Legislator Case Law & Legislation
1429/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against health fund contract ruling due to lack of evidence for oral agreement.

Case Number 1429/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Health Organization's appeal against a First Instance Court decision regarding a contract with a private kidney center. The appellant argued the contract was invalid due to an unproven oral agreement, while the appellee contended the First Instance Court properly evaluated the documentary evidence. The court rejected the appeal because the oral agreement claim lacked evidentiary support and the First Instance Court correctly relied on the submitted documents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 41 of Law 496/1974; Article 559, paragraph 10 of the Code of Civil Procedure: A contract concluded without the required written form is void, but an appeal based on the lack of proof for an alleged oral agreement is inadmissible if the lower court properly evaluated the documentary evidence presented.

Keywords

AI generated
contract validity written form requirement oral agreement evidence appeal admissibility National Health Organization civil procedure appeal void contract

Cited Legislation

AI generated
Article 41 of Law 496/1974
Article 559, paragraph 10 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 62, paragraph 3, item Theta of Law 4387/2016
Article 22, paragraph 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AP 1002/2017
Supreme Court allows appeal against bus driver wage claim, remanding case due to difficult legal interpretation.
AP 2050/2007
Appeal dismissed; vague property claim lacks public order relevance and proper procedural foundation.
AP 242/2014
Supreme Court dismisses appeal due to inadmissible hearing caused by absent insurers' failure to appear or prove procedural compliance.
AP 273/2011
Supreme Court dismisses appeal on paternity recognition, upholding lower court's DNA evidence and witness testimony.
AP 701/2008
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding res judicata and evidence evaluation under Greek Civil Procedure Code.
AP 559/2020
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
AP 217/2016
Supreme Court dismisses appeal for lack of reasoning and misreading of evidence in civil case.
AP 699/2012
Greek Supreme Court dismisses appeal against tax authority decision, upholding lower court's evidence assessment.
AP 2031/2007
Supreme Court dismisses appeal against insurance company verdict on liability for car accident damages.
AP 499/2007
Supreme Court dismisses appeal against municipal eviction order, upholding public interest in urban planning over private property claims.
AP 54/2022
Supreme Court partially allows appeal against social insurance fund's claim for damages due to vague medical supply orders.
AP 1212/2021
Supreme Court dismisses EFGKA's appeal against First Instance court ruling on debt statute of limitations.
AP 750/2018
Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, upholding lower court's finding of expired claim period.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1429 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1429/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ελευθερία Χριστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΟ ΝΕΦΡΟΛΟΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΙΚΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Μελίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14747/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1502/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-9-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Στο άρθρο 41 του ν.δ.496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.", ορίζεται ότι: "πάσα σύμβασις δια λογαριασμόν του νομικού προσώπου έχουσα αντικείμενον άνω των 10.000 δρχ. ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διάρκειας, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται εις τον τύπον του ιδιωτικού εγγράφου. Το ποσόν τούτο δύναται να αυξομειούται δι` αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευόμενων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Η πρότασις καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής, δύναται να γίνουν και δι` ιδιαιτέρων εγγράφων. Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως." Το παραπάνω ποσό των 10.000 δρχ. αυξήθηκε από 9-7-1992 σε 150.000 δρχ. με την υπ` αριθ. 2054839/452/0026/3/9-7-1992 Υπουργική απόφαση (Φ.

Β` 447) και σε 2.500 ευρώ από 7-8-2002 με την υπ` αριθ. 2/42053/0094/7-8- 2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Φ. 1033/7-8-2002). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, προκύπτει με σαφήνεια ότι κάθε σύμβαση που καταρτίζεται από Ν.Π.Δ.Δ. και έχει αντικείμενο πάνω από 10.000 δρχ. αρχικά, από 150.000 δρχ. στη συνέχεια και ήδη 2.500 ευρώ κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, υποβάλλεται σε έγγραφο τύπο, απαιτούμενο από το νόμο, χωρίς τήρηση του οποίου η δικαιοπραξία είναι άκυρη.

Η ακυρότητα της σύμβασης από την έλλειψη του απαιτούμενου τύπου, ο οποίος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, τόσο για την αρχική σύμβαση όσο και για την τυχόν τροποποίησή της, είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, εφόσον προκύπτει από τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 430/2015, ΑΠ 324/2014, ΑΠ 12/2013, ΑΠ 1160/2013, ΑΠ 112/2003, ΕλλΔνη 44. 962).

Η με την τελευταία παράγραφο του παραπάνω άρθρου 41 του ν.δ/τος 496/1974 διαλαμβανόμενη περίπτωση άρσης της ακυρότητας από την μη τήρηση του τύπου της έγγραφης αποδοχής, με την εκπλήρωση της σύμβασης, αναφέρεται στην τρίτη παράγραφο του άρθρου αυτού, κατά την οποία: "η πρότασις καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δι' ιδιαιτέρων εγγράφων".

Δηλαδή, η παραπάνω ακυρότητα από τη μη τήρηση του τύπου, καλύπτεται, σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης, εφόσον όμως είχε προηγηθεί έγγραφη πρόταση για την κατάρτισή της, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου τύπος για την πρόταση, η οποία επειδή είναι μονομερής και απευθυντέα σε τρίτον δήλωση βούλησης και αποτελεί ουσιώδες κατά το άρθρο 192 ΑΚ στοιχείο της σύμβασης, πρέπει να είναι πλήρης κατά περιεχόμενο και ορισμένη, οπότε δεν καταρτίζεται σύμβαση, αφού δεν νοείται αποδοχή χωρίς πρόταση (ΟλΑΠ 862/1984 ΕΕΔ 43.627, ΑΠ 430/2015, ΑΠ 499/2015).

Επομένως, η σύμβαση που συνάπτει ένα Ν.Π.Δ.Δ. για την ανάθεση ή εκτέλεση εργασίας ή μεταφοράς ή για τη διενέργεια προμήθειας, σε κάθε περίπτωση, δηλαδή είτε κατόπιν διαγωνισμού, είτε και χωρίς διαγωνισμό, πρέπει να περιβληθεί το (συστατικό) τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η μη τήρηση του οποίου επιφέρει την κατά τα ανωτέρω απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης και τη μη γέννηση οποιασδήποτε αξίωσης εξ αυτής.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις ακυρότητας της σύμβασης, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να προβάλουν αξιώσεις στηριζόμενες στη σύμβαση, αλλά μόνο στηριζόμενες στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού και ειδικότερα στο άρθρο 904 ΑΚ. Την ακυρότητα δε από την έλλειψη του τύπου μπορεί να προτείνει και αυτός που ενώ γνώριζε ότι απαιτείται τύπος, προέβη στη σύναψη παράτυπης σύμβασης, αλλά και το Δικαστήριο λαμβάνει αυτήν υπόψη αυτεπάγγελτα κατά τα άνω, γιατί οι διατάξεις περί τύπου είναι δημόσιας τάξης (ΑΠ 1896/2022, ΑΠ 858/2020, ΑΠ 1376/2018, ΑΠ 91/2016).

Περαιτέρω, στο άρθρο 70 του ν. 3655/2008 "Διοικητική και οργανωτική μεταρρύθμιση του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης και λοιπές ασφαλιστικές διατάξεις" ορίζεται ότι: "1. Συνιστάται Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας (Τ.Α.Y.Τ.Ε.Κ.Ω), το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και έχει έδρα την Αθήνα.

Έναρξη λειτουργίας του Ταμείου ορίζεται η 1η του έκτου μήνα μετά το μήνα δημοσίευσης του παρόντος νόμου. 2. Το ΤΑΥΤΕΚΩ συγκροτούν τρεις (3) κλάδοι: α) κλάδος επικουρικής ασφάλισης, β) κλάδος πρόνοιας και γ) κλάδος υγείας. Σε κάθε κλάδο του ΤΑΥΤΕΚΩ εντάσσονται, από την έναρξη λειτουργίας του, Ταμεία και κλάδοι ως Τομείς με πλήρη λογιστική και οικονομική αυτοτέλεια έκαστος (...) Γ) Στον κλάδο υγείας εντάσσονται:

α) ο κλάδος ασθένειας του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού ΟΤΕ (ΤΑΠ-ΟΤΕ), ως Τομέας Ασθένειας Προσωπικού ΟΤΕ (ΤΑΠ-ΟΤΕ) (...) 4. Οι ανωτέρω Τομείς του Ταμείου διέπονται από τις οικείες καταστατικές διατάξεις των αντίστοιχων εντασσόμενων Ταμείων και κλάδων, οι οποίες καθίστανται εφεξής καταστατικές διατάξεις των Τομέων αυτών, καθώς και τις διατάξεις της γενικότερης νομοθεσίας, όπως αυτές εκάστοτε ισχύουν. 5.

Ειδικά στον κλάδο υγείας με τους παρόχους υγείας, ήτοι θεραπευτήρια, ιδιωτικές κλινικές, διαγνωστικά κέντρα, κέντρα αποκαταστάσεως και αποθεραπείας, φαρμακοποιούς ή φαρμακευτικούς συλλόγους, ιατρούς ή ιατρικούς συλλόγους, το Δ.Σ. του Ενιαίου Ταμείου συνάπτει υποχρεωτικά συμβάσεις, οι οποίες θα είναι ενιαίες για τους ασφαλισμένους όλων των ταμείων του κλάδου υγείας αυτού.

Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος οι συμβάσεις συνάπτονται εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη λειτουργίας του Ταμείου. Οι ήδη συναφθείσες συμβάσεις αναθεωρούνται και συνάπτονται νέες σύμφωνα με τα ανωτέρω. Μέχρι τότε οι συναφθείσες συμβάσεις με τα εντασσόμενα Ταμεία εξακολουθούν να ισχύουν έναντι του νέου φορέα (...)".

Επίσης στο άρθρο 83 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι: "1. Το ΤΑΥΤΕΚΩ, διαμέσου των Τομέων του, αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων Ταμείων και κλάδων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών (...) 3. Με απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας μετά από γνώμη του Δ.Σ.

του ΤΑΥΤΕΚΩ οικονομική μελέτη και γνώμη του Συμβουλίου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εγκρίνεται Ενιαίος Κανονισμός Παροχών Υγείας σε είδος και σε χρήμα, με τον οποίο καθορίζεται η έκταση, το ύψος των παροχών υγείας, ο τρόπος και η διαδικασία χορήγησης τους καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια". Εξάλλου, στον Κανονισμό Περίθαλψης του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού ΟΤΕ (ΤΑΠ-ΟΤΕ) (Β.Δ. 244/1966, ΦΕΚ Α`66) και στο άρθρο 37 αυτού, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 4 του π.δ. 109/1987 (Α` 64), ορίζεται ότι " 3.

Η νοσοκομειακή περίθαλψη παρέχεται κατά κανόνα στις κλινικές των Κρατικών ή Δημοτικών ή Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων ή των μεγάλων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων της ημεδαπής, καθώς και στις Ιδιωτικές Κλινικές που έχουν σύμβαση με το Ταμείο σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν.1397/1983, ως εξής :(...) 5.

α) Ο ασφαλισμένος μπορεί, με αίτηση του και με δική του ευθύνη να νοσηλευθεί και σε μη συμβεβλημένη Κλινική, καταβάλλοντας ο ίδιος τις δαπάνες νοσηλείας του, με την προϋπόθεση ότι η Κλινική, την οποία αυτός επέλεξε αποδέχεται τον έλεγχο των οργάνων του Ταμείου. Στην περίπτωση αυτή το Ταμείο καταβάλλει στον ασφαλισμένο τη δαπάνη νοσηλείας με την προσκόμιση των απαραιτήτων δικαιολογητικών και με βάση το χαμηλότερο τιμολόγιο, νόμιμο ή συμβατικό, που ισχύει κάθε φορά, β) Εάν δεν υπάρχουν γενικά συμβάσεις με Κλινικές ή με Κλινικές ορισμένης ειδικότητας ή ορισμένης περιοχής της Χώρας, η νοσηλεία παρέχεται ελεύθερα σε όλες τις Κλινικές με την καταβολή από το Ταμείο των νοσηλίων, που καθορίζονται από το Κρατικό τιμολόγιο", ενώ στο άρθρο 12 ορίζεται ότι "Για την εισαγωγή ασφαλισμένων σε Νοσοκομείο ή Κλινική ή Σανατόριο, εκδίδεται από το Ταμείο εισιτήριο, το οποίο υπογράφεται από τον προϊστάμενο του Τμήματος Υγείας, προκειμένου για την περιοχή της τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης ή από τους Προϊσταμένους των υποκαταστημάτων του Ταμείου, ή των οικείων Υπηρεσιών του ΟΤΕ, όπου δεν υπάρχουν Υποκαταστήματα του Ταμείου".

Περαιτέρω, με την παρ. 2 του ήδη αναφερθέντος άρθρου 5 του ν.1397/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν.2071/1992, ορίζεται ότι "Η περίθαλψη γενικά πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, με δαπάνες του δημοσίου ή των ασφαλιστικών οργανισμών και ταμείων του δημοσίου από ιδιωτικούς φορείς περίθαλψης ή ιδιώτες ιατρούς, γίνεται με ειδικές συμβάσεις ύστερα από έγκριση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και κάθε συναρμόδιου Υπουργού".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι από την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας του την 1-10-2008, το ΤΑΥΤΕΚΩ αποτελεί καθολικό διάδοχο του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού ΟΤΕ (ΤΑΠ -ΟΤΕ), του οποίου ο κλάδος ασθένειας εντάχθηκε στο ενιαίο Ταμείο ως Τομέας Ασθένειας Προσωπικού ΟΤΕ (ΤΑΠ-ΟΤΕ) και η νοσοκομειακή περίθαλψη των ασφαλισμένων του από τον ανωτέρω χρόνο έναρξης της λειτουργίας του και μέχρι την έκδοση του προβλεπόμενου Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας, πραγματοποιείται με τους ίδιους όρους που ίσχυαν στο καταργούμενο Ταμείο που εντάχθηκε στο ΤΑΥΤΕΚΩ.

Ειδικότερα, ως προς τους ασφαλισμένους του Κλάδου Υγείας του Τομέα Ασφάλισης Προσωπικού ΟΤΕ, προβλέπεται με τον ανωτέρω Κανονισμό Περίθαλψης, που ισχύει μέχρι την κατάρτιση Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας, πέραν της περίθαλψης στις κλινικές των Κρατικών ή Δημοτικών ή Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων ή των μεγάλων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων της ημεδαπής, και η δυνατότητα νοσηλείας των ασφαλισμένων του σε ιδιωτικές κλινικές, υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτές έχουν συνάψει, με την ειδική διαδικασία του άρθρου 5 του ν.1397/1983, δηλαδή ύστερα από έγκριση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και κάθε συναρμόδιου Υπουργού, είτε με το νέο φορέα είτε με το καταργούμενο Ταμείο, συμβάσεις για την παροχή νοσηλευτικών υπηρεσιών σε ασφαλισμένους του ταμείου.

Κατ' εξαίρεση, είναι δυνατή η καταβολή της δαπάνης από το Ταμείο για περίθαλψη ασφαλισμένου του σε μη συμβεβλημένη με το Ταμείο (νέο ή καταργούμενο) ιδιωτική κλινική, μόνο υπό τους όρους του άρθρου 37 παρ. 5 του Κανονισμού Περίθαλψης του ΤΑΠΟΤΕ και συγκεκριμένα, α) μετά από αίτηση του ασφαλισμένου προς το Ταμείο και με την προϋπόθεση ότι η Κλινική την οποία αυτός επέλεξε αποδέχεται τον έλεγχο των οργάνων του Ταμείου.

Στην περίπτωση αυτή, ο ασφαλισμένος καταβάλλει ο ίδιος τις δαπάνες νοσηλείας του και προσκομίζει εν συνεχεία τα σχετικά δικαιολογητικά στο Ταμείο προκειμένου να του αποδοθεί η δαπάνη, μέσα στα προβλεπόμενα όρια και β) εφόσον δεν υπάρχουν γενικά συμβάσεις με κλινικές ή με κλινικές ορισμένης ειδικότητας ή ορισμένης περιοχής της Χώρας, η νοσηλεία παρέχεται ελεύθερα σε όλες τις κλινικές με την καταβολή από το Ταμείο των νοσηλίων, που καθορίζονται από το κρατικό τιμολόγιο.

Άρα, η εφαρμογή της τελευταίας περίπτωσης προϋποθέτει ότι το συγκεκριμένο καταργούμενο ταμείο δεν έχει συνάψει σύμβαση με καμία κλινική ή με κλινική ορισμένης ειδικότητας, είτε σε όλη την Επικράτεια είτε σε ορισμένη περιοχή της χώρας. Τέλος, με το άρθρο 42 του ν. 4075/2012 (Φ.Ε.Κ. 89 A'/11-04-2012) "Θέματα Κανονισμού Ασφάλισης ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, Ασφαλιστικών Φορέων, προσαρμογή της νομοθεσίας στην Οδηγία 2010/18/ΕΕ και λοιπές διατάξεις", με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 17 του άρθρου 13 του ν.4052/2012 (Φ.Ε.Κ. 41 Α'/1-3-2012), εντάσσονται στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), την 1-5-2012, οι υπηρεσίες και οι αρμοδιότητες ως προς την παροχή υπηρεσιών υγείας σε είδος του Κλάδου Υγείας του Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω, σύμφωνα δε με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 44 του ως άνω νόμου, στις Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΕΟΠΥΥ εντάσσονται μόνο οι Περιφερειακές Υπηρεσίες των κλάδων υγείας της παραγράφου 17 του άρθρου 13 του ν. 4252/2012, όπως ισχύει, οι δε διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 28, 1 και 3 του άρθρου 29 και 9 του άρθρου 33 του ν.3918/2011 (Φ.Ε.Κ. 31 Α'/2-3-2011) εφαρμόζονται και για τους εντασσόμενους κλάδους της παραγράφου 17 του άρθρου 13 του ν.4052/2012, όπως ισχύει.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 28 § 1 του ν.3918/2011, το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού που προέρχεται από τους εντασσόμενους φορείς που εντάσσονται στον Οργανισμό, οι πόροι που προβλέπονται υπέρ αυτών από τις ισχύουσες διατάξεις, καθώς και η κινητή και ακίνητη περιουσία τους περιέρχονται στον Οργανισμό ως καθολικό διάδοχο αυτών, ο οποίος υπεισέρχεται στα πάσης φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις του, σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 29 § 1 του ίδιου ως άνω Νόμου, ο ΕΟΠΥΥ αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών, ενώ κατά το άρθρο 33 § 9 αυτού, εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσόμενων φορέων, συνεχίζονται από τον ΕΟΠΥΥ, χωρίς να επέρχεται διακοπή δίκης, δικαστικές δε αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του ΕΟΠΥΥ.

Από όλες τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι από 1-5-2012, ο ΕΟΠΥΥ υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος, στα πάσης φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις του εντασσόμενου σ' αυτό Τομέα Ασθένειας Προσωπικού Ο.Τ.Ε., του Κλάδου Υγείας του ΤΑΥΤΈΚΩ, σε σχέση με τις υπηρεσίες και τις αρμοδιότητες που αφορούν την παροχή υπηρεσιών υγείας σε είδος, ενώ στο ΤΑΥΤΕΚΩ παραμένουν οι αρμοδιότητες που αφορούν τη χορήγηση ασφαλιστικής ικανότητας, την έκδοση της Ευρωπαϊκής Κάρτας Ασφάλισης Ασθένειας στους ασφαλισμένους και στα μέλη της οικογένειάς τους, καθώς και την χορήγηση παροχών σε χρήμα, σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις του ΤΑΠ-ΟΤΕ.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 904 εδ. α' του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' του ίδιου άρθρου, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση.

Η διάταξη του άρθρου 904 εδ. α` ΑΚ, ορίζει ως έννομη συνέπεια της συνδρομής των πιο πάνω προϋποθέσεων, ότι ο πλουτίσας "έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια", δηλαδή τον πλουτισμό του, και επομένως ο καθορισμός του πλουτισμού ως προϋποθέσεως της αξίωσης από τη διάταξη αυτή προσδιορίζει το αντικείμενό της, αφού αυτό ακριβώς είναι ο πλουτισμός που αποκτήθηκε.

Ως πλουτισμός νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του υποχρέου, η οποία πραγματώνεται είτε με θετική επαύξηση της περιουσίας του είτε με αποθετική με τη μορφή της αποφυγής της ελαττώσεώς της. Για την εξεύρεση του πλουτισμού συγκρίνεται η πριν και η μετά την περιουσιακή μετακίνηση κατάσταση της περιουσίας του υποχρέου, οριοθετούμενη παράλληλα κατ` ανώτατο όριο από τη ζημία του φορέα της αξιώσεως, ως προσδιοριστικό στοιχείο του πραγματικού πλουτισμού του υποχρέου (ΑΠ 243/2021).Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι:

α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας (επιβάρυνσης), έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Συνακόλουθα τούτων, βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή, για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση, που παρεμβάλλεται και άλλη, τρίτη περιουσία, υπό την έννοια ότι η περιουσιακή μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιείται από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτίσαντος, χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό (ΟλΑΠ 6/2020).

Επίσης, δεν συντρέχει αιτιώδης συνάφεια, όταν η ωφέλεια είναι απλώς τυχαίο ή αντανακλαστικό επακόλουθο. Επιπλέον, πρέπει να μην υφίσταται νόμιμη αιτία της περιουσιακής μετακινήσεως. Αιτία ειδικότερα είναι ο σκοπός, τον οποίο επιδιώκει με την παροχή του ο δότης, η αποτυχία δε του σκοπού αυτού επιφέρει την έλλειψη της αιτίας (ΑΠ 1356/1992).

Το άρθρο 904 ΑΚ δεν λύνει από μόνο του το ζήτημα πότε υπάρχει ή δεν υπάρχει νόμιμη αιτία. Απόκειται στον εφαρμοστή του δικαίου να το καθορίσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές διατάξεις του νόμου στις οποίες σιωπηρά παραπέμπει η 904 ΑΚ, σε συνδυασμό με το σκοπό του δικαίου του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1751/2014).

Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ' αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΟλΑΠ 6/2020).

Πραγματικός λόγος του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ανταποκρινόμενος στο πνεύμα και την οικονομική σημασία του θεσμού, είναι η έλλειψη ανταλλάγματος, τούτου νοουμένου ως factum και όχι ως ενοχή. Η ύπαρξη αυτού δικαιολογεί τον πλουτισμό υπό την έννοια της ΑΚ 904, ασχέτως παρανομίας ή ελλείψεως δικαιώματος. Το στοιχείο του ανταλλάγματος είναι κρίσιμο για κάθε πλουτισμό, διά ή άνευ παροχής επερχόμενο, δικαιολογούν έτσι την ενιαία υπό του νόμου αντιμετώπιση.

Η ιδέα του ανταλλάγματος, ως παράγοντος που δικαιολογεί κάποια ωφέλεια, αποτελεί εκδήλωση της αρχής της ισότητος και της διαπνέουσας αυτήν επανορθωτικής ή διορθωτικής δικαιοσύνης (iustitia commutativa). Η επανορθωτική δικαιοσύνη απαιτεί εναρμόνιση - εξισορρόπηση της διαταραχθείσας σχέσεως των περιουσιών, η οποία επιτυγχάνεται όταν ο πλουτισμός αντισταθμισθεί με κάποιο αντάλλαγμα.

Η δικαιολογητική δύναμη του ανταλλάγματος είναι καθολικής σημασίας στον θεσμό του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ισχύει δε επί παντός πλουτισμού και επ' αυτού που κτάται χωρίς παροχή, τον λόγο του αδικαιολογήτου αυτού αποτελεί η έλλειψη ανταλλάγματος. Πάντως, η έλλειψη αυτού, όσον και αν σημαίνει διατάραξη περιουσιακής ισορροπίας, δεν καθιστά αναγκαίως τον πλουτισμό αδικαιολόγητο, αφού το δίκαιο ανέχεται και μονόπλευρες περιουσιακές μετακινήσεις (π.χ.

δωρεά). Έτσι εισέρχεται το στοιχείο της βούλησης του προσώπου σε βάρος του οποίου δημιουργήθηκε ο πλουτισμός, ως δικαιολογητικός αυτού λόγος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, όταν προσδίδεται στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή έννοιά του, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε ανέλεγκτα το Δικαστήριο στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 8/2006, ΑΠ 1182/2020, ΑΠ 150/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 358/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη, με την από 15-1-2019 αγωγή της, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της, εξέθεσε τα εξής: Ότι είναι ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία (Ι.Κ.Ε.), με έδρα τη Θεσσαλονίκη, που λειτουργεί μονάδα τεχνητού νεφρού και παρέχει υπηρεσίες υγείας σε τρίτα πρόσωπα.

Ότι με βάση προφορική συμφωνία με το εναγόμενο παρείχε, από τον μήνα Οκτώβριο του 2007 μέχρι τον μήνα Φεβρουάριο του 2010, στις εγκαταστάσεις Μονάδας Τεχνητού Νεφρού της ιδιωτικής κλινικής της Θεσσαλονίκης όπου στεγαζόταν, υπηρεσίες αιμοκάθαρσης σε ασφαλισμένους του άλλοτε Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού ΟΤΕ (ΤΑΠ-ΟΤΕ), του οποίου, καθολικός διάδοχος, από την 1-10-2008, είναι το ΤΑΥΤΕΚΩ και από 1-5-2012 ο ΕΟΠΥΥ.

Και ότι για την παροχή αυτών των υπηρεσιών της εξέδωσε τις αναφερόμενες κατά περιεχόμενο στην αγωγή και προσκομιζόμενες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών στο όνομα του εναγομένου και του εκάστοτε νοσηλευθέντα - ασφαλισμένου, όπου αναφέρονται οι επιμέρους δαπάνες για τις αναφερόμενες νοσηλευτικές υπηρεσίες και το συνολικό ποσό της δαπάνης ιατρικής φροντίδας για τον κάθε νοσηλευθέντα, οι οποίες ανέρχονται για στο συνολικό ποσό των 232.635,96 ευρώ.

Για τους λόγους αυτούς, και για την περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η ως άνω καταρτισθείσα με το εναγόμενο προφορική σύμβαση, ζήτησε, επικουρικά, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ως άνω συνολικό ποσό, νομιμοτόκως, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η συσταθείσα δυνάμει της υπ' αριθ, 879/1998 πράξης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Άννας Πουλουτίδου, νομίμως καταχωρηθείσας στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αύξοντα αριθμό 240/3529/1998, εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΜΟΝΑΔΑ ΤΕΧΝΗΤΟΥ ΝΕΦΡΟΥ - ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ Ε.Π.Ε.'', οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη, δυνάμει της υπ' αριθ. 2810/2017 πράξης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Άννας Τσαντήλα, η ενάγουσα ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΟ ΝΕΦΡΟΛΟΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Ι.Κ.Ε.", στα πλαίσια επιδίωξης του καταστατικού της σκοπού, συνισταμένου στη λειτουργία μονάδας τεχνητού νεφρού στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, κατάρτισε προφορική συμφωνία με το ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΟΤΕ (ΤΑΠ-ΟΤΕ)", οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου κατέστη αρχικά το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΟΙΝΗΣ ΩΦΕΛΕΙΑΣ (Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.)-ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ Ο.Τ.Ε. (ΤΑΠ-ΟΤΕ)", και ακολούθως, από 1-5-2012, το εναγόμενο ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", με αντικείμενο την παροχή στους ασφαλισμένους του εξειδικευμένων ιατρικών υπηρεσιών στον τομέα των αιμοκαθάρσεων και αιμοδιαδιηθήσεων. Σ' εκτέλεση της άνω συμφωνίας η ενάγουσα για χρονικό διάστημα υπερβαίνον την οκταετία παρείχε στους ασφαλισμένους του άνω Ταμείου υπηρεσίες υγείας, εκδίδοντας τα σχετικά τιμολόγια επί πιστώσει προς το Ταμείο, όπου επιπλέον αναγράφονταν το όνομα του ασθενούς ασφαλισμένου, οι παρασχεθείσες υπηρεσίες και τα χρησιμοποιηθέντα υλικά, η αξία της καθεμίας επιμέρους παρασχεθείσας υπηρεσίας, κατά τα προβλεπόμενα από την Κ.Υ.Α.

Υ4ε/οικ.60730/14-5-2007 (ΦΕΚ ΕΓ 807/22-5-2007), ανερχόμενη στο ποσό των 105,00 ευρώ για την καθεμία συνεδρία αιμοκάθαρσης με τεχνητό νεφρό και στο ποσό των 155,00 ευρώ για την καθεμία συνεδρία αιμοδιαδιήθησης, πλέον των χρησιμοποιηθέντων φίλτρων και των βελονών. Ένα μήνα μετά την αποστολή στο Ταμείο τόσο των αποδείξεων παροχής υπηρεσιών της ενάγουσας, όσο και των τιμολογίων - δελτίων αποστολής υλικών της εδρεύουσας στην Αθήνα ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ.

Κ…. και ΣΙΑ Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "PAROFIL", με την οποία συνεργαζόταν η ενάγουσα για την προμήθεια των απαιτουμένων προς διενέργεια των συγκεκριμένων ιατρικών πράξεων υλικών, το Ταμείο αποδεχόταν αυτά και εντός του επόμενου μήνα, ήτοι δύο μήνες μετά την έκδοση του καθενός παραστατικού, κατέβαλε στην ενάγουσα το αναγραφόμενο σ' αυτό ποσό, ωστόσο, από το έτος 2007 το Ταμείο άρχισε να καθυστερεί την πληρωμή των οφειλομένων χρηματικών ποσών και κατέληξε στην άρνηση καταβολής οποιουδήποτε ποσού (...).

Από το συνολικό ποσό των 264.840,77 ευρώ στο οποίο ανέρχεται η αξία των παρασχεθεισών από την ενάγουσα στους ασφαλισμένους του εναγομένου υπηρεσιών υγείας και των χρησιμοποιηθέντων υλικών κατά το χρονικό διάστημα από το μήνα Οκτώβριο έτους 2007 έως το μήνα Φεβρουάριο έτους 2010, το υπόχρεο Ταμείο κατέβαλε στην ενάγουσα μόνο το ποσό που αντιστοιχούσε στις παρασχεθείσες υπηρεσίες και χρησιμοποιηθέντα υλικά κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο έτους 2008, συνολικού ποσού 32.204,79 ευρώ (10.775,20 + 10.347,21 + 11.082,38 ευρώ, αντιστοίχως), αρνείται δε την καταβολή του υπολοίπου ύψους 232.635,98 (264.840,77 - 32.204,79) ευρώ, παρά την προσαγωγή σ' αυτό όλων των απαραιτήτων παραστατικών και δικαιολογητικών και την πρωτοκόλληση των σχετικών αιτήσεων της ενάγουσας, όπως επί πολλά έτη συνέβαινε.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το αντικείμενο καθεμίας από τις ανωτέρω αντιστοιχούσες στον καθένα ασφαλισμένο προφορικές συμβάσεις υπερβαίνει το ποσό των 2.500,00 ευρώ, συνεπώς είναι άκυρες αυτές, λόγω μη τήρησης του απαιτούμενου από το νόμο έγγραφου τύπου για τη σύναψή τους, είτε με ένα ενιαίο για την πρόταση κατάρτισης των συμβάσεων και την αποδοχή αυτών έγγραφο, είτε με ιδιαίτερα έγγραφα για την πρόταση και την αποδοχή, είτε με χωριστή έγγραφη πρόταση για την κατάρτιση αυτών, λαμβανομένου υπόψη ότι εκπληρώθηκαν οι επίμαχες συμβάσεις από την ενάγουσα, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται ειδικά από τον εναγόμενο Οργανισμό.

Ειδικότερα, η ακυρότητα αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεδομένης της εκπλήρωσης των υπόψη συμβάσεων εκ μέρους της ενάγουσας, αν και ελλείπει αντίστοιχη έγγραφη αποδοχή τους, θα μπορούσε να αρθεί εάν η πρόταση κατάρτισης αυτών υποβαλλόταν εγγράφως, ωστόσο, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε η τήρηση του έγγραφου τύπου γι' αυτές.

Από τις άκυρες αυτές συμβάσεις η ενάγουσα διατηρεί μόνο την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον το εναγόμενο ν.π.δ.δ. κατέστη πλουσιότερο εις βάρος της περιουσίας της ενάγουσας χωρίς νόμιμη αιτία, και επομένως είναι υπόχρεο ν' αποδώσει την ωφέλεια που αποκόμισε και είναι ισόποση με την αναγραφόμενη επί του καθενός των ανωτέρω αποδείξεων και τιμολογίων αξία των παρασχεθεισών υπηρεσιών υγείας και χρησιμοποιηθέντων υλικών και τη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν για την παροχή των ίδιων υπηρεσιών και την προμήθεια των ίδιων υλικών με βάση έγκυρες σχετικές συμβάσεις.

Εξάλλου υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημίας της ενάγουσας και του πλουτισμού του εναγομένου, του οποίου ο σκοπός αποβλέπει στην εξυπηρέτηση δημόσιου συμφέροντος, συνισταμένου, στην προκειμένη περίπτωση, στην παροχή εξωνοσοκομειακών υπηρεσιών υγείας στους ασφαλισμένους του, τούτο δε αποτελεί υλοποίηση της μέριμνας του κράτους για την εξασφάλιση της υγείας της συγκεκριμένης κατηγορίας πολιτών και εκπλήρωση των στόχων της κοινωνικής ασφάλισης (άρθρο 21 παρ. 2 Συντάγματος).

Άλλωστε, παρά τη δημιουργία τριμερούς σχέσης μεταξύ της ενάγουσας, του εναγομένου και των ασφαλισμένων του τελευταίου, η οποία αναλύεται σε δύο μερικότερες σχέσεις, αυτή δηλαδή της αναπτυσσόμενης μεταξύ της ενάγουσας με τους ασφαλισμένους του εναγομένου (σχέση κάλυψης) και αυτή της αναπτυσσόμενης μεταξύ του εναγομένου με τους ασφαλισμένους του (σχέση αξίας), ο πλουτισμός του εναγομένου και η αντίστοιχη ζημία της ενάγουσας προκλήθηκαν από ενιαίο γεγονός, και η σχέση και αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν απορρέει από την ακυρότητα ή ανυπαρξία των άνω μερικότερων σχέσεων, αλλά από την ακυρότητα των επίδικων προφορικών συμβάσεων μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου.

Σε κάθε περίπτωση, η θέση περί έλλειψης αμεσότητας περιουσιακής μετακίνησης και επομένως νόμω αβασίμου της ένδικης αγωγής κατά την επικουρική της βάση, την οποία προβάλλει το εναγόμενο, θα οδηγούσε σε ανεπιεική αποτελέσματα, αφού κατ' αυτήν, η ενάγουσα θα έπρεπε να στραφεί εναντίον του καθενός ασφαλισμένου του εναγομένου, για να απαιτήσει την καταβολή του ανωτέρω χρηματικού ποσού, γεγονός που θα επιβαρύνει αφενός μεν τον ίδιο τον ασφαλισμένο νεφροπαθή οικονομικά και χρονικά, ο οποίος επείγεται προς άμεση αιμοκάθαρση ή αιμοδιαδιήθηση και δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί ν' ανταποκριθεί στο οικονομικό αυτό βάρος, και ακολούθως ο ίδιος ο ασφαλισμένος να στραφεί κατά του εναγομένου Οργανισμού, για να απαιτήσει το από αυτόν καταβληθέν στην ενάγουσα ποσό, αφετέρου δε την ίδια την ενάγουσα η οποία δεν θα μπορεί να ικανοποιηθεί στρεφόμενη εναντίον του ασφαλισμένου, αν αυτός είναι οικονομικά αδύναμος, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι το κρίσιμο στην αξίωση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και σύμφωνα με την αποστολή του θεσμού και τον επανορθωτικό σκοπό του, είναι να διαπιστωθεί ποιος πλούτισε σε βάρος ποιας περιουσίας (βλ.

Π. Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, Ι, έκδ. 2012, σ. 403). Και στην προκειμένη περίπτωση το εναγόμενο πλούτισε εξοικονομώντας δαπάνη εις βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, την οποία δαπάνη θα κατέβαλε αν είχαν καταρτισθεί έγκυρες συμβάσεις. Συνοψίζοντας το σύνολο όλων όσων έχουν αναφερθεί, το παρόν Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι η ένδικη αγωγή κατά την επικουρική της βάση πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, της αποδοτέας ωφέλειας που αποκόμισε το εναγόμενο οριζομένης στο συνολικό ποσό των 232.635,98 ευρώ.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά έκρινε ότι η ένδικη αγωγή παραδεκτά απευθύνεται κατά του εναγομένου Οργανισμού, τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς την επικουρική της βάση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 4578/2018 (ΦΕΚ Α' 200/3-12-2018), ότι είναι ορισμένη ως προς αμφότερες τις βάσεις της και απέρριψε αυτήν κατά την κύρια βάση της ως νόμω αβάσιμη, έσφαλε όμως περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απορρίπτοντας την αγωγή ως νόμω αβάσιμη κατά την επικουρική της βάση, όπως βασίμως διατείνεται η εκκαλούσα με τους λόγους της κρινόμενης έφεσης, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της αυτό, και, αφού κρατηθεί η υπόθεση, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, το παρόν δικαστήριο να δικάσει την ένδικη αγωγή κατά το σκέλος της επικουρικής της βάσης που θεμελιώνεται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να κρίνει δεκτή αυτήν ως νόμω και ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 232.635,98 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της 31-7-2012, οπότε επιδόθηκε η υπ' αριθ.

έκθ. κατάθεσης 24254/2012 αγωγή της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΜΟΝΑΔΑ ΤΕΧΝΗΤΟΥ ΝΕΦΡΟΥ ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ Ε.Π.Ε." ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στο εναγόμενο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω. ΤΑΠ-ΟΤΕ" (βλ. την υπ' αριθ. 8845/Γ/31-7-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Αναστασίου Παπαδόπουλου), η οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως με την υπ1 αριθ. 1951/2018 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ήτοι, για λόγους που δεν ανάγονται στο υποστατό της αξίωσης, εντός δε εξαμήνου από της δημοσίευσης στις 30-7-2018 της τελευταίας αυτής απόφασης, ασκήθηκε η νέα ένδικη αγωγή περί επιδίκασης της ίδιας απαίτησης, που επιδόθηκε στον εναγόμενο Οργανισμό στις 25-1-2019 (βλ.

την υπ' αριθ. 1647/Β 725-1-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών…), συνεπώς το αποτέλεσμα της όχλησης που έγινε με την επίδοση της πρώτης καταψηφιστικής αγωγής από την ενάγουσα Ε.Π.Ε., οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη η ενάγουσα στη νέα ένδικη αγωγή Ι.K.E. με την επωνυμία "ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΟ ΝΕΦΡΟΛΟΓΊΚΟ ΚΕΝΤΡΟ Ι.Κ.Ε, προς το εναγόμενο "Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.

ΤΑΠ-ΟΤΕ", οιονεί καθολικός διάδοχος του οποίου κατέστη το εναγόμενο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", δεν ανατράπηκε ως όχληση δημιουργική υπερημερίας (...)". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις του άρθρου 37 του Β.Δ. 244/1966, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων δεν συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση, ούτε και την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό της διάταξης αυτής και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης, αφού, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων είχε καταρτιστεί άκυρη (ελλείψει έγγραφου τύπου) προφορική συμφωνία για την παροχή υπηρεσιών στους ασφαλισμένους του προαναφερόμενου ταμείου ("Τ.Α.Υ.Τ.Ε.Κ.Ω.

ΤΑΠ-ΟΤΕ") εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ΙΚΕ, η οποία και εκτέλεσε τη συγκεκριμένη σύμβαση χωρίς το παραπάνω ταμείο να καταβάλει αντάλλαγμα για τις παρασχεθείσες από αυτή υπηρεσίες, με συνέπεια τον πλουτισμό, χωρίς νόμιμη αιτία, του αναιρεσείοντος, καθολικού διαδόχου του ταμείου, σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσίβλητης, υφισταμένου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του πλουτισμού και της ζημίας.

Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της αγωγής, ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τα παρακάτω δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικά, δηλαδή ότι το αναιρεσείον ν.π.δ.δ., μη καταβάλλοντας αντάλλαγμα στην αναιρεσίβλητη, για τις υπηρεσίες που αυτή παρέσχε στους ασφαλισμένους του (αναιρεσείοντος), αποκόμισε ωφέλεια ισόποση με την αντίστοιχη δαπάνη που εξοικονόμησε, συνισταμένη στην αναγραφόμενη επί των ανωτέρω αποδείξεων και τιμολογίων αξία των παρασχεθεισών υπηρεσιών υγείας και χρησιμοποιηθέντων υλικών, στην οποία (δαπάνη) θα υποβαλόταν για την παροχή των ίδιων υπηρεσιών και την προμήθεια των ίδιων υλικών με βάση έγκυρες σχετικές συμβάσεις, σύμφωνα δε με τα περιστατικά αυτά, δεν υπήρξε άμεση περιουσιακή μετακίνηση από την περιουσία της αναιρεσίβλητης στην περιουσία τρίτων και συγκεκριμένα των ασφαλισμένων-ασθενών, αλλά επήλθε πλουτισμός του αναιρεσείοντος ευθέως συνδεόμενος με τη ζημία της περιουσίας της αναιρεσίβλητης, αφού πρόκειται για "ωφέλεια" στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος - εναγομένου, ως καθολικού διαδόχου του αρχικού συμβληθέντος, από παροχή χωρίς αντάλλαγμα υπηρεσιών προς την αναιρεσίβλητη, στο πλαίσιο της ως άνω άκυρης σύμβασης και έτσι το αναιρεσείον κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσίβλητης χωρίς νόμιμη αιτία.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό προαναφερόμενης ουσιαστικού δικαίου διάταξης και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα και ειδικότερα, ότι οι συμβάσεις που καταρτίστηκαν προφορικά μεταξύ των δικαιοπαρόχων των διαδίκων ήσαν άκυρες λόγω παραλείψεως του εγγράφου τύπου και ότι το αναιρεσείον, με τη μη καταβολή ανταλλάγματος στην αναιρεσίβλητη για την εκ μέρους της παροχή υπηρεσιών στους ασφαλισμένους του, το οποίο αυτό θα κατέβαλε εάν κατάρτιζε έγκυρη αντίστοιχη σύμβαση, ωφελήθηκε κατά το αντίστοιχο ποσό με ζημία της αναιρεσίβλητης.

Το γεγονός ότι ορισμένα τιμολόγια αφορούν παροχή υπηρεσιών κάτω των 2.500 ευρώ δεν επηρεάζει την μεταξύ των διαδίκων άκυρη συμβατική σχέση, ούτε καθιστά την αιτιολογία της προσβαλλομένης αντιφατική με το να δεχθεί ότι όλες οι επί μέρους συμβάσεις ήταν άκυρες, αφού κρίσιμη εν προκειμένω είναι η άκυρη αυτή σύμβαση μεταξύ των διαδίκων και όχι οι επί μέρους συμβάσεις μεταξύ αναιρεσείοντος και των ασθενών.

Επομένως, οι πρώτος από τον αριθ. 1 και δεύτερος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι. IV. Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εάν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 282/2012).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός που λήφθηκε υπόψη χωρίς να προταθεί ή αν προτάθηκε απαραδέκτως από τον αντίδικο, για ποιόν λόγο ήταν απαράδεκτος, καθώς και ότι το απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο ουσίας ή, αν δεν προτάθηκε, ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθ. 562 § 2 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, με τον λόγο του αριθ.1 ελέγχεται και η "νομική" αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο για να κρίνει νόμιμη την αγωγή αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ'όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ασκουμένου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 103/2001 ΕλλΔνη 2001.718, ΑΠ 1597/2018). Όπως και ποσοτική (ποιοτική) έτσι η νομική αοριστία της αγωγής, για να θεμελιώσει παραδεκτό λόγο αναίρεσης πρέπει να έχει προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση του περιστατικού αυτού στο αναιρετήριο (ΑΠ 1/1987 ΕλλΔνη 1987.1243, ΑΠ 1002/2017).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη, διότι έλαβε υπόψη της και δέχθηκε αγωγικό ισχυρισμό παρότι αυτός ήταν αόριστος, υποπίπτοντας στην παράβαση του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα (νυν αναιρεσίβλητη) στο δικόγραφο της αγωγής της δεν αναφέρει τίποτα σχετικά με το πότε, πώς και με ποιόν συνήψε την επικαλούμενη προφορική συμφωνία με τον αναιρεσείοντα, έλλειψη που καθιστά την αγωγή απαράδεκτη λόγω (νομικής) αοριστίας.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν στοιχειοθετεί την παράβαση του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού ο αναιρεσείων δεν αναφέρει αν είχε προτείνει και ποιόν ισχυρισμό στο Εφετείο και σε κάθε περίπτωση, αν θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο του αριθ. 14 ή του αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι είχε προτείνει τον περί αοριστίας ισχυρισμό στο κατ' έφεση δικαστήριο και με ποιόν τρόπο (ΑΠ 1002/2017, ΑΠ 2050/2007 ΚΠολΔ 2008.395).

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το δικόγραφο της αγωγής περιείχε όλα εκείνα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, που θεμελίωναν την ένδικη αξίωση και δικαιολογούσαν την άσκηση της αγωγής κατά του εναγομένου, ενώ περιγράφεται ακριβώς το περιεχόμενο της διαφοράς .

V.Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 217/2016, ΑΠ 699/2012, ΑΠ 2031/2007, ΑΠ 499/2007). Με τον τέταρτο λόγο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση διότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα ότι δέχθηκε την ύπαρξη προφορικής μεταξύ της ΙΚΕ και του Ταμείου συμφωνίας χωρίς απόδειξη. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, ένορκη βεβαίωση μάρτυρος), που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως νομίμως στο δικαστήριο και από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των πιο πάνω αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, από το άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον ν.π.δ.δ. στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176,183,189 § 1,191 § 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά τα άρθρα 62 § 3 περ. Θ ν. 4387/2016 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 ν. 4445/2016) και 22 § 1 ν. 3693/1957 (ΑΠ 54/2022, ΑΠ 1212/2021, ΑΠ 750/2018), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-9-2021 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ (Ε.Ο.Π.Υ.Υ)" για την αναίρεση της υπ'αριθ. 1502/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 31 Αυγούστου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ