Supreme Court dismisses appeal on property title dispute, rejecting arguments regarding Ottoman land registry procedures and witness credibility.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple heirs against a final judgment confirming their property rights. The appellants argued that the lower court erred in deeming witness testimonies unreliable and in ruling that Ottoman land registry documents did not constitute a valid title for ownership. The court rejected these claims, stating the lower court's reasoning was legally sound and the additional appeal arguments were irrelevant to the main decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court's finding of witness untrustworthiness and subsequent invalidation of administrative title documents does not constitute a jurisdictional error under Article 559(4) if the primary reasoning for denying property rights remains legally sufficient.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 826 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 826/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Α. χήρας Ε. Σ. θυγ. Κ. Ν., κατοίκου ...,2.Ε. χας Ι. Ν., το γένος Ι. Τ., κατοίκου ...,3.Σ. Ι. Ν. κατοίκου ..., 4.Κ. Ι. Ν. κατοίκου ..., 5. Α. χήρας Α. Ν., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ...,6. Σ. Α. Ν., κατοίκου ..., 7. Κ. Α. Ν. κατοίκου ..., 8.Π. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 9.Σ. Μ. του Ι., κατοίκου .... Η 1η παραστάθηκε δια, οι 2η 3η 4ος μετά των πληρεξούσιων δικηγόρων Στυλιανού Βαγιάνου και Γεωργίου Ζαχαρόπουλου, οι 5η 6η μετά η 7η δια των πληρεξούσιων δικηγόρων Στέφανου Καραϊσκάκη και Ιωάννη Αναστασιάδη, η 8η παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και μετά των πληρεξούσιων δικηγόρων Στυλιανού Βαγιάνου Γεωργίου Ζαχαρόπουλου, Λάμπρου Κιτσαρά ,Στυλιανού Σταματόπουλου, ο 9ος μετά των πληρεξούσιων δικηγόρων Πάολας Μάλοβιτς, Στυλιανού Βαγιάνου, Γεωργίου Ζαχαρόπουλου.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους Σωτηρία Κοσμά και Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. 2. ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Ρουμελιώτη, 3. ... που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιορδάνη Προυσανίδη, Κοινοποιουμένη στους: 1.Α. χήρα Μ., κάτοικο ..., 2.Ι. Χ. Μ., κάτοικο ..., 3.Φ. Χ. Μ., κάτοικο ..., 4.Σ. Χ. Μ., κάτοικο ..., 5.Γ. Χ. Μ., κάτοικο ..., που παραστάθηκαν οι 1η 2ος 3ος 4ος δια ,ο 5ος μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Αικατερίνης-Μαρίας Διοβουνιώτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-5-1987,12-11-1987,10-10-1987 και 3-5-1993, αγωγές και τις από 17-10-1987,17-11-1987, 17-10-1987 19-7-2001, 18-12-1987 18-12-1987, 30-9-1987 και 3-11-2009 πρόσθετες παρεμβάσεις, των ανωτέρω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2447/1988, 2501/1988, 5309/2011 οριστικές, και 269/1991, 5345/1999, 7073/1994, 5408/2000, 2797/2007 μη οριστικές του ιδίου Δικαστηρίου και 1586/1989, 1587/1989 και 257/2016 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 4-4-2016 αίτησή τους και τους από 12-9-2017 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το άρθρο 576 παρ. 1, 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Αρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ. 1, 2, 104, και 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ο πληρεξούσιος του διαδίκου εμφανίζεται στο ακροατήριο, χωρίς αυτόν και δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, την οποία ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, ο διάδικος θεωρείται μη παριστάμενος.
Στην περίπτωση δε που ο αντίδικος του επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο δικονομικώς απών διάδικος και, εφόσον διαπιστωθεί ότι έγινε νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία του.Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 58 παρ.1 εδ.α’ και 72 παρ.1 εδ.
ιγ’ και ιε’ του ν.3852/4/7.6.2010 περί "Νέας Αρχιτεκτονικής της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης-Πρόγραμμα Καλλικράτης", οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 286 αυτού, άρχισαν να ισχύουν από την 1/1/2011 και τυγχάνουν εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (4/4/2016), καθώς και από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την ολοκλήρωση της παροχής της δικαστικής πληρεξουσιότητας σε δικηγόρο για την εκπροσώπηση Δήμου στα πολιτικά δικαστήρια, απαιτείται αφενός μεν απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής για την παροχή της σχετικής εντολής προς το δικηγόρο, αφετέρου δε ο διορισμός του δικηγόρου ως δικαστικού πληρεξουσίου του Δήμου με συμβολαιογραφική πράξη ή με έγγραφο κατ’ άρθρο 96 παρ. 2 ΚΠολΔ ή με προφορική δήλωση του Δημάρχου στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά (ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 1472/2009, ΑΠ 517/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης εισάγονται για συζήτηση η από 4/4/2016 αίτηση και οι από 12/9/2017 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 257/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της 5309/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή (18/10/2017), ο δεύτερος αναιρεσίβλητος ... εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Παναγιώτη Ρουμελιώτη και ο τρίτος αναιρεσίβλητος ... εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Ιορδάνη Προυσανίδη. Όμως οι πιο πάνω δικηγόροι (οι οποίοι δεν προκύπτει ότι έχουν προσληφθεί με πάγια αντιμισθία) δεν προσκόμισαν για την πρόσληψή τους απόσπασμα της απόφασης της Οικονομικής Επιτροπής του κάθε Δήμου, αντίστοιχα, ενώ δεν προκύπτει ότι οι Δήμαρχοι των εν λόγω Δήμων έδωσαν σε αυτούς ρητή πληρεξουσιότητα, με τους συστατικούς τρόπους που προβλέπει ο ΚΠολΔ, για να τους εκπροσωπήσουν στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και, συνεπώς, οι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι Δήμοι θεωρούνται δικονομικώς απόντες, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Ωστόσο, από τις .../2.12.2016 και .../ 2.12.2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Γ., που προσκομίζουν οι παριστάμενοι τέταρτη, πέμπτος, έκτος, έβδομος και όγδοος των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι επέσπευσαν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, καθώς και από τις .../14.9.2017 και .../14.9.2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι.
Μ. που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επέσπευσαν τη συζήτηση των πρόσθετων λόγων, προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης με πράξεις ορισμού δικασίμου και κλήσεις προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους Δήμους, ως προς τους οποίους συνεπώς θα προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους.
2. Από το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ’ ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (ΟλΑΠ 40/1996). Μόνον εάν η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή για το κεφάλαιο της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υπόθεσης, οπότε και απαιτείται η κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔικ κατάθεση της αναίρεσης και στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 761/2017). Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής στρέφονται, τόσο κατά της υπ’ αριθμ. 257/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, όσο και κατά της 5309/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πιο πάνω εφετειακή απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και κατ’ ουσίαν η από 6/12/2013 έφεση, ως προς την πέμπτη μέχρι και τον ένατο των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων, ενώ η ίδια έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν ως προς την πρώτη μέχρι και τον τέταρτο των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων. Επομένως η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφονται κατά της πρωτόδικης απόφασης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
3. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι "αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...", συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Ψευδής ερμηνεία είναι η απόδοση στο συγκεκριμένο κανόνα μη αληθινής και μη αρμόζουσας έννοιας. Επίσης ψευδής ερμηνεία κανόνα δικαίου υπάρχει και όταν αποδόθηκε σ’ αυτόν από το δικαστή περιορισμένη ή στενή έννοια (ΑΠ 62/2005). Σε κάθε όμως περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα δικαίου πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, η έλλειψη δε μείζονος πρότασης και οι τυχόν εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης του ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική του κρίση (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 903/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο του κύριου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διατύπωσε εσφαλμένα και ψευδώς τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, αναφορικά με τις νομικές προϋποθέσεις που ίσχυαν κατά το χρόνο σύστασης του Ελληνικού Κράτους (έτη 1829-1836) για την κτήση δικαιωμάτων πλήρους κυριότητας από ιδιώτες στην περιοχή των Αθηνών σε διάφορες κατηγορίες γαιών και, ειδικότερα, αναφορικά με τις προϋποθέσεις εφαρμογής: 1) του άρθρου Ε’ της από 28.3.1835 Σύμβασης των Αθηνών μεταξύ της επί των Οθωμανικών Κτημάτων Ελληνικής Επιτροπής και των απεσταλμένων της Υψηλής Πύλης 2) των άρθρων 5 και 6 του πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 21.1.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" 3) των δύο ερμηνευτικών αυτού πρωτοκόλλων της 4.6/16.6.1830 και της 19.6/1.7.1830 4) των ρυθμίσεων της από 27.6/9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" 5) του Θεσπίσματος του Σουλτάνου του έτους 1829 και 6) των διατάξεων των άρθρων 1,2,3 του ΒΔ της 17.11/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει τη μη ιδρύουσα αυτοτελή λόγο αναίρεσης μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου.
4. Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΒΔ της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ιδίου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας ήθελαν αναγνωρισθεί από το Υπουργείο των Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος που έχει ισχύ νόμου.
Έτσι, με τις προμνησθείσες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητος επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού κράτους κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη, κατά τη διαδικασία του διατάγματος αυτού. Προϋπόθεση, όμως, του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του εν λόγω διατάγματος.
Εξάλλου, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, θεωρείται δάσος κάθε έκταση εδάφους, που καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που διατυπώθηκε για πρώτη φορά στη διάταξη του άρθρου 1 του Ν.
ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών" και επαναλήφθηκε στο άρθρο 57 του Ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος", ενώ περιέχεται - διευρυνόμενος εκάστοτε ως προς το δασικό χαρακτήρα των εδαφών (δάσος, δασικά εδάφη, δασικές εκτάσεις) και τις επιτελούμενες από αυτά λειτουργίες - και στις διατάξεις των άρθρων 45 του Ν. 4173/1929 (όπως τροποποιήθηκε με άρθρο 9 του Α.Ν. 3/1935) και 1 Α.Ν. 857/1937, 1 του Ν Δ. 69/1969 και 3 παρ. 1 και 2 του Ν. 998/1979.
Ειδικότερα κατά την έννοια των διατάξεων του Ν. 998/1979 "ως δάσος νοείται πάσα έκταση της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανική ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλει εις τη διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος (άρθρο 3 παρ. 1) και "ως δασική έκταση νοείται πάσα έκταση της επιφανείας του εδάφους, καλυπτόμενης υπό αραιής ή πενιχράς υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως οιασδήποτε διαπλάσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσότερες των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 παρ. 2).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος, ως οργανικό στοιχείο αγρίων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφανείας του εδάφους, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα, αποτελούν δια της αμοιβαίας αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεως τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).
Δασική έκταση υπάρχει και όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Κρίσιμη επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με την συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ’ αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος.
Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών.
Δεν ασκεί δε επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση (ΑΠ 712/2015, ΑΠ 1524/2012, ΑΠ400/2011). Εξάλλου, η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο στην περίπτωση που ο φερόμενος ως παραβιαζόμενος κανόνας είναι ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για τη μη τήρηση αυτών (ΑΠ 608/2008).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 559 αριθ. 1α’ και 566 ΚΠολΔ προκύπτει με σαφήνεια ότι για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές (559 αριθ. 1α’ ) προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει, να καθορίζεται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στην πλημμέλεια που συγκροτεί το λόγο αυτό αναίρεσης, διότι διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος. (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 113/2010).Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559αριθμ.1 α’ ΚΠολΔ προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραβίασε με ψευδή και εσφαλμένη ερμηνεία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.
ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", 1, 2, 3 του ΒΔ της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" και 51 ΕισΝΑΚ, καθόσον: 1) έκρινε την έννοια του δάσους, με βάση τις διατάξεις του μεταγενέστερου νόμου 998/1979 και όχι με βάση τα κριτήρια που ήταν αντιληπτά για τη φύση έκτασης γης ως δάσους, κατά τον κρίσιμο χρόνο ισχύος του πιο πάνω ΒΔ περί ιδιωτικών δασών (1836), όπως αυτά (τα κριτήρια) προκύπτουν από τις αντιλήψεις των νομομαθών, τους σχετικούς ορισμούς του δάσους στα λεξικά και εγκυκλοπαίδειες της εποχής εκείνης και τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου και 2) περιέλαβε εσφαλμένα στην έννοια του δάσους και τη δασική έκταση, η οποία εισήχθη ως "τεχνική έννοια", το πρώτον, κατά το έτος 1929, με αποτέλεσμα να δεχθεί ότι η ευρύτερη έκταση των 7.000 στρεμμάτων του κτήματος Κ., στην οποία περιλαμβάνονται οι επίδικες εκτάσεις των 198 στρεμμάτων, αποτελούσαν δάσος κατά το έτος 1836 και ότι αυτές περιήλθαν στην κυριότητα του Δημοσίου, εξαιτίας του ότι δεν τηρήθηκε η τότε ισχύουσα διαδικασία του ΒΔ της 16.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", για την οποία έγινε μνεία στη μείζονα σκέψη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η πλημμέλεια που αποδίδεται με αυτόν αναφέρεται στην πραγματικότητα σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή από το Εφετείο των αντιλήψεων των νομομαθών και ορισμών που υπήρχαν στα λεξικά και εγκυκλοπαίδειες για την έννοια του δάσους, κατά το έτος 1836, αλλά και της "τεχνικής έννοιας"της δασικής έκτασης, κατά το έτος 1929, τα οποία όμως δεν αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ενώ, για το ορισμένο του ίδιου πιο πάνω λόγου, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο ποιες ήταν οι διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που όριζαν την έννοια του δάσους κατά το έτος 1836 και ποιο ήταν με βάση τις εν λόγω διατάξεις το ακριβές περιεχόμενο της έννοιας αυτού, η οποία άλλωστε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν εμφάνιζε διαχρονικά ουσιώδεις μεταβολές. 5.
Κατά το άρθρο 1 του ΒΔ της 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834" όλα τα λειβάδια (ή βοσκοτόπια), για την υπέρ ιδιώτη επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο ειδικού σχετικού περιεχομένου, που να έχει εκδοθεί από την αρμόδια Οθωμανική Κρατική Υπηρεσία, ήτοι ειδικό ταπίο, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Κατάλυση της κυριότητας του Δημοσίου και δημιουργία κυριότητας του ιδιώτη δεν μπορούσε να επιφέρει ούτε η μεταβίβαση της γης με σπαχί, ταπί ή χοτζέτι, γιατί οι τίτλοι αυτοί μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούσαν να προσπορίσουν (ΑΠ 874/2006). Η παραπάνω διάταξη αφορά στη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, που προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον τα εν λόγω ακίνητα.
Η ένοια αυτή προκύπτει και από τα άρθρα 1 παρ. 2ν. Κθ’ της31-1/18-2-1864"περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, όπως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα όσα δικαιώματα είχαν πριν από την εποχή αυτή επί των αμφισβητούμενων λιβαδιών, άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.
ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών", κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκήσιμων τόπων, επί των οποίων έγιναν μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (ΑΠ 52/2014). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές εκτάσεις.
Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλ’ απλώς με καλή πίστη. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες του ΒΔ της 3/15.12.1833 προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί λιβαδιών ή βοσκοτόπων από ιδιώτες, εφόσον αυτοί τους νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και τις 11.9.1915 (ΑΠ 52/2014).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκε κανόνας δικαίου οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης,αναφορικά με τα επίδικα ακίνητα, επί των οποίων οι αναιρεσείοντες ζητούν την αναγνώριση της κυριότητάς τους με τις ένδικες αναγνωριστικές αγωγές, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Τα επίδικα αυτά οικόπεδα, το εμβαδόν των οποίων αθροιζόμενο σε απόλυτους αριθμούς ανέρχεται σε λιγότερα από 198 στρέμματα, κείνται διάσπαρτα, όπως προεκτίθεται, σε διάφορες απομακρυσμένες μεταξύ τους εκτάσεις συνολικής (αθροιζόμενης) επιφάνειας 7.000 στρεμμάτων, (5.600 στρέμματα στον ..., 1.300 στρέμματα στον ...
και 100 στρέμματα στον ...), που βρίσκονται στις ακόμη μεγαλύτερης έκτασης εδαφικές περιφέρειες των άνω τριών Δήμων και σε διάφορες θέσεις (Ο.Τ.) εντός αυτών. Η ευρύτερη αυτή εδαφική έκταση, που καταλαμβάνει τμήματα των εδαφικών περιφερειών και των άνω τριών Δήμων και συνεπώς, και τα επίδικα ακίνητα, που βρίσκονται εντός αυτών, εκτείνεται στις δυτικές πλαγιές {κλιτύς} του Υμηττού, δυτικά της ζώνης των προπόδων {υπωρειών} αυτού, [όπως η ζώνη αυτή οριοθετήθηκε διοικητικά σχετικά πρόσφατα με την 11184/1953 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, ωστόσο μορφολογικά αποτελεί πλαγιά {κλιτύν}], ανατολικά των οποίων και προς την κορυφογραμμή του Υμηττού εκτείνεται δημόσια δασική έκταση.
Ωστόσο, πριν οριοθετηθεί διοικητικά με την πιο πάνω υπουργική απόφαση, η ζώνη των προπόδων {υπωρειών} και συνεπώς, και η δημόσια δασική έκταση, που εκτείνεται στα ανατολικά της, την ίδια δασική μορφή έφερε ανέκαθεν από το έτος 1830 και η συνεχόμενη προς τα δυτικά της οριογραμμής εδαφική έκταση, που βρισκόταν στις δυτικές πλαγιές {κλιτύς} του Υμηττού, στο ίδιο υψόμετρο στα 200 μ.
περίπου....Αποδείχθηκε ότι η ευρύτερη εδαφική έκταση, αθροιζόμενης επιφάνειας 7.000 στρεμμάτων,....εντός της οποίας κείνται διάσπαρτα τα επίδικα αστικά ακίνητα, αθροιζόμενου εμβαδού περίπου 198 στρεμμάτων, αποτελούσε από το έτος 1830 δάσος, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, εκτός από ελάχιστα τμήματά της, τα οποία βρίσκονταν διάσπαρτα εντός αυτής σε χαμηλότερο υψόμετρο και ανατολικά της οδού ...
και έφεραν τη μορφή χορτολιβαδικών εκτάσεων, με αραιή έως πενιχρή ποώδη βλάστηση. Οι εδαφικές αυτές εκτάσεις (δασικές και χορτολιβαδικές) με την αναφερόμενη στη νομική σκέψη που προηγήθηκε Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης 1832 και το από 21.01/03.02.1830 Πρωτόκολλο του Λονδίνου και τα ερμηνευτικά αυτού Πρωτόκολλα, περιήλθαν πρωτοτύπως (αυτοδικαίως) στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς, οι εκτάσεις αυτές, κατά το οθωμανικό δίκαιο, στις 03.02.1830, κατά την ημέρα της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας του Ελληνικού Κράτους, ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, αφού δεν αποδείχθηκε ότι τις εκτάσεις αυτές τις κατείχαν νόμιμα ιδιώτες με σχετικό οθωμανικό τίτλο-’ ταπί’ , που τους παραχωρούσε το δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεώς τους (‘ τεσσαρούφ)...Περαιτέρω, με το Β.Δ. 3/12.12.1833 που είχε εκδοθεί για τα λιβάδια, το νέο Ελληνικό Κράτος, όπως προεκτίθεται, απέκτησε πρωτοτύπως την κυριότητα και επί των λιβαδιών της επικράτειας, που ανήκαν στο οθωμανικό δημόσιο και διατήρησε την κυριότητά του, εφόσον για την επικαρπία τους δεν υπήρχε έγγραφο (‘ ταπί’ ), που να έχει εκδοθεί επί Τουρκοκρατίας.
Συνεπώς, και επί των άνω ελάχιστων χορτολιβαδικών τμημάτων εντός της άνω δασικής έκτασης, αθροιζόμενης επιφάνειας 7.000 στρεμμάτων, εντός της οποίας εμπίπτουν και όσα από τα επίδικα ήδη αστικά ακίνητα βρίσκονται διάσπαρτα, ανατολικά και εν μέρει δυτικά της ήδη ..., η οποία χαράχτηκε, κατά το μεγαλύτερο μήκος της, πάνω στην παλαιά οδό ..., χωρίς ωστόσο να συμπέσει απολύτως η νέα χάραξη με την παλαιά, απέκτησε πρωτοτύπως την κυριότητα το Ελληνικό Δημόσιο, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι αποτελούσαν αυτοτελή λιβάδια κατά το έτος 1830 και όχι ενταγμένα εντός δασικής έκτασης, αφού ουδείς ιδιώτης, ούτε συνεπώς, οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων, φερόμενοι ως αγοραστές οθωμανικών κτημάτων, προσκόμισαν -επειδή δεν διέθεταν- σχετικό ‘ ταπί’ , παρότι η σχετική υποχρέωση τους γνωστοποιήθηκε με τις αποφάσεις/γνωμοδοτήσεις της κατά την Αττικήν και Εύβοιαν επί των οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής.....Ούτε όμως απέδειξαν, ανταποκρινόμενοι στο σχετικό βάρος απόδειξης, οι εκκαλούντες ως ενάγοντες, ότι τα επίδικα ακίνητα, όλα ή μέρος τους κείνται εντός αγροτικής εδαφικής έκτασης εκ 400 στρεμμάτων (4 ζευγαριών) του κτήματος Κ., που αποτελούσε δημόσια γη στην περίοδο της οθωμανικής κατοχής της Αττικής και την είχαν αποκτήσει κατά κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία με τις προϋποθέσεις του βρδ σε βάρος του Ελληνίκού Δημοσίου συμπληρωθείσα μέχρι τις 11.09.1915 και ακολούθως, με τις προϋποθέσεις του ΑΚ μετά την εισαγωγή του στις 23.02.1946) οι απώτεροι προκτήτορες των εκκαλούντων και ακολούθως, οι ίδιοι.....Αντιθέτως, αποδείχθηκε, κατά τα άνω, ότι η ευρύτερη εδαφική έκταση, στην οποία κείνται όλα τα επίδικα.......κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα 1830-1836 αποτελούσε δάσος με ελάχιστα διάσπαρτα εντός αυτής τμήματα χορτολιβαδικής έκτασης και περιήλθε πρωτοτύπως (αυτοδικαίως) κατά τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας στις 03.02.1830, από το Οθωμανικό Δημόσιο στο Ελληνικό Δημόσιο, η τεκμαιρόμενη κυριότητα του οποίου δεν ανατράπηκε αργότερα με τη διαδικασία του Β.Δ. 3/12.12.1833 (για τα τμήματα που αποτελούν λιβάδια, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθούν ως αυτοτελή).....Ούτε, όμως, αποδείχθηκε από τους εκκαλούντες-ενάγοντες, που έφεραν και το σχετικό βάρος απόδειξης, κατά το θέμα που τους τάχθηκε, ότι καταλύθηκε η κυριότητα αυτή του Δημοσίου.....επί των χορτολιβαδικών εδαφικών τμημάτων με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του βρδ σε βάρος του Δημοσίου συμπληρωθείσα μέχρι 11.9.1915.
Έτσι δεν αποκτήθηκε ποτέ η έκταση αυτή (δασική και χορτολιβαδική κατά το έτος 1830) κατά κυριότητα από τους δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων, ούτε πρωτοτύπως, με κατάλυση εκείνης του Δημοσίου, ούτε παραγώγως...." Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του ΒΔ της 3/15.12.1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής", τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559αριθμ.1 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων του πιο πάνω ΒΔ, όπως τροποποιήθηκε εν μέρει στη συνέχεια με το Β.Δ. της 4-16.4.1835 (άθρο Ε’ ),με το να διευρύνει αυθαιρέτως το πεδίο εφαρμογής του, θεωρώντας εσφαλμένα ότι στις διατάξεις του περιλαμβάνονται όλα τα λιβάδια της τότε χώρας, ακόμη και εκείνα που ανήκαν ή κατέχονταν από ιδιώτες, όπως ήταν και τα λιβάδια που βρίσκονταν στην Αττική, τα οποία μετά το Θέσπισμα του Σουλτάνου του έτους 1829 περιήλθαν στην πλήρη ιδιοκτησία αυτών που τα κατείχαν, έστω και αν δεν είχαν τίτλους ή αν αυτοί είχαν χαθεί, με αποτέλεσμα (το Εφετείο) να αχθεί στην εσφαλμένη κρίση ότι και τα λιβάδια που βρίσκονταν μέσα στο κτήμα Κ.
περιήλθαν στην κυριότητα του Δημοσίου, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης ιδίας κυριότητας αυτού, αντί να δεχθεί ότι οι διατάξεις του πιο πάνω βασιλικού διατάγματος δεν ασκούσαν καμιά επιρροή στην κρινόμενη υπόθεση και ότι η κτήση κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους στα επίδικα ακίνητα στηριζόταν στις ειδικές διατάξεις περί οθωμανικών κτημάτων της Αττικής και περιήλθε σε αυτούς με παράγωγο, άλλως πρωτότυπο τρόπο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα θεμελίωσής του στην παραπάνω διάταξη πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561παρ. 1 ΚΠολΔ). Ο ίδιος λόγος είναι και αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι η ευρύτερη έκταση, στην οποία κείνται όλα τα επίδικα ακίνητα αποτελούσε, κατά το κρίσιμο διάστημα των ετών 1830-1836, δάσος με ελάχιστα τμήματα χορτολιβαδικής έκτασης και ότι τα πιο πάνω ακίνητα (στα οποία περιλαμβάνονται και τμήματα χορτολιβαδικής έκτασης) δεν βρίσκονται εντός της αγροτικής εδαφικής έκτασης των 400 στρεμμάτων του κτήματος Κ., επί της οποίας και μόνον απέκτησαν κυριότητα οι απώτατοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντωνμε έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ, σε βάρος του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11/9/1915 και, στη συνέχεια με τις προϋποθέσεις του ΑΚ οι απώτεροι δικαιοπάροχοι τους και, τέλος, οι ίδιοι (οι αναιρεσείοντες).
6. Η διάταξη του άρθρ. 1 του ΒΔ της 17.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" ορίζει ότι "εντός ενός έτους από της δημοσιεύσεως του παρόντος οφείλουν οι ιδιοκτήτες των υπό τα άρθρ. 1 και 2 δασών να παρουσιάσουν εις την επί των Οικονομικών Γραμματέων... τους νομίμους τίτλους της ιδιοκτησίας των. Η Γραμματεία θέλει εξετάσει αυτούς, θέλει τους αναγνωρίσει ή απορρίψει και εις την πρώτην περίπτωσιν θέλει δώσει επισήμως την κατοχήν εις τους ιδιοκτήτες, εις δε την δευτέραν αποπέμψει τας ελλείπουσας νομίμων αποδείξεων αξιώσεις αυτών ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων.
Εις την περίπτωσιν αυτήν όμως μέχρι της τελειωτικής δικαστικής αποφάσεως περί της ιδιοκτησίας μένει η διακατοχή του διαφιλονικουμένου δάσους αναφαίρετος εις ον ευρίσκεται. Παρελθούσης της ανωτέρω προθεσμίας θεωρούνται όλα τα δάση περί των οποίων δεν παριουσιαστούν οι ως άνω απαιτούμενοι τίτλοι, ως αδιαφιλονίκητα εθνικά και θέλουν διατίθενται ως τοιαύτα".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι τα δάση: α) είναι ιδιωτικά αν, μετά την τήρηση της διαδικασίας του άρθ. 3 του άνω διατάγματος αναγνωρίστηκαν ως τέτοια από το Υπουργείο Οικονομικών ή, σε αρνητική περίπτωση, από τα δικαστήρια, β) είναι δημόσια (αδιαφιλονίκητα εθνικά), αν δεν υποβλήθηκαν αρμοδίως και εμπροθέσμως οι απαιτούμενοι τίτλοι προς αναγνώρισή τους ως ιδιωτικών, ανεξάρτητα αν υπήρχαν ή όχι οι εν λόγω τίτλοι.
Περαιτέρω, είναι αληθές ότι παρόμοια διαδικασία οριζόταν και ενώπιον της "Επιτροπής των κατά την Εύβοιαν και Αττικήν κτημάτων", που προβλεπόταν από την Συνθήκη της 27 Ιουνίου/9 Ιουλίου 1832 και συστάθηκε το ίδιο έτος (1832), πλην όμως η τήρηση της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής αυτής δεν αναπλήρωνε την έλλειψη τήρησης της διαδικασίας με τις συνέπειές της, που, κατά τα προεκτιθέμενα, προέβλεπε το άρθρο 3 του ως άνω ΒΔ "περί ιδιωτικών δασών", διότι: 1) το διάταγμα αυτό ως μεταγενέστερο της σύστασης της Επιτροπής, αν και είχε υπόψη του την ενώπιον εκείνης τηρούμενη διαδικασία, δεν αρκέστηκε σ’ αυτήν, αλλά απαίτησε και πάλι την κατάθεση των τίτλων από τους ιδιώτες, που πρόβαλλαν δικαιώματα επί των προαναφερομένων γαιών, στο προβλεπόμενο από αυτό αρμόδιο όργανο και 2) στην Επιτροπή, όπως προκύπτει και από δική της ανακοίνωση, υποβάλλονταν, ως τίτλοι της αρμόδιας Οθωμανικής Κρατικής Υπηρεσίας ταπία ή χοτζέτια, ενώ στην προβλεπόμενη από το ως άνω ΒΔ Γραμματεία, για την αναγνώριση κυριότητας ιδιώτη επί δάσους υποβάλλονταν, κατά τα περί δασών κρατούντα στο Οθωμανικό Δίκαιο ως τέτοιοι τίτλοι μόνο ειδικά ταπία, στα οποία αναφερόταν ότι η παραχωρούμενη γαία ήταν δάσος (ΑΠ 874/2006).
Η τυχόν παρεμπίπτουσα κρίση της εν λόγω Επιτροπής στις ως άνω αποφάσεις για τη μη ύπαρξη απαίτησης του Δημοσίου επί της μεταβιβαζόμενης έκτασης δεν δημιουργεί, προκειμένου περί δάσους υφιστάμενου το έτος 1836, νόμιμο τίτλο που ανατρέπει ευθέως και αμέσως το εκ του άρθρου 3 του άνω ΒΔ τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου.
Επομένως, από τα ανωτέρω αναφερόμενα, προκύπτει σαφώς, ότι οι πράξεις της Γραμματείας των Οικονομικών για την αναγνώριση ιδιωτικών δασών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ΒΔ/τος της 17.11.1836, δεν πρέπει να συγχέονται με τις αποφάσεις, που αφορούν δάση, της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής.
Πράγματι, μόνο οι αποφάσεις της επί των Οικονομικών Γραμματείας και της δια της από 16.4/4.5.1842 δηλοποίησης της συσταθείσας Τριμελούς Επιτροπής, οι εκδοθείσες κατά τους τύπους και τη διαδικασία των άρθρων 1 και 3 του ΒΔ της 17.11.1836, με τις οποίες αναγνωρίζεται η κυριότητα ιδιώτη σε δάσος (που βρίσκεται εντός ή εκτός τσιφλικιού), αποτελούν νόμιμο τίτλο κατά του Δημοσίου, ο οποίος μπορεί να ανατρέψει το πιο πάνω τεκμήριο του άρθρου 3 του ως άνω ΒΔ (ΑΠ 573/2015).
Εξάλλου, ο από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Τέλος, κατά τον αριθμ. 19 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως για ελλείπεις, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, με το να μη διαλάβει αιτιολογίες, αναφορικά με το νομικό χαρακτηρισμό και τις έννομες συνέπειες των τριών αποφάσεων που εξέδωσε η Επιτροπή επί των κατά την Αττικήν και Εύβοιαν Οθωμανικών Κτημάτων, στις 14.3.1836, με τις οποίες επικυρώθηκαν οι αντίστοιχοι τίτλοι κυριότητας (χοτζέτια) των απώτατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων Ν.
Κ. και Γ. Μ. στ κτήμα Κ., ενώ παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου που απορρέει από τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 2παρ.1 και 5παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, με το να κρίνει ότι οι πιο πάνω αποφάσεις της Επιτροπής δεν επάγονταν καμία έννομη συνέπεια υπέρ των δικαιοπαρόχων τους, ως προς το δικαίωμα κυριότητάς τους στα παραπάνω ακίνητα, έναντι του Δημοσίου.
Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη , μόνον οι αποφάσεις της επί των Οικονομικών Γραμματείας και της δια της από 16.4/4.5.1842 δηλοποίησης της συσταθείσας Τριμελούς Επιτροπής, που εκδόθηκαν κατά τους τύπους και τη διαδικασία των άρθρων 1 και 3 του ΒΔ της 17.11.1836, με τις οποίες αναγνωρίζεται η κυριότητα ιδιώτη σε δάσος (που βρίσκεται εντός ή εκτός τσιφλικιού), αποτελούν νόμιμο τίτλο κατά του Δημοσίου, και όχι η διαδικασία που οριζόταν ενώπιον της "Επιτροπής των κατά την Εύβοιαν και Αττικήν κτημάτων", η οποία δεν αναπλήρωνε την έλλειψη τήρησης της διαδικασίας με τις συνέπειές της, που προέβλεπε το άρθρο 3 του ως άνω ΒΔ περί ιδιωτικών δασών.
Επομένως το Εφετείο που δέχθηκε ανελέγκως με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της (άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ), ότι "...για τη δασική έκταση αθροιζόμενης επιφάνειας 7.000 στρεμμάτων, εντός της οποίας βρίσκονται διάσπαρτα τα επίδικα ακίνητα, αθροιζόμενου εμβαδού 198 περίπου στρεμμάτων, επί των οποίων ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις ένδικες αγωγές τους να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητάς τους, δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 3 του ΒΔ της 17.11.1836 διαδικασία, η οποία δεν αναπληρώνεται από την προσκόμιση εκ μέρους των φερόμενων ως απώτερων δικαιοπαρόχων των εκκαλούντων (ήδη αναιρεσειόντων)...
χοτζετίων προς την αρμόδια <επί των κατά την Αττική και Εύβοιαν οθωμανικών κτημάτων Επιτροπή > και ότι έτσι αυτά περιήλθαν αυτοδικαίως στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, η οποία δεν καταλύθηκε με έκτακτη χρησικτησία από τους δικαιοπαρόχους των τελευταίων μέχρι τις 11.9.1915..." δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ’ αυτή πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της μη απόκτησης κυριότητας των απώτατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων και, συνακόλουθα ,των ίδιων στα επίδικα ακίνητα και της απόκτησης κυριότητας επ’ αυτών του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου.
Συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο αναίρεσης για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, αναφορικά με τα ανωτέρω ουσιώδη ζητήματα είναι απορριπτέες ως είναι απαράδεκτες, διότι πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). 7.
Στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1182/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στο Εφετείο (κατά τη σειρά επίκλησής τους) οι από τους αριθμούς 20, δπερ.β’ και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του:
α) παραμόρφωσε το περιεχόμενο των .../1954 και .../1955 συμβολαίων διανομής, με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι αυτά αφορούσαν στα επίδικα ακίνητα που κείνται στην ... β)παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ότι, δηλαδή, η διανομή που έγινε με το .../1954 συμβόλαιο αφορούσε μόνο το τμήμα του κτήματος Κ. στην περιοχή ...
και ότι ακολούθησε δεύτερη διανομή του 1/4 εξ αδιαιρέτου του όλου κτήματος μεταξύ των Κ. Ν. και του Δ. Τ. και, επίσης, ότι προβλήθηκαν αντιφατικοί ισχυρισμοί από τους ενάγοντες της τέταρτης από τις ένδικες αγωγές, σε σχέση με εκείνους που προβλήθηκαν από τους ενάγοντες των λοιπών τριών ένδικων αγωγών, ως προς τη διανομή που έγινε με το .../1954 συμβόλαιο και γ) με ψευδή και εσφαλμένη ερμηνεία του θεσπίσματος του Σουλτάνου του έτους 1829 έκρινε ότι όλα τα έγγραφα και συμβόλαια των ιδίων και των δικαιοπαρόχων τους από το έτος 1830 μέχρι το έτος 1938 αφορούσαν στη μεταβίβαση κυριότητας μόνο των γαιών πλήρους ιδιοκτησίας (μούλκια) του κτήματος Κ., με αποτέλεσμα να γίνει δεκτό ότι υπήρξε διακοπή της αλληλουχίας των κτητικών τίτλων κυριότητας των εναγόντων των παραπάνω αγωγών και ήδη αναιρεσειόντων και να απορριφθεί το αίτημα τους για την αναγνώριση της κυριότητας στα επίδικα ακίνητα που αποκτήθηκε, κατά τους ισχυρισμούς τους, με παράγωγο τρόπο.Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων των αναιρετικών πλημμελειών που προαναφέρθηκαν, πλήττει την εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας για πραγματικά γεγονότα, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561παρ.1 ΚΠολΔ).
Σε κάθε όμως περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι και αλυσιτελής, καθόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκε, το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, με την κύρια και ανεπιτυχώς πληττόμενη αναιρετικά αιτιολογία αυτής, ότι η ευρύτερη έκταση, εντός της οποίας κείνται τα επίδικα ακίνητα, αποτελούσε, κατά το κρίσιμο διάστημα των ετών 1830-1836, δάσος με ελάχιστα διάσπαρτα τμήματα χορτολιβαδικής έκτασης, η κυριότητα της οποίας περιήλθε πρωτοτύπως στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου, η οποία δεν ανατράπηκε στη συνέχεια με τη διαδικασία του Β.Δ.
της 17/29.11.1836 (για όλη τη δασική έκταση) και του Β.Δ. της 3/12.12.1833 (για τα λιβάδια, ακόμη και αν θεωρηθούν ως αυτοτελή), αλλά ούτε και καταλύθηκε αργότερα με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ, που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11.9.1915 και, συνεπώς, δεν μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επ’ αυτών με παράγωγο τρόπο, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες.
8. Με τη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 27ης Ιουνίου (9 Ιουλίου) 1832 και, ειδικότερα, με την έβδομη παράγραφο συμφωνήθηκε, όπως εντός προθεσμίας δεκαοκτώ μηνών από της χρονολογίας κατά την οποία θα τερματισθεί η οροθέτηση, όσοι από τους κατοίκους (Οθωμανούς) θέλουν να εγκαταλείψουν τα παραχωρηθέντα εδάφη έχουν το δικαίωμα να πουλήσουν τις ιδιοκτησίες τους, ειδική δε επιτροπή θα επιμεληθεί, ώστε οι πωλήσεις αυτές να μην γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης, με δε την πέμπτη και έκτη παράγραφο του Πρωτοκόλλου της 22ας Ιανουαρίου (3Φεβρουαρίου) 1830, επιτράπηκε στους μετανάστες Οθωμανούς η πώληση των ιδιοκτησιών που είχαν στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και ιδιωτικά δάση, αδιακρίτως αν αυτά βρίσκονταν εντός ή εκτός των μεγάλων αγροκτημάτων (τσιφλικιών).
Σε εκτέλεση των προαναφερθέντων Πρωτοκόλλων συστάθηκε η επί των Οθωμανικών Κτημάτων Εξεταστική Επιτροπή, η οποία, με την από 27 Δεκεμβρίου 1832 διακήρυξη της, υποδείκνυε προς τους αγοραστές (Έλληνες), να αποφεύγουν την αγορά βακουφιών, μαχλουλίων (εγκαταλελειμμένων κλπ.) γιατί αυτά περιέρχονταν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τις συμφωνίες του Λονδίνου και των τελούντων υπό τη μεσεγγύηση της Επιτροπής και την ανάγκη σύνταξης έγκυρων τουρκικών τίτλων πωλήσεως (χοτζετίων).
Οι αποφάσεις της Επιτροπής αυτής, που επιτελεί έργο της διοίκησης, ως προς τα κτήματα που κείνται στην Αττική, Εύβοια κλπ., οι οποίες εκδόθηκαν μετά την ισχύ του Β.Δ/τος της 17/29.11.1836, δεν είναι δυνατό να παραμερισθούν εντελώς. Εφόσον με αυτές αναγνωρίζεται η εγκυρότητα της μεταβίβασης εμπράγματων δικαιωμάτων από Οθωμανούς προς Έλληνες σε δάσος υφιστάμενο το 1836 και σε αυτές περιλαμβάνεται κρίση, μετά από σχετική έρευνα, για τη μη ύπαρξη απαίτησης του Δημοσίου επί της μεταβιβασθείσας δασικής έκτασης, οι οποίες μάλιστα κηρύσσονται εκτελεστές με πράξη της διοίκησης υπογεγραμμένη από τον επί των Εξωτερικών Γραμματέα της Επικρατείας και από τον Διευθυντή της επί των Οικονομικών Γραμματείας της Επικρατείας, τότε οι αγοραστές ιδιώτες, προβάλλοντας κατά του Δημοσίου δικαίωμα κυριότητας επί της δασικής έκτασης, που αποκτήθηκε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, μπορούν να επικαλεσθούν τις προαναφερθείσες αποφάσεις, ως στοιχεία που αποδεικνύουν την καλή τους πίστη, κατά την τριακονταετή, με διάνοια κυρίου, κατοχή του ειρημένου δάσους (ΑΠ 573/2015).
Εξάλλου, σύμφωνα με τις αναφερθείσες σε προηγούμενη σκέψη (υπ’ αριθμ.5) διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ’ αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Σύμφωνα δε, με τις διατάξεις των ν. 20,12 Πανδ.(5.8) ν.27 πανδ.(18.1), 10,15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 πανδ.(41.10), 109 Πανδ.(50.16) και 2παρ.7 και 1 Πανδ.(51.4) ως "καλή πίστη" θεωρούνταν η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ’ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρ. 18 και 21 του Ν. ΔΞΗ’ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ΝΔ της 22/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", συνάγεται ότι προκειμένου περί δημόσιων κτημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται και τα δημόσια δάση, για την κτήση επ’ αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε η τριακονταετής μη διάνοια κυρίου και καλή πίστη του νομέα να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915 (Ολ.
ΑΠ 75/1987). Αν δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις. Επομένως, στην περίπτωση χρησικτησίας δημόσιων δασικών εκτάσεων, η οποία συμπληρώθηκε πριν την 11-9-1915, δεν απαιτείται, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία στα δημόσια κτήματα και, συνεπώς, στα δημόσια δάση, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή υποβολή εκ μέρους του τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του Β.Δ.
της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 573/2015, ΑΠ 1249/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, με το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σε αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ως προς τη μη απόκτηση κυριότητας των αναιρεσειόντων στα επίδικα ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία, εξαιτίας της έλλειψης καλής των δικαιοπαρόχων τους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...
Επί
δε των δασικών αυτών και χορτολιβαδικών εκτάσεων, εντός των οποίων περιλαμβάνονταν πράγματι τα επίδικα ακίνητα, ούτε παραγώγως, ούτε πρωτοτύπως απέκτησαν κυριότητα, καταλύοντας εκείνη του Δημοσίου, οι άνω δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων και ιδίως οι Κ. Ο. Β., Ι. Σ., Ι. Ρ.-Σ., Ν. Σ., με έκτακτη χρησικτησία του βρδ μέχρι τις 11.09.1915 και ακολούθως, οι Α.
Ν., Κ. Ν. και οι ίδιοι εκκαλούντες, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στη δική τους νομή χρησικτησίας εκείνη των προκατόχων τους. Και τούτο διότι, όλοι οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων μέχρι τις 11.09.1915, είχαν πλήρη επίγνωση ότι στους τίτλους τους δεν περιλαμβάνονται τέτοιες εκτάσεις, δηλαδή δάσος και χορτολιβαδικές εκτάσεις-θερινές και χειμερινές βοσκές, ο δημόσιος χαρακτήρας των οποίων ήταν γνωστός σε όλους ήδη από την πρόσφατη τότε οθωμανική κυριαρχία και τις οποίες (δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις) οι ίδιοι επιδίωξαν να ιδιοποιηθούν, αφενός μεν ασκώντας εμφανείς πράξεις νομής με διάνοια κυρίου επί αυτών από το έτος 1837 και ενώ γνώριζαν ότι προσβάλλουν τα δικαιώματα κυριότητας του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, στο οποίο γνώριζαν ότι είχαν αυτές περιέλθει, όπως προκύπτει, εκτός άλλων, και από τα ...1877 .../1877 και .../1882 μισθωτήρια συμβόλαια του συμβολαιογράφου Γ.Α., με τα οποία αξίωναν με την απειλή χρηματικής ποινής από τους μισθωτές τους να εκχερσώνουν έκαστος ανά 15-30 στρέμματα ετησίως, ώστε να επεκτείνουν την ιδιοκτησία τους σε βάρος των δημοσίων χερσολιβαδικών εκτάσεων, αφετέρου δε, συμπεριλαμβάνοντας δασικές και χερσολιβαδικές εκτάσεις στους τίτλους τους σταδιακά από το έτος 1876, αρχής γενομένης με το ενδοοικογενειακό συμβόλαιο ...1876 του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.Α.
μεταξύ της μητέρας Χ. Σ. και του υιού της Ν. Σ. με την αόριστη αναφορά σε νομές, λιβάδια, ασβεστοκάμινο, λατομεία, δάσος και ακολούθως, με το πωλητήριο του επόμενου έτους 1877 της χήρας Χ. Σ. και των λοιπών κληρονόμων Σ. Ι. Ρ.-Σ., στο οποίο, με εξαίρεση τις προαναφερόμενες νομές, επανέλαβαν την πιο πάνω διευρυμένη και αόριστη περιγραφή, συμπεριλαμβάνοντας στο κτήμα Κ.
και λιβάδια, ασβεστοκάμινο, λατομεία και δάση, και στη συνέχεια, με το μεταγενέστερο ενδοοικογενειακό συμβόλαιο του έτους 1914, με το οποίο δώρισε η Ι. Κ. στα τρία τέκνα της το κτήμα Κ., με την ίδια πιο πάνω περιγραφή αποφεύγοντας μάλιστα να προσαρτήσει σ’ αυτό το σχεδιάγραμμα του Γάλλου μηχανικού A., που είχε εκπονηθεί κατ’ εντολήν της και παρουσίαζε το κτήμα Κ., ως εκτάσεως 12.713 στρεμμάτων, μολονότι το είχε στα χέρια της, επιφυλάσσοντας στους διαδόχους της την ευκαιρία να το χρησιμοποιήσουν σε ευθετότερο χρόνο, οπότε θα είχαν εκλείψει οι αποδείξεις για την πραγματική έκταση του κτήματος Κ.
και τέλος, με το ενδοοικογενειακό πωλητήριο του έτους 1938 μεταξύ του απωτέρου δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων-εναγόντων Κ. Ν. και της θετής του μητέρας Π. χήρας Α. Ν., με το οποίο διευρύνεται ακόμη περισσότερο η έκταση του κτήματος Κ., συμπεριλαμβάνοντας όλη τη δυτική πλαγιά του Υμηττού, αφού ως ανατολικό όριο του κτήματος τέθηκε η κορυφογραμμή του.
Συνεπώς, η ασκηθείσα νομή χρησικτησίας στη διευρυμένη αυτή έκταση, ήταν επιλήψιμη, αφού όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων, ιδίως από τον Κ. Χ. Β. και μετέπειτα είχαν πλήρη επίγνωση ότι με τη νομή με διάνοια κυρίου, που ασκούσαν επί της άνω έκτασης, προσέβαλαν τα δικαιώματα τρίτων και δη, του Ελληνικού Δημοσίου, Ειδικότερα, οι αρχικοί αγοραστές από αναχωρούντες οθωμανούς, Ν.Κ.
και Γ. Μ., που φέρονται να απέκτησαν 2,5 και 1,5 ζευγαριών αρόσιμης γης εκ του συνόλου 4 ζευγαριών του κτήματος Κ., με τα 315, 316 πωλητήρια έγγραφα -’ χοτζέτια’ ο πρώτος και με το 317 πωλητήριο έγγραφο -’ χοτζέτι’ , μαζί με εδάφη που χρησίμευαν για θερινές και χειμερινές βοσκές ο δεύτερος, γνώριζαν πολύ καλά, αφού έζησαν κατά τους χρόνους της οθωμανικής κυριαρχίας, τον δημόσιο χαρακτήρα τους (τόσο της αγροτικής γης, όσο και των χειμερινών και θερινών βοσκών) και ότι για την κτήση και τη μεταβίβαση της κυριότητάς τους απαιτείτο ‘ ταπί’ , το οποίο δεν διέθεταν.
Παρόλα αυτά, ο άνω Γ. Μ. μεταβίβασε στον Δ. Ο. μόνο την αρόσιμη γη 1,5 ζευγαριών που απέκτησε στον Κ., όχι όμως τις θερινές και χειμερινές βοσκές και ο τελευταίος (Δ. Ο.) γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει το απαιτούμενο ‘ ταπί’ για την κτήση κυριότητας ούτε της αρόσιμης γης 1,5 ζευγαριών στο κτήμα Κ., που φέρεται να απέκτησε, μαζί με τον πρώτο (Ν.Κ.) φέρονται να μεταβίβασαν τα 4 συνολικά ζευγάρια του κτήματος στον διάδοχο τους Ο.
Μ. Α., ο οποίος γνώριζε επίσης και από απλή ανάγνωση και αντιπαραβολή των τίτλων του, ότι σε κάθε περίπτωση, δεν απέκτησε θερινές και χειμερινές βοσκές, αφού τέτοιες δεν περιλαμβάνονται στους τίτλους του. Το ίδιο γνώριζε από απλή ανάγνωση και αντιπαραβολή των τίτλων του και ο Κ. Χ. Β. χωρίς να αναιρεί τη γνώση του αυτή η γνωμοδότηση του νομομαθούς Μ., την οποία αυτός ζήτησε πριν καταρτίσει το πιο πάνω συμβόλαιο, καθώς η γνωμοδότηση αφορούσε αφενός μεν την εγκυρότητα των αρχικών πωλήσεων από οθωμανούς προς τον Ν.Κ.
με τα πωλητήρια έγγραφα -’ χοτζέτια’ 315, 316 , αφετέρου δε την εγκυρότητα της πώλησης που έπεται της αρχικής (με το 317 πωλητήριο ‘ χοτζέτι) και έλαβε χώρα με την από 06.03.1831 μονομερή δήλωση του Γ. Μ. προς τον Δ. Ο. και είχε ως αντικείμενο τις αρόσιμες γαίες 1,5 ζευγαριού, χωρίς τις θερινές και χειμερινές βοσκές, (που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της πώλησης).
Ωστόσο, ο απώτερος δικαιοπάροχος των εκκαλούντων Κ. Χ. Β., αν και δικαιολογημένα, μετά την γνωμοδότηση αυτή, είχε την ειλικρινή πεποίθηση ότι με τους προαναφερόμενους τίτλους του, έχει αποκτήσει παραγώγως κυριότητα σε αγροτική γη 4 ζευγαριών (δημόσια γαία) και σε όσα κτήματα αποτελούσαν καθαρές (πλήρεις) ιδιοκτησίες, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, εν τούτοις, γνώριζε πολύ καλά και από την προαναφερόμενη γνωμοδότηση, που ο ίδιος είχε ζητήσει, ότι δεν έχει αποκτήσει με την προς αυτόν πώληση δικαιώματα κυριότητας σε λιβάδια, ασβεστοκάμινα, λατομεία και δάση, αφού τέτοιες εκτάσεις δεν περιλαμβάνονταν στους τίτλους του, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.
Πλην όμως, εκμεταλλευόμενος στη συνέχεια, την ....03.1836 απόφαση της ‘ επί των κατά την Αττικήν και Εύβοιαν οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής’ , την οποία τότε έλαβε στα χέρια του, με την οποία επικυρώθηκε η αρχική πώληση, που φέρεται να έλαβε χώρα με το 317 πωλητήριο έγγραφο-’ χοτζέτι’ και αφορούσε πώληση 1,5 ζευγαριού ομού μετά των χειμερινών και θερινών γαιών, σε συνδυασμό με την επί της απόφασης αυτής παρεμπίπτουσα κρίση της Επιτροπής περί ανυπαρξίας δικαιωμάτων του Δημοσίου, συνέλαβε το σχέδιο διεύρυνσης της ακίνητης ιδιοκτησίας του σε βάρος εκείνης του Ελληνικού Δημοσίου, την υλοποίηση του οποίου (σχεδίου) άρχισε ο ίδιος από το έτος 1837 με την εκμίσθωση δημοσίων δασικών εκτάσεων ως λατομείων, ασβεστοκαμίνων και βοσκησίμων τόπων και την ολοκλήρωσαν οι διάδοχοι του.
Έτσι, και οι μεταγενέστεροι διαδοχικοί αγοραστές του κτήματος Κ.ς, όπως ο ναύαρχος Σ., η Ι. Σ.-Ρ., Μ. Σ. και Α. Ν., ενώ γνώριζαν από την ανάγνωση και μόνο των τίτλων τους ότι δεν πωλήθηκαν και δεν μεταβιβάστηκαν εδάφη που χρησίμευαν για θερινές και χειμερινές βοσκές από τον αρχικό αγοραστή οθωμανικών κτημάτων Γ.
Μ. προς τον απώτερο δικαιοπάροχο τους Δ. Ο. και συνεπώς, ότι δεν μπορούσαν ούτε οι ίδιοι να αποκτήσουν την κυριότητα τέτοιων εκτάσεων (δασικών και χορτολιβαδικών) από τους άνω δικαιοπαρόχους τους, καθώς και ότι δεν προσκομίστηκε και μάλιστα μέσα σε ορισμένη προς τούτο προθεσμία ‘ ταπί’ , όπως όριζε το Β.Δ. 17/29.11.1836, που ακολούθησε τις επικυρωτικές αποφάσεις της Επιτροπής και επομένως, ότι δεν τους μεταβιβάστηκαν εδάφη δασικά και χορτολιβαδικά που χρησίμευαν ως βοσκές, με κακή πίστη, εκμεταλλευόμενοι και αυτοί αφενός μεν, το γεγονός ότι το αρχικό πωλητήριο έγγραφο ‘ χοτζέτι’ … αναφέρει πώληση 1,5 ζευγαριού ομού μετά των χειμερινών και θερινών βοσκών, (τα ...
περιορίζονται μόνο σε ζευγάρια) και ότι η πώληση αυτή με το πωλητήριο έγγραφο ‘ χοτζέτι’ … επικυρώθηκε με την 60/23.03.1836 απόφαση της άνω Επιτροπής, μολονότι οι εκτάσεις αυτές δεν είχαν περιληφθεί από τον φερόμενο αγοραστή τους Γ. Μ. στο μεταβιβαστικό από 06.03.1831 έγγραφο προς τον διάδοχο του και απώτερο δικαιοπάροχο των εκκαλούντων Δ.
Ο., αφετέρου δε, την διαχρονική ασύγγνωστη αμέλεια των εκάστοτε οργάνων του Δημοσίου, που παρέλειπαν να ελέγξουν τους τίτλους τους, πέτυχαν να επεκτείνουν το κτήμα Κ. σε βάρος της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σε όλη τη δυτική πλαγιά του Υμηττού, περιλαμβάνοντας σ’ αυτό εδάφη από τους φυσικούς πρόποδες {υπώρειες} αυτού μέχρι την κορυφογραμμή του, που ανέκαθεν αποτελούσαν δάση, καθώς και εδάφη που ανέκαθεν αποτελούσαν λιβάδια.
Για την επίτευξη του σκοπού τους, προσέθεσαν στην περιγραφή του μεταβιβαζομένου κτήματος ήδη από το ...1876 ενδοοικογενειακό (μεταξύ της Χ. Σ. και του υιού της Ν. Σ., ως πωλητή του 1/5 εξ αδιαιρέτου) μεταβιβαστικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Α. και νομές, λιβάδια, ασβεστοκάμινο, λατομεία και δάσος, ως αντικείμενο της πώλησης, ενώ με τα μεταγενέστερα συμβόλαια που κατάρτισαν το επόμενο έτος 1877, με εξαίρεση τις νομές, ακολούθησαν τη διευρυμένη περιγραφή του κτήματος, συμπεριλαμβάνοντας στο αντικείμενο της πώλησης λιβάδια, ασβεστοκάμινα, λατομεία και δάση, και τέλος, με το μεταβιβαστικό συμβόλαιο το 1938 μετατόπισαν το ανατολικό όριο από τους φυσικούς πρόποδες {υπώρειες} του Υμηττού στην κορυφογραμμή του, περιλαμβάνοντας έτσι στους τίτλους τους όλη τη δυτική πλαγιά του Υμηττού, χωρίς όμως να τους έχει μεταβιβασθεί η εδαφική αυτή έκταση από κύριο, αφού αυτή ανήκε ανέκαθεν από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους στο Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο περιήλθε πρωτοτύπως (αυτοδικαίως) με κυριαρχικό δικαίωμα (με βάση την προαναφερόμενη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και τα προαναφερόμενα Πρωτόκολλα του Λονδίνου) από το μέχρι τότε κύριο αυτών Οθωμανικό Δημόσιο, γεγονός που γνώριζαν.
Με βάση τα προαναφερόμενοι no. κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, καταλύθηκε με έκτακτη χρησικτησία του βρδ που συμπληρώθηκε μέχρι 11.09.1915, μόνο επί των 400 στρεμμάτων αγροτικής έκτασης, (στα οποία, όμως, δεν περιλαμβάνονται τα επίδικα ακίνητα) .....Αντιθέτως, η κυριότητα του Δημοσίου επί της ευρύτερης δασικής και χορτολιβαδικής έκτασης, εντός της οποίας αποδείχθηκε ότι βρίσκονται τα επίδικα ακίνητα, δεν καταλύθηκε ούτε και με έκτακτη χρησικτησία συμπληρωθείσα έως τις 11.09.1915, αφού οι επικαλούμενες από τους εκκαλούντες εμφανείς υλικές πράξεις νομής, ακόμη και όσες από αυτές προσιδιάζουν σε δάσος ή σε λιβάδι, όπως λ.χ.
η ρητινοσυλλογή, η ασβεστοκαμίνευση ή η βόσκηση ποιμνίου, όλων των δικαιοπαρόχων τους, αρχής γενομένης από τον Κ. Ο. Β., (οι προηγούμενοι δικαιοπάροχοι όπως προαναφέρεται, δεν προέβησαν σε εμφανείς υλικές πράξεις νομής επί της έκτασης αυτής, ούτε και σε μεταβίβαση της κυριότητάς της), ασκήθηκαν με κακή πίστη.
Γνώριζαν, δηλαδή, πολύ καλά όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων ότι με την άσκηση της νομής τους προσέβαλαν δικαιώματα κυριότητας τρίτων και δη, του Ελληνικού Δημοσίου, αφού μολονότι είχαν εκδοθεί τα β.δ.3/12.12.1833 περί λιβαδιών και β.δ. 17/29.11.1836 περί δασών, με τα οποία κλήθηκαν να προσκομίσουν ‘ ταπί’ οι ιδιοκτήτες λιβαδιών και δασών και μάλιστα εντός ανατρεπτικής προθεσμίας οι δεύτεροι, τέτοιοι τίτλοι δεν προσκομίστηκαν.
Και ναι μεν η προσκόμισή τους δεν ήταν απαραίτητη για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του βρδ επί δασικής έκτασης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, ωστόσο η παράλειψη προσκόμισής τους και η γνώση της παράλειψης αυτής υποδηλώνει κακή πίστη και επιλήψιμη νομή, που εμπόδιζε την κτήση κυριότητας με χρησικτησία του βρδ καταλύοντας εκείνη του Δημοσίου.
Το γεγονός δε ότι δικαιοπάροχοι των εκκαλούντων, όπως ο ναύαρχος Ι. Σ. και η Ι., από το γένος Ρ., σύζυγος του Α. Σ., γραμματέως του πρωθυπουργού Δ. και πληρεξούσιου υπουργού, αλλά και ο ομογενής εκ ... και κάτοικος ... κτηματίας Μ. Σ., φέρονται ως σημαίνουσες φυσιογνωμίες της εποχής τους, όχι μόνο δεν αναιρεί την κρίση αυτή του δικαστηρίου, ότι δηλαδή επιχείρησαν την καταπάτηση των επιδίκων δημοσίων εκτάσεων, αλλά αντιθέτως, οι προαναφερόμενες ιδιότητες επιτείνουν την κακοπιστία των δικαιοπαρόχων αυτών, αφού εκ της επιφανούς θέσης τους γνώριζαν πολύ καλά τον δημόσιο χαρακτήρα των δασικών αυτών και χορτολιβαδικών εκτάσεων, ήδη από την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, καθώς και την έλλειψη της κυριότητάς τους επί των εκτάσεων αυτών, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στους τίτλους τους και τις οποίες συμπεριέλαβαν σ’ αυτούς σκόπιμα για πρώτη φορά κατά τα έτη 1876-1877 και μεταγενέστερα, ενώ ενισχύεται η κρίση αυτή του δικαστηρίου και εκ του γεγονότος ότι λόγω της σημαίνουσας θέσης και ιδιότητας τους, προέβαιναν στις ανωτέρω ενέργειες χωρίς τον απαιτούμενο έλεγχο από τα αρμόδια όργανα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία σημειωτέον διαχρονικά επέδειξαν ασύγγνωστη αμέλεια σχετικά με τον έλεγχο των τίτλων των εκκαλούντων, όπως διέγνωσε και η απόφαση ΕφΑΘ 4910/1977 (αδημ.
προσκομιζ.), που έκρινε όμοια μεταξύ των ίδιων διαδίκων για όμορες προς τα επίδικα, εδαφικές εκτάσεις του ..........Επομένως δεν αποδείχθηκε από τους εκκαλούντες, που έφεραν και το σχετικό βάρος, ότι οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι τους κατέλυσαν με έκτακτη χρησικτησία του β.ρ.δ. μέχρι τις 11.09.1915, την κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί των επιδίκων ακινήτων......".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη ουσιαστικές διατάξεις του ΒΡΔ, ως προς την έννοια της καλής πίστης που απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί δημόσιων δασών που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11.9.1915. Επομένως ο έκτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αποριπτέος ως αβάσιμος.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο λόγο και αναφέρονται σε πραγματικά και νομικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων υπέρ της άποψής τους για την ύπαρξη καλής πίστης των δικαιοπαρόχων τους συνέχονται με την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το Εφετείο και συνεπώς είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτες, διότι πλήττουν την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
9. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, επειδή δεν προσδιορίζει: α) ποια ήταν τα όρια του δάσους ή της δασικής έκτασης, εντός των οποίων ενέπιπταν ποια από τα επίδικα ακίνητα β) ποια ήταν τα όρια των χορτολιβαδικών και βοσκήσιμων γαιών, εντός των οποίων ενέπιπταν ποια από τα επίδικα ακίνητα γ) πως ακριβώς ορίζονταν κατά θέση και περίμετρο,τα έτη 1830-1836, οι γαίες καθαρής ιδιοκτησίας και οι αγροτικές και καλλιεργούμενες γαίες δ) που ακριβώς βρίσκονταν τα επίδικα ακίνητα, σε σχέση με τα 400 στρέμματα αγροτικής γης που αποκτήθηκαν από τους δικαιοπαρόχους τους με πρωτότυπο τρόπο ε) εάν υπήρχαν επίδικα ακίνητα άνω του υψομέτρου των 200 μέτρων που, όπως έγινε δεκτό, καλύπτονταν εν όλω ή εν μέρει από δασική βλάστηση και ποια από τα επίδικα ακίνητα υπήρχαν εκεί στ) εάν υπήρχαν τέτοια ακίνητα μεταξύ του υψομέτρου των 177-200 μέτρων που, όπως έγινε επίσης δεκτό, δεν επέτρεπε την ανάπτυξη άγριων ξυλωδών φυτών και ποια από τα επίδικα ακίνητα υπήρχαν εκεί και ζ) εάν υπήρχαν τέτοια ακίνητα κάτω του υψομέτρου των 177 μέτρων και σε ποιο υψόμετρο βρισκόταν το χαμηλότερο από τα επίδικα ακίνητα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν αναφέρονται σε ζητήματα με την έννοια που προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, αλλά ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο. Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι και αλυσιτελής, αφού, κατά τις προαναφερόμενες σαφείς και ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έγινε δεκτό ότι τα επίδικα ακίνητα δεν περιλαμβάνονται εντός των 400 στρεμμάτων του κτήματος Κ. (τα οποία περιήλθαν στην κυριότητα των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων, κατά τα προεκτεθέντα, με έκτακτη χρησικτησία), θέμα που αναφερόταν στην ιστορική βάση των ένδικων αγωγών των αναιρεσειόντων, για το οποίο είχε διαταχθεί απόδειξη σε βάρος τους με την 269/1991 πράξη και την 703/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αλλά και από τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων) και το οποίο, όπως δέχθηκε, επίσης ανελέγκτως, το Εφετείο αυτοί δεν απέδειξαν.
10. Κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 7/2002, 17/1995), μόνη δε η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δε θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς, όχι δε κατ’ ανάγκην και αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, επιβεβλημένη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 269 ΚΠολΔ μέσα επίθεσης και αμύνης προβάλλονται με τις προτάσεις, διαφορετικά είναι απαράδεκτα. Το απαράδεκτο αυτό δεν ισχύει για τους ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή που μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 262 παρ. 1 και 269 παρ. 2 περ.
α’ του ΚΠολΔ και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι για την πληρότητα της ένστασης ή της αντένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και το παραδεκτό, σε σχέση με το χρόνο προβολής τους, πρέπει, αφενός να προταθούν κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υπόθεσης από τον ενιστάμενο τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση και να γίνει επίκληση της κατάχρησης που προκύπτει από τα περιστατικά αυτά και, αφετέρου να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αντικρουόμενης αξίωσης, ως ασκούμενης καταχρηστικά και επομένως παράνομα (ΑΠ 1804/2006, ΑΠ 1799/2006).
Διαφορετικά, αν δεν υπάρχει τέτοιο αίτημα, η ένσταση ή η αντένσταση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΟλΑΠ 472/1983, ΑΠ 623/2013). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, κατά την οποία "είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης....2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269..." συνάγεται, ότι ο εκκαλών παραδεκτώς προτείνει και ισχυρισμούς, που δεν πρότεινε ή πρότεινε απαραδέκτως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 527παρ.2 και 3 ΚΠολΔ.
Έτσι, μπορεί να προτείνει, με την έφεσή του, για πρώτη φορά, και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκε κανόνας δικαίου οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Τέλος, ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 14/2004).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1182/2012). Στην προκείμενη περίπτωση με τον όγδοο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση των από τους αριθμούς 1,8,11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμελειών, μέμφονται το Εφετείο, διότι: 1) ερμήνευσε ψευδώς τις διατάξεις των άρθρων 4,17παρ.1 και 93 του Συντάγματος, του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και του πρώτου πρωτοκόλλου αυτής, καθώς και του άρθρου 281 ΑΚ, με αποτέλεσμα να απορρίψει τους ισχυρισμούς που πρόβαλαν με τον ένατο λόγο της έφεσής τους, οι οποίοι συνίσταντο στο ότι:
α) παραβίασε τη συνταγματική αρχή της ισότητας, με το να απορρίψει τις ένδικες αγωγές τους, κρίνοντας ότι τα επίδικα ακίνητα, ιδιοκτησίας μόνον όσων τυγχάνουν κληρονόμοι των Κ. και Α. Ν., έκτασης 198.000.000τ.μ., είναι δήθεν δημόσια κτήματα, χωρίς να λάβει υπόψη το γεγονός ότι άλλα όμορα με τα επίδικα ακίνητα, έκτασης 4.500.000 τ.μ.
που κατέχονται από τρίτους και προέρχονται από τον ίδιο τίτλο αγοράς του κτήματος Κ. δεν εθίγησαν από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο παρέλειψε να τα διεκδικήσει, με αποτέλεσμα την άνιση μεταχείρισή τους και την προσβολή του δικαιώματος κυριότητας, χρήσης και κάρπωσης των επιδίκων β) παραβίασε την αρχή της δίκαιης δίκης, με το να κρίνει εσφαλμένα ότι η έκταση του κτήματος Κ.
των 4 ζευγαριών ήταν πράγματι 400 στρέμματα, εντός των οποίων βρίσκονταν οι θερινές και χειμερινές βοσκές, ενώ είχε αποδειχθεί πλήρως ότι η εντός των επακριβώς περιγραφέντων ορίων έκταση του εν λόγω κτήματος ήταν 12.000 περίπου στρέμματα, όπως τούτο επιβεβαιώθηκε από τις φορολογικές δηλώσεις των ιδιοκτητών του κτήματος, τις απαλλοτριώσεις τμημάτων αυτού, αναγνωρίσεις και ομολογίες του Δημοσίου που, αν και τέθηκαν υπόψη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αγνοήθηκαν ή υποβαθμίστηκαν ανεπίτρεπτα 2) δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με την παρ. 3 του ένατου λόγου της έφεσής τους ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί παραβίασης του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ για την παροχή δίκαιης δίκης και 3) παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστο τον ένατο λόγο της έφεσής του, αφού από όλο το περιεχόμενο αυτού καθίστατο πρόδηλη η αναφορά στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή, στην άσκηση από το αναιρεσίβλητο Δημόσιο του δήθεν δικαιώματος κυριότητάς του στα επίδικα ακίνητα το έτος 1984, το πρώτον μετά από 163 έτη από την απελευθέρωση της χώρας, κατά προφανή υπέρβαση των συνταγματικών ορίων που επιβάλλουν το σεβασμό της ατομικής ιδιοκτησίας και τον μέχρι τότε απόλυτο σεβασμό που επιδείκνυε απέναντι στην ιδιοκτησία τους.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως προς τις υπό στοιχεία Ια’ και 1β" αποδιδόμενες πλημμέλειες, οι οποίες, όπως από το όλο περιεχόμενο τους προκύπτει, συντελέστηκαν με την εσφαλμένη (κατά τους αναιρεσείοντες) εκτίμηση των θεμελιούντων τον ένατο λόγο της έφεσής τους πραγματικών γεγονότων και του περιεχομένου των διαλαμβανομένων σ’ αυτόν εγγράφων είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία επιτρεπτώς προβαίνει, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, οΆρειος Πάγος, αναφορικά με τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί παραβίασης, μεταξύ άλλων, της αρχής της δίκαιης δίκης διαλαμβάνονται τα εξής: "Περαιτέρω, με τον 9° λόγο έφεσης οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι παραβιάσθηκαν από την εκκαλουμένη απόφαση οι υπερνομοθετικές θεμελιώδεις αρχές .......της δίκαιης δίκης, που καθιερώνουν τα άρθρα......20 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με την ΕΣΔΑ και αναπτύσσοντας τριτενέργεια, επιβάλλουν την τήρηση τους όχι μόνον από τη διοίκηση, ως φορέα κρατικής εξουσίας, αλλά αντανακλαστικά και από τη δικαιοσύνη, επειδή απέρριψε τις αναγνωριστικές της κυριότητας των επιδίκων ακινήτων αγωγές τους, κατά ουσιαστική παραδοχήν της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, αν και τέθηκε υπόψη του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ενεργώντας ως fiscus, δεν διεκδικεί από τρίτους αγοραστές, σε αντίθεση με τα επίδικα, τα πωληθέντα σε αυτούς από τους κληρονόμους Κ.
Ν. ακίνητα, συνολικού εμβαδού 4.500 στρεμμάτων, μολονότι και αυτά προέρχονται από το ίδιο κτήμα Κ......η παραβίαση των θεμελιωδών αυτών αρχών δεν ιδρύει αυτοτελή λόγο έφεσης, αλλά προϋποθέτει την ύπαρξη λόγου έφεσης για εσφαλμένη από το δικαστήριο εφαρμογή νόμου, που παραβιάζει τις θεμελιώδεις αυτές αρχές του Συντάγματο5 ή για εσφαλμένη από το δικαστήριο παραδοχή είτε αντισυνταγματικής διοικητικής πράξης είτε ενδίκου βοηθήματος, που ασκήθηκε τον αντίδικο του εκκαλούντος καθ’ υπέρβαση των άνω θεμελιωδών αρχών.....".
Συνεπώς ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, ως προς την υπ’ αριθμ. 2 αποδιδόμενη πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ο σχετικός ισχυρισμός των αναιρεσειόντων λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε. Τέλος, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης, αναφορικά με την υπ’ αριθμ. 3 αποδιδόμενη πλημμέλεια, δεδομένου ότι κατά την παράθεσή του στο αναιρετήριο εκτίθεται μεν ότι ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος κυριότητας του αναιρεσιβλήτου προβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες με τον ένατο λόγο της έφεσής τους, πλην όμως δεν διαλαμβάνονται όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται για την πληρότητα και το παραδεκτό του ισχυρισμού αυτού, δηλαδή, ότι προβλήθηκε νόμιμα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την πρόταση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την κατάχρηση, με την επίκληση της κατάχρησης που προκύπτει από τα περιστατικά αυτά και με τη διατύπωση αιτήματος απόρριψης της αντικρουόμενης αξίωσης, ως ασκούμενης καταχρηστικά και επομένως παράνομα, ώστε να θεωρείται νόμιμη η επαναφορά του ενώπιον του Εφετείου ή αν προβλήθηκε, το πρώτον, στην κατ’ έφεση δίκη, οπότε απαιτείτο η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη.
11. Με το άρθρο 12 του ν. 3208/2003 ορίζεται ότι "1. Μεταβιβάσεις εν ζωή ή αιτία θανάτου ακινήτων που εμφανίζονται με αγροτική μορφή στις αεροφωτογραφίες των ετών λήψης 1945 ή 1960 θεωρούνται έγκυρες και ισχυρές έναντι του Δημοσίου, ανεξάρτητα από τη μορφή που απέκτησαν τα ακίνητα αυτά αργότερα, εφόσον οι σχετικοί τίτλοι ανάγονται σε ημερομηνία πριν από την 23η Φεβρουαρίου 1946 και έχουν μεταγραφεί. 2. ...3.
Η διαχείριση των εκτάσεων της πρώτης παραγράφου που εμφανίζουν τη μορφή δάσους, κατά την έννοια των άρθρων 3 παράγραφος 1 και 67 παράγραφος 4 περίπτωση α του Ν. 998/1979, όπως ισχύουν, διέπεται από τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας". Περαιτέρω, στην παρ. 8 του άρθρου 21 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "8. Εκτάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 12 και δεν εμπίπτουν στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, δεν υπάγονται στις διατάξεις του δασικού νόμου, εφόσον εμφανίζουν στην αεροφωτογραφία των ετών 1945 ή 1960 αγροτική μορφή".
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ανεξαρτήτως της συνταγματικότητάς τους, αναγκαία νόμιμη προϋπόθεση για την μη υπαγωγή των εκτάσεων τις οποίες αφορούν στο δασικό νόμο, είναι οι εκτάσεις αυτές να εμφανίζουν στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 ή 1960 αγροτική μορφή (ΣΤΕ 2937/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δέκατο, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι ερμήνευσε ψευδώς τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 3208/2003, που θεσπίστηκε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας των ένδικων αγωγών τους και πριν από την έκδοση της 5309/2011 πρωτόδικης απόφασης, την οποία (διάταξη) και δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι ανάμεσα στους μεταβιβαστικούς τίτλους που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες για τα επίδικα ακίνητα ενώπιον των διοικητικών και δικαστικών αρχών είναι και τα .../1938 και .../1922 νόμιμα μεταγεγραμμένα συμβόλαια των συμβολαιογράφων Αθηνών I.
Κ. και Β. Λ., αντίστοιχα, τα οποία ανάγονται σε προγενέστερο της 23/2/1946 χρόνο, ενώ από τις αεροφωτογραφίες του ΓΥΣ των ετών 1929 και 1938 όλου του κτήματος Κ., σε συνδυασμό με την 111184/1953 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα με τη γραμμή αποτερματισμού δάσους, καθώς και με τη χωροθέτηση των επιδίκων στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα προέκυπτε ότι όλα ανεξαιρέτως τα επίδικα ακίνητα εμφανίζονταν με αγροτική μορφή, με αποτέλεσμα να απορριφθεί με την προσβαλλόμενη απόφαση ο όγδοος λόγος της έφεσής τους, με τον οποίο επανέφεραν το σχετικό ισχυρισμό που είχαν προβάλει και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, κατά τα ήδη εκτεθέντα, δεν συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση όλες οι προϋποθέσεις που τάσσονται από την προαναφερόμενη διάταξη για την εφαρμογή της, δηλαδή, η λήψη αεροφωτογραφιών των επιδίκων κατά τα κρίσιμα έτη 1945 ή 1960 και η ύπαρξη αγροτικής μορφής αυτών κατά τα παραπάνω έτη.
Συνεπώς το Εφετείο που έκρινε ομοίως με σχετική επάλληλη αιτιολογία δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αναίρεσης είναι και αλυσιτελής, αφού δεν πλήττει επιτυχώς την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί μη απόδειξης του επικαλούμενου δικαιώματος κυριότητας των αναιρεσειόντων επί των επίδικων ακινήτων (που, όπως έγινε δεκτό, αποτελούσαν δάσος με ελάχιστα τμήματα χορτολιβαδικής έκτασης) με έκτακτη χρησικτησία μέχρι τις 11/9/1915 και της, εντεύθεν, μη κατάλυσης της κυριότητας του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου επ’ αυτών.
12. Με το άρθρο 4 του Ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα εξής: "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:
α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-02-1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α’ και β’ προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ" (παρ.1). "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ..
Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31-12-2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή" (παρ. 2). Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου".
που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926, και του άρθρου 21 του Ν.Δ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του Α Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της εκτάκτου χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου.
Έτσι, κατ’ εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, επιτρέπεται η απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περ.
α’ και β’ του ίδιου άρθρου και όχι εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου το νέμεται αδιατάρακτα επί τριάντα έτη, οποτεδήποτε, πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του.
Η έννοια του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά τον νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.
Η παρενόχληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο (Ολ ΑΠ 11/2015). Τέτοιος δε νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι, μεταξύ άλλων, η έκδοση και κοινοποίηση πρωτοκόλλου κατάληψης, αφού με την κοινοποίηση αυτού γνωστοποιεί το Δημόσιο στον νεμόμενο το δημόσιο κτήμα ότι είναι κατά το νόμο ο αληθής νομέας του.
Συνεπώς, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, αν το Δημόσιο κοινοποιήσει σ’ εκείνον που νέμεται, έστω και με καλή πίστη, το δημόσιο κτήμα πρωτόκολλο κατάληψης αυτού, από την κοινοποίηση αυτή ο νεμόμενος το δημόσιο κτήμα παύει να το νέμεται αδιαταράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο, αφού παρενοχλείται και διαταράσσεται από το τευλευταίο που είναι ex lege αληθής νομέας του εν λόγω κτήματος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ,Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση ή μη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που (ανελέγκτως) δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε, αναφορικά με τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων που πρόβαλαν πρωτοδίκως και επανέλαβαν με το σχετικό λόγο της έφεσής τους, περί εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση της διάταξης του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, που θεσπίστηκε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας στον πρώτο βαθμό, τα εξής: "Με το Β σκέλος του ίδιου 8ου λόγου έφεσης παραπονούνται οι εκκαλούντες ότι έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου η εκκαλουμένη απόφαση, επειδή δεν δέχτηκε τις ένδικες τέσσερις αγωγές τους (έτους κατάθεσης 1987 οι τρείς πρώτες και 1993 η τέταρτη), κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 παρ.1 του ν.3127/2003, μολονότι οι προϋποθέσεις του νόμου αυτού, που θεσπίστηκε διαρκούσης της εκκρεμοδικίας στον πρώτο βαθμό και τα απαιτούμενα για την εφαρμογή του στοιχεία, συνέτρεχαν και εμπεριέχονται στις ίδιες ένδικες αγωγές.
Ο λόγος, όμως, αυτός (8°^) έφεσης και ως προς το Β σκέλος του, είναι επίσης απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθώς ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εφάρμοσε τον μεταγενέστερο αυτόν νόμο, ο οποίος θεσπίστηκε διαρκούσης της εκκρεμοδικίας των ενδίκων αγωγών, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθόσον, όπως ιστορείται σε όλες τις ένδικες αναγνωριστικές της κυριότητας αγωγές, τα αστικά ακίνητα που αποτελούν το αντικείμενο τους, έχουν καταληφθεί από το Δημόσιο ήδη από τα έτη 1984 και 1985, οπότε εκδόθηκαν και τα σχετικά Πρωτόκολλα Κατάληψης, τα οποία μάλιστα ενσωματώνονται στις αγωγές και συνεπώς, οι εκκαλούντες-ενάγοντες δεν νέμονταν αδιατάρακτα επί συνεχή 30ετία ή 10ετία μέχρι την έναρξη, στις 19.03.2003, της ισχύος του ν.3127/2003 τα επίδικα ακίνητα, που είναι προϋπόθεση εφαρμογής του νόμου αυτού σε αμφότερες τις προβλεπόμενες υπό τα στοιχεία α’ και β’ περιπτώσεις αλλά είχαν ήδη από 20ετίας περίπου πριν την έναρξη της ισχύος του (19.03.2003) αποβληθεί από τα ακίνητα αυτά." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον προαναφερόμενο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ότι, δηλαδή, οι τελευταίοι δεν νέμονταν αδιαταράκτως τα επίδικα ακίνητα, μέχρι την ισχύ του Ν. 3127/2003, αφού αυτά ήδη από τα έτη 1984 και 1985 έχουν καταληφθεί από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, οπότε και εκδόθηκαν τα σχετικά πρωτόκολλα κατάληψης, τα οποία ενσωματώθηκαν στις ένδικες αγωγές και ότι, κατά συνέπεια, δεν κατέστησαν κύριοι των επίδικων δημόσιων κτημάτων με έκτακτη χρησικτησία, αφού δεν συνέτρεξαν οι αθροιστικώς προς τούτο απαιτούμενες προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1β’ του νόμου 3127/2003, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου αυτού.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον δέκατο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της προαναφερθείσας ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 4 παρ. 1β’ του Ν. 3127/2003 τους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. 13.
Κατά το άρθρο 338 παρ.1 του ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Επίσης, κατά το άρθρο 338 παρ. 2 ΚΠολΔ, όταν ο νόμος προβλέπει κάποιο τεκμήριο για την ύπαρξη πραγματικού γεγονότος ή κατάστασης, ο διάδικος υπέρ του οποίου έχει ταχθεί το τεκμήριο αρκεί να επικαλεσθεί τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ανυψωθεί σε προϋποθέσεις του τεκμηρίου (βάση του τεκμηρίου) και, εφόσον ο αντίδικος του τα αρνείται, να τα αποδείξει.
Αν ο αντίδικος επικαλείται το εναντίον του συναγομένου δια του τεκμηρίου, το οποίο αποτελεί κανόνα δικαίου, αυτός φέρει το βάρος της απόδειξης και οφείλει να αποδείξει, κατά κυρία απόδειξη, το αντίθετο του τεκμαρτώς συναγομένου, καθόσον η ανατροπή του τεκμαιρόμενου γεγονότος αποτελεί κύρια απόδειξη και όχι ανταπόδειξη (ΟλΑΠ 21/1998).
Περαιτέρω, το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής πεποίθησης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, ενώ το αντικειμενικό προσδιορίζει το διάδικο που φέρει τον κίνδυνο, στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του υποκειμενικού βάρους απόδειξης, που θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης (ΑΠ 2305/2009). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1045 και 1054 Α.Κ, προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι ορισμένο πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας συνιστά ένσταση του αντιδίκου του επικαλούμενου κτήση κυριότητας με χρησικτησία (ΑΠ 977/2007) που είναι διακωλυτική του επικαλουμένου με την αγωγή δικαιώματος κυριότητος του ενάγοντα στο επίδικο και πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο, αφού ούτε από το δικαστήριο λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Τούτο συμβαίνει και όταν εναγόμενο είναι το Δημόσιο, το οποίο επίσης πρέπει να επικαλεσθεί και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξει, ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας, διότι περιήλθε σ’ αυτό με κάποιο νόμιμο τρόπο, τον οποίο πρέπει συγκεκριμένα να προσδιορίζει για να είναι ορισμένη η σχετική ένσταση του.
Η απλή άρνηση από τον ενάγοντα της ένστασης ανεπίδεκτου χρησικτησίας του επιδίκου, λόγω απόκτησης κυριότητας από τον ίδιο, την οποία προβάλλει το εναγόμενο Δημόσιο δεν καθιστά την αγωγή αόριστη, αλλά υποχρεώνει το Δημόσιο σε απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν τη δική του κυριότητα στο επίδικο.
Εάν το Δημόσιο προβάλλει ότι το επίδικο είναι δημόσιο δάσος που περιήλθε σ’ αυτό ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει επ’ αυτού κυριότητα, ο ενάγων μπορεί να αρκεστεί στην άρνηση της ιδιότητας του επιδίκου ως δάσους, προς απόκρουση του ισχυρισμού της κυριότητος του Δημοσίου σε αυτό, πλην όμως, λόγω του υφισταμένου τεκμηρίου κυριότητας, βαρύνεται με την απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι το επίδικο δεν φέρει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης (ΑΠ 712/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις περί κατανομής του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, ως προς την απόδειξη της προβληθείσας από το αναιρεσίβλητο ένστασης ιδίας κυριότητας των επίδικων ακινήτων, ως τμημάτων μεγαλύτερης έκτασης που ήταν δάσος ή λιβάδι ή βοσκότοπος, εκ του ότι εσφαλμένα αξίωσε από τους αναιρεσείοντες να αποδείξουν ότι τα πιο πάνω ακίνητα δεν ήταν δάσος πριν από το έτος 1821 ή λιβάδι ή βοσκότοπος, με αποτέλεσμα να απορριφθούν, ελλείψει αποδείξεων, οι αγωγικοί ισχυρισμοί τους περί απόκτησης κυριότητας στα επίδικα ακίνητα (τα οποία, κατ’ αυτούς, κείνται εκτός του δάσους και της δασικής έκτασης του κτήματος Κ.), τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο.
Σύμφωνα, όμως, με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, εξαιτίας του υφισταμένου (μαχητού) τεκμηρίου κυριότητας του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου στα επίδικα ακίνητα, ως δάσους, οι αναιρεσείοντες βαρύνονταν με την απόδειξη του αρνητικού τους ισχυρισμού ότι τα εν λόγω ακίνητα δεν φέρουν δασικό χαρακτήρα, για την ανατροπή του πιο πάνω τεκμηρίου, βάρος στο οποίο τελικά δεν ανταποκρίθηκαν.
Επομένως το Εφετείο που έκρινε ομοίως δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 13 ΚΠολΔ πλημμέλεια και πρέπει να απορριφθεί ο ενδέκατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα. 14. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ.β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί του αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013).
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ’ ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1455/2009).Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 258/2010).
Καμμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 2/2008), ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο(ΟλΑΠ 14/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 240/2011, ΑΠ 251/2011).
Ειδικότερα, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η ομολογία, δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339 και 352 ΚΠολΔ), ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται κατά το άρθρο 352 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ελεύθερα, από έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο στο Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ εξάλλου δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.
γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με τον λόγο αναίρεσης που προβάλλει ο αναιρεσείων, συνάγεται εξώδικη ομολογία (ΑΠ 297/2009, ΑΠ 1465/1997). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δωδέκατο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στις από τους αριθμούς 8,11,1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι:
α) δεν έλαβε υπόψη όσα είχαν εκθέσει στις ένδικες αγωγές και στις προτάσεις τους, αναφορικά με τις δηλώσεις, έγγραφα και πράξεις των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, με τα οποία είχε ομολογήσει, άμεσα ή έμμεσα, τη μη ύπαρξη δικαιώματος κυριότητάς του στο κτήμα Κ. και είχε αναγνωρίσει ότι νόμιμοι κύριοι του πιο πάνω κτήματος, τμήματα του οποίου αποτελούν τα επίδικα ακίνητα, ήταν αρχικά οι Ν.
Κ. και Γ. Μ. που το είχαν αγοράσει από Οθωμανούς το έτος 1830 και μετέπειτα οι εκάστοτε δικαιοδόχοι των αναιρεσειόντων μέχρι να περιέλθει η κυριότητα στους ίδιους (αναιρεσείοντες), επιτρέποντας μάλιστα τη μεταβίβαση του κτήματος από τον εκάστοτε κύριο στον διάδοχο του ή την υποθήκευσή του, με βάση τα όρια που περιγράφονταν στα αντίστοιχα μεταβιβαστικά συμβόλαια και την αναφερόμενη στο από 10.7.1877 σχεδιάγραμμα του Γάλλου μηχανικού S. A.
έκταση αυτού εκ 12.713,875 στρεμμάτων β) δεν έλαβε υπόψη τις (εξώδικες) ομολογίες και αναγνωρίσεις του αναιρεσιβλήτου, ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, που προέκυπταν από τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι ίδιοι, όπως αυτά ειδικότερα εκτίθενται στο λόγο αναίρεσης ( άδειες του Υπουργείου Γεωργίας και Γνωμοδοτήσεις του Συμβουλίου Κτημάτων του παραπάνω Υπουργείου για την πώληση του κτήματος Κ.
μετά από αιτήσεις διαφόρων πωλητών και αδιάλειπτη σειρά νομίμως μεταγεγραμμένων μεταβιβαστικών συμβολαίων αυτού) γ) με το να μη λάβει υπόψη τις προαναφερόμενες ομολογίες και αναγνωρίσεις του αναιρεσιβλήτου ως προς τα ίδια πιο πάνω (υπό στοιχείο α’ ) ζητήματα προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 4, 17παρ.1, 25παρ.1 και 93παρ.3 του Συντάγματος, 6 της ΕΣΔΑ και 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου αυτής και 281 ΑΚ, με αποτέλεσμα να αχθεί σε αντίθετες παραδοχές από αυτές που προκύπτουν από μακρά σειρά δικαστικών αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου (όπως ειδικότερα εκτίθενται στο λόγο αναίρεσης), ως προς την έκταση του κτήματος Κ.
και άλλων μεγάλων κτημάτων στην Αττική, καθώς και σε αντίθεση με την πάγια νομολογία των αποφάσεων του ΕΔΔΑ (όπως ειδικότερα εκτίθενται στο λόγο αναίρεσης) και δ) απέρριψε τις ένδικες αγωγές με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι οι αναιρεσείοντες έχουν αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας μόνο στα 400 στρέμματα του πιο πάνω κτήματος (χωρίς να προσδιορίζει, αν εντός των 400 στρεμμάτων υπήρχαν ορισμένα από τα επίδικα ακίνητα).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως προς όλες τις αποδιδόμενες πλημμέλειες και, ειδικότερα, αναφορικά με: 1) την υπό στοιχείο α’ πλημμέλεια, ως απαράδεκτος, διότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων δεν αποτελούν "πράγματα", αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα που εξάγουν οι ίδιοι από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που είχαν αυτοί επικαλεστεί και προσκομίσει, συνδέονται δε επίσης με την αξιολόγηση των αποδείξεων και την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση από το δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών που προέρχονται από αυτές (άρθρο 561παρ.1 ΚΠολΔ) 2) την υπό στοιχείο β’ πλημμέλεια, ως αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και, ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτή γενική μνεία για λήψη υπόψη, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων και όλων των εγγράφων που οι διάδικοι που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα (σε ορισμένα από τα οποία γίνεται ειδική μνεία), από τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, συνάγεται εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου που εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο της ουσίας, η δε κρίση του αυτή ανάγεται σε πραγματικά γεγονότα και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο στο Αρείου Πάγου (άρθρο 561πα.1 ΚΠολΔ) 3) τις υπό στοιχεία γ’ και δ’ πλημμέλειες ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεών τους προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες οι αναιρεσείοντες έχουν διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και στη σαφήνεια και επάρκεια των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς τα παραπάνω ζητήματα.
15. Από τις ρυθμίσεις που ακολούθησαν της Συνθήκης του Λονδίνου της 6 Ιουνίου 1827 και περιέχονται στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21.1/3.2.1830 "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16.6.1830 και της 19.6./1.7.1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27.6. /9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του ν.
της 21.6./10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν έγινε καθολικός διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, αλλά στην κυριότητα του περιήλθαν εκείνα μόνο τα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία κατά τη διάρκεια του πολέμου κατέλαβε με τις στρατιωτικές δυνάμεις και δήμευσε και εκείνα, τα οποία κατά το χρόνο υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους αυτών και δεν είχαν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου περί διακρίσεως κτημάτων, όχι όμως και όσα κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και ακολούθως κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες, με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό, κατά το οθωμανικό δίκαιο, τίτλο (ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί).
Σημειωτέον, ότι ως προς τα ευρισκόμενα στην Αττική οθωμανικά κτήματα δεν μπορεί να γίνει λόγος για την περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού η Αττική δεν κατακτήθηκε με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος στις 31.3.1833 με βάση την από 27.6. /9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών, ενώ, εξάλλου, κατά τη διάρκεια της τρίτης τουρκικής κυριαρχίας στην Αττική (25.5.1827 έως 31.3.1833) και, ειδικότερα, κατά το έτος 1829, ο Σουλτάνος, ως έχων, κατά το οθωμανικό δίκαιο, την κυριαρχία εφ’ όλης της γης, που ανήκε στο οθωμανικό κράτος, είχε εκδώσει θέσπισμα, με το οποίο παραχώρησε δωρεάν στους Αθηναίους - Οθωμανούς και Έλληνες - την κυριότητα των ήδη κατεχομένων από αυτούς ακινήτων της Αττικής, τα σχετικά δε ιδιοκτησιακά δικαιώματα τους αναγνωρίσθηκαν ακολούθως με το από 21.1./3.2.1830 Πρωτόκολλο "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και με την προαναφερόμενη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως (ΑΠ 52/2014).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 του ΒΔ της 3/15.12.1833, 1 και 3 του ΒΔ της 17/29.11.1836, για τις οποίες έγινε λόγος στις προηγούμενες νομικές σκέψεις, συνάγεται ότι για τις εδαφικές εκτάσεις, οι οποίες κατά την έναρξη της ισχύος των εν λόγω ΒΔ είχαν το χαρακτήρα λιβαδίου ή δάσους και για τις οποίες δεν είχαν αναγνωριστεί ιδιοκτησιακά δικαιώματα τρίτων, υπάρχει υπέρ του Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας, το οποίο μπορούσε να ανατραπεί μόνον, εφόσον αποδεικνυόταν 30ετής καλόπιστη νομή του τρίτου έως τις 11/9/1915 (ΑΠ 1392/2010).
Εξάλλου, κατά το Οθωμανικό Δίκαιο και, ειδικότερα κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού Νόμου Περί Γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (χριστιανικού έτους 1856) που ναι μεν δεν εφαρμόζεται στις περιοχές, όπως η Αττική, που παραχωρήθηκε στο νέο Ελληνικό Κράτος με τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης στις 31.03.1833, πλην όμως, αποδίδει το δίκαιο που ίσχυε σχετικά με τη διάκριση των γαιών, κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, οι γαίες διακρίνονταν στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας ("μούλκια" - οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξούσιαζε και μπορούσε να τις διαθέσει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες ("μιριγιέ" - καλλιεργήσιμα χωράφια, λιβάδια και δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), (γ) τις αφιερωμένες γαίες ("βακούφια"), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες ("μετρουκέ" - οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες ("μεβάτ" - τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξούσιαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο (ΟλΑΠ 1/2013).Τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί των οθωμανικών γαιών αποδεικνύονταν με τους σχετικούς οθωμανικούς τίτλους , οι κυριότεροι των οποίων αναφέρονταν στα "ταπιά" και στα "χοτζέτια".
Τα ταπιά ήταν τα χαρακτηριζόμενα από το άρθρ. 8 του οθΝπΓαιών/1858 και το άρθρ. 14 του οθΝπΤαπίων/1859 ως "δηλωτικά" (δηλαδή αποδεικτικά) της νόμιμης κτήσης του δικαιώματος "εξουσίασης" (tasarruf) επί των δημόσιων οθωμανικών, γαιών έγγραφα του αυτοκρατορικού κτηματολογίου. Η μορφή των ιδιοκτησιακών αυτών εγγράφων αναγνωρίστηκε από τον οθΝπΓαιών του1858 ως αποκλειστικός τύπος τίτλων που παρείχαν στους δικαιούχους αυτών το ιδιόρρυθμο δικαίωμα της "εξουσίασης"- το οποίο, μολονότι δεν αναφερόταν ρητά, από τα εννοιολογικά του στοιχεία προέκυπτε ότι μπορούσε να θεωρηθεί εμπράγματης μορφής- επί των δημόσιων γαιών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν οι αγροί, οι λειμώνες, οι χειμερινές βοσκές, τα δάση (άρθρ. 3 του οθΝπΓαιών/1858).Σε αντίθεση με τα ταπιά, που ήταν αποδεικτικοί τίτλοι μεταβίβασης δικαιώματος "εξουσίασης" επί των δημόσιων οθωμανικών γαιών και δεν προσπόριζαν στον κάτοχο τους δικαίωμα κυριότητας, παρά μόνο χρήσης και κάρπωσης αυτών, τα "χοτζέτια", ως μορφές ιδιοκτησιακών τίτλων, αποτελούσαν κυρίως τις επικυρωτικές ή αναγνωριστικές αποφάσεις των μουσουλμανικών ιεροδικείων, που συντάσσονταν ενώπιον του ιεροδίκη και μαρτύρων και αφορούσαν κυρίως σε αγοραπωλησίες αστικών συνήθως ακινήτων ή κτημάτων πλήρους ή τέλειας κυριότητας.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, διότι προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία των νομικών κανόνων που αφορούν στο καθοριστικό για την έκβαση της παρούσας δίκης νομικό ζήτημα, το οποίο συνίσταται στον προσδιορισμό των νόμιμων προϋποθέσεων για την κτήση δικαιωμάτων πλήρους κυριότητας από ιδιώτες στην περιοχή των Αθηνών, κατά τη χρονική περίοδο των ετών 1829-1833, σε διάφορες κατηγορίες γαιών και, συγκεκριμένα, διότι προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του Σουλτανικού Θεσπίσματος του έτους 1829 (κανόνα αλλοδαπού δικαίου), κρίνοντας αυθαίρετα ότι "με το Θέσπισμα του 1829...παραχωρήθηκε δωρεάν στους κατοίκους της Αττικής (Έλληνες και Οθωμανούς) η κυριότητα των δημόσιων γαιών, όπως είναι τα δάση και οι χορτολιβαδικές εκτάσεις, τις οποίες όμως αυτοί κατείχαν νόμιμα, δηλαδή με σχετικό ταπί (επίσημο οθωμανικό τίτλο)...και όχι ακύρως ή χωρίς νόμιμο τίτλο...", ενώ, κατά την επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες νομολογία, τέτοια προϋπόθεση δεν ετίθετο από το πιο πάνω θέσπισμα, το πεδίο εφαρμογής του οποίου καταλάμβανε όλα ανεξαιρέτως τα ακίνητα στην περιοχή των Αθηνών, χωρίς καμία διάκριση, με μόνο κριτήριο αυτά να κατέχονταν απλώς από Οθωμανούς ή Χριστιανούς και, κατά συνέπεια, έπρεπε να γίνει δεκτό από το Εφετείο ότι οι Οθωμανοί πωλητές δεν ήταν αναγκαίο από το νόμο να διαθέτουν ταπί (το κρίσιμο διάστημα μετά την έκδοση του θεσπίσματος του 1829) για να θεωρούνται νόμιμοι κάτοχοι των γαιών που πώλησαν προς τους δικαιοπαρόχους τους (των αναιρεσειόντων), αλλά αρκούσε για την πώληση αυτή το νομίμως εκδοθέν χοτζέτι και ότι, συνακόλουθα, δεν απαιτείτο οι δικαιοπάροχοι τους να διαθέτουν ταπί για να αποκτήσουν δικαίωμα κυριότητας επί των γαιών του κτήματος Κ..
Ο πρόσθετος αυτός λόγος αναίρεσης, ο οποίος σχετίζεται με τον επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητάς τους στα επίδικα ακίνητα, προβάλλεται αλυσιτελώς και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, δεν πλήττει επιτυχώς την επάλληλη αιτιολογία, της προσβαλλόμενης απόφασης που στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε ότι "για την ευρύτερη έκταση που κατά τον κρίσιμο χρόνο (1830-1836) αποτελούσε δάσος ...κανένας ιδιοκτήτης δεν τήρησε την από το άρθρο 3 του ΒΔ 17/29.11.1836 επιβαλλόμενη υποχρέωση υποβολής των οθωμανικών τίτλων του...στη Γραμματεία των Οικονομικών εντός της ετήσιας ανατρεπτικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή του, προς εξέταση των τίτλων του Ούτε, άλλωστε, αποδείχθηκε ότι κάποιος ιδιώτης δήλωσε μέσα στην πιο πάνω προθεσμία την κυριότητά του επί του ως άνω δάσους, προκειμένου έστω να την αποδείξει με άλλα μέσα, λόγω τυχόν απώλειας του σχετικού οθωμανικού τίτλου του...
Συνεπώς ...από την παρέλευση της άνω ετήσιας προθεσμίας...η εδαφική αυτή έκταση, αθροιζόμενης επιφάνειας 7000 στρεμμάτων, εντός της οποίας κείνται διάσπαρτα τα επίδικα ακίνητα, αθροιζόμενου εμβαδού 198 στρεμμάτων περίπου,....θεωρήθηκε δημόσιο δάσος με ελάχιστα διάσπαρτα εντός αυτής τμήματα χορτολιβαδικής έκτασης, εντεύθεν δε, ανήκει κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, αφού δεν ανατράπηκε το ...τεκμήριο της κυριότητάς του από τους εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες)...και έτσι δεν αποκτήθηκε ποτέ η έκταση αυτή κατά κυριότητα από τους δικαιοπαρόχους τους ούτε με πρωτότυπο τρόπο, με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ ...που συμπληρώθηκε μέχρι τις 11/9/1915...." 16.
Κατά το άρθρο 559 αριθ 4 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων προβλέπεται από το άρθρο 1 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν, α)οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπάγει σε άλλα δικαστήρια, β)οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, που ο νόμος έχει υπάγει σ’ αυτά, γ)οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου, που ο νόμος έχει υπάγει σ’ αυτά, και δ)οι διοικητικές διαφορές που δεν υπάγονται στην δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.
Κατά το άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα, τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές
και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει, και επομένως δημιουργείται ο από τον αριθ.4 του άρθρου 559ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν η υπόθεση που κρίθηκε από το δικαστήριο δεν υπάγεται σε καμία από τις ανωτέρω αναφερόμενες κατηγορίες, καθώς και όταν αυτό δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία, κατά το άρθρο 3 παρ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ 140/2008) Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι τα πολιτικά δικαστήρια όταν κρίνουν σχετικά με τις υπαγόμενες σ’ αυτά ιδιωτικού δικαίου διαφορές μπορούν, εφόσον δεν το αποκλείει ο νόμος, να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων της διοίκησης, ο έλεγχος όμως αυτός περιορίζεται στην έρευνα, αν τα όργανα της διοίκησης ενήργησαν κατά τους καθορισμένους από τον νόμο όρους και τύπους και μέσα στα όρια της εξουσίας που τους ανήκει, χωρίς να μπορούν να ελέγχουν και την ουσιαστική κρίση τους ως προς τη συνδρομή ή όχι των απαιτούμενων πραγματικών προϋποθέσεων (ΑΠ 1561/2012), ενώ, σύμφωνα με πάγια αρχή του διοικητικού δικαίου, η ατομική διοικητική πράξη από την έναρξη της ισχύος της έως την ακύρωσή της με δικαστική απόφαση ή την ανάκληση ή την κατάργησή της ή γενικά την παύση της ισχύος της με οποιονδήποτε τρόπο έχει το τεκμήριο της νομιμότητας, υπό την έννοια ότι παράγει τα έννομα αποτελέσματά της, ανεξάρτητα από το εάν έχει νομική πλημμέλεια, η οποία, σε περίπτωση προσβολής της με το προβλεπόμενο ένδικο βοήθημα, μπορεί να επιφέρει την ακύρωσή της (ΑΠ 355/2007).
Εξάλλου, με τη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 27ης Ιουνίου (9 Ιουλίου) 1832 μεταξύ των αντιπροσώπων των τριών μεγάλων δυνάμεων που υπέγραψαν τη συνθήκη του Λονδίνου της 6/7/1827 κανονίστηκαν τα επί της Στερεάς σύνορα του αναγνωρισμένου κράτους. Με την έβδομη παράγραφο της εν λόγω Συνθήκης συμφωνήθηκε, όπως εντός προθεσμίας δεκαοκτώ μηνών από της χρονολογίας κατά την οποία θα τερματισθεί η οροθέτηση, όσοι από τους κατοίκους (Οθωμανούς) θέλουν να εγκαταλείψουν τα παραχωρηθέντα εδάφη έχουν το δικαίωμα να πουλήσουν τις ιδιοκτησίες τους, δικαίωμα που παρασχέθηκε και στους κατοίκους της Αττικής, της Εύβοιας και στους κτηματίες των Θηβών.
Επίσης, με την ίδια πιο πάνω παράγραφο συμφωνήθηκε ότι ειδική διοικητική επιτροπή θα επιμεληθεί, ώστε οι πωλήσεις αυτές να μην γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης. Στη συνέχεια η Ελληνική Κυβέρνηση με την 55/1832 εγκύκλιο της επέτρεψε την αγορά των ευρισκόμενων στην Αττική και την Εύβοια Οθωμανικών ιδιοκτησιών, για τον έλεγχο δε και το κύρος των σχετικών πωλήσεων συστάθηκε, το πρώτον, η κατά την Εύβοιαν και Αττικήν Ελληνική Επιτροπή "περί της αγοράς των Οθωμανικών ιδιοκτησιών", η οποία με την από 27 Δεκεμβρίου 1832 διακήρυξή της υποδείκνυε προς τους αγοραστές (Έλληνες), να αποφεύγουν την αγορά βακουφιών, μαχλουλίων (εγκαταλελειμμένων κλπ.), γιατί αυτά περιέρχονταν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τις συμφωνίες του Λονδίνου και των τελούντων υπό τη μεσεγγύηση της Επιτροπής και την ανάγκη σύνταξης έγκυρων τουρκικών τίτλων πώλησης (χοτζετίων).Η πιο πάνω Επιτροπή, που λειτούργησε μέχρι το έτος 1849 (διότι έκτοτε διαλύθηκε), που επιτελούσε έργο της διοίκησης ως προς τα κτήματα που κείνται στην Αττική, Εύβοια κλπ., συστάθηκε πολύ πριν από την έκδοση του από 17.11.1836 Δ/τος "περί ιδιωτικών δασών" και, όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις και εκείνες της από 28.3.1835 Συμβάσεως μεταξύ αυτής και των απεσταλμένων της Υψηλής Πύλης [(που εγκρίθηκε με το από 4/16.4.1835 ΒΔ (ΦΕΚ 15/1838),] του από 4/16.10.1835 Πρωτοκόλλου του Υπουργικού Συμβουλίου και της υπ’ αριθμ. 1/13.11.1835 διαταγής των επί του Βασ.
Οικονομικών και Εξωτερικών Γραμματειών, είχε ως αντικείμενο την εξέταση της εγκυρότητας των τίτλων των γενομένων μεταβιβάσεων επί κτημάτων, αδιακρίτως (στα οποία περιλαμβάνονταν, μεταξύ των άλλων, και τα ιδιωτικά δάση που βρίσκονταν εντός ή εκτός τσιφλικιών) από τους αναχωρούντες (φεύγοντες) Οθωμανούς προς τους Έλληνες, για την εξασφάλιση και μόνο των Ελλήνων αγοραστών Οθωμανικών κτημάτων έναντι των πωλητών Οθωμανών.
Η τυχόν παρεμπίπτουσα κρίση στις αποφάσεις της εν λόγω Επιτροπής περί μη ύπαρξης απαίτησης του Δημοσίου επί της μεταβιβαζόμενης έκτασης δεν δημιουργεί, προκειμένου περί δάσους υφισταμένου το έτος 1836, νόμιμο τίτλο ανατρέποντα ευθέως και αμέσως το εκ του άρθρου 3 του άνω Δ/τος τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου.
Τέλος, εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις είναι επίσης αλυσιτελείς (ΑΠ 255/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, μεταξύ άλλων, τα εξής: "......Οι καθαρές (πλήρεις) ιδιοκτησίες (‘ μούλκια’ ), που αποτέλεσαν τα αντικείμενα των άνω πωλήσεων, βρίσκονταν μέσα στο αγρόκτημα (τσιφλίκι) Κ.ς, που αποτελείτο από δημόσιες γαίες (αγροτική έκταση) 4 ζευγαριών εν όλω, έκειτο στην Αττική, στην μεσημβρινή της πόλεως των Αθηνών πεδιάδα, η οποία εκτείνεται κάτωθεν και δυτικά των φυσικών (όχι των διοικητικά ορισθέντων το έτος 1953) προπόδων {υπωρειών} του Υμηττού, {και πάντως όχι στις πλαγιές} και περιγράφεται στα άνω έγγραφα- ‘ χοτζέτια’ , πανομοιότυπα και ως εξής:
‘ συνορεύεται εκ του ενός μέρους από το μοναστήριον του Π. έως τον δρόμον των ..., εκ του άλλου με τας γαίας του Μ. Μ. και με τον δρόμον, εκ του άλλου με το Τ. και εκ του τετάρτου με την δημοσίαν οδόν’ . Αυτή η πανομοιότυπη αδρομερής περιγραφή, χωρίς μάλιστα προσδιορισμό του καθ’ όρια προσανατολισμού σε σχέση με τα σημεία του ορίζοντα (Βοράς, Νότος, Ανατολή, Δύση), καθόριζε όχι τα όρια του ίδιου του αγροκτήματος (τσιφλικιού) Κ., όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, αλλά τις τοπικές κατευθύνσεις των ορίων της ευρύτερης έκτασης, εντός της οποίας βρισκόταν αυτό (τσιφλίκι Κ. - βλ.
και ΑΠ 261/1981 αδημ. προσκομιζ.). Είναι δε αναξιόπιστες οι περί του αντιθέτου μαρτυρίες ενώπιον της ‘ κατά το 1830 επί των οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής....... κυρίως διότι προσκρούουν ευθέως προς τα ίδια τα πωλητήρια έγγραφα -’ χοτζέτια’ , αφού σ’ αυτά αναγράφεται ρητώς ότι ένα από τα παραχωρούμενα με αυτά χωράφι κείται εκτός κτήματος Κ., στον ... (θέση), και συνεπώς, δεν αποτελεί όριο του κτήματος η συγκεκριμένη τοποθεσία και μάλιστα η κορυφογραμμή του λόφου ..., όπως αντιθέτως επιχειρήθηκε να εμφανισθεί μεταγενέστερα στις 11.02.1831 με τις άνω καταθέσεις των μαρτύρων.....Για την επικύρωση των οθωμανικών αυτών πωλήσεων, όπως προαναφέρεται, είχε συσταθεί από τον Κυβερνήτη Καποδίστρια αρμόδια ‘ επί των κατά την Αττικήν και την Εύβοιαν οθωμανικών κτημάτων Επιτροπή’ , στην οποία προσκόμιζαν τα σχετικά πωλητήρια έγγραφα -’ χοτζέτια’ οι αγοραστές, ενώ η πώληση επιβεβαιωνόταν και με μαρτυρίες ενώπιον της συσταθείσης κατά το έτος 1830 επί των οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής, προς απόδειξη κυρίως της ιδιοκτησίας των Οθωμανών πωλητών, οι οποίοι και προσήγαγαν τους μάρτυρες.....Σημειώνεται εδώ ότι η μη τήρηση της άνω διαδικασίας του Β Δ. 17/29.11.1836 δεν αναπληρώνεται από την προσκόμιση, εκ μέρους των φερομένων ως απωτέρων δικαιοπαρόχων των εκκαλούντων, πωλητηρίων εγγράφων-’ χοτζετίων’ , [που αποτελούν συμφωνίες μεταβίβασης των κτημάτων από τους αναχωρούντες Οθωμανούς, καταρτισθείσες ενώπιον του απεσταλμένου της Οθωμανικής Πύλης Ιεροδικαστή Χ.
Ι. Μ.], προς την αρμόδια ‘ επί των κατά την Αττική και την Εύβοιαν οθωμανικών κτημάτων Επιτροπή’ , ούτε από τις εκ μέρους της Επιτροπής εκδιδόμενες και πιο κάτω αναφερόμενες επικυρωτικές αποφάσεις, αφού οι επικυρώσεις αυτές των πωλήσεων των οθωμανικών κτημάτων, ως και η παρεμπίπτουσα κρίση της Επιτροπής περί ανυπαρξίας δικαιωμάτων του Δημοσίου, δεν αποτελούν νόμιμο τίτλο, ικανό να προσπορίσει κυριότητα στον αγοραστή δάσους, σε περίπτωση έλλειψης κυριότητας του οθωμανού πωλητή.
Και τούτο διότι, πρώτον; το άρθρο 3 του Β.Δ. 17/29.11.1836 έχοντας υπόψη του την ενώπιον της Επιτροπής διαδικασία δεν αρκέστηκε στην αναγνώριση αυτή, αλλά απαίτησε και πάλι την κατάθεση των τίτλων από τους ιδιώτες που πρόβαλλαν δικαιώματα επί των προαναφερομένων γαιών (δασικών), στην προβλεπόμενη από το διάταγμα αυτό αρμόδια Γραμματεία και δεύτερον στην άνω Επιτροπή, όπως προκύπτει και από δική της ανακοίνωση, υποβάλλονταν, ως τίτλοι της αρμόδιας Οθωμανικής Κρατικής Υπηρεσίας ταπία ή χοτζέτια, ενώ στην προβλεπόμενη από το άνω Β Δ.
Γραμματεία, για την αναγνώριση κυριότητας ιδιώτη επί δάσους υποβάλλονταν, κατά τα περί δασών κρατούντα στο οθωμανικό δίκαιο, ως τέτοιοι τίτλοι μόνο ειδικά ταπία, στα οποία αναφερόταν ότι η παραχωρούμενη γαία ήταν δάσος...." Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο, που είχε (όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) δικαιοδοσία για την εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, καθόσον πρόκειται για αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτων, δεν προέβη σε παρεμπίπτουσα εξέταση της ουσιαστικής κρίσης της πιο πάνω Επιτροπής ως προς την εγκυρότητα των πωλήσεων των ακινήτων, που έλαβαν χώρα με τα υπ’ αριθμ....
χοτζέτια προς τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων από αναχωρούντες Οθωμανούς ιδιοκτήτες, αφού δέχθηκε ως δεδομένη την εγκυρότητα των επίμαχων χοτζετίων, τα οποία επικυρώθηκαν από την εν λόγω Επιτροπή. Η περαιτέρω κρίση του Εφετείου ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του πιο πάνω διοικητικού οργάνου, αναφορικά με το ζήτημα των ορίων του κτήματος Κ., δεν συνιστά παρεμπίπτοντα έλεγχο της ουσιαστικής κρίσης της Επιτροπής ως προς τη συνδρομή ή μη των απαιτούμενων πραγματικών προϋποθέσεων για την επικύρωση των παραπάνω χοτζετίων, αλλά διατυπώθηκε εκ περισσού στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως επιχείρημα ενισχυτικό της αποδεικτικής κρίσης του δικαστηρίου ότι με τα προαναφερόμενα χοτζέτια δεν καθορίζονταν τα όρια του κτήματος Κ., παρά μόνον οι τοπικές κατευθύνσεις των ορίων της ευρύτερης έκτασης, εντός της οποίας βρισκόταν το κτήμα αυτό.
Επομένως ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο, διότι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ πλημμέλεια της υπέρβασης δικαιοδοσίας, με το να κρίνει ως αναξιόπιστες τις καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων και να καταστήσει έτσι άκυρες κατά περιεχόμενο τις αντίστοιχες πράξεις επικύρωσης των επίμαχων χοτζετίων από την προαναφερόμενη Επιτροπή, με βάση τις οποίες αναγνωρίστηκε η ιδιοκτησία των απώτατων δικαιοπαρόχων τους στο παραπάνω κτήμα, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και γιαυτό πρέπει να απορριφθεί.
Σε κάθε όμως περίπτωση ο εξεταζόμενος πρόσθετος λόγος προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον με αυτόν δεν πλήττεται επιτυχώς η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της, ότι η προσκομιδή των παραπάνω χοτζετίων ενώπιον της αρμόδιας "επί των κατά την Αττική και Εύβοιαν οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής" δεν αναπληρώνει τη μη τήρηση της διαδικασίας του ΒΔ της 17/29.11.1836 ούτε οι επικυρωτικές των εν λόγω χοτζετίων αποφάσεις αυτής αποτελούν νόμιμο τίτλο, ικανό να προσπορίσει κυριότητα στον (ιδιώτη) αγοραστή δάσους, όπως είναι και η ευρύτερη εδαφική έκταση, αθροιζόμενης επιφάνειας 7.000 στρεμμάτων, εντός της οποίας κείνται διάσπαρτα τα επίδικα ακίνητα, αθροιζόμενου εμβαδού 198 στρεμμάτων και επί των οποίων οι αναιρεσείοντες δεν απέκτησαν κυριότητα ούτε με παράγωγο ούτε με πρωτότυπο τρόπο, κατά τα προεκτεθέντα.
17. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495παρ.3 εδάφ. ε’ ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατοπαρ.2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1/1/2016) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των πρώτου, τέταρτης έως και όγδοου των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 191πρ.2 ΚΠολΔ), τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο (Ελληνικό Δημόσιο), σύμφωνα με το άρθρο 22παρ.1 και 3 του v.3693/1957, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52αριθμ.18 του ΕισΝΚΠολΔ, όπως τούτο ισχύει μετά την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5παρ.12 του ν. 1738/1987, ενώ, τέλος, δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τους δεύτερο και τρίτο των αναιρεσίβλητων Δήμων, εξαιτίας της ερημοδικίας τους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4/2/2016 αίτηση αναίρεσης και τους από 12/9/2017 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των πρώτου, τέταρτης έως και όγδοου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ για τους τέταρτη έως και όγδοο των αναιρεσιβλήτων και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για το πρώτο των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ