατομικές νοητικές ικανότητας του εργαζόμενου κατά τον οποίο, αναφορικά με τον αναιρεσίβλητο, επιστρατευόταν η εμπειρία και η ιδιαίτερη κατάρτισή του που είχε αποκτήσει λόγω της μακροχρόνιας απασχόλησής του στην ίδια θέση και πριν τη χρήση των νέων μέσων τεχνολογίας.
Επομένως, με τις ως άνω δε παραδοχές του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 10 του ν. 3514/1928, ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 π.δ/μα, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 του ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ/τος 2655/1953 και ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο.
Εξάλλου, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος κατά το μέρος που προσάπτει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου, που δίκασε ως Εφετείο την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια (ότι δηλαδή το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη), διότι η πλημμέλεια αυτή δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους αναίρεσης του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, που ισχύουν εν προκειμένω, όπως ειδικότερα αναλύεται κατωτέρω.
Επίσης, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και κατά το μέρος του, με το οποίο υπό την επίκληση της από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας, στην πραγματικότητα πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας επί των ως άνω εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Τέλος, περιλαμβανόμενες στον υπό το γράμμα Α λόγο αναίρεσης αιτιάσεις κατά των παραδοχών της με αριθμό 262/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνου, είναι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αρχή της παρούσας απόφασης, απορριπτέες ως απαράδεκτες. Κατά συνέπεια, ο υπό το στοιχείο Α λόγος αναίρεσης, πρέπει, στο σύνολό του, να απορριφθεί.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Η κατά άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 856/2020) ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 856/2020).
Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού της περίπτωσης του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που απαιτούνται σύμφωνα με αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 1199/2018).
Στην ένδικη αίτηση αναίρεσης, με τον υπό το γράμμα Β λόγο αυτής, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιχειρεί να απαξιώσει την έλλειψη θεωρητικής κατάρτισης του αναιρεσίβλητου με τη φράση "... καθόσον κατά την εκτέλεση της εργασίας του και ανεξάρτητα της έλλειψης θεωρητικής κατάρτισής του, υπερτερούσε το πνευματικό του σωματικού στοιχείο".
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος, καθότι δεν αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, που δίκασε ως Εφετείο, ώστε είναι δυνατόν να διαπιστωθεί ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Εάν δε η αιτίαση αυτή εκτιμηθεί ότι αναφέρεται στον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και πάλι είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν διαλαμβάνεται η σύνδεση της ως άνω φράσης με τις λοιπές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και με το διατακτικό της, ώστε να προκύψει εάν παραβιάσθηκε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή το άρθρο 10 του ν. 3514/1928 ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το από 8/13.12.1928 π.δ/μα, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 7 του ν. 4558/1930 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ/τος 2655/1953 και ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, και που παρατίθεται στην αρχή του αναιρετήριου (σελίδες 2 και 3 αυτού).
Τέλος, η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι με την ως άνω φράση το δικαστήριο της ουσίας επιχειρεί να απαξιώσει την έλλειψη θεωρητικής κατάρτισης του αναιρεσίβλητου, αληθώς πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του επί των εκτεθέντων πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα. Κατά συνέπεια ο υπό το στοιχείο Β λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔικ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων Μονομελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, 2) αν το δικαστήριο δε συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ή δεν έχει καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6)αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο. Η διάταξη αυτή είναι ειδική ως προς τους λόγους αναίρεσης των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεων των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 13/2017).
Έτσι, στους λόγους αναίρεσης του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται η παρά το νόμο παραδοχή από το δικαστήριο πραγμάτων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινών χωρίς απόδειξη, αφού το εν λόγω άρθρο δεν περιλαμβάνει αντίστοιχη με την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ διάταξη (ΑΠ 456/2012).
Με τον υπό το γράμμα Γ (τελευταίο) λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι με την προσβαλλόμενη με αριθμό 310/2020 απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε χωρίς αποδείξεις ότι ο ενάγων (δηλαδή ο αναιρεσίβλητος) "προέβαινε κατά την εργασία του σε διαλογή των φαρμάκων και των παραφαρμάκων στα καθορισθέντα ράφια βάσει κωδικών που του παρέχονταν από ηλεκτρονικό σύστημα της εναγομένης και τους οποίους λάμβανε ο ενάγων μέσω ηλεκτρονικής συσκευής σκάνερ" και ότι η ίδια φράση εμπεριέχει αντιφατική αιτιολογία αφού ή θα προέβαινε εκείνος στη διαλογή μέσω των γνώσεών του και της διανοητικής λειτουργίας του ή απλά θα έπαιρνε τα αριθμημένα φάρμακα από τα αριθμημένα ράφια που του έδινε το σκάνερ, όπως γινόταν στην πραγματικότητα χωρίς δηλαδή να μεσολαβεί κάποιο στοιχείο διαρκούς πρωτοβουλίας επ' αυτού.
Επικαλείται, ακόμη ότι στο σημείο αυτό της απόφασης γίνεται μνεία ότι δήθεν οι εγκαταστάσεις αποθήκης της εναγομένης ήταν ιδιαιτέρως μεγάλες (περί τα 500 τ.μ.), στην πραγματικότητα όμως μεγάλες φαρμακαποθήκες είναι αυτές που εγγίζουν τα 2.000 τ.μ., όπως είναι η φαρμακαποθήκη της ... στο ... [...] και, τέλος, υποστηρίζει ότι στην πραγματικότητα αποδείχθηκαν τα επόμενα, τα οποία αναλυτικά παραθέτει (βλ.
σελ. 6 έως 10 του αναιρετήριου).
Ο υπό το γράμμα Γ λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αβάσιμος, διότι στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που παρατέθηκαν στην παρούσα απόφαση κατά λέξη, δεν περιλαμβάνεται η φράση " (εννοείται ο ενάγων) προέβαινε κατά την εργασία του σε διαλογή των φαρμάκων και των παραφαρμάκων στα καθορισθέντα ράφια βάσει κωδικών που του παρέχονταν από ηλεκτρονικό σύστημα της εναγομένης και τους οποίους λάμβανε ο ενάγων μέσω ηλεκτρονικής συσκευής σκάνερ" και δεν περιλαμβάνεται η παραδοχή ότι οι εγκαταστάσεις της εναγομένης -αναιρεσείουσας ήταν ιδιαιτέρως μεγάλες. Δεδομένου, εξάλλου, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι Μονομελούς Πρωτοδικείου, που έκρινε επί έφεσης κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, ο ως άνω λόγος αναίρεσης (αληθώς από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) είναι και απαράδεκτος, καθόσον δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά οριζόμενους στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης και ως εκ τούτου δεν μπορεί να προταθεί κατά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, όπως βάσιμα υποστηρίζει και ο αναιρεσίβλητος στις από 22.3.2022 κατατεθείσες προτάσεις του.
Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου με το αναιρετήριο άλλου λόγου αναίρεσης η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.5.2021 και με αριθμό κατάθεσης 67/29.06.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 310/30.12.2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ