Supreme Court allows appeal against municipal court ruling on Christmas and Easter holiday pay claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the Municipality of Trikala's appeal against a first-instance judgment ordering it to pay holiday bonuses to 41 individuals. The court found the lower court's decision to recognize these claims as lawful and substantive, thereby invalidating the municipal court's order to pay €2,250 per person for Christmas, Easter, and leave years 2014–2016. Consequently, the appeal was accepted in part, the original judgment was erased regarding the payment obligation, and the appellants were ordered to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1) and 566(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may accept an appeal against a first-instance judgment if the appellate court finds the appeal admissible and the lower judgment unlawful or unsubstantive, thereby erasing the lower judgment's operative parts while retaining the case for substantive review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 77 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 77/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δήμου Τρικκαίων, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχο αυτού, Δ. Π., και κατοικοεδρεύει στα Τρίκαλα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα - Μαρίνα Μπαρσούκη, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Θ. Μ. του Π., 2)Σ. Μ. του Α., 3)Χ. Μ. του Θ., 4) Κ. Π. του Ι., 5) Α. Π. του Κ., 6) Π. Ρ. του Σ., 7) Μ. Κ. του Β., 8)Μ. Μ. του Α., 9) Σ. Σ. του Ν., 10) Ν. Λ. του Γ., 11) Β. Α. του Σ., 12) Σ. Τ. του Α., 13) Α. Τ. του Σ., 14) Δ. - Δ. Μ. του Α., 15) Β. Π. του Γ., 16) Ν. Τ. του Χ., 17) Ε. Κ. του Σ., 18) Α. - Μ. Ψ. του Α., 19) Φ. Κ. του Α., 20) Χ. Β. του Κ., 21) Ν. - Θ. Χ. του Α., 22) Α. Κ. του Κ., 23) Β. Μ. του Π., 24) Ο. Ζ. του Κ., 25) Π. Κ. του Σ., 26) Σ. Π. του Χ., 27) Μ. Ν. του Γ., 28) Μ. Μ. του Ι., 29) Β. Μ. του Π., 30) Φ. Π. του Γ., 31) Κ. Μ. του Β., 32) Π. Κ. του Ι., 33) Γ. Ρ. του Ι., 34) Μ. Τ. του Ν., 35) Π. Π. του Χ., 36) Ε. Γ. του Ν., 37) Π. Π. του Κ., 38) Ι. Τ. του Η., 39) Β. Σ. του Θ., 40) Κ. Ψ. του Κ. και 41) Χ. Ζ. του Α., κατοίκων όλων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κατσιάμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-04-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 28-01-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 553 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, αφού στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται σε αυτήν, ενώ στην δεύτερη περίπτωση εξαφανίζεται (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 891/2019, ΑΠ 826/2018).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει την γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο της άσκησης των ένδικων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της απόφασης ως προς την οποία το δικόγραφό της δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 899/2021, ΑΠ 891/2019, ΑΠ 303/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη από 28η Ιανουαρίου 2020 με αριθ. κατάθεσης 2/28.1.2020 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Δήμου Τρικκαίων κατά των αναιρεσίβλητων στρέφεται τόσον κατά της υπ'αριθμ. 49/20.4.2018 απόφασης του σε πρώτο βαθμό δικάσαντος την ένδικη υπόθεση Ειρηνοδικείου Τρικάλων, όσο και κατά της με αριθ. 33/3.6.2019 απόφασης του σε δεύτερο βαθμό δικάσαντος Μονομελούς Εφετείου Τρικάλων.
Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) των ως άνω συμπροσβαλλομένων αποφάσεων προκύπτει ότι με την με αριθ. 33/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Τρικάλων, το δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την από 11.6.2018 με αριθ.
καταθ. 32/11.6.2018 έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Τρικκαίων κατά των εναγόντων-εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων και κατά της με αριθ. 49/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Τρικάλων, με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 15η Απριλίου 2016 με αριθ. καταθ. 119/17.6.2016 αγωγή σαράντα ενός (41) σε αριθμό εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ως προς την επικουρική της βάση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού και είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ'ουσία βάσιμη ως προς την κυρία βάση της.
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που αυτοτελώς στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, δηλαδή της με αριθμ. 49/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Τρικάλων, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται με εκείνη.
Η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που αυτοτελώς στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη και για το λόγο ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης, το δικόγραφό της κατατέθηκε μόνο στην Γραμματεία του Πρωτοδικείου Τρικάλων και δεν κατατέθηκε και στην Γραμματεία του Ειρηνοδικείου Τρικάλων, του Δικαστηρίου, δηλαδή, που εξέδωσε την επίσης προσβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση.
Κατά το μέρος, δε, που με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Δήμου Τρικκαίων κατά των αναιρεσίβλητων, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών με αριθ. 33/3.6.2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Για το παραδεκτό δε της άσκησής της από τον αναιρεσείοντα Δήμο Τρικκαίων και για την πρόσληψη της πληρεξούσιας δικηγόρου του ο αναιρεσείων Ο.Τ.Α. προσκομίζει, κατ' άρθρο 72 παρ. 1 του ν. 3852/2010, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο α) την με αριθμ. 231/23.7.2019 απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής του με την οποία παρασχέθηκε η εντολή στη νομική σύμβουλο του Δήμου Θεοδώρα Μπαρσούκη να ασκήσει αναίρεση κατά της ως άνω προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, β) τα με αριθμ. 16702/28.1.2020 και 17813/25.10.2021 πληρεξούσια του Συμβολαιογράφου Τρικάλων Γ.
Α., δυνάμει των οποίων ο Δήμαρχος του αναιρεσείοντος Δήμου Τρικκαίων Δ. Π. παρείχε, με την ως άνω ιδιότητά του, την πληρεξουσιότητα στην προαναφερόμενη δικηγόρο για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και για την εκπροσώπηση του αναιρεσείοντος κατά τη συζήτηση αυτής (ΑΠ Ολομ. 13/2018, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 640/2016).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (που ισχύει από 1.1.2016) και εφαρμόζεται ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (28.1.2020) ορίζεται ότι "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης απαριθμούνται περιοριστικά στη διάταξη αυτή, όπως συνάγεται από τη χρήση της λέξης "μόνο" και συνεπώς είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, ερειδόμενοι στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ (ολΑΠ 45/1987, ΑΠ 366/2019, ΑΠ 147/2019). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από εκείνα που απαιτούνται.
Η αοριστία, όμως, του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία) και ελέγχεται, ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ δηλαδή, εάν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση, κυριαρχικώς, του δικογράφου της αγωγής, όπως ανταποκρίνεται στο πραγματικό της περιεχόμενο, έκρινε το δικόγραφο ορισμένο και την αγωγή παραδεκτή, παρά τη μη επαρκή έκθεση στο δικόγραφο των στοιχείων, τα οποία απαιτούνται, κατά νόμο, για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, θεωρώντας ότι αυτά τα στοιχεία εκτίθενται, με επάρκεια ή, αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου της (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 18/2020).
Η αιτίαση, δε, από το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ δεν προβλέπεται από το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, ως λόγος αναίρεσης κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων και κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων (ΑΠ 441/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 60/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της από 15.4.2016 αγωγής των σαράντα ενός (41) σε αριθμό εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, οι ενάγοντες με αυτή εξέθεταν ότι εργάζονται ως δημοτικοί υπάλληλοι του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Τρικκαίων με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι με το άρθρο 3 του Ν. 3845/2010 μειώθηκαν τα καταβαλλόμενα σ' αυτούς επιδόματα εορτών και αδείας και καθορίσθηκαν στα ποσά των 500 ευρώ το επίδομα εορτής Χριστουγέννων και 250 ευρώ το επίδομα εορτής Πάσχα και το επίδομα αδείας και ότι, ακολούθως, με την υποπαράγραφο Γ1 με τίτλο "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 καταργήθηκαν από 1.1.2013 τα ως άνω επιδόματα εορτών και αδείας.
Ότι η τελευταία αυτή διάταξη ως αντικείμενη στις συνταγματικές διατάξεις της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη είναι αντισυνταγματική και ανίσχυρη. Ζητούσαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από αυτούς για επιδόματα εορτής Χριστουγέννων των ετών 2013, 2014 και 2015 το ποσό των 500 ευρώ ανά έτος, για επιδόματα εορτής Πάσχα των ετών 2013, 2014, 2015 και 2016 το ποσό των 250 ευρώ ανά έτος και για επιδόματα αδείας των ετών 2013, 2014 και 2015 το ποσό των 250 ευρώ ανά έτος και συνολικά για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 3.250 ευρώ με βάση τις διατάξεις που προέβλεπαν την καταβολή των ως άνω μειωμένων ποσών επιδομάτων εορτών και αδείας από τη σύμβαση εργασίας τους και επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Το Ειρηνοδικείο Τρικάλων με την υπ' αριθμ. 49/2018 απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή ήταν μη νόμιμη ως προς την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ότι ήταν επαρκώς ορισμένη και νόμιμη ως προς την κύρια βάση της από τη σύμβαση εργασίας, ότι η διάταξη της υποπαράγραφου Γ1 περιπτ. 1 με τίτλο "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" της παραγρ.
Γ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012 με την οποία καταργήθηκαν από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας στο Δημόσιο στους ΟΤΑ και στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα είναι αντισυνταγματική ως αντικείμενη στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 5, 5 παρ.1, 22 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, και ότι, επίσης, αντίκειται και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011, επιδίκασε σε έκαστο ενάγοντα για επιδόματα εορτής Χριστουγέννων των ετών 2014 και 2015 το ποσό των 500 ευρώ για κάθε έτος, για επιδόματα εορτής Πάσχα των ετών 2014, 2015 και 2016 το ποσό των 250 ευρώ για κάθε έτος, για επιδόματα αδείας των ετών 2014 και 2015 το ποσό των 250 ευρώ για κάθε έτος και συνολικά το ποσό των 2.250 ευρώ, ενώ απέρριψε λόγω παραγραφής τις αξιώσεις των εναγόντων για επιδίκαση επιδομάτων εορτών και αδείας για το έτος 2013.
Επί της από 11.6.2018 με αριθ. καταθ. 32/11.6.2018 έφεσης του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ο.Τ.Α. (Δήμου Τρικκαίων) εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων η με αριθ. 33/2019 απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση του εκκαλούντος. Το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Με τον πρώτο λόγο έφεσής του, ο οποίος προβάλλεται παραδεκτώς και ορισμένως, ο εκκαλών - εναγόμενος ΟΤΑ, ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε την αγωγή ως ορισμένη, ενώ αν έκρινε ορθώς θα έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη, καθότι οι ενάγοντες με την ένδικη αγωγή τους, περιορίζονται σε μια γενικόλογη αναφορά σε αποδοχές βάσει σ.σ.ε και σε αποδοχές των Ν. 3833/2010 και 3845/2010 χωρίς να εξειδικεύεται η σ.σ.ε.
και το έτος και χωρίς επίσης να αναφέρεται ο βασικός μισθός, τυχόν προσαυξήσεις λόγω χρόνου προϋπηρεσίας, οικογενειακό επίδομα, επίδομα ανθυγιεινό, επίδομα γάμου, επίδομα υπευθυνότητας κλπ. Ο λόγος αυτός, όμως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία, που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της (άρθρο 216 του ΚΠολΔ), ενώ δεν είναι απαραίτητη σ'αυτή η αναφορά της οικείας σ.σ.ε, εφόσον στην ένδικη αγωγή αναφέρονται όλα εκείνα τα στοιχεία από τα οποία μπορεί να συναχθεί η εφαρμογή της σχετικής σ.σ.ε.
η οποία έχει ισχύ νόμου και το Δικαστήριο κατ' εφαρμογή της αρχής iurit novit curia την εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου με την κρισιολογούμενη αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν την καταβολή επιδομάτων Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και του επιδόματος αδείας τα οποία ορίσθηκαν σε συγκεκριμένο ποσό βάσει του άρθρου 16 του ν. 4024/2011.
Έτσι, εφόσον αυτά καταργήθηκαν οριζοντίως βάσει του ν. 4093/2012 και αναφέρονται με ειδικό τρόπο στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον οι ενάγοντες δεν αξιώνουν γενικώς την καταβολή των μειώσεων των αποδοχών τους, προκειμένου να απαιτείται η παράθεση των μικτών αποδοχών τους, ο ισχυρισμός περί αοριστίας της ένδικης αγωγής είναι επίσης, σύμφωνα με την παραπάνω αιτιολογία, απορριπτέος ως αβάσιμος [......].
Εν προκειμένω με το δεύτερο και τελευταίο λόγο έφεσης, ο οποίος προβάλλεται παραδεκτώς και ορισμένως, ο εκκαλών ΟΤΑ, ισχυρίζεται ότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη απόφαση : α) απέρριψε τον ισχυρισμό του περί μη υπαγωγής της περικοπής των αποδοχών των εναγόντων στο πραγματικό των διατάξεων των ν. 3833/2010 και 3845/2010, οι οποίες έχουν υπολογισθεί βάσει του ν. 4024/2011 και β) δέχθηκε πως οι ένδικες περικοπές των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και του επιδόματος αδείας προσκρούουν στις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της αναλογικότητας και της προστασίας της περιουσίας. Όμως ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι αφενός μεν η ένδικη αγωγή ερείδεται, μεταξύ άλλων, στην ολοσχερή οριζόντια κατάργηση των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και του επιδόματος αδείας βάσει του ν. 4093/2012 και όχι των αναφερομένων από εκείνον νόμων, αφετέρου, σύμφωνα με την παραπάνω αναφερόμενη νομική σκέψη, εφόσον οι διατάξεις του προαναφερθέντος νόμου νομίμως έχουν κριθεί ως αντισυνταγματικές, νομίμως και ορθώς επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην εκκαλούμενη ποσά.
Συνεπώς εφόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ομοίως δεν έσφαλε και ορθώς έτσι εφήρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και ως εκ τούτου οι σχετικοί λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι όπως και η υπό κρίση έφεση είναι απορριπτέα στο σύνολό της, ως ουσία αβάσιμη.". Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων Δήμος Τρικκαίων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα έκρινε ορισμένη την αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ενώ αυτή ήταν αόριστη καθότι δεν αναφέρονται στο δικόγραφό της ο μηνιαίος βασικός μισθός και τα επιδόματα που ελάμβανε έκαστος ενάγων, οι μειώσεις του βασικού μισθού και των επιδομάτων που έγιναν στους ενάγοντες με βάση τους νόμους 3833/2010, 3845/2010, 4024/2011 και 4093/2012 και η Σ.Σ.Ε.
με την οποία αμείβονταν αυτοί και ότι τον ως άνω ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής τον είχε προβάλλει παραδεκτά τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως εναγόμενος όσο και δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με λόγο έφεσης ως εκκαλών. Η επικαλούμενη, όμως, στο λόγο αυτό αναιρετική πλημμέλεια αφορά κατά το περιεχόμενό της ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι η από 15.4.2016 αγωγή των εναγόντων ήταν επαρκώς ορισμένη ενώ αυτή ήταν αόριστη με αιτιάσεις που δεν ανάγονται στη νομική αοριστία της αγωγής αλλά ανάγονται σε ποσοτική αοριστία της αγωγής, καθόσον πρόκειται ουσιαστικά περί ελλείψεων εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν, κατ' αρχήν, το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα των εναγόντων και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ήτοι αναιρετικό λόγο περί του οποίου προβλέπει η ρύθμιση του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Όμως ο αντίστοιχος αναιρετικός λόγος δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση. Επομένως ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Το Σύνταγμα ορίζει, στο μεν άρθρο 4 § 5 ότι "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους", στο δε άρθρο 25 §§ 1 και 4 ότι: "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους...
Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης".
Περαιτέρω, στο άρθρο 79 § 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια σύνοδό της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος", και στο άρθρο 106 § 1 αυτού, ότι "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας...".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.
Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 § 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (ΟλΣτΕ 481, 431/2018).
Συνεπώς, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, καταρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό μόνο έλεγχο εκ μέρους του δικαστή.
Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους (ΕΔΔΑ, απόφαση της 19.4.2007 Eskelinen κατά Φινλανδίας, απόφαση της 20.3.2012 Panfile κατά Ρουμανίας), εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (ΑΠ 889/2021, ολΣτΕ 1307/2019, 0λΣτΕ1308/2019, ΟλΣτΕ 481/2018 ΟλΣτΕ 668/2012).
Περαιτέρω, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημόσιων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων των αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν με την αναδρομική μείωση των αποδοχών κατά 12% και των επιδομάτων εορτών και αδείας κατά 30% και τον ορισμό νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρα 1 §§ 2 & 9, 2 § 1 και 20 § 1 ν. 3833/2010) και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την περαιτέρω μείωση των αποδοχών κατά 8%, καθώς και με την αποσύνδεση του ύψους των επιδομάτων εορτών και αδείας από το βασικό μισθό, την πρόβλεψη για καθένα από τα επιδόματα αυτά ενός πάγιου και εκ των προτέρων καθορισμένου ποσού και τη θέσπιση μέγιστου ορίου συνολικών αποδοχών για την επιτρεπτή καταβολή των εν λόγω επιδομάτων (άρθρο τρίτο §§ 1 & 6 ν. 3845/2010), την εν συνεχεία αναστολή των διατάξεων περί μισθολογικής εξελίξεως των υπαλλήλων (άρθρο 38 § 5 ν. 3986/2011), την αναδρομική μείωση κατά το ήμισυ, του κινήτρου απόδοσης (άρθρο 55 § 23 περ.
α' ν. 4002/2011), καθώς και την καθιέρωση νέου ενιαίου μισθολογίου-βαθμολογίου (ν. 4024/2011) με συνέπεια την περαιτέρω περικοπή των αποδοχών, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής" (ετών 2012-2015) και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα.
Για τους λόγους δε αυτούς, όπως έχει κριθεί, ειδικώς τα θεσπισθέντα με τους ανωτέρω νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 μισθολογικά μέτρα (περικοπές αποδοχών και επιδομάτων) δεν παρίσταντο, καταρχήν, απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, ούτε μη αναγκαία, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά ως άνω σκοπών (ΟλΣτΕ 3372/2015, ολΣτΕ 3373/2015 ΟλΣτΕ 668/2012).
Ειδικότερα δε ως προς τα επιδόματα εορτών και αδείας με τις διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3845/2010 ορίσθηκαν τα εξής: ".....6. Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγράφων 1 έως και 4, ...
καθορίζονται ως εξής: α) Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια (500) ευρώ, β) Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ, γ) Το επίδομα αδείας σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ. Τα επιδόματα του προηγούμενου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγούμενου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους" και με το άρθρο 16 του ν. 4024/2011 τα ανωτέρω επιδόματα επανακαθορίσθηκαν στα ίδια ως άνω ποσά ως εξής: "1.
Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου μέχρι 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και καταβάλλεται την 16η Δεκεμβρίου κάθε έτους. 2. Το επίδομα εορτών Πάσχα ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 16 Δεκεμβρίου μέχρι και 15 Απριλίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται δέκα ημέρες πριν από το Πάσχα. 3.
Το επίδομα αδείας ορίζεται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και χορηγείται στο ακέραιο, εφόσον ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Ιουλίου μέχρι και 30ης Ιουνίου του επόμενου έτους και καταβάλλεται την 1η Ιουλίου κάθε έτους. 4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο υπάλληλος μισθοδοτήθηκε για χρονικό διάστημα μικρότερο από τα οριζόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού, καταβάλλεται τμήμα επιδόματος ανάλογο με αυτό που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα της μισθοδοσίας του. 5.
Τα επιδόματα των παραγράφων 1, 2 και 3 καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν, κατά την ημερομηνία καταβολής τους, το ύψος αυτό, τα επιδόματα αυτά καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με ανάλογη μείωση τους".
Στη συνέχεια και προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, δημοσιεύθηκε ο ν. 4093/2012, με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτουμένων από το Δημόσιο, στο πλαίσιο δε αυτό, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν πλήρως, από 1.1.2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας.
Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή ορίσθηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., και Ο.Τ.Α., καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1.1.2013".
Όπως προειπώθηκε, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, καταρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο.
Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.
Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει.
Εν προκειμένω, με την επίμαχη διάταξη του ν. 4093/2012 ο νομοθέτης προέβη στην πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.
Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της (βλ.
σχετικές αναφορές στο εγκριθέν με το ν. 4046/2012 Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής καθώς και στην αιτιολογική έκθεση του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016), δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.
Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργησή τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών - μελών που έχουν ως νόμισμα το ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.
Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημοσίου ελλείμματος (πρβλ.
αποφάσεις ΔΕΕ C-49/18, Carlos Escribano Vindel, σκ. 67 και C - 64/16, Associacao Sindical dos Juizes Portugueses, σκ. 49 και 52). Εξάλλου, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των υπαλλήλων δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Συγκεκριμένα, και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του ν. 4093/2012 (12.11.2012), στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), δηλαδή της κατά τα άρθρα 1 § 2 & 10 του ν. 3832/2010 (ΦΕΚ Α' 38), όπως ισχύει, ανεξάρτητης αρχής, η οποία αποτελεί την εθνική στατιστική αρχή, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2009 (L 87/164), και υπάγεται στον έλεγχο της Βουλής των Ελλήνων, το 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (ΕΚΑΣ και λοιπά κοινωνικά επιδόματα) είχε διαμορφωθεί στα 6.591 ευρώ (βλ.
έκδοση ΕΛΣΤΑΤ, Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα, 2.11.2012), τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανήρχετο στα 12.637,08 ευρώ (βλ. το από 2.11.2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ με τίτλο "Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011"). Παράλληλα, με τον ν. 4024/2011 θεσπίστηκε, όπως εκτέθηκε προηγουμένως, νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), με το βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 780 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 858 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1037 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1092 ευρώ (άρθρο 13 του ν. 4024/2011), ενώ με τον ν. 4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός στον ιδιωτικό τομέα διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26, 18 ευρώ.
Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων (και του ευρύτερου δημόσιου τομέα), ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας, όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο.
Εξάλλου, ενόψει του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσης από αυτόν κρίσιμης κατάστασης υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (βλ.
απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7.5.2013, σκ. 39), τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του (πρβλ.
Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 48). Περαιτέρω, ενόψει της φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (πρβλ.
ΟλΣτΕ 3404-3406/2014, 3177/2014, πρβλ. και Ε.Δ.Δ.Α., Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, σκ. 31, 45 και 46). Εξάλλου, εκ μόνου του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης (ΑΠ 899/2021, ΣτΕολ 1307/2019, 1308/2019).
Αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν έχει ανατεθεί στη Δικαστική εξουσία. Ενόψει αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπ. Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία, κατ' εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους (ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού 469.600.000 ευρώ, βλ.
έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που συνόδευε το σχέδιο του ν. 4093/2012 κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή) καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των αναιρεσίβλητων υπαλλήλων του αναιρεσείοντος Ο.Τ.Α. (Δήμου Τρικκαίων) και συνεπώς αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 § 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΑΠ 899/2021, ΑΠ 1280/2020, ολΣτΕ 798/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, 1308/2019).
Τέλος, η επίδικη διάταξη δεν αντίκειται στα άρθρα 4 § 5 και 25 § 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσεως μέτρα (ΑΠ 899/2021, ΟλΣτΕ 798/2021, ΟλΣτΕ 1307/2019, 1308/2019).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο, και υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων Ο.Τ.Α. προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 16 του Ν. 4024/2011 και της υποπαραγράφου Γ.1 παρ.1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 και ότι εσφαλμένα έκρινε ότι η ολοσχερής κατάργηση με την τελευταία διάταξη των επιδομάτων δώρων εορτών και των επιδομάτων αδείας προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 5, 5 παρ.1 και 25 παρ.1-4 του Συντάγματος και ότι ως εκ τούτου τύγχαναν εφαρμοστέες οι διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 4024/2011 οι οποίες προέβλεπαν την καταβολή των ως άνω επιδομάτων στο ποσό των 500 ευρώ για το επίδομα των Χριστουγέννων και το ποσό των 250 ευρώ για τα επιδόματα Πάσχα και αδείας.
Και τούτο διότι η κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας με τις διατάξεις της υποπαραγράφου Γ.1 παρ.1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 δεν ήταν αντίθετη με τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις και ότι το μέτρο αυτό ήταν αναγκαίο για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και της δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως που είχε περιέλθει η Χώρα, συνέβαλε στην δημοσιονομική πειθαρχία στην περιστολή των δημοσίων δαπανών και υλοποιούσε δεσμεύσεις δημοσιονομικών στόχων που απέρρεαν για τη χώρα μας από αποφάσεις του Συμβουλίου Ευρωπαϊκής Ένωσης για περιορισμό των υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
Ο ως άνω δεύτερος λόγος, ερειδόμενος αληθώς εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και όχι εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ιδίου Κώδικα που αναφέρεται στο αναιρετήριο, καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου εκδόθηκε επί ασκηθείσας έφεσης κατά απόφασης ειρηνοδικείου, είναι ορισμένος, αφού αναφέρονται επαρκώς στο αναιρετήριο οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που κατά τις προσαπτόμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις παραβιάσθηκαν (σελ. 4, 7, 10 και 11), το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης (σελ. 2 - 3), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, και τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσίβλητοι με τις από 22.10.2021 έγγραφες προτάσεις τους περί αοριστίας του ως άνω λόγου αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεχόμενο ότι η διάταξη της υποπαράγραφου Γ1 περ. 1 με τίτλο "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012, η οποία κατήργησε ολοσχερώς τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας από 1.1.2013 για τους υπαλλήλους του Δημοσίου των ΟΤΑ και του ευρύτερου δημόσιου τομέα είναι αντισυνταγματική και ότι ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους τα επιδόματα εορτής Χριστουγέννων των ετών 2014 και 2015, εορτής Πάσχα των ετών 2014, 2015 και 2016 και αδείας των ετών 2014 και 2015, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, που ήταν εφαρμοστέα, καθόσον κατά τα προεκτεθέντα, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 4 παρ.1 και 5, 5 παρ. 1, 22 και 25 παρ.1 του Συντάγματος, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 16 του Ν.4024/2011, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα αφού με τη ως άνω διάταξη του Ν. 4093/2012 καταργούνταν από 1.1.2013 τα επιδόματα εορτών και αδείας στο Δημόσιο, ΟΤΑ και ευρύτερο δημόσιο τομέα που είχαν χορηγηθεί από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη και επομένως και αυτά που χορηγούνταν με βάση την ως άνω διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011.
Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης της αναιρεσείουσας ως βάσιμος και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η από 11.6.2018 έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη με αριθ. 49/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Τρικάλων κατά το μέρος που δέχθηκε την από 15.4.2016 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει για έκαστο ενάγοντα για επιδόματα εορτής Χριστουγέννων των ετών 2014 και 2015, εορτής Πάσχα των ετών 2014, 2015 και 2016 και αδείας των ετών 2014 και 2015 το συνολικό ποσό των 2.250 ευρώ (οι αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων που αφορούσαν τα επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας για το έτος 2013 κρίθηκε με την ως άνω απόφαση ότι έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995 διετή παραγραφή), κατά παραδοχή των λόγων της έφεσης, που αναφέρονται στο νόμω αβάσιμο της αγωγής και να απορριφθεί η αγωγή των εναγόντων κατά το ως άνω μέρος ως μη νόμιμη.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Δήμου Τρικκαίων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2), των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης, μειωμένα, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 1207/2019, ΑΠ 1061/2018), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 33/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, δικάσαντος ως Εφετείου. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την από 11.6.2018 με αριθμ. καταθ. 32/11.6.2018 έφεση του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος Δήμου Τρικκαίων.
Δέχεται αυτήν κατ' ουσία.
Εξαφανίζει την με αριθμ. 49/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Τρικάλων κατά το μέρος που κατά μερική παραδοχή της από 15.4.2016 αγωγής υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο ενάγοντα για επιδόματα εορτής Χριστουγέννων των ετών 2014 και 2015, εορτής Πάσχα των ετών 2014, 2015 και 2016 και αδείας των ετών 2014 και 2015 το ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων πενήντα (2.250) ευρώ σε κάθε ενάγοντα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 15.4.2016 με αριθ. κατ. ΑΤΕΙ 19/2016 αγωγή κατά το μέρος αυτό.
Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος αυτό.
Καταδικάζει τους ενάγοντες - εφεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου - εκκαλούντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, που ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ, και καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2022. Και,
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ