Supreme Court partially allows appeal against social insurance fund's claim for damages due to vague medical supply orders.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the social insurance fund's appeal against a lower court's dismissal of its damages claim. The fund argued the lower court erred by finding the claim vague regarding specific insured individuals and the value of provided medical supplies. The court ruled that the lower court committed procedural errors by failing to consider the factual basis of the claim and incorrectly classifying the vagueness, thus remanding the case for further trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 111(2), 118(4), 216(1) of the Code of Civil Procedure; The claim must contain a clear statement of facts legally sufficient to found the action, and the lower court must consider all factual circumstances described by the plaintiff to determine admissibility and validity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 54 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 54/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια και Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" ως καθολικός διάδοχος του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λεκέα.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Σ. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Τελώνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 13-09-2021 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-2-2010 αγωγή του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 263/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 223/2018 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την από 8-8-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015).
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).
Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία απλώς διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας, χωρίς να αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος που στηρίζει το αίτημα της αγωγής, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 910/2017, ΑΠ 1087/2014).
Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας.
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 106/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη άρθρου 914 AK, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 1979/2017).
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Η παράλειψη από αμέλεια της τήρησης εκ μέρους προσώπου που ανήκει σε συγκεκριμένο επαγγελματικό κύκλο των κανόνων επιστήμης και τέχνης, που κατά κοινή αναγνώριση, είναι εφαρμοστέοι στον κύκλο αυτό, πληροί επίσης την προϋπόθεση του παρανόμου κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και οδηγεί, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, στη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης (ΑΠ 1521/2017).
Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ήτοι περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης, η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης, και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 93/2016, ΑΠ 1513/2014).
Περαιτέρω, το άρθρο 2 του - μετέπειτα καταργηθέντος πλην, όμως, ισχύοντος κατά το πιο κάτω κρίσιμο χρονικό διάστημα- π.δ/τος 67/2000 (φ. Α' 58/9.3.2000) "Καθορισμός υποχρεώσεων των ασφαλιστικών οργανισμών, των θεραπόντων και ελεγκτών ιατρών και των φαρμακοποιών και επιβολή κυρώσεων για παράβαση των υποχρεώσεων", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 20 παρ. 7 του ν. 2458/1997 (φ.
Α' 15), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2737/1999 (φ. Α' 174), ορίζει ότι: "Α. Οι θεράποντες ιατροί, σύμφωνα με τον κανονισμό περίθαλψης του Δημοσίου και κάθε ασφαλιστικού οργανισμού, κατά τη συνταγογράφηση στους ασφαλισμένους υποχρεούνται: 1. Να ενεργούν σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής ηθικής και της δεοντολογίας. 2.
Να εφαρμόζουν τα προβλεπόμενα στους κανονισμούς ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης του Δημοσίου και των ασφαλιστικών οργανισμών και να τηρούν τους όρους των συμβάσεών τους. 3. Να ελέγχουν το βιβλιάριο υγείας και να διαπιστώνουν εάν το πρόσωπο που προσέρχεται για εξέταση ταυτίζεται με αυτό που αναγράφεται ή εικονίζεται στο βιβλιάριο υγείας βεβαιώνοντας ότι υπάρχει ασφαλιστική ικανότητα. 4.
Να εξετάζουν τον ασφαλισμένο πριν χορηγήσουν τη συνταγή ...". Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις συνάγεται, πλην άλλων, ότι η συνταγογράφηση από τους θεράποντες ιατρούς του Ι.Κ.Α. πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής ηθικής και δεοντολογίας, με σκοπό αφενός την αποκατάσταση της υγείας των ασθενών ασφαλισμένων με τη χορήγηση των κατάλληλων και αυστηρώς αναγκαίων φαρμάκων και άλλων θεραπευτικών μέσων και αφετέρου την αποτροπή πρόκλησης ζημίας στον ασφαλιστικό οργανισμό και κατασπατάλησης των πόρων του μέσω της άσκοπης και παράνομης χορήγησης φαρμάκων και λοιπών θεραπευτικών μέσων.
Ειδικότερα, οι θεράποντες ιατροί οφείλουν, μεταξύ άλλων, αφού επαληθεύσουν την ασφαλιστική ικανότητα του προσερχόμενου προς εξέταση ή συνταγογράφηση με ταυτοποίηση αυτού προς το αναγραφόμενο στο εκδοθέν από το ΙΚΑ βιβλιάριο ασθενείας πρόσωπο, να εξετάζουν τον ασφαλισμένο με τις κατάλληλες ιατρικές μεθόδους, ώστε να καταλήγουν σε διάγνωση τυχόν υπάρχουσας πάθησης, αν κρίνουν δε αναγκαία τη χορήγηση φαρμάκων για την αντιμετώπιση αυτής, υποχρεούνται να προβούν σε έκδοση της συνταγής κατά τους προβλεπόμενους τύπους και με ορθολογικό τρόπο, κατ' αιτιολόγηση της ανάγκης χορήγησής τους με κάθε πρόσφορο τρόπο, πριν από τη χορήγηση της συνταγής (ΕΣ Ολ 1026/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του ενδίκου, από 11/2/2010, αγωγικού δικογράφου κατά του αναιρεσίβλητου προκύπτει ότι το αναιρεσείον-ενάγον εξέθετε σ` αυτό τα ακόλουθα: Ότι, με την με αριθμό ... απόφαση του τότε Διοικητή του (ενάγοντος), ο εναγόμενος, ορθοπεδικός ιατρός, προσλήφθηκε, με σύμβαση αορίστου χρόνου, για τις ανάγκες του τοπικού υποκαταστήματος ΙΚΑ ...
ενώ με την με αριθμό ... απόφαση του τότε Υποδιοικητή μετατέθηκε στην Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας ΙΚΑ ΕΤΑΜ …. Ότι, σύμφωνα με την με αριθμό πρωτοκ. …/13.6.2006 Έκθεση Ελέγχου σε συνδυασμό και με την με αριθμ. πρωτοκ. …/9.7.2006 Συμπληρωματική Έκθεση Ελέγχου Παροχών Πρόσθετης Περίθαλψης, σχετικά με τις χορηγήσεις ορθοπεδικών ειδών των ετών 1998-2003 και μέρος του 2004, διαπιστώθηκε, μετά από έλεγχο 210 ασφαλισμένων, ότι οι Υγειονομικές υπηρεσίες του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ της ευρύτερης περιοχής Πατρών χορήγησαν, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, αναίτια και καταχρηστικά, ορθοπεδικά είδη (αναπηρικά αμαξίδια, αεροστρώματα κατακλίσεων, μαξιλάρια κατακλίσεων και νάρθηκες, κηδεμόνες, υποδήματα και ζώνες) σε υπερβολικό αριθμό για τις ανάγκες της περιοχής, με αναγραφή μάλιστα σε απλό παραπεμπτικό παρακλινικών εξετάσεων και όχι σε γνωμάτευση, η οποία εκδίδεται σε τριπλότυπο, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατός ο έλεγχος αφού δεν παρέμενε αντίγραφο στις Μονάδες.
Ότι, από τις ανωτέρω εκθέσεις ελέγχου προκύπτει ότι ο εναγόμενος, με την ιδιότητά του ως συμβασιούχος ιατρός του ιδρύματος και θεράπων ιατρός κατά την ανωτέρω περίοδο, συνταγοράφησε, χωρίς να υπάρχει πραγματική ανάγκη, 38 αναπηρικά αμαξίδια, 36 αεροστρώματα κατακλίσεων και 24 μαξιλάρια κατακλίσεων. Ότι, από τις ανωτέρω αναίτιες και καταχρηστικές συνταγογραφήσεις, όπως αυτές αναφέρονται κατά περίπτωση στην ένδικη αγωγή, το ενάγον ζημιώθηκε το ποσό των 52.963,93 ευρώ.
Ότι, από την ως άνω με αριθμό …/13.6.2006 έκθεση ελέγχου, σε συνδυασμό με έτερη έκθεση ελέγχου που πήρε αριθμό πρωτ. …/23.6.2006 από το Περιφερειακό Υποκατάστημα …, διαπιστώθηκε ότι ο εναγόμενος, κατά τα έτη 1998-2003 και μέρος του έτους 2004 υπερσυνταγογράφησε νάρθηκες, κηδεμόνες, υποδήματα και ζώνες και συνολικά 2.369 νάρθηκες, 309 κηδεμόνες, 355 υποδήματα και 349 ζώνες.
Ότι, από την ανωτέρω παράνομη συμπεριφορά του εναγόμενου το ενάγον ζημιώθηκε το ποσό των 478.302,98 ευρώ. Ότι, σε βάρος του εναγόμενου, μεταξύ άλλων, ασκήθηκε ποινική δίωξη για απλή συνέργεια κατ' εξακολούθηση και κατ' επάγγελμα σε απάτη από κοινού και ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση για ζημία του ενάγοντος που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.
Ότι, με την με αριθμ. πρωτοκ. .../31.8.2006 απόφαση του Διοικητή αποφασίσθηκε η καταγγελία της σύμβασης του εναγόμενου, επιδοθείσα σ' αυτόν την 1η.9.2006. Ότι, ο εναγόμενος ζημίωσε παράνομα και υπαίτια το ενάγον, διότι ως θεράπων ιατρός στο Υποκατάστημα στη Νομαρχιακή Μονάδα Υγείας ΙΚΑ-ΕΤΑΜ … κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα γνωμάτευσε, κατά τα προαναφερθέντα, παράνομα και καταχρηστικά ορθοπεδικά είδη για ασφαλισμένους, τους οποίους δεν εξέταζε αυτοπροσώπως ούτε υπήρχε ανάγκη συνταγογράφησης των ανωτέρω ορθοπεδικών ειδών ή συνταγογραφούσε αυτά (ορθοπεδικά είδη) κοντά στην ημερομηνία θανάτου τους ή σε ασφαλισμένους που νοσηλεύονταν στο νοσοκομείο ή σε ασφαλισμένους που ήταν κάτοικοι άλλων νομών, στερούμενος τοπικής αρμοδιότητας.
Ότι, ο εναγόμενος γνώριζε ότι η ανωτέρω συμπεριφορά του ήταν παράνομη καθότι αντίκειται στο όλο πνεύμα του νόμου και τις επιταγές της έννομης τάξης και δη στα άρθρα 1 και 28 του Κανονισμού Ασθενείας ΙΚΑ, τις εγκυκλίους της υπηρεσίας, στο άρθρο 2 του ΠΔ 67/2000, στο ΝΔ 1204/72 και στο ν. 3232/2004 και ήταν ικανή να επιφέρει ζημία την οποία και επέφερε.
Ότι, από την ανωτέρω συμπεριφορά του εναγόμενου το ενάγον υπέστη και ηθική βλάβη λόγω του ότι τα προαναφερθέντα γεγονότα έλαβαν πανελλήνιες διαστάσεις με δημοσιεύματα εφημερίδων, αμαύρωσαν το κύρος και την αξιοπιστία του και προσέβαλαν το σκοπό και την αποστολή του. Με βάση τα περιστατικά αυτά το ενάγον ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 531.266,91 ευρώ ως αποζημίωση για την θετική του ζημία καθώς και το ποσό των 300.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (επιφυλασσόμενο για επί πλέον ποσό 30.000 ευρώ για το οποίο έχει δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής), με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 263/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία την απέρριψε, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Κατά της απόφασης αυτής το ενάγον άσκησε έφεση με την οποία, όπως αυτή διευκρινίστηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου Πατρών, έπληξε την πρωτοβάθμια απόφαση μόνο κατά το σκέλος της απόρριψης της αγωγής του όσον αφορά την επικαλούμενη παράνομη χορήγηση ειδών πρόσθετης περίθαλψης (αναπηρικά αμαξίδια, αεροστρώματα και μαξιλάρια κατακλίσεων), για τα οποία η συνολική ζημία που αποδίδει στον εναγόμενο ανέρχεται στο ποσό των 52.963,93 ευρώ καθώς και για το ποσό της επιδικασθείσας σε βάρος του δικαστικής δαπάνης.
Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 223/2018 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία έκρινε ότι η αγωγή ήταν αόριστη, με διαφορετική αιτιολογία από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την οποία και αντικατέστησε, ενώ κατά τα λοιπά δέχτηκε, τυπικά και εν μέρει ουσιαστικά, την έφεση ως προς τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση ως προς τη διάταξη αυτή και δικάζοντας την αγωγή ως προς την εν λόγω διάταξη επέβαλε σε βάρος του ενάγοντος την ορθή δικαστική δαπάνη.
Ειδικότερα, το Εφετείο έκρινε αόριστη την αγωγή με την ακόλουθη αιτιολογία: "Από την επισκόπηση του δικογράφου της υπό κρίση αγωγής προκύπτει ότι δεν αναφέρονται επαρκώς σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή της,... . Ειδικότερα, δεν εκτίθενται στην αγωγή τα πλήρη στοιχεία του εκάστοτε ασφαλισμένου για τον οποίο συνταγογράφησε ο εναγόμενος, η ασθένεια αυτού, το ορθοπαιδικό είδος που συνταγογραφήθηκε κατ' είδος, ποσότητα και αξία καθώς και για ποιο λόγο ο συγκεκριμένος ασφαλισμένος δεν είχε ανάγκη αυτό με αναφορά στην κατάσταση της υγείας του έτσι ώστε να στοιχειοθετείται η ζημία του ενάγοντος από την παροχή στους ασφαλισμένου των ορθοπαιδικών ειδών χωρίς αυτοί να τα χρειάζονται.
Μόνη δε η αναφορά των σελίδων και του αύξοντα αριθμού στην έκθεση ελέγχου χωρίς τούτη να αποτελεί ενιαίο σύνολο με την αγωγή και δη χωρίς αυτή να ενσωματώνεται καθ' ό μέρος γίνεται παραπομπή σ' αυτή δεν αρκεί προκειμένου να καταστήσει την αγωγή ορισμένη όπως ο νόμος απαιτεί. Επίσης, μόνη η αναφορά του αύξοντα αριθμού και της εν γένει καταχρηστικότητας στην χορήγηση στο με αριθμ.
πρωτοκ. 24/20.9.20006 έγγραφο αποστολής πορίσματος του διενεργήσαντα της ΕΔΕ δεν αρκεί προκειμένου να καταστήσει την αγωγή ορισμένη όπως ο νόμος απαιτεί. Περαιτέρω, μόνο η αναφορά του έτους, του συνόλου των ναρθήκων, κηδεμόνων και ζωνών με αξία κατ' είδος δεν αρκεί προκειμένου να καταστήσει την αγωγή ορισμένη όπως ο νόμος απαιτεί.
Επιπλέον, έπρεπε να αναφέρονται στην αγωγή τα πλήρη στοιχεία των ασφαλισμένων που δεν εξετάσθηκαν αυτοπροσώπως από τον εναγόμενο, τα πλήρη στοιχεία των ασφαλισμένων που δεν εμπίπτουν στην τοπική αρμοδιότητα του εναγομένου και τα πλήρη στοιχεία των ασφαλισμένων που κατά τον χρόνο συνταγογράφησης νοσηλεύονταν σε νοσοκομείο καθώς και τα ορθοπαιδικά είδη που συνταγογραφήθηκαν κατ' είδος, ποσότητα και αξία για τους ανωτέρω ασφαλισμένους έτσι ώστε να στοιχειοθετείται η ζημία του ενάγοντος από την παροχή στους ασφαλισμένους των ορθοπαιδικών ειδών χωρίς αυτοί να έχουν εξεταστεί και χωρίς να εμπίπτουν στην τοπική του αρμοδιότητα.
Οι ανωτέρω ελλείψεις καθιστούν την αγωγή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης και απαράδεκτη λόγω αοριστίας αφού το Δικαστήριο δεν μπορεί να τάξει τα αναγκαία θέματα απόδειξης και ο εναγόμενος να αμυνθεί ....". Κατόπιν αυτών και όσον αφορά το κεφάλαιο της αοριστίας της αγωγής, το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως, με διαφορετική αιτιολογία την οποία και αντικατέστησε κατά τα προαναφερθέντα.
Ωστόσο, με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, κατά το τμήμα της που μεταβιβάστηκε με την άσκηση έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη (πλην των ασφαλισμένων Φ. Φ., Μ. Π., Ε. Χ., Ε. Δ., Δ. Π., Γ. Κ., Δ. Σ., Α. Λ., Δ. Θ. και Ν. Κ., για τους οποίους θα γίνει λόγος κατωτέρω), καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το επικαλούμενο δικαίωμα του αναιρεσείοντος για αποκατάσταση της περιουσιακής του ζημίας (συνολικού ύψους 39.018,19 ευρώ για το ορισμένο σκέλος της αγωγής) και της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου.
Ειδικότερα, στην αγωγή, και όσον αφορά το σκέλος αυτής με την οποία αποδίδει στον εναγόμενο ζημία ποσού 52.963,93 ευρώ, ως προς το οποίο και μόνο επλήγη, κατά τα προαναφερθέντα, η πρωτοβάθμια απόφαση, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα γεγονότα που την θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από το ενάγον και ήδη αναιρεσείον κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου, με ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, έτσι ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του κατά νόμο βάσιμου αυτής.
Συγκεκριμένα στην αγωγή αναφέρονται: α) τα πλήρη στοιχεία του κάθε ασφαλισμένου και ο αριθμός μητρώου του, β) οι περιπτώσεις που ο εναγόμενος συνταγογράφησε χωρίς να έχει τοπική αρμοδιότητα, γ) οι περιπτώσεις που η συνταγογράφηση έλαβε χώρα ενώ ο ασφαλισμένος νοσηλευόταν σε νοσοκομείο, δ) τα ορθοπεδικά είδη που συνταγογράφησε ο εναγόμενος, κατά ποσότητα και είδος, καθώς και το συνολικό κόστος αυτών για κάθε ασφαλισμένο, ποσό που αποτελεί και τη ζημία του ενάγοντος.
Τα παραπάνω στοιχεία αρκούσαν για να καταστήσουν την αγωγή ορισμένη, Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να αναγράφεται το επί μέρους ποσό ανά κατηγορία ορθοπεδικού είδους (αμαξιδίου ειδικού τύπου, αεροστρώματος κατακλίσεων, μαξιλαριού), διότι τα ως άνω επιμέρους στοιχεία προσδιορισμού της περιουσιακής ζημίας του ενάγοντος δεν αποτελούν στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής αποζημίωσης και μπορούν, αν αμφισβητηθούν, να προκύψουν από τις αποδείξεις (πρβλ.
ΑΠ 985/2020, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 1807/2012). Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να αναγράφεται η ασθένεια του ασφαλισμένου και για ποιο λόγο ο ασφαλισμένος δεν είχε ανάγκη του συνταγογραφούμενου είδους, με αναφορά στην κατάσταση της υγείας του, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, για το σύνολο των ένδικων περιπτώσεων οι συνταγογραφήσεις ήταν εικονικές, όπως εικονική ήταν και η αναγραφόμενη επί των γνωματεύσεων πάθηση, έγιναν δε χωρίς να προηγηθεί φυσική εξέταση του ασθενούς από τον εναγόμενο, με συνέπεια να μην δύναται να εξεταστεί και να αποτελέσει στοιχείο απόδειξης η αναγκαιότητα χορήγησης του είδους, αφού δεν ανταποκρίνονταν η γνωμάτευση σε πραγματική πάθηση του ασφαλισμένου, την οποία, άλλωστε, δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ο εναγόμενος, αφού, επίσης κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν τον εξέτασε με φυσική εξέταση, όπως επιβάλλει το ΠΔ 67/2000 και το σύνολο των κανόνων δικαίου και εγκυκλίων του ενάγοντος.
Περαιτέρω, όμως, είναι αόριστη η αγωγή κατά το σκέλος που αφορά τους ως άνω δέκα ασφαλισμένους (Φ. Φ., Μ. Π., Ε. Χ., Ε. Δ., Δ. Π., Γ. Κ., Δ. Σ., Α. Λ., Δ. Θ. και Ν. Κ.) καθόσον δεν αναφέρεται η αξία των χορηγηθέντων σ' αυτούς ειδών πρόσθετης περίθαλψης ώστε να προκύψει η ζημία την οποία το ενάγον επικαλείται ότι υπέστη από την παράνομη συνταγογράφηση των αναφερόμενων για κάθε μια περίπτωση ειδών.
Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε ως αόριστη την αγωγή, στο σύνολό της διαλαμβάνοντας τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ενώ αυτή ήταν ορισμένη κατά το ως άνω σκέλος της, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.14 του άρθρου 559 Κ.Γίολ.Δ, (και όχι του αρ. 1 εφόσον πρόκειται περί ποσοτικής και όχι νομικής αοριστίας). Παράλληλα, το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με το παραδεκτό της ένδικης αγωγής για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που αναλυτικά περιέγραφε το ενάγον και αποτελούσαν την ιστορική βάση της αγωγής του, με τα οποία θεμελίωνε την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγόμενου και την εξ αυτής προκύψασα ζημία του, που συνιστούν "πράγμα", τα οποία ήταν ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης αναφορικά με την αξίωσή του για αποζημίωση.
Επομένως ιδρύεται και η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β` ΚΠολΔ (ΑΠ 210/2020). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των ως άνω πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί, εν μέρει σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η προσβαλλομένη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔικ), που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων, όμως, κατά τα άρθρα 62 παρ. 3 περ. θ ν. 4387/2016 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 31 ν. 4445/2016) και 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, δεν γίνεται λόγος περί του κατ` άρθρο 495 παρ. 3 παραβόλου, διότι το αναιρεσείον, κατ` άρθρο 28 παρ. 4 εδ. β` του Ν. 2579/1998, απαλλάσσεται από την καταβολή του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την με αριθμό 223/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Τριμελές Εφετείο Πατρών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων, που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ