Legislator Case Law & Legislation
699/2012 AI generated

Greek Supreme Court dismisses appeal against tax authority decision, upholding lower court's evidence assessment.

Case Number 699/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by Greek authorities against a tax court decision. The appellants argued that the lower court violated substantive law regarding evidence evaluation and admissibility. The court rejected these claims, ruling that the lower court properly assessed all submitted evidence and that the appeal lacked specific factual details required for admissibility.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(10), 559(11), and 559(13) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on violation of substantive law is inadmissible if the lower court's evidence assessment is not arbitrary, and that vague or unsubstantiated grounds for appeal are rejected.

Keywords

AI generated
Greek Civil Procedure Evidence Assessment Appeal Grounds Substantive Law Violation Tax Authority Decision Admissibility of Appeal Burden of Proof

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Article 338(1) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 699 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Με το λόγο αυτό και υπό την επίκληση της παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο. Απαράδεκτος ο λόγος αυτός αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ. Αβάσιμος διότι στην προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων), που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως νομίμως και από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών του αναιρεσίβλητου καθού η ανακοπή δικηγόρου. Αόριστος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ. Αβάσιμος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν εξέδωσε προδικαστική απόφαση, ώστε να μην τίθεται καν θέμα εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως. Απόρριψη αναιρέσεως.

Αριθμός 699/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γιαννούλη, Βασίλειο Φούκα, Νικόλαο Λεοντή και Γεωργίου Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, 2. Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ ΦΑΕΕ Αθηνών, 3.Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Κηφισιάς Αττικής και 4. Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Αμαρουσίου Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την Κωνσταντίνα Νασοπούλου, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Σ. Π. του Θ., κατοίκου ..., δικηγόρου, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Μαΐου 2007 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 425/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 6026/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Απριλίου 2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γιαννούλης, ανέγνωσε την από 8 Μαρτίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναιρέσεως ως προς όλες τις επί μέρους αιτιάσεις του.

Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται, ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως, σύμφωνα με το άρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ανακόπτοντες τον υπ' αριθ. .../2007 πίνακα κατατάξεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Εμ. Βασιλακάκη προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρ. 975 § 3 ΚΠολΔ, 6 § 16 του ν. 2.479/1997 σε συνδυασμό με το άρθρ. 31 του ν. 1.545/1985, και 91 § 1, 92 §§ 1 - 5, 98 §§ 1 και 2 του ν.δ. 3026/1954 του Κώδικα περί Δικηγόρων, διότι δέχθηκε εσφαλμένα και με πλημμελείς αιτιολογίες ως αληθείς τους ισχυρισμούς του προνομιακά καταταγέντος στην τρίτη τάξη προνομίων αναιρεσίβλητου καθού η ανακοπή δικηγόρου, ότι για τις δικαστικές ενέργειες που προέβη την τελευταία διετία πριν την ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού κατά των καθών η εκτέλεση, υπήρχε σύμβαση εντολής μεταξύ αυτού και εκείνων για τις δικαστικές ενέργειες στις οποίες έπρεπε να προβεί και για το ύψος της αμοιβής του, χωρίς ωστόσο οι παραδοχές αυτές να στηρίζονται σε έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία.

Όμως, προδήλως, με το λόγο αυτό αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες υπό την επίκληση της παραβιάσεως των αναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου πλήττουν την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, αφού με αυτόν προβάλλονται αντιρρήσεις ως προς την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απαράδεκτος.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς απόδειξη τους ισχυρισμούς του αναιρεσίβλητου καθού η ανακοπή δικηγόρου α) για την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας μεταξύ αυτού και των εντολέων του καθών η αναγκαστική εκτέλεση για τις δικαστικές ενέργειες στις οποίες προέβη την τελευταία διετία πριν από την ημέρα ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού, και β) για το ύψος της αμοιβής του.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, μνημονεύονται σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων), που προσκομίστηκαν μετ' επικλήσεως νομίμως στο δικαστήριο και από τα οποία το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των πιο πάνω ισχυρισμών του αναιρεσίβλητου καθού η ανακοπή δικηγόρου.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει, ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, δίχως ωστόσο να εκθέτουν περαιτέρω σε αυτόν κατά ποιο τρόπο παραβιάστηκε από το δικαστήριο η διάταξη αυτή, δηλαδή αν τούτο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα ή έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ποιες είναι οι αποδείξεις αυτές, ποιο είναι το περιεχόμενο τους και για την απόδειξη ποίου ή ποιών ουσιωδών ισχυρισμών παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρ. 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, είναι αόριστος και ως τέτοιος απαράδεκτος.

Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρ. 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως (άρθρ. 338 § 1 ΚΠολΔ), δεν ιδρύεται, όταν δεν έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση, γιατί η κατανομή του βάρους απόδειξης γίνεται με την προδικαστική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως, κατά το τέταρτο μέρος του, από το άρθρ. 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ανακόπτοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου περί κατανομής του βάρους αποδείξεως. Όμως, το Μονομελές Πρωτοδικείο, στο οποίο η συζήτηση της ανακοπής των αναιρεσειόντων κατά του πίνακα κατατάξεως ήταν προφορική και οι διάδικοι προσκόμισαν κατ' αυτήν προαποδεικτικώς στο ακροατήριο όλα τα αποδεικτικά τους μέσα (άρθρ. 993, 270 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρ. 12 του ν. 2.915/2001, ισχύει δε από 1.1.2002), δεν εξέδωσε προδικαστική, αλλά απευθείας οριστική απόφαση και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα εσφαλμένης κατανομής του βάρους αποδείξεως. Επομένως, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το τέταρτο μέρος του, από το άρθρ. 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.

Επειδή, ακολούθως η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, μειούμενα κατά το άρθρ. 22 § 1 του ν. 3.693/1957 (άρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Απριλίου 2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και των Προϊσταμένων της ΔΟΥ ΦΑΕΕ Αθηνών, της ΔΟΥ Κηφισιάς και της ΔΟΥ Αμαρουσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 6.026/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα ευρώ (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ