Legislator Case Law & Legislation
899/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against peace court ruling due to procedural irregularities and inadmissible supplementary grounds.

Case Number 899/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Peace Court's decision while allowing the appeal against the Single Judge Court's decision. The Court found the Peace Court's ruling inadmissible because the plaintiff failed to prove the legality of the municipal ordinance, and the second ground of unjust enrichment was rejected for being vague and lacking a specific claim of contract invalidity. Consequently, the Court set aside the Peace Court's judgment, upheld the Single Judge Court's decision, and ordered the dismissal of the lawsuit along with the offsetting of legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(2) and 226(4)(c)-(d) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must ex officio verify procedural compliance when a party is absent, and supplementary grounds of action are inadmissible if they do not meet strict statutory requirements for incidental review.

Keywords

AI generated
procedural irregularities supplementary grounds of action inadmissible appeal unjust enrichment claim legal costs offsetting municipal ordinance legality ex officio review

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 226(4)(c) and (d) of the Code of Civil Procedure
Article 219 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Law 4093/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 899 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 899/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Τρικκαίων που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)…, 42),

και Β) 1)Σ. Ι. του Χ., κατοίκου ..., 2)Γ. Ε. του Γ., κατοίκου …, 3)Μ. Χ. του Σ., κατοίκου …, 4)Γ. Β. του Γ., κατοίκου …, απάντων υπαλλήλων του εναγομένου με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου ορισμένου χρόνου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κοντογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/4/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 175/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 27/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 3/6/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.

Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της ανωτέρω κλήτευσης είναι, ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή να είχε παραστεί νομίμως, κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του να καλυφθεί η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 807/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση κατά τη συζήτηση της από 3-6-2019 αίτησής αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδρίασης, δεν εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο από πληρεξούσιο δικηγόρο. Η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης είχε προσδιορισθεί αρχικά για τη δικάσιμο της 11-2-2020.

Τη συζήτηση της αναίρεσης επέσπευσε ο αναιρεσείων, ο οποίος επέδωσε στον Απόστολο Γκατζιό, δικηγόρο του Πρωτοδικείου Τρικάλων, ως πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των αντιδίκων του, αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστούν στο Δικαστήριο κατά την ορισθείσα δικάσιμο (βλ.

την 222 Β'/10-12-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας Ν. Ζ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι). Κατά τη δικάσιμο εκείνη αναβλήθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και η Γραμματέας του Δικαστηρίου τούτου μετέφερε την υπόθεση στο πινάκιο της νέας δικασίμου και ορίσθηκε στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατ' αυτήν.

Όμως κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με τη σειρά του πινακίου, ο αναιρεσείων δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρών.

Κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στον καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ένδικων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 1573/2010, ΑΠ 1760/2007).

Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης καθόσον απευθύνεται κατά της 175/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου Τρικάλων, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, προεχόντως γιατί δεν προκύπτει από τα στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία ότι η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε και στην γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση αυτή.

Η από 3-6-2019 αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται κατά της 27/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 614 αρ. 3 ΚΠολΔ) κατόπιν έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 175/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Τρικάλων, το οποίο είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή των εργαζομένων στον αναιρεσείοντα Δήμο Τρικκαίων, ως προς την κύρια βάση της, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το Ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης (Α' 28) δημοσιεύθηκε ο Ν. 4093/2012 (Α' 222), με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική έφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, την περαιτέρω μείωση των αποδοχών των μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο.

Στο πλαίσιο δε αυτό, με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω Ν. 4093/2012 ορίστηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ και ΟΤΑ, καθώς και για τα μόνιμα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχους της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος, καταργούνται από 1-1-2013".

Σχετικώς με τις ρυθμίσεις αυτές, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, αναφέρονται, σχετικώς τα εξής: "Παράγραφος Γ. Τροποποιούνται οι μισθολογικές διατάξεις που διέπουν τους φορείς του δημόσιου τομέα ως ακολούθως: - Καταργούνται, από 1-1-2013, τα επιδόματα εορτών και αδείας υπέρ των υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ, καθώς και υπέρ των μισθωτών των ΝΠΙΔ....2.

Από τις προτεινόμενες διατάξεις προκαλούνται τα ακόλουθα οικονομικά αποτελέσματα. Α. Επί του κρατικού προϋπολογισμού. 1. Ετήσια εξοικονόμηση δαπάνης ποσού....469.600.000 ΕΥΡΩ από την κατάργηση των δώρων εορτών και επιδόματος αδείας στους εν ενεργεία υπαλλήλους και λειτουργούς (παρ. Γ.)". Στο πλαίσιο αυτό, δημοσιεύθηκε, ακολούθως, ο Ν. 4354/2015 (Α' 176), στο κεφάλαιο Β' του οποίου (άρθρα 7-35), με τίτλο "Μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) και Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ), καθώς και των ΔΕΚΟ του κεφαλαίου Α του Ν. 3429/2005 (Α' 314) και άλλες μισθολογικές διατάξεις" και έναρξη ισχύος από 1-1-2016 (άρθρο 35 αυτού), θεσπίζεται το νέο μισθολόγιο των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ανωτέρω νομικών προσώπων, στο οποίο δεν περιλαμβάνονται τα δώρα εορτών και επίδομα αδείας.

Σύμφωνα δε με την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού, το νέο σύστημα αμοιβών υπόκειται απολύτως στις αρχές της δημοσιονομικής προσαρμογής, η τήρηση της οποίας έχει καταστεί ζωτικής σημασίας για την οικονομική και πολιτική επιβίωση της Χώρας.

Περαιτέρω, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, δύναται, κατ' αρχήν, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, η συνταγματικότητα των οποίων υπόκειται σε οριακό έλεγχο εκ μέρους του δικαστή (Ολομ.

ΣΤΕ 481/2018, Ολομ. ΣΤΕ 3372, 3373/2015, 3177/2014). Η αντίληψη αυτή περί των περιθωρίων εκτίμησης που απολαμβάνει ο εθνικός νομοθέτης υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), το οποίο παγίως δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εμπίπτουν μεν οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκώς νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην, με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών και συντάξεων συγκεκριμένου ύψους, εκτός αν συντρέχει περίπτωση διακινδύνευσης της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ενδιαφερομένου (Ολ ΣΤΕ 481/2018).

Περαιτέρω, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν κωλύεται, κατ' αρχήν, ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων, εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό, μόνο, δικαστικό έλεγχο.

Δύναται, επομένως, ο νομοθέτης, για λόγους που αυτός εκτιμά και η κατ' ουσίαν αξιολόγηση των οποίων δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό, σύνταξη ή άλλες παροχές από το δημόσιο ταμείο, λόγω της ανάγκης άμεσης απόδοσης και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων μέτρων για τον περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος.

Στις περιπτώσεις δε αυτές, το επίπεδο της αξιοπρεπούς διαβίωσης δεν προσδιορίζεται με βάση τις προηγούμενες αποδοχές των προσώπων αυτών, αλλά με βάση τις γενικότερα επικρατούσες συνθήκες και σε συνάρτηση με το επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας εν γένει.

Εν προκειμένω, με την επίμαχη διάταξη του Ν. 4093/2012 ο νομοθέτης προέβη σε πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας για τους λειτουργούς και υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους στρατιωτικούς, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.

Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής (Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016) και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της Ελληνικής Οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένη ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Οι υποχρεώσεις αυτές προβλέπονται στις αποφάσεις 2010/320, 2011/734 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δέχθηκε ότι ".....εκδόθηκαν αφού διαπιστώθηκε ότι η επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών της Ελληνικής Δημοκρατίας απειλούσε τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα τόσο της ιδίας όσο και της ζώνης του ευρώ εν γένει" και ότι "....στο πλαίσιο αυτό τα δημοσιονομικά μέτρα που προβλέπουν οι επίμαχες αποφάσεις συζητήθηκαν διεξοδικά με την Ελληνική Κυβέρνηση και συμφωνήθηκαν από κοινού από την Επιτροπή, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ...

Συνεπώς, υπό το πρίσμα των ανωτέρω δεν ήταν προδήλως αδικαιολόγητο να προβλεφθεί η λήψη μέτρων εξοικονόμησης δαπανών". (βλ. απόφαση Γενικού Δικαστηρίου Ε.Ε. Τα-531/14,.....κατά Συμβουλίου Ευρωπαϊκής Ένωσης, σκ. 84, 85, 86). Σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών θεσπίσθηκε το προαναφερόμενο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής για τα έτη 2013-2016, βάσει της από Ιουλίου 2012 μελέτης του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών με τίτλο "Επισκόπηση δαπανών Γενικής Κυβέρνησης 2013-2016".

Στο πλαίσιο της μελέτης αυτής, εντοπίστηκαν δαπάνες, η περικοπή των οποίων συμβάλλει σε "αποτελεσματικό και βιώσιμο περιορισμό των ελλειμμάτων". Ειδικά, σε σχέση με τη μισθολογική δαπάνη, στη μελέτη διαπιστώθηκε ότι παραμένει σε υψηλά επίπεδα παρά τις παρεμβάσεις που έγιναν από το έτος 2010. Στην ίδια άλλωστε διαπίστωση της υψηλής μισθολογικής δαπάνης, ειδικά σε σύγκριση με τα άλλα κράτη - μέλη της Ευρωζώνης, προέβησαν και οι αρμόδιες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εξάλλου, τα επιδόματα εορτών και αδείας δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων με την κατάργησή τους δικαιολογείται για λόγους γενικού συμφέροντος, καθώς αποσκοπεί στη διασφάλιση της δημοσιονομικής εξυγίανσης και στη μείωση των δημοσίων δαπανών της Χώρας και, κατά συνέπεια, το μέτρο αυτό ανταποκρίνεται επίσης στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών - μελών που έχουν ως νόμισμα το Ευρώ και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του ευρώ.

Επομένως, το επίδικο μέτρο της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και αδείας, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, τεκμηριώνεται επαρκώς με βάση τα ανωτέρα στοιχεία, δεν παρίσταται δε απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη του επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με το μέτρο αυτό, το οποίο εφαρμόζεται γενικά σε όλους τους μισθωτούς του δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών της Γενικής Κυβέρνησης, η οποία υπαγορεύεται από τις επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μείωση του υπερβολικού δημόσιου ελλείμματος.

Εξάλλου, κατά τη λήψη του επίμαχου μέτρου της κατάργησης των εν λόγω επιδομάτων εορτών και αδείας, ο νομοθέτης είχε πλήρη επίγνωση όχι μόνο του εν γένει επιπέδου διαβίωσης του πληθυσμού της Χώρας, αλλά και ειδικά του επιπέδου διαβίωσης των δημοσίων υπαλλήλων. Συγκεκριμένα και όπως προκύπτει από τα δημοσιευμένα και διαθέσιμα στις υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον κρίσιμο χρόνο θέσπισης του Ν. 4093/2012 (12-11-2012) στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2011 το όριο κινδύνου φτώχειας ανά άτομο μετά τις κοινωνικές μεταβιβάσεις (ΕΚΑΣ και λοιπά κοινωνικά επιδόματα) είχε διαμορφωθεί στα 6.591 ευρώ, τη στιγμή που το μέσο ετήσιο ισοδύναμο ατομικό εισόδημα ανερχόταν σε 12.637,08 ευρώ. (βλ.

το από 2-11-2012 Δελτίο Τύπου της ΕΛΣΤΑΤ με τίτλο "Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2011". Παράλληλα με το Ν. 4024/2011 θεσπίσθηκε νέο, ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, με τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΥΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 780 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΔΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 858 ευρώ, τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΤΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1037 ευρώ και τον βασικό μισθό υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ με βαθμό ΣΤ να διαμορφώνεται στα 1092 ευρώ (άρθρ. 13 του Ν. 4024/2011) ενώ με τον Ν. 4093/2012 ο κατώτατος βασικός μισθός διαμορφώθηκε στα 586,08 ευρώ και το κατώτατο ημερομίσθιο στα 26,18 ευρώ.

Κατά συνέπεια, οι αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, ακόμη και μετά την κατάργηση των επίμαχων επιδομάτων, εξασφάλιζαν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο σε σχέση με όσου διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας, όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο. Εξάλλου, η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτό κρίσιμης κατάστασης, υπόκειται, κατά τα ανωτέρω, σε οριακό δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται στη χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (απόφαση ΕΔΔΑ, Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, της 7-5-2013, σκ. 39).

Κατά συνέπεια, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για τον νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση, ούτε, άλλωστε υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του.

Περαιτέρω, ενόψει της κατά τα άνω φύσης των επιδομάτων εορτών και αδείας και του λόγου της θέσπισής τους, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτή μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων.

Εκ' μόνου δε του λόγου ότι άλλες ρυθμίσεις του Ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούν διαφορετικά θέματα (μισθούς και συντάξεις), κρίθηκαν αντισυνταγματικές με αποφάσεις του ΣΤΕ, δεν προκύπτει αναγκαίως αντισυνταγματικότητα και της επίδικης ρύθμισης. Ενόψει όλων αυτών, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, με την οποία, κατ' εκτίμηση του δημοσιονομικού κόστους, καταργήθηκαν τα δώρα εορτών και το επίδομα αδείας, δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των δημοσίων υπαλλήλων και, συνεπώς, αυτή δεν αντίκεινται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Τέλος, η επίδικη διάταξη δεν αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 5, 22 παρ. 2 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρο που αφορά όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ διαφορετικό είναι το ζήτημα της χορήγησης των επιδομάτων εορτών και αδείας στους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία, σε βάρος της οποίας έχουν επιβληθεί άλλα οικονομικής φύσης μέτρα.

Δεδομένου δε ότι, όπως προαναφέρθηκε, η κατάργηση αυτή δεν θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των θιγομένων υπαλλήλων, δεν παραβιάζει ούτε το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος περί σεβασμού και προστασίας της αξίας του ανθρώπου (Ολ. ΣΤΕ 1307-1316/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο (μεταξύ συγκεκριμένων περιπτώσεων) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου". Ο λόγος αυτός, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (Ολ. ΑΠ 7/2014, 2/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, με την από 7-4-2016 αγωγή, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν, ότι, ως υπάλληλοι του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Τρικκαίων, οι μεν της ενότητας Α με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, οι δε της ενότητας Β με σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, υπέστησαν μειώσεις των αποδοχών τους, λόγω της κατάργησης των επιδομάτων εορτών και του επιδόματος αδείας, κατ' εφαρμογή των νόμων 4046/2012 και 4093/2012.

Ότι, ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 3833/2010 τα εν λόγω επιδόματα περικόπηκαν κατά ποσοστό 30% με αναδρομική ισχύ από 1-1-2010! Ότι με το άρθρο 3 του Ν. 3845/2010, τα εν λόγω επιδόματα περικόπηκαν περαιτέρω και καθορίστηκαν στα ποσά των 500, 250 και 250 ΕΥΡΩ, αντίστοιχα, με αναδρομική ισχύ από 1-6-2010 και με το άρθρο 16 του Ν. 4024/2011 επανακαθορίσθηκαν στα ίδια ως άνω ποσά με ισχύ από 1-11-2011.

Και ότι, τέλος, με την υποπαράγραφο Γ1 "ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ" (περ. 1) του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" καταργήθηκαν από 1-1-2013. Ότι η τελευταία αυτή διάταξη, ως αντικείμενη στα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 5 παρ. 1, 22 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που έχει κυρωθεί με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, στις διεθνείς συμβάσεις εργασίας 87, 98, 150 και 151 και στο άρθρο 8 του Διεθνούς Συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα, είναι αντισυνταγματική και ως εκ τούτου ανίσχυρη.

Ζήτησαν δε, κυρίως με βάση τη διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 4024/2011, η οποία προέβλεπε την καταβολή των ως άνω επιδομάτων, έστω μειωμένων, και επικουρικώς κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, και επικουρικότερα κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρ. 904 επ. ΚΠολΔ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το συνολικό ποσό των 3.000 ΕΥΡΩ για επίδομα εορτών και επίδομα αδείας των ετών 2013-2015, με τον νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα που καθεμία από τις ως άνω παροχές κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το Ειρηνοδικείο Τρικάλων με την 175/2017 απόφασή έκρινε ότι είναι νόμιμη η αγωγή και την δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη και κατ' ουσίαν κατά την κύρια βάση της, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει σε καθέναν από τους ενάγοντες υπό στοιχεία Α-18 και Β-3 το ποσό των 2.500 ΕΥΡΩ και σε καθέναν από τους λοιπούς το ποσό των 2000 ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της άνω οριστικής απόφασης ο εναγόμενος άσκησε την από 28-2-2018 έφεση και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 27/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας, όπως και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι η αγωγή ήταν νόμιμη κατά την κύρια βάση της, με το ειδικότερο σκεπτικό ότι η διάταξη της υποπαραγράφου Γ1 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, βάσει της οποίας τα επιδόματα εορτών και αδείας καταργήθηκαν από 1-1-2013, ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, είναι ανεφάρμοστη.

Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάσαν ως Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016. Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" που ήταν εφαρμοστέα, καθόσον, κατά τα προαναφερθέντα, η ως άνω διάταξη, δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 και 4, 22 παρ. 2, 2 παρ. 1 και 4 παρ. 5 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (αληθώς από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ) είναι βάσιμος και ως εκ τούτου πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 175/2017 οριστική απόφασή του έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή κατά την κύρια βάση της, παραλείποντας την εξέταση των επικουρικών βάσεων της αγωγής από την αδικοπραξία και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το Εφετείο (Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων), ενώπιον του οποίου ήχθη η υπόθεση, μετά από έφεση του ηττηθέντος εν μέρει αναιρεσείοντος, ο οποίος παραπονούνταν για την παραδοχή της αγωγής κατά την ερειδόμενη στα άρθρα 648 επ του ΑΚ και 16 του Ν. 4024/2011 βάση της, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Επομένως, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο τούτο είναι υποχρεωμένο να προβεί, αυτεπαγγέλτως, σε έρευνα των επικουρικών βάσεων της αγωγής, που δεν εξετάσθηκαν πρωτοδίκως, γιατί το Εφετείο υποκαθίσταται κατά το νόμο στη θέση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και γι' αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα των εναγόντων.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το ως άνω περιεχόμενο η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη και κατά την πρώτη επικουρική βάση της που στηρίζεται στην αδικοπραξία των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσείοντος Δήμου, αφού, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, η ως άνω διάταξη του Ν. 4093/2012, με την οποία προβλέπεται η πλήρης κατάργηση των επιδομάτων εορτών και του επιδόματος αδείας δεν αντίκειται στις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και, συνεπώς, δεν θεμελιώνεται παρανομία και ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου από την εκ μέρους της Πολιτείας νομοθέτηση, με τα αρμόδια όργανα της, διατάξεων αντικειμένων σε κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος, αλλ' ούτε ευθύνη του εναγομένου που εφάρμοσε την επίμαχη διάταξη.

Περαιτέρω, η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι αόριστη γιατί δεν γίνεται, έστω και απλή, επίκληση της ακυρότητας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, η οποία απαιτείται όταν η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα, σύμφωνα με το άρθρο 219 ΚΠολΔ, δηλαδή, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση.

Επομένως, εφόσον η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και, αφού δικάσει την έφεση, να την κάνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά παραδοχή του λόγου που αναφέρεται στη νομική αβασιμότητα της αγωγής. Ακολούθως πρέπει να εξαφανισθεί η 175/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Τρικάλων και να απορριφθεί η αγωγή.

Τέλος, η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, για τον πρώτο και το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της, γιατί η ερμηνεία των διατάξεων του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (αρθρ. 179 ΚΠολΔ) ενώ οι αναιρεσίβλητοι, κάτοι ηττήθηκαν, δεν πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος για την παρούσα αναιρετική δίκη, γιατί ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε και δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-6-2019 αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται κατά της 175/2017 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Τρικάλων.

Δέχεται την από 3-6-2019 αίτηση αναίρεσης, καθόσον απευθύνεται κατά της 27/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων.

Αναιρεί την 27/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων.

Κρατεί την υπόθεση.

Δέχεται κατ' ουσίαν την από 28-2-2018 έφεση.

Εξαφανίζει την 175/2017 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Τρικάλων.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 7-4-2016 αγωγής.

Απορρίπτει την αγωγή.

Και

Συμψηφίζει τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, στο σύνολό τους.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ